Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αγαλλίαμα
- το, Διγ. (Mavr.) Gr. III 134, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 514, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 739 κριτ. υπ.
Το μτγν. ουσ. αγαλλίαμα. Η λ. και στο Κείμ. αγ. Δημ. (Λαούρδ.) 398.
Χαρά, αφορμή χαράς (Η σημασ. ήδη μτγν., L‑S): ω τέκνον μου γλυκύτατον, φως των εμών ομμάτων| και παραμύθιον ψυχής της εμής εν τω γήρει,| και τερπνόν αγαλλίαμα Διγ. Gr. III 134. — Πβ. αγαλλίασις, αγαλλίασμα.
ακουμπιστήρι- το, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 327· αγκουπιστήρι, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 880· ακουμβιστήριον.
— Πβ. και κατακουμπιστήρι και ταγιστήριον.
1) Κάθισμα, ανάκλιντρο, μέρος όπου αναπαύεται κανείς: ακμήν και το δερμάτι μου έχουν το οι σουλτάνοι (παραλ. 1 στ.)· έχουν αυτό καθίσματα, αλλά και αγκουμπιστήρια Διήγ. παιδ. 880. 2) Κάτι στο οποίο ακουμπά κάπ.· ραβδί, μπαστούνι: το γαρ ακουμβιστήριον ξύλον εν ῳ ηκούμβιζεν ως καχεξίᾳ δήθεν παλαιών Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 171 κριτ. υπ. 3) (Μεταφ.) καταφύγιο, στήριγμα: ο γονείς θυμάται πως ηύρηκε στα γερατειά θάρρος κι ακουμπιστήρι Ερωτόκρ. Δ΄ 327. —Συνών.: ακούμπιστρον και βάσταμα.
αμισθία- η, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 358 κριτ. υπ.
Το μτγν. ουσ. αμισθία.
Το να μην παίρνει κάποιος μισθό, έλλειψη μισθού (Η σημασ. ήδη μτγν. L‑S): όθεν και αμοιβήν αμισθίας δίδωσιν αυτοίς το συγκαθήσθαι πάντας μετ’ αυτού εν τοις σελλίοις αυτών πλησίον του θρόνου του βασιλικού Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 358, κριτ. υπ.
αμοίραστος,- επίθ., Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 788 κριτ. υπ., Βακτ. αρχιερ. (Μομφ.) 137 ριη΄, 145 μγ΄.
Από το στερ. α‑ και το μοιράζω. Η λ. και σήμ. με διάφορους τ. στα ιδιώμ. (ΙΛ).
1) (Προκ. για πράγματα) που δεν έχει μοιραστεί, αδιανέμητος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): κλίματα αμοίραστα Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 788 2) (Προκ. για πρόσ.) που δεν έκαμε μοιρασιά, διανομή περιουσίας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Περί αμοιράστων αδελφών ... και λείποντας ο πατήρ αυτών πώς μοιράζουν Βακτ. αρχιερ. 137 ριή́.
άμπαρ- το, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 998, 1918, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 579 κριτ. υπ.· άμβαρ, Διγ. (Mavr.) Gr. VI 39· άβαρ, Διγ. (Mavr.) Gr. IV 223.
Από το αραβ. anbar (Triand., Lehnw. 145 = Τριαντ., Άπ. Α΄ 448 και Pern., Ét. linguist. Γ́ 349). Η λ. στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (Βλ. Trapp, ΕΕΦΣΠΚ 5, 1989, 186) και σε παλαιότ. κείμενα· βλ. Du Cange, λ. άμπαρ και άμπρα και Sophocl., λ. άμπαρ. Για τον τ. άμβαρ βλ. Triand., Lehnw. 49, 71,145 = Τριαντ., Άπ. A΄ 365, 383, 448. Και ουδ. άμβαρι (Δημητράκ., λ. άμπαρη).
Αρωματική ουσία (για το πράγμα βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β1 205· βλ. και Du Cange): πέμματα εκαπνίζοντο παντοία τε και πλείστα,| μόσχοι, κασσίαι, καφουραί, άμπαρ και ξυλαλόαι Διγ. Τρ. 1918· τον τράχηλόν του γεμιστόν άβαρ ομού και μόσχον Διγ. Gr. IV 223.
αναδοχή- η, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) B 140, κριτ. υπ., Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1494, 8249, 8620, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 2031, 6832, 8835.
Το αρχ. ουσ. αναδοχή. Η λ. και στο Βλάχ.
1) Υποδοχή: κι ο πρίγκιπας τον έποικεν αναδοχήν μεγάλην Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8620. 2) Εύνοια: τόσην τιμήν κι αναδοχήν έδειχνε προς εκείνον Χρον. Μορ. (Καλ.) H 8249.
ανακαράς- ο, Πουλολ. (Krawcz.) 624, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 1043, Διήγ. Βελ. (Cant.) 259, Συναξ. γαδ. (Wagn.) 340, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1543, Γεωργηλ., Βελ. (Wagn.) 397, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 446, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 52, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 217 κριτ. υπ., 495 κριτ. υπ., Τριβ., Ταγιαπ. (Irmsch.) 16, Αχέλ. (Pern.) 736, 2048, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 3628, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 2115, 24325, Διακρούσ. (Ξηρ.) 7523, 9619· νακαράς, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15617, 17617.
Από το αραβικό naqqăra ή το μεσν. λατιν. nacara ή το ιταλ. nàcchera (βλ. Irmscher, Τριβ., Ταγιαπ., Γλωσσ., λ. ανάκαρας και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., Γλωσσ., λ. νιάκαρη). Το α του τ. ανακαράς όχι προθετικό, αλλά μάλλον κατά παρετυμ. προς την ανά (Triand., Lehnw. 23, 109 = Τριαντ., Άπ. A΄ 345, 415). Στον Ψευδο-Κωδ., Οφφικ. (Verp.) απαντούν και λ. ανάκαρα 17210 και ανακαρισταί 1729, 19716. Η λ. και με τους δύο τ. και σήμ. στα ιδιώμ. (ΙΛ).
Είδος τυμπάνου (Κουκ., ΒΒΠ É́ 241·βλ. και Πάπ.-Λαρ., Γεν. Εγκυκλοπ., λ. ανάκαρα τα) ή πνευστού οργάνου (Πβ. τον παρέμβλητο στ. συρλάδες και τα μπίφαρα, ανακαράν τον λέγουν Συναξ. γαδ. (Wagn.) 341) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): η κάμηλος δε να βαστά ζυγήν ανακαράδες (κατά χφ V· έκδ. λέγω [τας] ανακαράδας· βλ. Ξανθ., B-NJ 5, 1927, 369) και να τους παίζει ο πονδικός Διήγ. παιδ. (Wagn.) 1043· όργανα του πολέμου,| τρουμπέτες, βιόλες, μπίφαρα, τύμπαν’, ανακαράδες Διήγ. Βελ. 259· τρομπούτες να χαλούσι,| ανακαράδες, βούκινα, σουρλάδες, καρλαμούζες Χρον. Τόκκων 1543. — Πβ. νάκαρο, νιάκαρη.
ανακωλώνω,- Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 396 κριτ. υπ.
Από την πρόθ. ανά και το κωλώνω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Σηκώνω (τα ρούχα) προς τα επάνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1): οι αδιαντροπότεροι ... και τον Θεόν μηδόλως φοβούμενοι τα ρούχα αυτών ανακωλώνοντες έκρουον Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 396 κριτ. υπ. —Συνών.: ανακομπώνω 1.
αναπαυτικός,- επίθ., Θησ. (Βεν.) ΙΒ΄ [324], Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 20424 κριτ. υπ.
Το μτγν. επίθ. αναπαυτικός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Που παρέχει ανάπαυση, ευμάρεια· άκοπος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): Ζωή αναπαυτική Θησ. (Βεν.) ΙΒ΄ [324]. Το ουδ. ως ουσ. = (στρατιωτ.) σύνθημα για ανάπαυση: Επειδή δε περί οψίαν ην η ημέρα, το μεν αναπαυτικόν διατόρως συνεθημάτιζε Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 20424 κριτ. υπ.
αναρμάτωτος,- επίθ., Τρωικά (Praecht.) 5321, Ερμον. (Legr.) Φ 272, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 489 κριτ. υπ., Φλώρ. (Κριαρ.) 1389, Αχιλλ. (Hess.) N 423· ανερμάτωτος, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 229· αρμάτωτος, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 70.
Από το στερ. αν‑ και το αρματώνω. Για τον τ. αρμάτωτος βλ. Αλεξίου Στ. [Αρμούρ. σ. 183 σχόλ. στ. 70]. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Άοπλος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): μόνος και αναρμάτωτος υπάγει προς τον πύργον Φλώρ. 1389· και να τους περιπέσουσιν αμέριμνα ως κοιμούνται| κι εξαίφνης ανερμάτωτους και να τους κατελύσουν Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 229.
ανασύρνω,- Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 739, κριτ. υπ., Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. β́ 9· ’νεσύρνω, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 492· ανασέρνω, Ιμπ. (Legr.) 749.
Από το μτγν. ανασύρω. Η λ. και σε δημ. τραγούδια (Αρμούρ., Κυριακ., 46, Άσμα Μάλτ., Σπυριδ., 43). Ο τ. ανασύρνω ήδη στο Νικήτ. Χων. (Βόνν.) 73926. Οι τ. και σήμ. (ΙΛ, λ. ανασέρνω).
1) Σέρνω προς τα επάνω· (προκ. για τα φρύδια για να εκδηλώσω δυσαρέσκεια, θυμό) (πβ. ανασπάν τας οφρύς, L‑S, λ. ανασπάω 6): τα φρύδια ντου ενέσυρνε, τα μάτια ντου αγριεύγει Ερωτόκρ. Β΄ 492. 2) Παρατραβώ, παρατείνω: Μακραίνω την διήγησιν, πολλά την ανασέρνω Ιμπ. 749. 3) (Προκ. για νερό) αντλώ: να ανασύρει νερόν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. δ΄ 7· έρχομαι εδώ να ανασύρω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. δ΄ 15. — Πβ. ξανασύρνω.
ανέμπλοκος,- επίθ., Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 519 κριτ. υπ.
Από το στερ. αν‑ και το εμπλέκω.
Που δεν έχει εμπλακεί (σε μάχη)· που δεν έχει υποστεί βλάβη, άθικτος, ακέραιος: ανέμπλοκον φάλαγγα Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 519 κριτ. υπ.
ανιστορώ,- Σπαν. (Hanna) A 15, Σπαν. (Hanna) B 19, Σπαν. (Hanna) V 14, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 13, 21, 396, 570, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 393, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 399, Διγ. (Mavr.) Gr. VII 62, Βέλθ. (Κριαρ.) 95, 175, Λίβ. (Μαυρ.) P 1497, 2540, Λίβ. (Lamb.) Sc. 253, 475, 806, 1844, 2890 (έκδ. ανιστορεί το· διορθώσ. ανιστορείτο), 2998, Λίβ. (Lamb.) Esc. 143, 1378, 1593, 1611, 3004, Λίβ. (Lamb.) N 159, 1228, 1437, 1473, 1697, 3497, Αχιλλ. (Hess.) N 124, 712, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 431 κριτ. υπ., Ερωφ. (Ξανθ.) Πρόλ. Χάρ. 75, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [919], Ε΄ [1399], Διγ. (Lambr.) O 558, 1546, 1844, 2386· ’νιστορώ, Διγ. (Lambr.) O 724· αναστορώ, Λίβ. (Lamb.) Sc. 508 (ανεστόρησε αόρ. πιθ. του αναστορώ με επίδρ. αορ. με εσωτ. αύξηση), Σκλέντζα, Ποιήμ. (Κακ.) 1202, Ιμπ. (Legr.) 162, 212, 781, Κατζ. (Πολ. Λ.) Ε΄ 419, Ερωφ. (Ξανθ.) Ιντ. β΄ 102, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 4, 93, V 5, 209, 5, 242, 6, 362, 7, 82, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 57, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [443], Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Χορ. α΄ [14], Ε΄ [750], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 210, Δ΄ 182.
Το αρχ. ανιστορώ. Η λ., καθώς και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ).
1) α) (Ενεργ. και μέσ.) διηγούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5): εκάθισε και ανεστόρησε το τι εποινηλατήθην Λίβ. Sc. 508· —Συνών.: αναδιδάσκω β, αναδιηγούμαι, αναθιβάλλω Α1β, αναφέρω Α1β· β) (υποκ. λ. τραγούδι, λόγος, κλπ.) διηγούμαι, εξιστορώ: τότε ο Λίβιστρος εχείρησε να λέγει| τραγούδημαν παράξενον και εκείνο ανιστορείτο:| «Φέγγος, τους ετσιγάρισεν ...» Λίβ. Sc. 2890· Λόγος έβδομος δηγάται και καλά ανιστοράται Διγ. O 2386. 2) Περιγράφω: (Η σημασ. και στον Ευγένιο Πανορμίτη, Ιαμβ. στιχ., Gigante, VII 24, ΧΧΙΙ 58): το περιβόλιν εκ παντός τις να το ανιστορήσει; Ήτον ο τοίχος του υψηλός, όλος μετά μουσείου ... Αχιλλ. N 712. 3) α) Ζωγραφίζω (Η σημασ. και στον Ιωάννη Δαμασκηνό, Lampe, Lex. στη λ. 2): χαμοτρικλίνους θαυμαστούς, ευμήκεις, χρυσωρόφους, εν οις πάντων τα τρόπαια των πάλαι εν ανδρείᾳ| λαμψάντων ανιστόρησε χρυσόμουσα, ωραία Διγ. Gr. VII 62· β) επιμελούμαι κάτι με τέχνη, φιλτεχνώ: άπαντα τα διερραγότα τούτου τείχη ανεκαίνισε και ανιστόρησεν εις κάλλος και ωραιότητα Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 431 κριτ. υπ. 4) α) (Ενεργ. και μέσ.) θυμούμαι, αναπολώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 6α): βλέπε με και ανιστόρει την εκείνην την ωραίαν Λίβ. Sc. 806· φυλλολογώντας τα χαρτιά τα κάλλη αναστορούμαι| τση Πετρονέλλας Φορτουν. Α΄ 210· Δίδυμε, εγώ λογιάζω καλότατα το πως αναστοράσαι την νύκτα κείνη την πολλά καημένη και φοβερή· Μα ποιος ανάμεσά μας τόσα ’ναι λιγονούσης να μην τηνε θυμάται; Πιστ. βοσκ. Ι 4 93· Πβ. αναμνιάζω 1α, αναμνίζω 1, ανιστορίζω· —Συνών.: αναθιβάλλω Β1, αναθυμούμαι 1, αναφέρω 3. β) αναλογίζομαι: και να φονευθεί το ταίρι του (ενν. του τρυγονιού) και λείψει απέ τον κόσμον (παραλ. 2 στ.), πάντοτ’ εις πέτραν κάθεται, θρηνεί και ουκ υπομένει·| την στέρησίν του ανιστορεί και πνίγει τον εαυτόν του Λίβ. N 159· —Συνών.: αναβιβάζω 4, ανανοώ, αναπεμπάζω· γ) μνημονεύω (σε μνημόσυνο): να ψάλουσιν (ενν. ιερείς) τον ταπεινόν ξένον ν’ αναστορήσουν| και να τον μνημονεύουσι και να τον μακαρίσουν Ιμπ. 781. 5) Σκέπτομαι, συλλογίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 6γ): ηύρεν οκάποιον άνθρωπον να κάθηται θλιμμένος,| να ανιστορεί το ανώφορον το πότε να το ανάβει Λόγ. παρηγ. O 399· λογίσου και ανιστόρησε και ιδές πόσα με ήλθαν Λίβ. N 1473. 6) Μαθαίνοντας (ένα γεγονός) το «ζω», το αναπαριστώ (με τη φαντασία μου): το πιττάκιν τό έγραψες, μάθε, κρατεί το η κόρη,| βλέπει το και αναγνώθει το και ανιστορεί τά λέγει Λίβ. N 1228. 7) (Προκ. για όνειρο) βλέπω (Πβ. ΙΛ στη λ. 2β): Στον ύπνο μου εθώρουν| όνειρο και γροικάτεν το καθώς το ενιστόρουν.| Εις την Ασπρόπετρα ατοί είδα και επηγαίναν Διγ. O 724.
αντίναυλον- το, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 639 κριτ. υπ., Ψευδο-Σφρ. (Grecu) 54026.
Από την πρόθ. αντί και το ουσ. ναύλον. Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 363.
(Ναυτ.) φόρος προσωπικός (Για το πράγμα βλ. G. Rouillard, Les taxes maritimes et commerciales 281-2· Zakyth., Desp. Β΄ 243 και Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 363): το επιτεθέν παρ’ αυτού κεφάλαιον εις τους ναύτας, το νυν λεγόμενον αντίναυλον Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 639 κριτ. υπ.
αξιάζω,- Ασσίζ. (Σάθ.) 319, 523, 1219, 138, 10, 29, 1512, 2015, 271, 3717, 5131, 521, 5414, 582, 6213, 15, 787, 8223, 28, 836, 8430, 8724, 904, 946, 9531, 986, 10218, 29, 10318, 10418, 26, 10731, 1123, 15, 1219, 12231, 1234, 14, 12612, 13314, 1366, 13925, 14030, 1416, 14228, 1439, 1448, 14817, 28, 1508, 15423, 15511, 24, 15711, 1608, 16121, 28, 29, 1623, 17022, 25, 17117, 1748, 17930, 1807, 18118, 19122, 23, 25, 19426, 19822, 2275, 2591, 8, 30331, 22, 31715, 33219, 24, 33428, 34530, 3485, 35222, 36226, 27, 36323, 3678, 37431, 39211, 39520, 4076, 42211, 45810, 12, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5228, 52721, Διγ. (Hess.) Esc. 611, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1638, 3995, 4944, 6372, 6377, Πτωχολ. (Schick) P 10, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 224, 308, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1356, Rechenb. 14, 18, Θησ. (Foll.) Ι 73, Θησ. (Βεν.) Ι΄ [132], Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 661 κριτ. υπ. Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 501, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 95, Διήγ. Αλ. (Μητσάκ.) G 28721, Βίος γέρ. (Schick) V 314, Ερωφ. (Ξανθ.) Γ΄ 274· ’ξιάζω, Πτωχολ. (Ζώρ.) N 319, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 8622, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 255, 736, 825, 2886, κ.α., Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [795]· αξάζω, Ασσίζ. (Σάθ.) 918, 2585, 30, 30028, 3065, 3079, 3227-8, 3442, 38812, 45321, 49129, Rechenb. 12, 3 Μαχ. (Dawk.) 15228, 31032, 33, 3245, 50414, 55020, 56415, 6124, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 152, Αχέλ. (Pern.) 213, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 78, 1397, Β΄ 146, Θυσ. (Μέγ.)2 687, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 22, Γ΄ 32, 63, Ιντ. γ΄ 137· ’ξάζω, Ασσίζ. (Σάθ.) 617, 1814, 2907, 32118, 4351, Μαχ. (Dawk.) 833, 2414, 24, 7616, 32628, 43620, 67827, Βουστρ. (Σάθ.) 450, 457, 469, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 270, Φαλιέρ., Λόγ. (Ζώρ.) 361, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1417, 7916, 869, 1359, 14420, 1627‑8 κ.α. Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙ 2, 147, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 263, 265· εξιάζω, Ασσίζ. (Σάθ.) 1814, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52415, 5285, 53515, 54121, 58420· εξάζω, Μαχ. (Dawk.) 51629, Κανον. διατ. Α 1031, Β 450.
Από το αξίζω και την κατάλ. ‑ιάζω. Πβ. πάντως το μέλλ. αξιάσει σε επιγρ., L‑S Κων/νίδη, και L‑S, λ. αξιάω (βλ. και Hatzid., Einleit. 391). Κατά Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) σ. 628, λ. ξάζω και Καλιτσ., BZ 44, 1951, 310 απευθείας από το ουσ. αξία. Ο τ. αξάζω κατά το (ι)σιάζω> σάζω (Dölger, BZ 33, 1933, 107). Το ε των τ. εξιάζω και εξάζω από τον αόρ. Για τη μτχ. αξιαζόμενος βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 13. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Έχω αξία, αξίζω (Βλ. L‑S, λ. αξιάω. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Αξιάζει Φράγκος εις φαρί διά είκοσι Ρωμαίους Χρον. Μορ. H 4944· τι τόπος ένι ο Μορέας και τι ημπορεί να αξιάζει; Χρον. Μορ. H 6372· β) έχω ισχύ, φέρνω αξιόλογο αποτέλεσμα: και προς τες κοπανές αυτών (δηλ. των Ελλήνων) τίποτε ουδέν αξιάζει| των γυναικών αντιστασιά Θησ. Ι 73· Η μτχ. αξιαζόμενος = άξιος, ικανός, ισχυρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ ση λ. 1): τ’ αξαζόμενο, τ’ όμορφο παλληκάρι Ερωτόκρ. Α΄ 1397· τ’ αξαζόμενο κορμί, τ’ αντρειωμένο Φορτουν. Γ΄ 32· την αξιαζόμενη και μπορεμένη χώρα Ερωφ. Γ΄ 274· γ) (προκ. για λόγους, γνώμη) Έχω αξία, έχω απήχηση, εισακούομαι: επερπάτησεν ...| άρχοντες οπού ήξευρεν ο λόγος του να αξιάζει Χρον. Τόκκων 1356. 2) Ταιριάζω, αρμόζω (και απροσώπως = πρέπει· πβ. ΙΛ, λ. αξίζω 3): να ’ξευρα πόσον η σκλεριά σε ’ξιάζει Κυπρ. ερωτ. 8622· αναθρέφετον ως πρέπει και ως αξιάζει Διγ. Esc. 611. 3) Κοστίζω (Πβ. ΙΛ, λ. αξίζω 1): ένι κρατούμενος να τον πλερώσει με δίκαιον όσα ο σκλάβος ού η σκλάβα εξάζαν Ασσίζ. 4351· έξαζεν διακόσιες χιλιάδες ονομίσματα Μαχ. 67827. Η μτχ. αξαζόμενος = που έχει υλική αξία, πολύτιμος: ηύραν έναν πύργον γεμάτον αξαζόμενα πράγματα Μαχ. 15228. Το ουδ. της μτχ. αξιαζόμενον = τιμή, ισότιμο: ουδέν ημπορεί να του στρέψει το αξιαζόμενον των αμαχίων του Ασσίζ. 6215. 4) Αποφέρω χρηματικό όφελος: έδωκέν του την αρχιεπισκοπήν, η ποία ’ξάζει πάσα χρόνον ιβ́ χιλιάδες δουκάτα Βουστρ. 450. 5) Χρησιμεύω, ωφελώ: αν γένηται ότι ο άνδρας έσφαξεν την γυναίκαν του, ... ουδέν τον αξιάζει τίποτες αν πει ότι η γυναίκα του ήτον κούρβα Ασσίζ. 2275· Είντα μου ’ξάζει να γροικώ, τι με ’φελά να ξεύρω Ερωτόκρ. Α΄ 265· επήρεν τον και εγιάτρευσέν τον ούτως κακά με τα εμπλάστριά του, ότι τίποτες ουδέν τον (έκδ. την· διορθώσ.) αξίαζεν Ασσίζ. 17930. 6) α) Έχω νομική ισχύ, ισχύω, είμαι έγκυρος (Βλ. και Σακ., Κυπρ. Β΄ 458): ουδέ οι μάρτυρίες τους να ’ξάζουν Μαχ. 2414· επεί υπεξουσία ευρίσκεται η κόρη ει τι εποίησεν ουδέν εξιάζει Ελλην. νόμ. 52415· αν αξιάζει με δίκαιον (ενν. η δόσις) ( εσφαλμ. ο Δένδιας, Αθ. 36, 1924, 151, ερμηνεύει) Ασσίζ. 12314. Η μτχ. αξιαζόμενος, αξαζόμενος, εξαζόμενος (α) = έγκυρος: ει τι ποίσει να είναι αξαζόμενον Μαχ. 50414· την αγάπην και τους ορισμούς όπου εγίνουνταν ανάμεσόν σας κρατεί τα η αφεντιά σου εξαζόμενα; Μαχ. 51629· ποία πούληση πρέπει να αξιάζει και ποία ουδέν ένι αξιαζόμενη Ασσίζ. 3717· (β) = αξιόπιστος (δικαστικώς): Εάν γίνεται ότι ... ο αγκαλών ουκ έχει Ακουβίτας μάρτυρας ουδέν ένι αξαζόμενοι του Νεστουρίου Ασσίζ. 3079· β) έχω νομικό δικαίωμα: αι δε γυναίκες ουδέν αξιάζουν να ποιήσουν τίποτε άνευ κουρατόρου Ασσίζ. 52721. 7) Έχω την αξίωση, απαιτώ: ουδέν πρέπει να αξιάζει έτερον ανάστελμαν Ασσίζ. 904· πρέπει να αξιάζουν με τοιούτον ότι εκείνος ο άνθρωπος να εμπεί εις την φυλακήν του επισκόπου της χώρας Ασσίζ. 988.
αξινάριν- το· ’ξινάριν, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 308 κριτ. υπ., Μαχ. (Dawk.) 6413, 16.
Το μτγν. ουσ. αξινάριον. Ο πληθ. ’ξιναρία κατά άλλα σε ‑ία. Βλ. ανοικτάρι(ν), ετυμολ.Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Σκαπάνη στενή, τσάπα (Πβ. τη μτγν. σημασ., Sophocl.· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αξινάρι 2): Ο λαός ότοιμα επίασε νερόν και ’ξιναρία και ήλθα ν’ αγιτιάσουν το δεντρόν, ... τότες εσκίσαν μέσα την κερατσίαν με το ’ξινάριν Μαχ. (Dawk.) 6413, 16.
αξούγγι(ον) ‑αξούγγι(ν)- το, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 110, 14, 6154, Ιερακοσ. (Hercher) 3763, 46022, 48613, Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 53022, 55229, Κυνοσ. (Hercher) 59026, 59430, 59712, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 852, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 477, 493, 569, 793, 819, Gesprächb. (Vasm.) 42758, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 523, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 405 κριτ. υπ.· οξύγγιν, Φυσιολ. (Legr.) 601· ξύγγι(ν), Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 12345, 13362, 14382, Φυσιολ. (Legr.) 191, Πεντ. (Hess.) Γέν. IV 4, Εξ. ΧΧΙΙΙ 18, ΧΧΙΧ 13, Λευιτ. Ι 8, 12, ΙΙΙ 3 δις, 4, 9, 10, 16, 17, IV 8, 19, 26, VI 5, VII 3, ΙΧ 19, Χ 15, XVI 25, XVII 6, Δευτ. ΧΧΧΙΙ. 38, Κατζ. (Πολ. Λ.) Γ΄ 83· ξυγγίον, Φυσιολ. (Pitra) 37226· εξούγγιν, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 348.
Το μτγν. ουσ. αξούγγιον (πβ. το μτγν. ουσ. αξουγγία η <λατ. axungia). Ο τ. οξύγγιον, που ήδη μτγν., κατά παρετυμολογία προς το οξύς (βλ. Meyer, NS ΙΙΙ 11). Απαντά και μτγν. τ. αξύγγιον (Sophocl., λ. αξούγγιον). Ο τ. ξυγγίον πιθ. κατά αντιγραφικό παρατονισμό. Ο τ. εξούγγιν από επίδρ. λ. από εξ‑. Για τη λ., παράγωγα και σύνθετα βλ. Du Cange λ. αξιγκεύειν, αξίγκι, αξούγγιον. Απαντά και χηνάξουγγον (Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 111) και λειψαξούγγιος (Οψαρ. (Krumb.) 3617). Για την επίδοση της λ. στα ιδιώμ. βλ.Meyer, NS ΙΙΙ 10011. Ο τ. ξύγγι και σήμ. κοιν. (Δημητράκ., λ. ξύγκι).
Ζωικό λίπος, πάχος (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. αξούγγιον και σήμ., Δημητράκ., λ. ξύγκι): Αξούγγιν αίγειον άλειφε τα χείλη Σταφ., Ιατροσ. 110· το ξύγγι οπού σκεπάζει την κοιλιά Πεντ. Έξ. ΧΧΙΧ 13. Βλ. και άλειμμα(ν) 3.
άπιαστος,- επίθ., Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 16· απίαστος, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 666, κριτ. υπ.), Κορων., Μπούας (Σάθ.) 20.
Από το στερ. α‑ και το πιάνω. Ο τ. απίαστος στον Ησύχ., λ. άναπτος και σήμ. (ΙΛ).
α) Που δεν πιάνεται (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): Λοιπόν το τρέχειν έπαυσα, ούτως και το σπουδάζειν| και το ξετρέχειν τ’ άπιαστον (ενν. ’λάφιν) και το φαρίν κολάζειν Απόκοπ. 16· β) (προκ. για λόγια) κούφιος, αβάσιμος (Πβ. ΙΛ στη λ. 3, Παροιμ. φρ.): Και όχι λόγια απίαστα ως την πνοήν τ’ ανέμου Κορων., Μπούας 20.
απομικρόθεν (I),- επίρρ., Προδρ. IV 1, Διγ. Esc. 741, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 478 (κριτ. υπ.), Ιμπ. (Legr.) 192, Κορων., Μπούας 145, Διγ. Άνδρ. 34334.
Από τη συνεκφ. από μικρόθεν. Η λ. και στον Πόντο (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Από τη μικρή ηλικία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): απομικρόθεν τ’ άρματα άπαντες μαθημένοι Κορων., Μπούας 145· απομικρόθεν μ’ έλεγεν ο γέρων ο πατήρ μου … Προδρ. IV 1.
απροσεξία- η, Σπαν. B 190, Σπαν. (Ζώρ.) V 61, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 206, Ερμον. Θ 271, Ψ 155, Ω 264, Φυσιολ. (Legr.) 251, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 23, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 526 (κριτ. υπ.), Ιστ. Βλαχ. 702· απροσεξιά, Ερμον. Θ 327, Φυσιολ. (Legr.) 42.
Το μτγν. ουσ. απροσεξία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. απροσεξιά).
Έλλειψη προσοχής, επιπολαιότητα, απερισκεψία (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S· η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. απροσεξιά): ταύτα μεν ούτως υπήρχεν | εις τε της Τροίας την μάχην | ένεκα του Αλεξάνδρου | του τε Πάριδος | εκείνον την κακήν απροσεξίαν Ερμον. Ω 264 πίπτει (ενν. ο ελέφας) εξ αμελείας του και εξ απροσεξίας του Φυσιολ. (Legr.) 42. — Βλ. και αγνωσία 1α, αγνωσύνη, ανοστάγρα, αφροσύνη, ευκολότητα.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Διγ. (Mavr.) Gr. III 134, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 514, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 739 κριτ. υπ.