Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]

  Βιβλ.αναφορά : Προδρ., Ροδ. (Hercher)

  • ανάμνησις  
    η, Προδρ., Ροδ. (Hercher) H΄ 211.
    Το αρχ. ουσ. ανάμνησις.
    Φρ. εις ανάμνησιν λαμβάνω = φέρνω στο νου μου, σκέπτομαι (κάποιον): Ην ουν ιδείν πάσχοντα τον Δοσικλέα επεί Ροδάνθην εις ανάμνησιν λάβοι Προδρ., Ροδ. (Hercher) H΄ 211. — Πβ. ανανοούμαι.
       
  • ανανοώ,  
    Προδρ., Ροδ. (Hercher) H΄ 213· ανανογούμαι, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 68· ανανοούμαι, Ερμον. (Legr.) Ξ 24, Λίβ. (Μαυρ.) P 1672, Θησ. (Βεν.) Δ΄ [667]. H΄ [476]· ανανούμαι, Gesprächb. 1035.
    Το μτγν. ανανοώ. Για τη λ. βλ. Φάβ., Αθ. 27, 1915, ΛΑ 149-50. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Ανακαλώ στη μνήμη μου, αναλογίζομαι, σκέπτομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. ανανογιέμαι 3): βλέπει την και αναστενάζει·| ανανοάται τά επικράθηκε Λίβ. P 1672· Αλήθεια πριν να κοιμηθεί ατός του ανανοάτον·| με την  αγάπη αρχίνιζε, μ’ αυτήν παραπονάτον Θησ. Δ΄ [667]· επεί Ροδάνθην εις ανάμνησιν λάβοι (ενν. ο Δοσικλής) ταις παρθένοις γαρ την εαυτού παρθένον| ανανοών έκλαιεν εν τῃ καρδίᾳ Προδρ., Ροδ. H΄ 213. 2) Αισθάνομαι, νιώθω: δαγκάνω τον στο δάκτυλο και δεν ανανοάται Ζήνου, Βατραχ. 82. —Συνών.: αναθιβάλλω Α2, αναθυμούμαι 1, αναμνίζω 1, αναπολώ, ανιστορώ, θυμούμαι.
       
  • αντίπλους,  
    επίθ., Μανασσ., Χρον. (Βόνν.) 3652· αντίπλοος, Προδρ., Ροδ. (Hercher) 326163.
    Από την πρόθ. αντί και το ουσ. πλους.
    (Προκ. για πλοίο, στόλο) που πλέει και επέρχεται αντίθετα, εχθρικά: Φωκάς στρατόν αντεφοπλίζει| και στόλον ανεμόπτερον, αντίπλουν ετοιμάζει Μανασσ., Χρον. 3652· ναυς αντιπλόους Προδρ., Ροδ. 326163.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης