Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 84 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043

  • μεσημέριον  
    το· Προσκυν. Κουτλ. 390 12814· μεσημέρι, Ιατροσ. 2065-6, Χρον. Μορ. H 2287, Ερωτοπ. 90, Byz. Kleinchron. Α΄ 27632, 6685, Κορων., Μπούας 49, Πεντ. Δευτ. XXVIII 29, Πανώρ. Γ΄ 475, Ερωφ. Α΄ 6, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1714, Β΄ 1918, Δ΄ 1437, Στάθ. (Martini) Β΄ 231, Διήγ. πανωφ. 56, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1060], Β΄ [1040], Ζήν. Πρόλ. 48, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15726, 20824, 24515, 5532· μεσημέριν, Καλλίμ. 2003, Ερωτοπ. 219, 682, Αχιλλ. L 512, 1072, 1140, Ιμπ. 514, Πορτολ. A 310, Θρ. Κύπρ. M 8, 36, 571, Ερωφ. Β΄ 326· μεσομέρι(ν), Ασσίζ. 2152, 4512, Μαχ. 63431, 65418-9, 20, Byz. Kleinchron. Α΄ 2108, Κυπρ. ερωτ. 616, Προσκυν. Ιβ. 845 517· μισομέρι, Προσκυν. Λαύρ. 874 9536.
    Το ουδ. του μτγν. επιθ. *μεσημέριος ως ουσ. (Βλ. Θαβώρ., Ουσιαστ. 89). Ο τ. μεσημέρι στο Meursius (λ. μεσιμέρι) και σήμ. Ο τ. μεσημέριν σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. μεσομέριν στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 657 και Λουκά, Γλωσσάρ. 307).
    1) α) Το μέσον της ημέρας: όταν εφτάξασιν εκεί, ήτονε μεσημέρι Τζάνε, Κρ. πόλ. 24515· β) (σε επίρρ. χρ.· η χρ. ήδη μτγν.· βλ. L‑S, λ. μεσημέριος και Θαβώρ., Ουσιαστ. 89) κατά το μέσο της ημέρας: Ο ένας με σώνει να γευτώ, εάν δεν τυχεν φίλος,| δεύτερος μεσημέριον … Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 604110· έκφρ. ημέρα μεσημέριν = καταμεσήμερο: έραξεν (ενν. ο σινεσκάρδος) στης Αλυκής τα μέρη.| Τετράδα ήτον δύσκολη, ημέρα μέσημέριν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 78. 2) Νότος: αν υπάγεις εις τον λιμνιώνα, σίμωνε το ακρωτήριν του μεσημεριού, ότι το της τρεμουντάνας σύρνει πτένην Πορτολ. A 54· ανεβαίνοντας ευθύς στ’ αριστερά τα μέρη| ευρίσκεις εκκλησίδιον επί το μεσημέρι Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 2043 254. 3) Ο νότιος άνεμος (Πβ. το ιταλ. meriggio): με σιρόκον και με γαρμπή και με μεσημέριν ουδέν ημπορείς να σηκωθείς Πορτολ. A 942.
       
  • μηλωτή  
    η, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 942, Προσκυν. Ιβ. 845 1041, Ψευδο-Σφρ. 30838.
    Το αρχ. ουσ. μηλωτή. Τ. μελούτη και μιλούτ’ και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 289).
       
  • μολυβδοσκεπαστόμορφος,  
    επίθ., Προσκυν. Ιβ. 845 511, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 460· μολυβοσκεπαστόμορφος.
    Από τα επίθ. μολυβδοσκέπαστος και όμορφος. Ο τ. με α’ συνθ. το επίθ. μολυβοσκέπαστος.
    Που είναι όμορφος και καλυμμένος με μόλυβδο: ανατολάς ευρίσκεται (ενν. ο ναός) με τούρλαν λεπτοτάτην,| μολυβδοσκεπαστόμορφην, καλήν, ωραιοτάτην Προσκυν. Ιβ. 535 504· Θαρρώ εις τόπους περισσούς να μην ευρίσκετ’ άλλος (ενν. ναός)| μέγας, πλατύς, ευμήκιστος, λεπτοτεχνουργημένος,| μολυβοσκεπαστόμορφος, βασιλικά κτισμένος Παϊσ., Ιστ. Σινά 368.
       
  • μολυβδοσκέπαστος,  
    επίθ., Προσκυν. Ιβ. 845 521, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 470· μολυβοσκέπαστος, Προσκυν. Κουτλ. 156 782-3, 8014, 8336, Προσκυν. Ολυμπ. 177 8634, Προσκυν. Λαύρ. 874 9523, 999, Προσκυν. Κουτλ. 390 13822, Προσκυν. Μπεν. 54 15432, Προσκυν. α′ 1122, 11813, κ.α.
    Από το ουσ. μολύβδι και το ρηματ. επίθ. σκεπαστό. Ο τ. (με α’ συνθ. το ουσ. μολύβι) απ. στο Du Cange (λ. μόλυβος) και στο Steph., Θησ. Η λ. στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ.
    Που είναι σκεπασμένος με μόλυβδο: η εκκλησία της αγίας Σιών είναι μολυβοσκέπαστη τούρλα ωραιοτάτη Προσκυν. Κουτλ. 390 14023· Θαυμασιότατος ναός είναι και ούτος πάνυ,| μολυβδοσκέπαστος, καλός, βροχή δεν τονε πιάνει Προσκυν. Ιβ. 535 514.
       
  • μονάστρια  
    η, Ταμυρλ. 57, Δούκ. 37133, 3731 Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 252, Προσκυν. Ιβ. 845 461, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 410, Μαλαξός, Νομοκ. 223.
    Από το ουσ. μοναστής και την κατάλ. ‑τρια. Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.).
    1) Μοναχή, καλόγρια: μοναζουσών δε σκήνωμα υπάρχει των απόρων,| εκείσε γαρ μονάστριαι είκοσι κατοικούσι Παϊσ., Ιστ. Σινά 2177· Ο αρπάζων μονάστριαν ... ρινοκοπείσθω Μαλαξός, Νομοκ. 352. 2) ? Παρθένος: γεννάται (ενν. ο Μεσσίας = ο Αντίχριστος) εκ μαινάδος,| τάχατε εκ μοναστρίας| μιαράς, εσπιλωμένης Λέοντ., Αίν. V 8.
       
  • μορφώνω,  
    Διγ. (Trapp) Gr. 2380, Προσκυν. Ιβ. 535 1075, Προσκυν. Ιβ. 845 1104.
    Το αρχ. μορφόω. Η λ. στο Meursius και σήμ.
    I. (Ενεργ.) α) δίνω (άλλη) μορφή, μεταμορφώνω: και ως εκείσε έβρεχε τους πάδας τερπομένη,| δράκων μορφώσας εαυτόν εις ευειδή παιδίον| προς ταύτην παρεγένετο βουλόμενος πλανήσαι Διγ. Z 2813· β) (σε ιδιάζ. χρ. προκ. για το φως): Εχάραξεν η ανατολή, εσίμωσεν η μέρα,| έλαμψεν και εμόρφωσεν το φως το του ηλίου Φλώρ. 34. IΙ. Μέσ. 1) Παίρνω (άλλη) μορφή, μεταμορφώνομαι: ο αρχιστράτηγος στ’ ανθρώπου την νεότην| μορφώθην κι εκατάβαλεν εκείνον τον προδότην Αχέλ. 2425· εκείνος ο παράνομος ως δράκος εμορφώθη,| έδειξε δράκου σχήματα Θρ. Κων/π. διάλ. 84· (προκ. για το Χριστό): Εκείθεν το Θαβώριον, εν ῳ Χριστός εμορφώθη Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 1005. 2) Αλλάζω (όψη), μεταβάλλομαι, διαμορφώνομαι σε …:  Πολλοί τινές γαρ εξ ημών υπάν στην εκκλησίαν| με μορφωμένον (έκδ. μ’ εμμορφωμένον· διορθώσ.) πρόσωπον τάχα της ευσεβείας Φυσιολ. (Legr.) 453.
       
  • μοσχομυρίζω,  
    Διγ. (Trapp) Gr. 587, Ερωτοπ. 664, Αχιλλ. N 1587, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 137v, Βυζ. Ιλιάδ. 744, Προσκυν. Ιβ. 535 203596, Προσκυν. Ιβ. 845 236601, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 272542· μοσκομυρίζω, Ερωφ. Α΄ 323, Ιντ. β΄ 76, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 148, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [255], Β΄ [248]· μουσκομυρίζω.
    Από το ουσ. μόσχος και το μυρίζω. Πβ. Λορεντζ., Αθ. 25, 1913, 215. Ο τ. μοσκομυρίζω στο Somav. και σήμ. Ο τ. μουσκομυρίζω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 668) και στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μοσκομυρίζω).
    Μυρίζω ωραία, ευωδιάζω: τα φυλλαράκια αρχίζου| να πυκνοπρασινίζουσι και να μοσκομυρίζου Ερωφ. Α΄ 344· από τα κρέατα μοσχομυρίζει τσίκνα Προδρ. IV 132 χφ g κριτ. υπ. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = ευωδιαστός: τα φύλλα τση (ενν. της Δάφνης) τα μοσκομυρισμένα| στην κεφαλή μου εγγίξασι Γύπ. Πρόλ. Διός 81· τούτος ο ρηγόπουλος, όχι άλλος, να σου μέλλει·| να παντρευτείς, να τιμηθείς σαν καταπώς σου πρέπει (παραλ. 1 στ.)· ν’ αφήσεις χόρτα βρομερά κι ανθό φαρμακεμένο,| να πάρεις ρόδον όμορφο και μοσκομυρισμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 448· λουκάνικα κι απάκια κρεμασμένα| και σαλτιτσούνια θαυμαστά και μοσκομυρισμένα Στάθ. (Martini) Α΄ 106· Τούτα τα μήλα τά θωρείς, ψυχούλα μου, κρυμμένα| μέσα ’δεπά στα στήθη σου τα μοσκομυρισμένα Φαλιέρ., Ιστ.2 616· στόμα μου νοστιμότατο και μοσκομυρισμένο,| βρύση ολωνώ των αρετώ, ζαχαροζυμωμένο Ερωφ. Ε΄ 457· Ω κόρη ευμορφότατη και μοσχομυρισμένη,| οπού η φύσις σ’ έκαμεν να είσαι πλουμισμένη Διγ. O 1751· των αγίων τα λείψανα τα μοσχομυρισμένα| να καίουν (ενν. οι Τούρκοι), ν’ αφανίζουσιν, στη θάλασσα να ρίπτουν Ανακάλ. 67· (προκ. για τόπο): Ευρέθη εις την μέσην τους ένα παλληκαράκι,| ήτουν από την Κύπρον μας την μουσκομυρισμένην Άσμα Μάλτ. 44.
       
  • μπήγω,  
    Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1483, Λίβ. Esc. 4012, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 428, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [170], Πανώρ. Γ΄ 374, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ΄ 19, Θ΄ 370, Πιστ. βοσκ. III 9, 53, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 446, Δ΄ 1159, κ.α.· εμπήγω, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 264266, Προσκυν. Κουτλ. 390 13240· μπήζω, Κορων., Μπούας 123· μπήσσω, Ερωφ. Β΄ 158 κριτ. υπ.· μπήχνω· μπήχτω, Ερωτόκρ. Δ΄ 1159· σμπήγω, Ερωφ. Β΄ 158 κριτ. υπ.· σπήγω, Προδρ. IV 130α χφφ CAS κριτ. υπ.· αόρ. έμπησα, Αχέλ. 669· προστ. έμπηξον· μτχ. παθητ. παρκ. μπημένος, Κορων., Μπούας 80, Αχέλ. 689· πηγμένος, Προσκυν. Ιβ. 535 195, Παϊσ., Ιστ. Σινά 609· αόρ. έπηξα, μτχ.  πήξας και παθητ. παγείς (από το αρχ. πήγνυμι), Προδρ. III 165 χφ g κριτ. υπ., Αχιλλ. O 437, Προσκυν. Ιβ. 535 18821, Προσκυν. Ιβ. 845 22119, Διγ. Άνδρ. 36821, Καλλίμ. 273, 2532, Διγ. (Trapp) Gr. 2009, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ΄ 117.
    Από τον αόρ. έμπηξα < ενέπηξα του αρχ. εμπήγνυμι (Ανδρ., Λεξ.). Για τον τ. εμπήγω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 219-220. Τ. εμπήχνω στο Somav. (λ. μπήχνω). Ο τ. μπήσσω πιθ. από το μτγν. πήσσω. Τ. μπήχνω, για το σχηματ. του οποίου βλ. Χατζιδ., ό.π. 291, στο Βλάχ. και σήμ. Για τον τ. μπήχτω, που απ. και σήμ., βλ. Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 621] και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 196. Για το σχηματ. των τ. σμπήγω και σπήγω βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. σ‑ προθετικό. Η μτχ. μπημένος στο Βλάχ. Η μτχ. πηγμένος στο Meursius, όπου και μτχ. εμπημένος (λ. εμπιμένος). Τ. μπήω σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 324) και τ. σπήω στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Du Cange (λ. μπήγνειν) και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) α) Μπήγω, στερεώνω κ. (στο έδαφος ή σε στερεό σώμα): τον μεν ίππον έδησα εις του δένδρου τον κλώνον,| το δε κοντάριν έπηξα εις την αυτού τε ρίζαν Διγ. Z 2507· αυτού είναι η αγία τρύπα, όπου έμπηξαν τον Σταυρόν οι άνομοι Εβραίοι Προσκυν. α′ 11516· παλούκια πλήθος έμπηξε τριγύροθεν της τέντας Αργυρ., Βάρν. K 313· Γείτοναν έχω κοσκινάν ... | απ’ αυτούς οπού μπήγουσιν κατά κάμπου ματσούκαν Προδρ. IV 130α χφ g κριτ. υπ. έτσε να σε αρπάξω,| να μπήξω το κοντάρι μου στο κάστρον να πηδήσω Αχιλλ. L 655· Τότε γράφουν έναν κακόν χαρτίν και βάλλουν το εις την μούττην τον κονταρίου και εμπήγουν το εις τον λιμνιώναν της Αλεξάνδρας Μαχ. 2826· Χοίρου αφόδευμα έμπηξαν εις καλάμιν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 6111· αγριόχοιρους ήθελα θανατώνει, |να μπήσσω το κεφάλι τως επάνω εις το βερτόνι Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 470· (εδώ για διαπόμπευση ύστερα από αποκεφαλισμό): ειδέ απετύχει το αίνιγμα και τα ρωτήματά του,| να μπήγουν το κεφάλιν του απάνω εις προχώνια Απολλών. 47· ειδέ κι ουδέν δύνασαι να είπεις την αλήθειαν, |να μπήξω το κεφάλιν σου απάνω εις το κάστρον Απολλών. 71· απήν με βασανίσουσιν και τυραννίσουσίν με,| να κόψουν το κεφάλιν μου, να μπήξουν εις κοντάριν Ανακάλ. 53· β) (για μέρος του σώματος) μπήγω· χώνω με ορμή ή βίαια: αναγέμισον τον αυτόν όνυχα μετά του αίματος και έμπηξον εις τον τόπον εξ ου εξέβη Ορνεοσ. αγρ. 55629· Ο Τρωγλοδύτης έπειτα έμπηξε το κοντάρι στο στήθος τον Πηλείονος Ζήνου, Βατραχ. 341· Ατός μου με τα χέρια μου μαχαίριν είχα πάρει| να εμπήξω εις την καρδίαν μου, να σέβω εις τον Άδην Ιμπ. 144· τη μούρην του προς τση καρδιάς τα μέρη| μπήχνει κι αυτό (ενν. το περιστέρι) και σφάζεται για τ’ ακριβόν του ταίρι Ερωφ. Β΄ 158· γ) (σε συνεκδ. χρ.): δόλιον μαχαίριν δίστομον εξανασπά εκ της ζώνης,| τον Αχιλλέα εκ πλευρού σφαγέντα τον εμπήγει| ο Πάρης Βυζ. Ιλιάδ. 984· δ) (εδώ σε σεξουαλικό υπονοούμενο· βλ. και Vincent [Φορτουν. σ. 179]): Tω σκολάρων του τον κώλο, λέει, θ’ ανοίξει| και πως μια κουρατόρικη μέσα θε να τως μπήξει Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 308· ε) (σε μεταφ.): Τέσσαρους πάλους έμπηξαν απάνου στην καρδιά μου Εκατόλ. M 6830. 2) Στήνω: Εισελθών δε εν τῳ λιμένι και τένταν πήξαντες εν τη ξηρᾴ εξήλθε Δούκ. 4177· και πεσώννοντα εις την φούρκαν των κονταρίων, τήν έμπηξεν ο αυτός Τιπάτ Μαχ. 5763· κατελθών ουν εν τῃ γῃ και πήξας κλίμακα και κατοικίαν τινά σκευασάμενος ῴκησεν εκείσε Εξήγ. πέτρ. 274. 3) Φυτεύω: ρουκανοτέκτων| ερουκανοετούρνευσεν, σταθμίσας έπηξέν τα (ενν. τα δένδρη) Βέλθ. 290. 4) (Προκ. για ρούχα) στερεώνω, «πιάνω»: τις Ακρίτης …| … τας ποδέας του να έμπηξε, να επήρε το ραβδίν του| και να τους εσυνέτριψεν τους παλαμναίους μίσσους! Προδρ. III 165· Μπήξε το κονταράκιν σου στης φοινικέας την ρίζαν| και μπήξε και τα ρούχα σου ομπρός στο μπροστοκούρβιν Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 51· επέζευσε και λύει το ζωνάριν,| εκδύει το υπολούρικον ...| και τας ποδέας οχυρώς πήξας εις το ζωνάριν Διγ. (Trapp) Gr. 1067. 5) Καρφώνω: ούτε καρφίν ηγόρασας να εμπήξεις εις σανίδιν Προδρ. I 87· καρφιά μπηγμένα εις την γην Προσκυν. α′ 1174. 6) α) Χώνω, βάζω κ. πολύ κοντά σε κ. άλλο: ωσάν εσίμωσε, έμπηξε την κεφαλήν του μπροστά εις τα ποδάρια τον αγίου Ροδινός (Βαλ.) 233· β) (εδώ) χαμηλώνω, σκύβω: εμούλωσε (ενν. η Αρετή) την κεφαλή, στα χαμηλά τη μπήχνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1524. 7) Χώνω κάπ. κάπου βίαια: Τραβίζοντάς σε οχ τα μαλλιά εκεί (ενν. στο σπήλιο) θε να σε μπήξω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1161]. 8) Ράβω (κ. διακοσμητικό πάνω σε ύφασμα): Η δε τραχηλία του έγεμεν άμπαριν και μόσχον και ήσαν εμπηγμένα εις αυτήν μαργαριτάρια Διγ. Άνδρ. 3475. 9) (Μεταφ. για γνώσεις) διδάσκω, μεταδίδω με το ζόρι: Δάσκαλε τη latinità ...| κάτεχε τω σκολάρω σου ... να τως τηνε μπήχνεις| στον ομυαλό Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 224. IΙ. Μέσ. 1) Είμαι χωμένος, κείμαι: ο άγιος λίθος είναι πηγμένος κάτω εις την γην και φαίνεται απέξω όσον μίαν πιθαμήν Προσκυν. Κουτλ. 390 12712. 2) Σφηνώνομαι: Λύκος κομμάτι κόκκαλον είχεν εις τον λαιμόν του (παραλ. 1 στ.). Ότι εμπήχθηκε κακά δεν είχε τι να ποίσει Αιτωλ., Μύθ. 1433.
       
  • νεραντζέα  
    η, Καλλίμ. 1744, 1752· νεραντζά, Προσκυν. Ιβ. 535 667, 810, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 614, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1702 κριτ. υπ., Παϊσ., Ιστ. Σινά (Βογιατζ.) 1496· νεραντζία, Προσκυν. Ιβ. 535 219· νεραντζιά, Προσκυν. Ιβ. 845 672, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1702 (έκδ. νερατζιά· διορθώσ. κατά το κριτ. υπ. )· νερατζά, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Βογιατζ.) 1702, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 172· νερατζιά, Ερωτοπ. 348.
    Από το ουσ. νεράντζιον και την κατάλ. ‑έα. Ο τ. νεραντζιά στο Somav. και σήμ. Ο τ. νερατζά και σήμ. στην Κρήτη (Βλ. Φραγκάκι, Ορολογ. φυτ. 151), όπου και ο τ. νερατζιά (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄, λ. νεραgιά). Τ. νερατζέα και σήμ. στη Μάνη (Βλ. Βαγιακ., Πρακτ. Β′ Συμπ. Γλωσσολ. Bορειοελλ. Χώρου 15). Η λ. στο Meursius (λ. νεράντζιον).
    Νεραντζιά: Ω νεραντζιά με τον καρπόν και λεμονιά με τ’ άνθη Ch. pop. 815. — Τ. νερατζία ως τοπων.: Byz. Kleinchron. A΄ 6663.
       
  • νεστόριος  
    ο, Ασσίζ. 87, 5715,19, Προσκυν. Ιβ. 535, 111, 440, Προσκυν. Ιβ. 845 449, κ.α.· νεστούρης, Ασσίζ. 25323, 30621-2, 24, 3073-4 (γεν. Νεστούρου), 3075, 6, 8, 48325, Μαχ. 841· νεστούριος, Ασσίζ. 2314, 2341, 30628, 3079,10, 49319· νιστούριος, Ασσίζ. 5720-1· νουστούρης, Ασσίζ. 5717· πληθ. νεστορίοι, Ασσίζ. 24217· νεστούροι, Ασσίζ. 30625, 3071.
    Το κύρ. όν. Νεστόριος ως ουσ.
    Οπαδός της αίρεσης του Νεστορίου, νεστοριανός: υποκάτωθεν αυτού (ενν. του Γολγοθά) τυγχάνουν εκκλησίαι,| νεστόριοι, Χαμπέσιοι, ομοίως και οι Κόπται Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 400.  
       
  • νοσοκομείον  
    το, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 775, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 145, Χριστ. διδασκ. 463.
    Από το ουσ. νοσοκόμος και την κατάλ. ‑είον (Ανδρ., Λεξ.). Τ. μεσοκομείο στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ.). Η λ., που απ. στον Ιουστινιάνειο κώδ. και τη Σούδα (L‑S), και σήμ. στον τ. νοσοκομείο.
    1) Νοσοκομείο (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β΄ 141-7): κάμε νοσοκομεία, να εξαρρωσταίνουσιν όσοι πτωχοί προσκυνητάδες αρρωστήσουσιν από την ταλαιπωρίαν του δρόμου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 144. 2) Μοναστηριακό αναρρωτήριο (Για το πράγμα βλ. Λαμψ., ΕΕΒΣ 13, 1937, 391 και Κουκ., ό.π.): Ομοίως και εις τα έξωθεν επί νοσοκομείου| άνω­θεν κείται το κελί Σάββα τε του αγίου Προσκυν. Ιβ. 845 858.
       
  • ξεσχίζω, 
    Ερωφ. Ιντ. Β́ μετά στ. 120, Τζάνε, Κρ. πόλ. 36224· ξερκίζω, Διγ. O 169· ξεσχίζω, Ερωτοπ. 524, Χούμνου, Κοσμογ. 494, Αλεξ. 2668, Πικατ. 89, Πεντ. Γέν. XXXVII 34, Έξ. XXVIII 32, Λευιτ. XXI 10, Αχέλ. 2165, 2202, Αιτωλ., Μύθ. 10820, Χρον. σουλτ. 823, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́154, Δ́ 87, Έ́ 185, Πιστ. βοσκ. III 3, 330, Διγ. Άνδρ. 3451, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ́ 445, Ευγέν. 1131, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [86, 167], Ροδινός (Βαλ.) 218, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20715, 2207, 50 215 Μπερτόλδος 84· μτχ. παθητ. παρκ. εξεσχισμένος, Προδρ. IV 85, Hist. imp. II 34, Κορων., Μπούας 145, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 872· ξεκισμένος, Πεντ. Λευιτ. XIII 45.
    Από το επιτ. ξε‑ και το σχίζω. Πβ. όμως και λ. εκσχίζω στον Αριστοτέλη (L-S). Ο τ. ξερκίζω (Πβ. Διγ. O 1340 καταξερκά και 1878 καταξερχίζει), για τον οποίο βλ. Pern., Ét. linguist. I 473, II 404 και Du Cange (λ. ξερκείν), και σήμ. στη Χίο (Pern., Ét. linguist. I, 430, Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, λ. ξερκώ). Ο τ. ξεσκίζω στο Βλάχ. και σήμ. Για τη μτχ. ξεκισμένος βλ. Hesseling [Πεντ. σ. XLI] και πβ. τους σημερ. ιδιωμ. τ. ξεκώ, ʼξίκισε κλπ. (Pern., Ét. linguist. I 430, 473). Η λ. στο Du Cange και σήμ.
    I. Ενεργ. 1) α) Σχίζω, κάνω κομμάτια: τα φλάμπουρα ξεσκίσασι, τους Τούρκους επαιδεύαν,| τους πρώτους και δυναμερούς διαλέγοντα φονεύαν Αχέλ. 1074· ξεσκίζει το χαρτί Ζήν. Ά́ μετά στ. 138· Τραγόπουλον εσφάξασι, το αίμαν περεχύσαν| στου Ιωσήφ ʼποκάμισον και τότε το ξεσκίσαν Χούμνου, Κοσμογ. 1590· φρ. ξεσκίζω τα ρούχα μου (για εκδήλωση μεγάλης λύπης ή οργής· βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Έ́ παράρτ. 22): Τα δάκρυα δεν έχουν σταλαγμόν οκ τ’ ανδρός της τ’ αμμάτια,| τα ρούχα του εξέσκιζε και τα ʼκαμνε κομμάτια Δεφ., Σωσ. (1569) 210· τα γένια τ’ ούλ’ ανέσπασε (ενν. ο Ιακώβ) και μοιρολόγι αρχίζει. Τα ρούχα του εξέσκισε και τα μαλλιά του βγάνει Χούμνου, Κοσμογ. 1595· αγοΐζει και απού την κακοσύνη τση τα ρούχα τση ξεσκίζει Φορτουν. (Vinc.) Β́ 374· (εδώ για δαιμονισμένο): εκατακυριεύθη και αυθεντεύθη από τον δαίμονα ώστε οπού εξέσχιζεν τα ρούχα, του Διαθ. Νίκωνος 258· β) (μεταφ. για την καρδιά): τα κλειδιά κρατεί του λογισμού μου και την καρδιά μου εξέσκισε κι επήρε μου το νου μου Πανώρ. Ά́ 164· γ) (σε μεταφ.) αποκηρύσσω, απαρνούμαι: το χάρισμα ετούτον απαρνήθης,| τη ʼστόρηση της ανθρωπιά; εξέσκισες κι εγδύθης| και προπατείς ωσάν το ζο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Á́ 1182- δ) (για πληγή) ανοίγω περισσότερο, επιδεινώνω: απάνω ’ς τσι λαβωματιές τα πέταλα εβουλούσα και την πληγή εξεσκίζασι και πόνους εγροικούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1076. 2) Σχίζω στα δυο: Όρισε, σύραν τις κορφές των δύο δένδρων κι εγγίσαν,| τα πόδια του έδεσεν σ’ αυτά, εισμιό τον εξεσκίσαν Βεντράμ., Φιλ. 208· αντιθυμών’ ο Διγενής, χύνεται και αρπά την (ενν. την αρκούδα)| σαν ανδρειωμένος που ʼτονε εις δυο καταξερκά την.| Ωσάν λοιπόν εξέσχισεν, αρχίζει την οδόν του Διγ. O 1341. 3) α) (Για άγριο θηρίο ή αρπακτικό πτηνό) καταξεσχίζω, κατασπαράζω: χίλια πρόβατα λοιπόν ο λύκος να ξαφνίσει| δύνεται με τα δόντια του, όλα να τα ξεσκίσει Αλεξ. 32· Η αρκούδα εγριώθηκεν, σκληρά πολλά θυμώνει (παραλ. 2 στ.). Να τον ξεσχίσει ήθελεν και να τον καταφάγει (ενν. το Διγενή) Διγ. O 1335· είχαμεν και άλλον αδελφόν, θεριά τον εξεσκίσα Χούμνου, Κοσμογ. 802· Ένα γεράκι … πεινασμένον| απάνω του εχούνιξεν ...| Επίασέ το (ενν. το αηδόνι) με θυμόν διά να το ξεσχίσει Αιτωλ., Μύθ. 35 β) (για σκύλο): έχει σκύλους δυνατούς ...,| σκύλους χοντρούς, λαγωνικά από την Λομπαρδίαν (παραλ. 1 στ.), λιοντάρια, λύκους και θεριά, όσά βρουν τα ξεσκίζουν Γαδ. διήγ. 88· τα σκυλιά τους τον ... εξέσκισαν, αυθέντης τους οπού ’τον Θησ. Έ́ [576]· Αρκούδια να τους πνίγουσι, σκυλιά να τους ξεσκίζουν, το αίμα τους να πίνουσι και να τωνε γαβγίζουν Τζάνε, Κατάν. 335· γ) (για πολεμικούς ελέφαντες): οι δε ελέφαντες, μεθυσμένοι όντες, έδραμον ως λυσσασμένοι προς τους στρατιώτας του Πτολεμαίου και τους εξίσκισαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 252. 4) α) Γδέρνω, προκαλώ αμυχές: ακλούθησ’ εκεινής, απού με δίχως| τα πόδια σου στο δάσο να ξεσκίζεις| στα χέρια τα γλυκιά και τ’ άπονά σου| τηνε κρατείς πιασμένη Πιστ. βοσκ. II 2, 100· β) (με αντικ. τα ουσ. μάγουλα, στήθη σε εκδήλωση πένθους): Με άμετρον λύπην κι ο αδελφός τον κλαίει, τον θρηνάται| ξεσχίζει και τα μάγουλα και τον μοιρολογάται Λίμπον. 414· ήβρε γυναίκα στην οδόν, που ʼμενε χωρίς γένναν| κι έκλαιε και οδύρετον ...| κι εξέσχιζε τα στήθη της Κορων., Μπούας 42· όταν τους συνέβη κανένα φυσικόν ακολούθημα, … δέρνουσι του λόγου τους αλύπητα, μαδούσι τα μαλλιά της κεφαλής τους, ξεσκίζουσι τα μάγουλά τους Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 7715 (Ελλην. 8, 1935, 284). 5) α) Εξοντώνω, αφανίζω, θανατώνω: Πέταξε και ξολόθρεψε φουσσάτο τ’ Ουτομάνο| κι όλους γιαμιά τους ξέσκισε Τζάνε, Κρ. πόλ. 49810· Το σίδερο οκ τους οχθρούς καθημερνό ξεσκίζει Ζήν. Δ́ 121· ενίκα δυνατούς κι εξέσχιζε λεοντάρια| και άρκτους εδιέφθειρε Διγ. A 4401· β) (εδώ με ταυτόχρονο κομμάτιασμα της σάρκας): ως αρκόν φτάνοντα κανονία| στρατιώτες τρεις εξέσκισεν μετά μεγάλην βία. Αχέλ. 1065· αυτόν (ενν. το χωριάτη) εσύρναν τον να τον λιθοβολήσουν| και ωσάν ληστάδες στέκουσι πότε να τον ξεσκίσουν Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1736]· γ) διαμελίζω (νεκρό σώμα): Τελειώνει (ενν. ο θάνατος) ... ’νους κορμιού τα πάθη, μα οπού ζούσι| θλίβουνται και πρικαίνουνται την ώρα που θωρούσι| το πως ξέσκιζαν τα κορμιά πάλι τα νεκρωμένα χέρια άπονα τω ζωντανώ Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 185· τον Μουσικόν Ορφεύ όλες τους (ενν. οι Θρακιές) εξεσχίσαν| και τα κομμένα μέλη του σ’ άγρια θηριά εσκορπίσαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [445]. 6) Συντρίβω, κομματιάζω: ουδέ ψυχάρι ουδέ κερί ουδέ φωτιά ουδέ γράμμα| του επόμεινε στην κεφαλή, κι ή το μεγάλο πράμα| να τα ξεσκίσει η κονταρά κι όλα να σκορπιστούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 2393. 7) α) (Μεταφ.) διασχίζω, διαπερνώ: εφάνη κι ήτονε βροντή, οπού απ’ τα ύψη αρχίζει| και κάνει ταραχή πολλή, τα νέφαλα ξεσκίζει| και με πολύ συχαλασμό στα βάθη κατεβαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1124· β) (προκ. για τη γη) αυλακώνω· οργώνω: πεθυμιά μού ’φερ’ ο λογισμός μου| άλλη παρά τα πρόβατα να βόσκω ή να τραβίζω| τ’ αλέτρι και καθημερνώς την γην να την ξεσκίζω Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [10]· ξεσκίζω| την γην με το ζευγάρι Πιστ. βοσκ. V 1, 12. 8) Παραβιάζω τα σύνορα (χώρας, πόλης), εισβάλλω: Αλίμονον στην χώραν μας, αφής την εξεσχίσαν| οι Τούρκοι και εσέβησαν μέσα κι εκατοικήσαν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 457. 9) Καταστρέφω οικονομικά, «γδέρνω»: Μ’ άλλος θαρρείς και παίρνει τη (ενν. την Πανώρια) παρά να με ξεσκίσει,| να πάρει το κουράδι μου, το σπίτι μου να γδύσει; Πανώρ. Έ́ 237. 10) Αδικώ κατάφωρα (Πβ. και né lasciare stracciar i poveri litiganti, Gilio Cesare Croce, Le sottilissime astuzie di Bertoldo, σ. 84 και Nuovo Zingarelli, λ. stracciare 3): Να ξοφλήσει (ενν. ο βασιλέας) τες κρίσεις και φιλονικίες και να μην αφήνει να ξεσκίζονται οι πτωχοί οπού κρένονται Μπερτόλδος 84. ΙΙ. Μέσ. 1) α) Σχίζομαι, κόβομαι: έκαμεν το τερλίκι του απανωφοριού κάμωμα αλυφαντή όλο γεράνιο. Και το στόμα του τερλικιού μεσοθιό του σαν στόμα λωρικιού, χείλος εις το στόμα του τριγύρο να μη ξεσκιστεί Πεντ. Έξ. XXXIX 23· (σε σχ. υπαλλαγής): να με πέμπουσι να παίρνω και τα φρύγανα να φέρνω,| να ξεσκίζομαι στο ράσο και να καίγομαι στο δάσο Φαλλίδ. 120· β) (μεταφ. σε ιδιάζ. χρ.): εβάλθη (ενν. η βασίλισσα) να γελάσει τοιουτοτρόπως οπού έκανε χρεία να ξεσκισθεί και από τα δύο μέρη Μπερτολδίνος 134. 2) (Προκ. για τους μυϊκούς σπασμούς και τις αστατικές κρίσεις «δαιμονισμένου», επιληπτικού): όπου τον φθάσει (ενν. το πνεύμα) τον κάμει και ξεσχίζεται και αφρίζει ... και ξηραίνεται Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. θ́ 18. 3) (Με αρνητ. σημασ.) τριγυρνώ, τραβολογιέμαι: μόνο που την αρματωσά στον κόκκαλό σου βάνεις| κι εδώ κι εκεί ξεσκίζεσαι με τις συντρόφισσές σου| και σκιάς λαγό δεν ήφερες στο σπίτι μας ποτέ σου Πανώρ. Β́ 111. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Σχισμένος, κουρελιασμένος: τον εκάθισαν απάνω εις ένα μικρόν και πενιχρόν καμήλι με ένα παλαιόν και ξεσκισμένον φόρεμα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 425· ποια ʼναι τούτα που θωρώ χάμαι τα ξεσκισμένα ρούχα; Ερωφ. Ιντ. Β́ 143· (εδώ ως ουσ.): Επεριπάτει με παλαιά και ξεσχισμένα ζητών ελεημοσύνην Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 296. 2) α) (Σε σχ. υπαλλαγής) που φορά σχισμένα ρούχα, κουρελής: Πάσα όντας είναι αρχιμενιά τέσσερις λίτρες παίρνεις (παραλ. 1 στ.) ... και μπορείς με τα μισά ... να ντύνεσαι καλότατα, ... μα πάντα κακορίζικος είσαι και ξεσκισμένος Στάθ. (Martini) Ά́ 183· μου ʼπαντήξασι δυο φράροι ξεσκισμένοι Φορτουν. (Vinc.) Β́ 13· β) ρακένδυτος· φτωχός: όντεν επέρνα, στρέφεται και βλέπει ξεσκισμένους| ανθρώπους ανεγνώριστους Τζάνε, Κρ. πόλ. 46221· Μπλιο ζαμπέτια δε μυρίζω, μα βρομώ όλος και σκανίζω,| εγδυμνός και ξεσκισμένος κι εις τα ράσα τυλιμένος Φαλλίδ. 48. 3) Που τον έχουν κατασπαράξει άγρια ζώα, κατασπαραγμένος: μα την πρικ’ απ’ έλαβες, σαν είδες ξεσκισμένο| στα δάση τον Αντόνε σου τον πολυαγαπημένο,| παρακαλώ σε, δώσ’ τωνε βοήθεια Πανώρ. Δ́ 315.
       
  • ξηροφαγία 
    η, Προδρ. (Eideneier) II 19-3 χφ Η κριτ. υπ., IV 330-2 χφ Ρ κριτ. υπ., 331, 333 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Προσκυν. Ιβ. 535 189, Προσκυν. Ιβ. 845 209· ξεροφαγία.
    Το μτγν. ουσ. ξηροφαγία. Τ. ξεροφαγιά στο Somav. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 180). Τ. ξεροφαΐα στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ξεροφαγία) και ξηρουφαγιά στην Ίμβρο (Ξεινός, Γλωσσ. Ίμβρου 117). Ο τ. και η λ. και σήμ.
    Το να τρώει κανείς ξηρά τροφή χωρίς προσφάι· (εδώ προκ. για νηστεία): Ο μοιχός ομοίως χρόνους ιέ́ έσται ακοινώνητος, ημείς δέ εκκόπτομεν του πάθους χρόνους ζ́ και καθ’ εκάστην ξηροφαγίαν έω<ς> θ́ Κανον. διατ. (Χριστοδούλου) Ά́ 705· οι οδόντες εσπαράχθησαν εκ τας ξηροφαγίας Προδρ. (Eideneier) IV 631· (εδώ ειρων.): Τετράδα και Παρασκευήν ξεροφαγία όλως,| ιχθύν γαρ ουκ εσθίουσιν, άναξ, ποσώς εν ταύταις,| ειμή ψωμίτσιν και σταχούς Προδρ. (Eideneier) IV 317 χφ Κ κριτ. υπ.· φρ. γίνεται ή κάμνω ή ποιώ ξηροφαγία = τρώγω ξηρά τροφή· νηστεύω: αρχίζουσι και τρώσιν,| ξηροφαγία γίνεται με τα παξιμαδία Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 151· γέροντες που …|  … νηστεύγασι ψωμί, κρασί και λάδι| κι ενήστευγαν κι εκάμνασι κι οι δυο ξεροφαγία Δεφ., Σωσ. 295· ποιούν (ενν. οι μοιχοί) ξηροφαγίαν μετά την ενάτην και μετανοίας διακοσίας πενήντα Μαλαξός, Νομοκ. 351.
       
  • οίκος  
    ο, Φυσιολ. M 54, Προδρ. (Eideneier) I 270, Ασσίζ. 798 (έκδ. τον όκον· διορθώσ.), 14622, 1527, Διγ. (Trapp) Gr. 409, 919, 1830, Διγ. Z 1177, 1242, 1647, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 339, 482, 1001, 1003, 1071, Πόλ. Τρωάδ. 762, Χρον. Μορ. P 1706, Ιστ. Ηπείρ. XXXI8, Χειλά, Χρον. 347, Απόκοπ.2 232, Έκθ. χρον. 3414,15, Ρίμ. θαν. 67, Προσκυν. Ιβ. 845 478, Αλφ. (Μπουμπ.) V 34, Προσκυν. Λαύρ. 874 9416, Προσκυν. Κουτλ. 156 8038, Προσκυν. Αγ. Αθ. 6 1702, Προσκυν. Μεταμ. 50 10916.
    Το αρχ. ουσ. οίκος. Η λ. και σήμ.
    1) α) Σπίτι, κατοικία: Ασσίζ. 446· Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 553, 882· (προκ. για το πατρικό σπίτι): Αισχύνομαι, αυθέντα μου, ότι μόνη τυγχάνω·| πώς του πατρός μ’ ουκ ήκουσας στραφήναι εις τον οίκον; Διγ. Z 2170· Πριν φθάσει εις τον οίκον του, ενόησεν ο πατήρ του| και βίγλας έστησεν πολλάς και αναμένασίν τον Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1028· (εδώ στον πληθ.): Αχιλλ. N 1092, Απόκοπ.2 249· (μεταφ.): το περιβόλιν γίνεται παστάς της Αφροδίτης| και των Χαρίτων κάτοπτρον και των Ερώτων οίκος Καλλίμ. 2159· β) (συνεκδ.) πρόχειρο κατάλυμα, παράπηγμα: Έκθ. χρον. 346. 2) Παλάτι, ανάκτορο, μέγαρο (στον εν. και πληθ.· για τη σημασ. βλ. Bauer, Wört. στη λ. 1β): ιστορογραφίζουσιν και χρωματοπλουμίζουν| σπίτια και παλάτια μεγάλων βασιλέων| και άλλους οίκους φοβερούς μεγάλων μεγιστάνων Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 401· Απέχει δέ ο οίκος του Δαβίδ του προφήτου και θεοπάτορος βασιλέως από τον Άγιον Τάφον στάδια δ́ Προσκυν. Μεταμ. 50 11510· εις οίκους μου την έφεραν (ενν. την Πλάτζια - Φλώρε) εις τα εμά παλάτια Φλώρ. 414. 3) Ο λατρευτικός χώρος, ναός: Κύριε, ηγάπησα, λέγει μας ο προφήτης,| ευπρέπεια του οίκου σου, ώσπερ καλός τεχνίτης Ιστ. Βλαχ. 1668· ο επ’ ονόματι της του Θεού Λόγον Σοφίας ανοικοδομηθείς ναός και τέμενος της Αγίας Τριάδος ... σήμερον βωμός βαρβάρων και οίκος του Μωάμεθ επεκλήθη και γέγονεν Δούκ. 37530. 4) α) Οικοδόμημα: ενδείας ούσης ξύλων, κατέρριπτον τους εξαισίους οίκους και τας δοκούς κατέκαιον Δούκ. 7914· β) οίκημα, κτίσμα: οίκος γαρ εστίν πλησίον| του ναού συγκολλημένος·| μέσον γαρ εκείσε τούτου| είν’ οι θησαυροί κρυμμένοι Ερμον. Ω 191· γ) (εδώ προκ. για ταφικό μνημείο· για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ́ 201· πβ. και Διγ. (Αλεξ. Στ.) 1665): Ένδοθεν τούτου έτερος κατεσκευάσθη οίκος| το ύψος μέν ωσεί πηχών είκοσί τε και δύο Διγ. Z 3819· αι δέ θυρίδες άπασαι του πανευφήμου οίκου| από χρυσίου καθαρού πεποικιλμέναι υπήρχαν Διγ. Z 3828. 5) α) Οικογένεια, φαμελιά: Προδρ. (Eideneier) II 62 χφ Η κριτ. υπ.· β) επιφανής οικογένεια ή γένος, οίκος: οκάποιον μέγαν άνθρωπον εκεί του παλατίου,| Φιλανθρωπινόν τον έλεγαν, ’κ τους δώδεκα οίκους ήτον Χρον. Μορ. H 8710. 6) Ο τόπος όπου κάπ. είναι κύριος, επικράτεια· (εδώ) βασίλειο: «ύπαγε εις τον οίκον σου, ποίμαινε τον λαόν σου,| ουκ έχεις μέρος μεθ’ ημών ουδέ κληρονομιάν».| Και παρευθύς εγίνησαν τα σκήπτρα μερισμένα.| Ο βασιλεύς απόμεινε με δύο σκήπτρα μόνον Κομν., Διδασκ. Δ 287. 7) (Εκκλ.) το τροπάριο ενός κοντακίου εκτός από το προοίμιο (Για το πράγμα βλ. Παπαδ. Α., Αθ. 40, 1928, 76 και Βεργωτής, Λεξ. λειτουργ. 88): η αγία εκκλησία την ανυμνεί (ενν. την παρθένο Μαρία) εις τους οίκους Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 431.
       
  • οκτάηχος  
    η, Διαθ. Βοϊλά 25163, Προσκυν. Ιβ. 535 209850· οκτώηχος, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 23v, 387r, Προσκυν. Λαύρ. 874 10685, Προσκυν. Κουτλ. 390 14918, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 278779.
    Το θηλ. του επιθ. *οκτάηχος ως ουσ. (Βλ. Θαβώρ., Ουσιαστ. 131, λ. οκτώηχο(ς)). Ο τ. στο Meursius και σήμ. Λ. αντώηγος ή αντώηδος, αφτόηχος και οκτώηχος ο στην Κύπρο (Κιτρομιλίδου, Λαογρ. 33, 1982-4, 233, Φαρμακίδης, Κυπρ. Χρ. 3, 1925, 50 και Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 66). Η λ. στο Lampe, Lex., σε έγγρ. του 1142 (Act. Saint-Pantél. 726) και σήμ.
    Εκκλησιαστικό βιβλίο με οχτώ σειρές τροπαρίων που η καθεμιά ψάλλεται σε διαφορετικό ήχο: αυτού έγραψεν ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός την οκτάηχον και έτερα πολλά Προσκυν. Ολυμπ. 177 9237· έτερα βιβλία η͵, οκτώηχοι ανά δ́ ήχους έχουσαι. Άλλη οκτώηχος κανόνας έχουσα Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 515.
       
  • ολονύκτιος,  
    επίθ., Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043, 262154.
    Από το ά́ συνθ. ολο‑ και το επίθ. νύκτιος. Το ουδ. ’ληνύχτιο ιδιωμ. (Andr., Lex. στη λ.). Η λ. τον 5. αι. (Lampe, Lex.) και σήμ.
    (Προκ. για ιερή ακολουθία με έντονα παρακλητικό χαρακτήρα) που διαρκεί όλη τη νύχτα: έκαμαν όλ’ οι ιερείς εις τες ενορίες τους ολονύκτιον δέησιν προς τον Θεόν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 54v· τον Θεόν πάντοτε εδυσώπει| ολονυκτίους εκπληρών ύμνους και παννυχίους Διγ. Z 4031· (εδώ προκ. για ατομική προσευχή): βλέποντες εκείνοι οι θαυμάσιοι ασκηταί ... πώς εκοπίαζε περισσώς εις την άσκησιν με νηστείαν, προσευχήν και αγρυπνίαν ολονύκτιον τον αγαπούσαν κατά Θεόν Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16372. Το ουδ. ως ουσ. = ολονυκτία (Βλ. ά. σημασ. 2): ώραν μικράν υπνώττουσι και πάλιν εξυπνούσι| διά το ολονύκτιον, πάντες δέ αγρυπνούσι Προσκυν. Ιβ. 535 192.
       
  • ολόφωτος,  
    επίθ., Αχιλλ. N 1582, Αχιλλ. O 510, Προσκυν. Ιβ. 845 226204.
    Από το ά́ συνθ. ολο‑ και το ουσ. φως. Η λ. τον 7.αι. (Lampe, Lex.), στα Μακρεμβ., Υσμ. 27924-25, Χρον. Μον. K 71, Χρον. Μον. T 72 και σήμ.
    α) Πολύ φωτεινός, λαμπερός: Φως μου, ψυχή μου, ομμάτια μου, πνοή μου, ανασασμός μου,| ήλιε, σελήνη ολόφωτος και άστρον της Αφροδίτης Αχιλλ. N 932· (προκ. για φεγγαρόλουστη νύχτα): Ήτον η νύκτα ολόφωτος από το φεγγάρι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 36· β) (προκ. για το περιστέρι του αγίου Πνεύματος) πολύ ακτινοβόλος: ο ουρανός γαρ έσχισε, το Πνεύμα κατεβαίνει,| περιστερά ολόφωτος Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 281901· (μεταφ. προκ. για την ψυχή): η μέν μακαρία του ψυχή και ολόφωτος ανήλθεν εις τα ουράνια σκηνώματα Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 165177· γ) (συνεκδ. προκ. για λάμψη) αστραφτερός, εκθαμβωτικός, εκτυφλωτικός: Τι πρώτον είπω του λουτρού; τι δη και γράψω πρώτον;| το μήκος, την λαμπρότηταν ...| ή την ολόφωτον αυγή ή των φυτών το ξένον; Καλλίμ. 297· δ) (προκ. για χώρο) πολύ φωτισμένος, κατάφωτος: Υψώνουσι τας χείρας τους με τα κηρί’ αντάμα,| ολόφωτος η εκκλησιά γίνεται εν τῳ άμα Προσκυν. Ιβ. 535 192184· Τούτη η Παρθένος είναι ο νυμφών εκείνος ο ολόφωτος, εις τον οποίον ενυμφεύθη ο νυμφίος την νύμφην Παρθένον Πηγά, Χρυσοπ. 85 (7).
       
  • παλάτιον  
    το, Προδρ. (Eideneier) II 21, Διγ. A 2150, Χρον. Μορ. H 677, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 154, 159, Φλώρ. 414, 1737, Λίβ. Sc. 3181, Λίβ. N 3763, Φυσιολ. 3475, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3413, Αρσ., Κόπ. διατρ. [266], Πτωχολ. (Κεχ.) P 217, Δωρ. Μον. XXV, Hagia Sophia α 44414, κ.α.· παλάτι, Διγ. A 1229, 1675, 3993, Χρον. Μορ. H 558, 974, Χρον. Μορ. P 558, Ερωτοπ. 566, Θησ. Β΄ [951], Δ΄ [141], Χρον. σουλτ. 11732, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 99, Α΄ 147, 164, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 190, 237, Β΄ 79, 2444, Στάθ. (Martini) Γ΄ 16, Διγ. O 1017, 1697, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14916, 19310, κ.π.α.· παλάτι(ν), Διγ. Z 55, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 159, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 400, Χρον. Τόκκων 2643, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 822, Απόκοπ.2 121, Πεντ. Γέν. XXV 16, Αριθμ. XXXI 10, Ιστ. πατρ. 1806· παλάτιν, Προδρ. (Eideneier) IV 79, Καλλίμ. 1172, Βέλθ. 869, Πόλ. Τρωάδ. 691, Ερωτοπ. 560, Λίβ. Esc. 4335, Ιμπ. 874, Διήγ. Βελ. χ 407, Μαχ. 6813, 26210, 60030, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 157, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 416, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 262, Δ΄ 761, κ.α.· παλάτιo, Διγ. O 1218· παλάτι(ο)ν, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 107, Διήγ. Βελ. χ 22, Θησ. Ϛ΄ [491], Byz. Kleinchron. A΄ 4921, 515, Έκθ. χρον. 7420, Κορων., Μπούας 54, Χρον. σουλτ. 5712.
    Το μτγν. ουσ. παλάτιον. Ο τ. παλάτι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 67) και σήμ. Ο τ. παλάτιν στο Sophocl. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Μουσαίου, Βατταρισμοί 105). Η λ. και σήμ. ως τοπων. (Δραγ., Αθ. 27, 1915, 334).
    1) α) Ανάκτορο, βασιλική κατοικία: όρισεν ο βασιλεύς γαρ,| έμπροσθέν του εις το παλάτι| την ηφέρασιν εκείνη (ενν. την κορασίδα) Πτωχολ. α 514· κάθου στο παλάτι σου σαν ρήγας οπού είσαι Ιστ. Βλαχ. 1886· β) (περιληπτικά στον πληθ.): εις τα παλάτια πήγασιν του άρχοντος του τόπου Απολλών. 776· έφθασαν εις παλάτια να δουν τον βασιλέαν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 649· εκφρ. (1) Μέγα Παλάτιον = το ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης: οι δε γαμβροί του βασιλέως … ήλθοσαν εν τῃ Πόλει … και εισήλθον εις το Μέγα Παλάτιον Byz. Kleinchron. Α΄ 583· (2) Παλαιά Παλάτια = εγκαταλειμμένα ανάκτορα που χρησιμοποιούνται ως φυλακές: ο Καίσαρης της Ρωμανίας, που τον κρατούν στην Πόλιν| απέσω εις την φυλακήν, εις τα Παλαιά Παλάτια Χρον. Μορ. P 5418· εκείσε εκατάφυγεν (ενν. ο βασιλεύς Βαλδουβής) μετά τους Φράγκους όλους| όπου ήσαν τότε μετ’ αυτόν εις τα Παλαιά Παλάτια Χρον. Μορ. H 1299. 2) (Κατ’ επέκταση) πολυτελές, επιβλητικό οίκημα, έπαυλη: κάμε της σα γεννηθεί παλάτι,| μέσα σ’ αυτόνο βάλε την μην πέσει σε αγάπη Διγ. O 55· ο βασιλεύς … όρισε κι έκτισαν παλάτια θαυμαστά και έβαλαν μέσα την κόρην Διγ. Άνδρ. 31414. 3) (Συνεκδ.) α) οι άνθρωποι, το προσωπικό του παλατιού: Εις την ανδρείαν ετέρπουμουν και εις δόξαν του κορμιού μου| και εις την περηφάνειαν όλου του παλατιού μου Νεκρ. βασιλ. 50· απ’ όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του| έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ’ όνομά του·| του παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ’ άλλο,| και διχωστάς του ο βασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 75· β) βασιλική αυλή, εξουσία: για ντροπή του βασιλέως| και αισχύνη εις το παλάτι Πτωχολ. A 219· (εδώ προκ. για κοσμική εξουσία): Ουδέ παλάτια δύνονται ουδ’ εκκλησιές μπορούσι,| αλλά ’δέ φόρος τον καημόν τόν έχω ν’ απαντούσι Φαλιέρ., Ιστ.2 637· γ) οι υποθέσεις του παλατιού: ο βασιλεύς το ακούει,| πέμπει και τον λογοθέτην,| άρχοντα του παλατίου του Πτωχολ. (Κεχ.) P 98. 4) (Θρησκ., μεταφ.) α) (προκ. για εκκλησία) κυρίως ναός: ευρίσκεις το παλάτιον, λέγω, της εκκλησίας,| πλατύ δε και ευρύχωρον, μεγάλης παρρησίας Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 261· β) (προκ. για τη βασιλεία των ουρανών): Τους εκλεκτούς με την χαράν άγγελοι ν’ αναβάσουν| ’ς παλάτιον το ουράνιον τον Κύριον να δοξάσουν Ρίμ. θαν. 140· γ) (προκ. για την Παναγία ως κατοικία του Χριστού): Χαίρε, πύργος εις την τιμήν, πουλάκιν της σπλαγχνιότης,| χαίρε, παλάτιν του Χριστού και κάστρο της Θεότης Ύμν. Παναγ. 4. δ) (Σε μεταφ. προκ. για τάφο): Στον Άδη στεφανώνομαι, μάρτυρας να ’ναι ο Χάρος (παραλ. 1 στ.), οι αράχνες τα στολίδια μου, κι η μαύρη γης παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 857· (προκ. για το ανθρώπινο σώμα): σε μπαίνω στο παλάτι μου, σε τούτο το κορμάκιν| το αχαμνόν, το πενιχρόν, όνομα Γεωργάκην Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. α 109.
       
  • πάμφιλος,  
    επίθ.· υπερθ. παμφίλτατος, Σπαν. (Μαυρ.) P 458, Διγ. Z 989, 1452, 4115, Φλώρ. 157, 221, Παρασπ., Βάρν. C 222, Αργυρ., Βάρν. K 218, Κορων., Μπούας 61, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 12317, Θρ. Θεοτ. 70, Πτωχολ. α 153, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 884, Μεταξά, Επιστ. 4734.
    Από το α΄ συνθ. παν‑ και το επίθ. φίλος. Ο υπερθ. σε έγγρ. του 15. αι. (Μανούσ., Θησαυρ. 3, 1964, 93). Η λ. σε παπύρ. του 6. αι. (L‑S).
    α) (Συν. σε προσφών. αγαπημένου προσώπου) εξαιρετικά αγαπητός: «Ανάστα, πάτερ, θέασον το πάμφιλόν σου τέκνον,| θέασον τον μονογενή …» Διγ. A 4094· τον παμφίλτατον και ηγαπημένον μου υιόν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 101· (σε αποστροφή προς τον αναγνώστη): Ανάστηθι, παμφίλτατε, ανάστηθι να πάμε| εις του Προδρόμου την μονήν Προσκυν. Ιβ. 845 982· (εδώ ερωτικά): ποίσε με περίχαρον και δώσ’ μου τέτοιαν χάριν,| διχώς εσένα τι φελώ, παμφίλτατή μου κόρη Θησ. Ζ΄ [1338]· β) πολυπόθητος: διήγε συν τῃ γαμετῄ τερπόμενος και χαίρων| τα κάλλη τα παμφίλτατα της ωραίας τρυγόνος Διγ. Z 2261.
       
  • παμφυλλοκαμωμένος,  
    μτχ. επίθ., Προσκυν. Ιβ. 845 333· παφυλλοκαμωμένος Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 272.
    Από το ουσ. πάμφυλλος και τη μτχ. καμωμένος.
    Κατασκευασμένος από παφύλλι: Κρέμεται πολυέλαιος μέγας τετιμημένος,| ωραίος, πάνυ θαυμαστός, παμφυλλοκαμωμένος Προσκυν. Ιβ. 535 316.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης