Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- εκκλησίδιον
- το· ’κκλησίδιν, Χρον. Μορ. H 5048, Προσκυν. Ιβ. 535 298.
Από το ουσ. εκκλησία και την κατάλ. ‑ίδιον.
Μικρή εκκλησία: ’Κκλησίδιν ένι εκεί μικρόν τό λέουν Άγιον Νικόλαον Χρον. Μορ. H 5048.
μέτρος- το, Ασσίζ. 2323, 48123, Ερμον. Β 171, Διαθ. Ντεφαΐτζ. 77, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 108v, 173r, Πεντ. Γέν. XLVIII 7, Λευιτ. XXV 50, Αρ. XV 12, XXXI 36, Αχέλ. 191, 250, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 732, Παϊσ., Ιστ. Σινά 369, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 28, Τζάνε, Κρ. πόλ. 24426.
Από το αρχ. ουσ. μέτρον με μεταπλασμό (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 62-4 και Kahane, BZ 66, 1973, 11). Πληθ. μέτρεα τον 12. αι. (Steph., Θησ., λ. μέτρον). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 658, Αναγνωστ., Αθ. 38, 1926, 163 και Kahane, BZ 66,1973, 11).
1) α) (Γενικά) μονάδα μέτρησης, μέτρο: τα ζυγία τους Γενουβήσους και τα μέτρη τους όπου έχουν χανουτία να είναι εις την αφεντιάν τους Μαχ. 13810· β) (μεταφ.): Μ’ εκείνον το μέτρος τό να μετρήσετε άλλον, μ’ εκείνον θέλου σου μετρήσει κι εσένα Άνθ. χαρ. 29826· γ) (θρησκ., με ηθ. σημασ.) μέτρο αρετής: Χοροί, χοροί θα στέκουσι …| τον τρισυπόστατον Θεόν να τονε προσκυνούσι·| να χαίρουνται, να αγάλλονται εις του Θεού την χάρη,| κατά το μέτρος καθενός τον τόπον του να πάρει Τζάνε, Κατάν. 294. 2) Αριθμός: εκατοστή ’σαν άρμενα και ογδοήντα ένα.| Λοιπόν ο στόλος των Τουρκών τούτο το μέτρος πιάνει Αχέλ. 221· τις εμέτριασεν το χώμα του Ιαακώβ και μέτρος το τέταρτο του Ισραέλ Πεντ. Αρ. XXIII 10· Με τέτοιαν νίκην έστρεψαν κι εις το καστέλλι μπήκαν,| στο μέτρος όσοι ξέβησαν σωστοί επορευθήκαν Αχέλ. 1489. 3) α) Μέτρημα, καταμέτρηση, υπολογισμός: ήσαν τετρακόσιοι άνδρες του σπαθίου διχώς τες γυναίκες και τα παιδία και τους άλλους ανθρώπους οπού δεν ήσαν εις το μέτρος Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 164r· Περί εκείνου ού εκείνης τούς πιάνουν εις άδικον μέτρος ού παρκάτω ζύγιν Ασσίζ. 27113-4· Εκ τον Μορέα βρέθησαν κι από την Ρωμανία| εκεί χιλίων διακοσών σπαχήδων συντροφία.| Οι ριζικάροι ακομή το μέτρος ακλουθήσαν,| τρεις χιλιάδες απ’ αυτούς με πεντακόσους ήσαν Αχέλ. 203· β) (μεταφ.) το πόσο «μετράει» κάπ., το πόσο σημαντικός είναι κάπ.: το μέτρος των παιδιώ πολλά σ’ εμένα είν’ ακριβό μου| κι αρσενικού και θηλυκού Ροδολ. Β΄ [517 ]· γ) καταβολή χρημάτων: διά το μέτρος οπού του έκαμαν εις το χέρι του Ιούδα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 112r· εκφρ. (1) Εις μέτρος = σύμφωνα με, υπολογίζοντας τον αριθμό: να μεριστεί η γης εις κλερονομιά εις μέτρος ονόματα Πεντ. Αρ. XXVI 53· έστησαν σύνορα των εθνών εις μέτρος παιδιά του Ισραέλ Πεντ. Δευτ. XXXII 8· εις μέτρος χρόνια ύστερα το ιοβελ να αγοράσεις από τον σύντροφό σου, εις μέτρος χρόνια εσοδιές να πουλήσει εσέν Πεντ. Λευιτ. XXV 15. (2) Με (το) μέτρος = (α) σε μικρή, περιορισμένη ποσότητα, λίγο: τρεις χρόνους του να κάθεται απέσω εις τον πύργον (παραλ. 1 στ.) να ʼχει ψωμίν καμπανιστόν και ύδωρ με το μέτρος Γεωργηλ., Βελ. 104· ο Θεός δεν του δίδει το πνεύμα με μέτρος Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. γ΄ 34· (β) μετρημένα, όσο χρειάζεται: επάρετέ το (ενν. το μάννα) με μέτρος, όσοι άνθρωποι είναι εις το σπίτι εκείνο τόσα μέτρα όσο να τους σώσει να το φαν εκείνην την ημέραν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 173r· ο ιατρός σκίζει την κοιλίαν του (ενν. του εδρωπικού σκλάβου) εκεί οπού ήτον το κακόν και τούτος ουδέν ήξευρεν να εβγάλει το νερόν οπού ήτον απέσω με δίκαιον και με μέτρος … και απ’ αυτό εκείνος … απέθανεν Ασσίζ. 18320· (γ) αναλογικά, σύμφωνα με …: να τον δείρει ομπροστά του κατά την κακότητά του με μέτρος Πεντ. Δευτ. XXV 2· (δ) με πλήρη αντιστοιχία: Ταύτα τα πράγματα και τουνών των πραμάτων τούτοι οι λόγοι των εδικών μας καιρών είναι ίσα ίσα με το μέτρος Πηγά, Χρυσοπ. 61 (20)· φρ. (1) Βάνω στο (εις το) μέτρος = (α) μετρώ, υπολογίζω: έκαμον τούτο το φορτί εύμορφον και μεγάλον,| μακρύ, ότι δεν ημπορώ στο μέτρος να το βάλω Τζάνε, Κρ. πόλ. 4538· (β) συνυπολογίζω, συγκαταριθμώ: έπεσεν ο κλήρος απάνω εις τον Ματθίαν και εβάλθη και αυτός εις το μέτρος αντάμα με τους άλλους ένδεκα τους αποστόλους Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. 1964. (2) Δεν έχω μέτρος = δε μπορώ να μετρηθώ, είμαι αναρίθμητος: τόσοι Τούρκοι εμαζώχθησαν πάραυτα ότι δεν είχαν μέτρος Συναδ., Χρον. 31· εις ώραν ολιγούτσικην βλέπω φουσσάτον κι ήρθεν·| δεν είχεν μέτρος τό έβλεπα Απόκοπ.2 466· μέτρος ουκ είχαν τα καλά τά είχεν το περιβόλιν Λίβ. P 377· η θάλασσα έχει το βάθος της μέτρος, αλλά το μυστήριόν της δεν έχει μέτρος Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 431· (3) (Απρόσ.) δεν είναι (εις το) μέτρος = δεν είναι δυνατό να μετρηθεί: εσώριασεν ο Ιωσέψ γέννημα σαν τον άμμο της θαλασσούς πολύ πολύ, ως ότι έπαψεν να μετρήσει ότι δεν είναι μέτρος Πεντ. Γέν. XLI 49· πόσοι να σκοτωθήκασιν δεν είναι εις το μέτρος Θρ. Κύπρ. M 688· (4) Μπαίνω εις το μέτρος με κάπ. = συγκρίνομαι, μετρούμαι με κάπ. μέτρο σύγκρισης: Σήμερον φάνηκα κι εγώ σαν απόστολος Πέτρος,| γιατί μ’ αυτόν ε μπαίνω ʼγώ σήμερον εις το μέτρος Διγ. O 1134. 4) Μερίδιο, ορισμένη ποσότητα· (εδώ θρησκ. προκ. για προσφορά μέρους συγκομιδής): να θερίσετε το θέρος της και να φέρετε το μέτρος αρχή του θέρου σας προς τον ιεριά Πεντ. Λευιτ. XXIII 10· να υψώσει (ενν. ο ιεριάς) το μέτρος ομπροστά στον Κύριο για θελόποιμά σας Πεντ. Λευιτ. XXIII 11. 5) Μέγεθος, διαστάσεις: έντεκα βηλάρια έκαμεν αυτά … τέσσερες πήχες το φάρδος του βηλαριού του ενού· μέτρος ένα εις τα έντεκα βηλάρια Πεντ. Έξ. XXXVI 15· φρ. παίρνω το μέτρος = μετρώ τις διαστάσεις (πβ. σημερ. «παίρνω τα μέτρα»): ποτέ δεν ημπόριε (ενν. ο πατήρ μου ο Δαβίδ) να του πάρει το μέτρος (ενν. του ξύλου) οπού να γένει καλό ή να βαλθεί εις καμίαν δουλείαν και πολλές φορές το εμετρούσαν οι μαστόροι και ευρίσκονταν γελασμένοι Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 204r. 6) (Προκ. για αφήγηση, εξιστόρηση): έκταση, μέγεθος: εδώ κάνει το μέτρος και το τέλος του διηγήματος τον Νεβρού και της αυτού γενεάς Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 108v· γροίκα της αθιβολής την στράταν και το μέτρος Κορων., Μπούας 4. 7) Απόσταση (ορισμένη): Το δε γε μέτρος της οδού δύο μέρας παγαίνεις, από την Ιερουσαλήμ στην Ορεινήν εβγαίνεις Προσκυν. Ιβ. 535 1147· εσυνεπήραν απο τη Βεθέλ· και ήτον ακόμη μέτρος της ηγής να έρτουν εις την Εφραθά· και εγέννησεν η Ραχέλ Πεντ. Γέν. XXXV 16. 8) Αξία, αποτίμηση (ενός πράγματος): να λογαριάσει αυτουνού ο ιεριάς το μέτρος ξετίμιωμά σου ως τον χρόνο του ιοβέλ και να δώσει το ξετιμιωμά σου εις την ημέρα εκείνη Πεντ. Λευιτ. XXVII 23. 9) Υπολογισμός, σκέψη· περίσκεψη: του αθρώπου εδόθηκε κι είναι το φυσικό του| να διαμετρά τα πράματα με το λογαριασμό του·| και συ είντα μέτρος ήκαμες σε τούτα που μου λέγεις; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 201· να ʼργίζεσαι και ν’ αγαπάς, να δίδεις και να παίρνεις (παραλ. 1 στ.)· όλα τως τούτα, φίλε μου, βαστούσιν τους καιρούς τους| και όλα με μέτρος γνωστικόν κρατούσι τους βιασμούς τους Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 86· ήσανε με λογαριασμό και μέτρος σοθεμένα| και με μεγάλη μαστοριά και τέχνη φυτεμένα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1399. 10) Μέσος όρος, το αρμόζον μέτρο· έκφρ. έξω από το μέτρος = υπέρμετρα, πέρα από κάθε όριο, υπερβολικά: θυμώνεται πολλά έξω από το μέτρος Σπαν. (Μαυρ.) P 125. 11) α) Στρατιωτικός σχηματισμός, παράταξη: δέκ’ αλλάγια έκαμαν χωριστά τον πολέμου (παραλ. 2 στ.) και το φουσσάτον το πολύν ήστεκεν παρά μέτρος (μη πειστικές οι διορθώσεις του Haag [Αχιλλ. L 378]: παραμέτρως και Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 203: παραμέρως) Αχιλλ. L 358· β) τακτική (πορείας): πάντες με παράδοξον μέτρος εκινηθήκαν,| ως ένα δάσον μέγιστον στην μάχην εδιαβήκαν (ενν. οι Τούρκοι)| ως δάσος εις τον αριθμόν Αχέλ. 2044. 12) Κατάσταση, περίσταση: ποτέ μου δεν το λόγιαζα να ʼρθω στο μέτρος τούτο Ερωτόκρ. Α΄ 1058. 13) Συνθήκες (γύρω από ένα γεγονός): και τώρα σασε μολογώ το μέτρος οπού ’πέσα| ετότες και με τα σπαθιά και πιστολιές εσύραν| κι εσκοτωθήκανε πολλοί Τζάνε, Κρ. πόλ. 45110. 14) Κοινωνική θέση, περιωπή: Μέσα σ εκείνους που ’χουσιν τάχα δόξαν και φήμην| που ’ναι στο μέτρος το ψηλόν κι εις την περισσά στίμην,| έπαινος, δόξαν περισσήν έδωκες εις αυτόν μου Κυπρ. ερωτ. 1506. 15) Ποιητικό μέτρο: Αυτός κοτσώνει το γλυκύν εις το τρανόν μουχρούτιν| και εγώ ευθύς τον ίαμβον, γυρεύω τον σπονδείον,| γυρεύω τον πυρρίχιον και τα λοιπά τα μέτρη Προδρ. IV 72 κριτ. υπ.· έκφρ. με μέτρος = έμμετρα: ʼΣ τούτην την ρίμα βρίσκεται ο Βοϊβόνδας Πέτρος| της Μύρτζαινας οπού μιλει της μάννας του με μέτρος Αιτωλ., Βοηβ. 2. — Βλ. και μέτρο(ν).
μικρός,- επίθ., Σπαν. O 64, Προδρ. III 138d χφ g κριτ. υπ., 345, 347, 412b χφ g κριτ. υπ., IV 9 χφ g κριτ. υπ., 92, Διγ. Z 1435, Βέλθ. 144, Ερμον. Η 198, Χρον. Μορ. P 1907, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 630, Ερωτοπ. 441, Λίβ. P 2283, Αχιλλ. N 1774, Ιμπ. 556, 800, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 5, Απόκοπ.2 125, Πένθ. θαν.2 503, Πεντ. Γέν. XLIV 20, Αιτωλ., Μύθ. 1388, Πανώρ. Α΄ 258, Δ΄ 235, Ερωφ. Δ΄ 695, Παλαμήδ., Βοηβ. 58, Διγ. Άνδρ. 38032, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1110, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [347], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 244, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23622· σμικρός, Προδρ. I 231, Διγ. Z 3387, Αχιλλ. N 1486, Δούκ. 9914, Βίος γέρ. V 58, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13514, Προσκυν. Ιβ. 535 18941, Βίος Αλ. 3464· υπερθ. ουδ. εσμικροτάτο(ν), Προσκυν. Ιβ. 535 199447· σμικροτάτο, Προσκυν. Ιβ. 535 18942.
Το αρχ. επίθ. μικρός. Ο τ. σμικρός αρχ. Οι υπερθ. ουδ. από μετρ. αν. Η λ. και σήμ.
1) α) (Προκ. για μέγεθος, διαστάσεις, κλπ.) μικρός· μικρόσωμος: Χρον. Μορ. H 8963, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 120, Ιμπ. 608, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4691, Αιτωλ., Μύθ. 345· (μεταφ.): το ίδιο εγίνη κι εις εμέ στην άπραγη μου νιότη:| αρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον από την πρώτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 314· β) (προκ. για έκταση) μικρός: Ιμπ. 529, Σφρ., Χρον. μ. 8010, Διακρούσ. 773. 2) α) Λίγος· μηδαμινός, ασήμαντος: Ερωτοπ. 446, Ερωφ. Ιντ. δ΄ 1, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 297, Πανώρ. Δ΄ 269, Έκθ. χρον. 389· β) αδύναμος: Διγ. Z 3038, Ερωφ. Πρόλ. 76, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 321· γ) (προκ. για ήχο) σιγανός: αν ακούσεις τίποτε κτύπον μικρόν ομπρός σου (παραλ. 1 στ.), φεύγεις ώσπερ διάβολος εκ του θυμιαμάτου Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 331. 3) α) Κατώτερος στην τάξη, την καταγωγή, το αξίωμα, κ.λ.π.: Τσι δουλευτάδες τω θεών έτσι τουσε τιμούσι| κι ωσά μικρούς θεούς κι εσάς έτσι σας προσκυνούσι Πανώρ. Δ΄ 222· Πάντως εγώ είμαι πρίγκιπας, ένας μικρός στρατιώτης Χρον. Μορ. P 4147· Ο πρώτος οπού εσέβήκεν κάστρον της Εγγλιτέρας| το όνομάν του Αλέξιος και ο άλλος Πετραλίφης,| από μικρήν τε γενεάν, ήταν Διμοτειχίται Διήγ. Βελ. 227· (ως ουσ.): είδα μικρούς και ανέβησαν κι εγίνησαν ρηγάδες Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 200· ασηκώνει (ενν. η Αρετή) τους μικρούς και κάνει τους μεγάλους Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 31· β) κατώτερος, υποδεέστερος: είναι μικρότατοι (ενν. οι Ρωμαίοι) εις την σοφιάν απ’ άλλους Λίμπον. Επίλ. 24· γ) ασήμαντος: αμή ενθυμούμουν τίποτε μικρόν διά να γράψω| κι ο λογισμός ανέβαζε να γράψω τέτοιες λέξεις Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 571· Είπω και τίποτε μικρόν αλληγορίας λόγον Ανακάλ. 89· δ1) ταπεινός, μικροπρεπής: Έρωτα, απού συχνιά ʼς τσι πλια μεγάλους| κι όμορφους λογισμούς κατοικημένος| βρίσκεσαι, τσι μικρούς μισώντας τσ’ άλλους Ερωφ. Α΄ 587· δ2) ελαφρός, επιπόλαιος: εις ψήφον ουκ είχασιν (ενν. οι κάτοικοι της Μονοβασίας) τα φράγκικα φουσσάτα,| έχοντα [γαρ τον] λογισμόν μικρόν, να έχουσιν αργήσει| εκεί εις τον παρακαθισμόν όπου τους εποιήσαν Χρον. Μορ. H 2915. 4) Σύντομος: Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι I 2, Ερωφ. Ε΄ 462, Βέλθ. 402. 5) α) Μικρός στην ηλικία, νεαρός, νέος: ουκ είσαι χωρικούτσικον, ουδέ μικρόν νινίτσιν Προδρ. I 194· όμορφο δείχνει (ενν. το ρόδο) το κομπί κι αμάλαγο περίσσια| σαν ένα ευγενικότατο μικρό κοράσιον ίσια Ερωφ. Ιντ. β΄ 78· Πε μου, παιδί μικρότατο κι από μικρούς αθρώπους,| σ’ ανάθρεψα στο σπίτι μου κι εις όλους μου τσι τόπους Ερωφ. Δ΄ 653· (σε επανάληψη) πολύ μικρός: Εις τον βυθόν της λίμνης σου απέσω κολυμβούσι| μικρά μικρά ερωτόπουλα· δοξεύουν, μέσα παίζουν Βέλθ. 698· β) (προκ. για το τελευταίο παιδί μιας οικογένειας) μικρότερος: έλαχε δε (ενν. ο λαχνός) τον ύστερον, τον μικρόν Κωνσταντίνον,| ος δίδυμος ετύγχανε μετά της αυταδέλφης Διγ. (Trapp) Gr. 102· εποίκεν (ενν. ο ρε Ούνγγε) υιούς και κόρες … ο πρώτος ήτον ο σιρ Πιέρ … και ο μικρός σιρ Τζακέτ τε Λουζουνίας κοντοστάβλης των Ιεροσολύμων Μαχ. 7216. 6) (Ο υπερθ. ελάχιστος σε αυτοχαρακτηρισμούς προκ. να δηλωθεί πνεύμα ταπεινοφροσύνης) τελευταίος, ασημότατος: Και πάλιν τρίτον έφησεν ο τίμιος ο γέρων:| «Εμένα τον ελάχιστον αρχιερέων πάντων …» Αρσ., Κόπ. διατρ. [1142]· Ο εν επισκόποις ελάχιστος Δαμασκηνός, Χρον. 304· έγραψα ταύτην την φυλλάδα εγώ ο ελάχιστος δούλος σας Συναδινός ιερεύς Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 174v Εκφρ. 1) Μικρός ά(ν)θρωπος· βλ. ά. άνθρωπος 1α6 φρ. 2) Μικρός δούκας ή τοπάρχης = άρχοντας που εξουσιάζει μικρή περιοχή: είναι και κάποιοι τόποι των Βενετσάνω, όριζε ο Κομηνός ο Αρανίτης, δούκας μικρός και όριζε και ο Ιωάννης Καστριώτης, και αυτός δούκας μικρός Χρον. σουλτ. 6436, 37· Προσεκύνησαν δε τον αυθέντην και έτεροι μικροί τοπάρχαι και υπέσχοντο του δούναι χαράτσιον κατ’ έτος Έκθ. χρον. 8411. 3) Μικρός θείος = ο πρωτεξάδελφος των γονιών (Για τη σημασ. βλ. Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 82): ην ανεψιός εκ μικράς θείας νιός Έκθ. χρον. 474. 4) Μικρός κόσμος = α) ο άνθρωπος: «μικρός κόσμος»· ο άνθρωπος. Διό δε μικρός κόσμος, ότι εξεικονίζει τους πάντας Lucar, Sermons 21· β) η οικουμένη, η κτίση (Για τη σημασ. βλ. Κριαρ. [Ανακάλ. σ. 50-51]): κόσμο μέγαν τον άνθρωπον Θεός επονομάζει,| όν έθετο εις τον μικρόν κόσμον, την πάσα κτίση Ανακάλ. 94. 5) (Προς) μικράν ώραν = για λίγη ώρα: επιλαλήσαμεν τα άλογα άνω και κάτω μικράν ώραν Διγ. Άνδρ. 3954· ώραν μικράν υπνώττουσι και πάλιν εξυπνούσι| διά το ολονύκτιον, πάντες δε αγρυπνούσι Προσκυν. Ιβ. 535 192191· άνω και κάτω προς μικράν διαδραμόντες ώραν| κονταρέας δεδώκαμεν μηδενός κρημνισθέντος Διγ. (Trapp) Gr. 3077. Η λ. ως προσων.: Θεοδόσιος ο μικρός Byz. Kleinchron. A΄ 13210· Λέων ο μικρός Byz. Kleinchron. A΄ 13213. Η λ. ως ουσ.: 1) Νεαρό άτομο: Χαίρουνται και ευφραίνουνται μικροί τε και μεγάλοι Ιμπ. 883· Εσύ μικρόν και ανήλικον, φιλιάν ουδέν εξεύρεις,| και πώς εξεστομάτισες και είπες ότι αγαπάς με …; Ερωτοπ. 172· απόσταν ήμουνε μικρός σ’ εβάστου φυτεμένη| μέσα στα φύλλα τση καρδιάς κι είχα ζωή κριμένη Πανώρ. Γ΄ 605. 2) (Προκ. για πτηνό) νεοσσός: όταν δε μάθωσιν (ενν. οι ιέρακες) ακριβώς τῃ σῃ φωνῄ καλείσθαι, τότε θέλε αυτούς αφιέναι εις τα μικρά των ορνίθων, ήτοι κολοιούς και κορώνας Ιερακοσ. 35428. 3) Ο μικρότερος αδελφός ή αδελφή: είπεν η πρωτόκοκη προς τη μικρή Πεντ. Γέν. XIX 31· επότισαν (ενν. οι δυο αδελφές) απατά τη νύχτα εκείνη τον πατέρα τους κρασί και εσηκώθην η μικρή και επλάγιασεν μετά κείνον Πεντ. Γέν. XIX 35. 4) (Στον συγκριτ.) ο μαθητευόμενος, ο βοηθός: μιαν ημέρα λέγω τους (ενν. τους κορτεζάνους): «Να ’λθω στην συντροφιά σας,| να με έχετε ως μικρότερον, να είμαι εκεί κοντά σας» Τριβ., Ρε 200. 5) (Ουδ.) μικρή ποσότητα ή ποσόν: δώσ’ ελεημοσύνην| εκ το μικρόν το δύνεσαι, εκ το μικρόν τό σώνεις Ντελλαπ., Ερωτήμ. 225· Κάλλιον γαρ ένι το μικρόν το μετά προθυμίας| υπέρ τα πράγματα πολλά μετά δεινοπαθείας Σπαν. P 257. 6) (Θηλ.) σκάφος μικρού μεγέθους: έναν ρηγάτικον και δύο μικρές Μαχ. 66623. Η γεν. μικρού ως επίρρ.: α) σε μικρό χρονικό διάστημα, σε λίγο: Ηπειρ. 21715· β) πριν από μικρό χρονικό διάστημα, πριν απο λίγο: Ιατικῴ τῳ κόλπῳ τε μικρού τῳ προρρηθέντι| έκτισα την κατ’ Αίγυπτον Αλεξάνδρειαν πόλιν Βίος Αλ. 4153· γ) για μικρό χρονικό διάστημα, για λίγο: Η μήτηρ (ενν. τον αμιρά) ως έμαθεν την έλευσιν εκείνου (παραλ. 1 στ.), μικρού γαρ και ωρχήσατο από περιχαρείας Διγ. Z 968.
μολυβδοσκεπαστόμορφος,- επίθ., Προσκυν. Ιβ. 845 511, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 460· μολυβοσκεπαστόμορφος.
Από τα επίθ. μολυβδοσκέπαστος και όμορφος. Ο τ. με α’ συνθ. το επίθ. μολυβοσκέπαστος.
Που είναι όμορφος και καλυμμένος με μόλυβδο: ανατολάς ευρίσκεται (ενν. ο ναός) με τούρλαν λεπτοτάτην,| μολυβδοσκεπαστόμορφην, καλήν, ωραιοτάτην Προσκυν. Ιβ. 535 504· Θαρρώ εις τόπους περισσούς να μην ευρίσκετ’ άλλος (ενν. ναός)| μέγας, πλατύς, ευμήκιστος, λεπτοτεχνουργημένος,| μολυβοσκεπαστόμορφος, βασιλικά κτισμένος Παϊσ., Ιστ. Σινά 368.
μολυβδοσκέπαστος,- επίθ., Προσκυν. Ιβ. 845 521, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 470· μολυβοσκέπαστος, Προσκυν. Κουτλ. 156 782-3, 8014, 8336, Προσκυν. Ολυμπ. 177 8634, Προσκυν. Λαύρ. 874 9523, 999, Προσκυν. Κουτλ. 390 13822, Προσκυν. Μπεν. 54 15432, Προσκυν. α′ 1122, 11813, κ.α.
Από το ουσ. μολύβδι και το ρηματ. επίθ. σκεπαστό. Ο τ. (με α’ συνθ. το ουσ. μολύβι) απ. στο Du Cange (λ. μόλυβος) και στο Steph., Θησ. Η λ. στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ.
Που είναι σκεπασμένος με μόλυβδο: η εκκλησία της αγίας Σιών είναι μολυβοσκέπαστη τούρλα ωραιοτάτη Προσκυν. Κουτλ. 390 14023· Θαυμασιότατος ναός είναι και ούτος πάνυ,| μολυβδοσκέπαστος, καλός, βροχή δεν τονε πιάνει Προσκυν. Ιβ. 535 514.
μορφώνω,- Διγ. (Trapp) Gr. 2380, Προσκυν. Ιβ. 535 1075, Προσκυν. Ιβ. 845 1104.
Το αρχ. μορφόω. Η λ. στο Meursius και σήμ.
I. (Ενεργ.) α) δίνω (άλλη) μορφή, μεταμορφώνω: και ως εκείσε έβρεχε τους πάδας τερπομένη,| δράκων μορφώσας εαυτόν εις ευειδή παιδίον| προς ταύτην παρεγένετο βουλόμενος πλανήσαι Διγ. Z 2813· β) (σε ιδιάζ. χρ. προκ. για το φως): Εχάραξεν η ανατολή, εσίμωσεν η μέρα,| έλαμψεν και εμόρφωσεν το φως το του ηλίου Φλώρ. 34. IΙ. Μέσ. 1) Παίρνω (άλλη) μορφή, μεταμορφώνομαι: ο αρχιστράτηγος στ’ ανθρώπου την νεότην| μορφώθην κι εκατάβαλεν εκείνον τον προδότην Αχέλ. 2425· εκείνος ο παράνομος ως δράκος εμορφώθη,| έδειξε δράκου σχήματα Θρ. Κων/π. διάλ. 84· (προκ. για το Χριστό): Εκείθεν το Θαβώριον, εν ῳ Χριστός εμορφώθη Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 1005. 2) Αλλάζω (όψη), μεταβάλλομαι, διαμορφώνομαι σε …: Πολλοί τινές γαρ εξ ημών υπάν στην εκκλησίαν| με μορφωμένον (έκδ. μ’ εμμορφωμένον· διορθώσ.) πρόσωπον τάχα της ευσεβείας Φυσιολ. (Legr.) 453.
μοσχομυρίζω,- Διγ. (Trapp) Gr. 587, Ερωτοπ. 664, Αχιλλ. N 1587, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 137v, Βυζ. Ιλιάδ. 744, Προσκυν. Ιβ. 535 203596, Προσκυν. Ιβ. 845 236601, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 272542· μοσκομυρίζω, Ερωφ. Α΄ 323, Ιντ. β΄ 76, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 148, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [255], Β΄ [248]· μουσκομυρίζω.
Από το ουσ. μόσχος και το μυρίζω. Πβ. Λορεντζ., Αθ. 25, 1913, 215. Ο τ. μοσκομυρίζω στο Somav. και σήμ. Ο τ. μουσκομυρίζω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 668) και στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μοσκομυρίζω).
Μυρίζω ωραία, ευωδιάζω: τα φυλλαράκια αρχίζου| να πυκνοπρασινίζουσι και να μοσκομυρίζου Ερωφ. Α΄ 344· από τα κρέατα μοσχομυρίζει τσίκνα Προδρ. IV 132 χφ g κριτ. υπ. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = ευωδιαστός: τα φύλλα τση (ενν. της Δάφνης) τα μοσκομυρισμένα| στην κεφαλή μου εγγίξασι Γύπ. Πρόλ. Διός 81· τούτος ο ρηγόπουλος, όχι άλλος, να σου μέλλει·| να παντρευτείς, να τιμηθείς σαν καταπώς σου πρέπει (παραλ. 1 στ.)· ν’ αφήσεις χόρτα βρομερά κι ανθό φαρμακεμένο,| να πάρεις ρόδον όμορφο και μοσκομυρισμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 448· λουκάνικα κι απάκια κρεμασμένα| και σαλτιτσούνια θαυμαστά και μοσκομυρισμένα Στάθ. (Martini) Α΄ 106· Τούτα τα μήλα τά θωρείς, ψυχούλα μου, κρυμμένα| μέσα ’δεπά στα στήθη σου τα μοσκομυρισμένα Φαλιέρ., Ιστ.2 616· στόμα μου νοστιμότατο και μοσκομυρισμένο,| βρύση ολωνώ των αρετώ, ζαχαροζυμωμένο Ερωφ. Ε΄ 457· Ω κόρη ευμορφότατη και μοσχομυρισμένη,| οπού η φύσις σ’ έκαμεν να είσαι πλουμισμένη Διγ. O 1751· των αγίων τα λείψανα τα μοσχομυρισμένα| να καίουν (ενν. οι Τούρκοι), ν’ αφανίζουσιν, στη θάλασσα να ρίπτουν Ανακάλ. 67· (προκ. για τόπο): Ευρέθη εις την μέσην τους ένα παλληκαράκι,| ήτουν από την Κύπρον μας την μουσκομυρισμένην Άσμα Μάλτ. 44.
μπέης- ο, Byz. Kleinchron. Α΄ 4073, 53115, Προσκυν. Ιβ. 535 202568, Προσκυν. Ιβ. 845 236573, Χρον. σουλτ. 285, 406, 6511, Δωρ. Μον. XX, Λεηλ. Παροικ. 65, 211, 294, Διακρούσ. 8028, 8510, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15218, 15510, 4635, 5072, κ.α.· μπέγης, Αιτωλ., Βοηβ. 299, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 30v, 52r, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26128· πέης, Byz. Kleinchron. Α΄ 56213.
Το τουρκ. bey. Ο τ. μπέγης, από το παλαιότ. τουρκ. beğ, σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972/3, 213, Νικολόπουλος - Οικονομίδης, Σύμμ. 1, 1966, 285, 311, Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 57, 85, 92, 237, κ.α.) και στο Μακρυγιάννη (Κυριαζίδης Ν., Λεξ. Μακρυγ.). Ο τ. πέης σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ό.π. 113, 117) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.) με άλλη σημασ. Η λ. στο Du Cange (λ. μπέϊς), σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ό.π. 29, 51, 121, 123, 266, κ.α., Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 12, 1965, 79, Νικολόπουλος - Οικονομίδης, ό.π. 285), στο Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 575 και σήμ. Για τη λ. και τους τ. βλ. και Mor., Byzantinot. Β΄ 250, λ. πέκης).
Τιμητικός τίτλος για αξιωματούχους της οθωμανικής αυτοκρατορίας (Για το πράγμα βλ. και Δημητριάδη, Εβλ. Τσελ. 69): Εγώ ο μέγας αυθέντης και μέγας αμιράς σουλτάνος ο Μεχμέτ μπέης, ο υιός του μεγάλου αυθέντου και μεγάλου αμιρά σουλτάνου τον Μουράτ μπέη Επιστ. Μωάμ. 6622-3· Ο δε Νικόλαος, αφού έλαβε την αξίαν και έγινε μπέης, δεν έπαυε καθεκάστην ημέραν να γυμνάζει τους στρατιώτας του Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16124· Πώς ο καπετάν πασιάς εις αδυναμίαν μεγάλην ήλθε και εσύναξε τους μπέηδες να συμβουλευθεί ότι με ποίαν τέχνην να κάμει να νικήσει Διακρούσ. 852.
μπήγω,- Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1483, Λίβ. Esc. 4012, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 428, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [170], Πανώρ. Γ΄ 374, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ΄ 19, Θ΄ 370, Πιστ. βοσκ. III 9, 53, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 446, Δ΄ 1159, κ.α.· εμπήγω, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 264266, Προσκυν. Κουτλ. 390 13240· μπήζω, Κορων., Μπούας 123· μπήσσω, Ερωφ. Β΄ 158 κριτ. υπ.· μπήχνω· μπήχτω, Ερωτόκρ. Δ΄ 1159· σμπήγω, Ερωφ. Β΄ 158 κριτ. υπ.· σπήγω, Προδρ. IV 130α χφφ CAS κριτ. υπ.· αόρ. έμπησα, Αχέλ. 669· προστ. έμπηξον· μτχ. παθητ. παρκ. μπημένος, Κορων., Μπούας 80, Αχέλ. 689· πηγμένος, Προσκυν. Ιβ. 535 195, Παϊσ., Ιστ. Σινά 609· αόρ. έπηξα, μτχ. πήξας και παθητ. παγείς (από το αρχ. πήγνυμι), Προδρ. III 165 χφ g κριτ. υπ., Αχιλλ. O 437, Προσκυν. Ιβ. 535 18821, Προσκυν. Ιβ. 845 22119, Διγ. Άνδρ. 36821, Καλλίμ. 273, 2532, Διγ. (Trapp) Gr. 2009, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ΄ 117.
Από τον αόρ. έμπηξα < ενέπηξα του αρχ. εμπήγνυμι (Ανδρ., Λεξ.). Για τον τ. εμπήγω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 219-220. Τ. εμπήχνω στο Somav. (λ. μπήχνω). Ο τ. μπήσσω πιθ. από το μτγν. πήσσω. Τ. μπήχνω, για το σχηματ. του οποίου βλ. Χατζιδ., ό.π. 291, στο Βλάχ. και σήμ. Για τον τ. μπήχτω, που απ. και σήμ., βλ. Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 621] και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 196. Για το σχηματ. των τ. σμπήγω και σπήγω βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. σ‑ προθετικό. Η μτχ. μπημένος στο Βλάχ. Η μτχ. πηγμένος στο Meursius, όπου και μτχ. εμπημένος (λ. εμπιμένος). Τ. μπήω σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 324) και τ. σπήω στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Du Cange (λ. μπήγνειν) και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Μπήγω, στερεώνω κ. (στο έδαφος ή σε στερεό σώμα): τον μεν ίππον έδησα εις του δένδρου τον κλώνον,| το δε κοντάριν έπηξα εις την αυτού τε ρίζαν Διγ. Z 2507· αυτού είναι η αγία τρύπα, όπου έμπηξαν τον Σταυρόν οι άνομοι Εβραίοι Προσκυν. α′ 11516· παλούκια πλήθος έμπηξε τριγύροθεν της τέντας Αργυρ., Βάρν. K 313· Γείτοναν έχω κοσκινάν ... | απ’ αυτούς οπού μπήγουσιν κατά κάμπου ματσούκαν Προδρ. IV 130α χφ g κριτ. υπ. έτσε να σε αρπάξω,| να μπήξω το κοντάρι μου στο κάστρον να πηδήσω Αχιλλ. L 655· Τότε γράφουν έναν κακόν χαρτίν και βάλλουν το εις την μούττην τον κονταρίου και εμπήγουν το εις τον λιμνιώναν της Αλεξάνδρας Μαχ. 2826· Χοίρου αφόδευμα έμπηξαν εις καλάμιν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 6111· αγριόχοιρους ήθελα θανατώνει, |να μπήσσω το κεφάλι τως επάνω εις το βερτόνι Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 470· (εδώ για διαπόμπευση ύστερα από αποκεφαλισμό): ειδέ απετύχει το αίνιγμα και τα ρωτήματά του,| να μπήγουν το κεφάλιν του απάνω εις προχώνια Απολλών. 47· ειδέ κι ουδέν δύνασαι να είπεις την αλήθειαν, |να μπήξω το κεφάλιν σου απάνω εις το κάστρον Απολλών. 71· απήν με βασανίσουσιν και τυραννίσουσίν με,| να κόψουν το κεφάλιν μου, να μπήξουν εις κοντάριν Ανακάλ. 53· β) (για μέρος του σώματος) μπήγω· χώνω με ορμή ή βίαια: αναγέμισον τον αυτόν όνυχα μετά του αίματος και έμπηξον εις τον τόπον εξ ου εξέβη Ορνεοσ. αγρ. 55629· Ο Τρωγλοδύτης έπειτα έμπηξε το κοντάρι στο στήθος τον Πηλείονος Ζήνου, Βατραχ. 341· Ατός μου με τα χέρια μου μαχαίριν είχα πάρει| να εμπήξω εις την καρδίαν μου, να σέβω εις τον Άδην Ιμπ. 144· τη μούρην του προς τση καρδιάς τα μέρη| μπήχνει κι αυτό (ενν. το περιστέρι) και σφάζεται για τ’ ακριβόν του ταίρι Ερωφ. Β΄ 158· γ) (σε συνεκδ. χρ.): δόλιον μαχαίριν δίστομον εξανασπά εκ της ζώνης,| τον Αχιλλέα εκ πλευρού σφαγέντα τον εμπήγει| ο Πάρης Βυζ. Ιλιάδ. 984· δ) (εδώ σε σεξουαλικό υπονοούμενο· βλ. και Vincent [Φορτουν. σ. 179]): Tω σκολάρων του τον κώλο, λέει, θ’ ανοίξει| και πως μια κουρατόρικη μέσα θε να τως μπήξει Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 308· ε) (σε μεταφ.): Τέσσαρους πάλους έμπηξαν απάνου στην καρδιά μου Εκατόλ. M 6830. 2) Στήνω: Εισελθών δε εν τῳ λιμένι και τένταν πήξαντες εν τη ξηρᾴ εξήλθε Δούκ. 4177· και πεσώννοντα εις την φούρκαν των κονταρίων, τήν έμπηξεν ο αυτός Τιπάτ Μαχ. 5763· κατελθών ουν εν τῃ γῃ και πήξας κλίμακα και κατοικίαν τινά σκευασάμενος ῴκησεν εκείσε Εξήγ. πέτρ. 274. 3) Φυτεύω: ρουκανοτέκτων| ερουκανοετούρνευσεν, σταθμίσας έπηξέν τα (ενν. τα δένδρη) Βέλθ. 290. 4) (Προκ. για ρούχα) στερεώνω, «πιάνω»: τις Ακρίτης …| … τας ποδέας του να έμπηξε, να επήρε το ραβδίν του| και να τους εσυνέτριψεν τους παλαμναίους μίσσους! Προδρ. III 165· Μπήξε το κονταράκιν σου στης φοινικέας την ρίζαν| και μπήξε και τα ρούχα σου ομπρός στο μπροστοκούρβιν Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 51· επέζευσε και λύει το ζωνάριν,| εκδύει το υπολούρικον ...| και τας ποδέας οχυρώς πήξας εις το ζωνάριν Διγ. (Trapp) Gr. 1067. 5) Καρφώνω: ούτε καρφίν ηγόρασας να εμπήξεις εις σανίδιν Προδρ. I 87· καρφιά μπηγμένα εις την γην Προσκυν. α′ 1174. 6) α) Χώνω, βάζω κ. πολύ κοντά σε κ. άλλο: ωσάν εσίμωσε, έμπηξε την κεφαλήν του μπροστά εις τα ποδάρια τον αγίου Ροδινός (Βαλ.) 233· β) (εδώ) χαμηλώνω, σκύβω: εμούλωσε (ενν. η Αρετή) την κεφαλή, στα χαμηλά τη μπήχνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1524. 7) Χώνω κάπ. κάπου βίαια: Τραβίζοντάς σε οχ τα μαλλιά εκεί (ενν. στο σπήλιο) θε να σε μπήξω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1161]. 8) Ράβω (κ. διακοσμητικό πάνω σε ύφασμα): Η δε τραχηλία του έγεμεν άμπαριν και μόσχον και ήσαν εμπηγμένα εις αυτήν μαργαριτάρια Διγ. Άνδρ. 3475. 9) (Μεταφ. για γνώσεις) διδάσκω, μεταδίδω με το ζόρι: Δάσκαλε τη latinità ...| κάτεχε τω σκολάρω σου ... να τως τηνε μπήχνεις| στον ομυαλό Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 224. IΙ. Μέσ. 1) Είμαι χωμένος, κείμαι: ο άγιος λίθος είναι πηγμένος κάτω εις την γην και φαίνεται απέξω όσον μίαν πιθαμήν Προσκυν. Κουτλ. 390 12712. 2) Σφηνώνομαι: Λύκος κομμάτι κόκκαλον είχεν εις τον λαιμόν του (παραλ. 1 στ.). Ότι εμπήχθηκε κακά δεν είχε τι να ποίσει Αιτωλ., Μύθ. 1433.
μύλος- ο, Προδρ. II Η 26b, III 108 χφ g κριτ. υπ., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 784, Σαχλ. N 238, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 253, Σαχλ., Αφήγ. 155, Χρον. Τόκκων 555, Σφρ., Χρον. μ. 13221-2, Πεντ. Έξ. XI 5, Πορτολ. A 1512, 20818, 33631, Ιστ. πατρ. 1808, Μηλ., Οδοιπ. 640, Διήγ. πανωφ. 55, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 310, Δ΄ 351, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25511, κ.α.
Η λ. στον Ιπποκράτη και σήμ.
1) α) Μηχανή που αλέθει κόκκους, κυρ. σιτάρι, και αποτελείται από δύο λίθινους κυλίνδρους, μύλος: ο πεινασμένος ... την πίταν ενθυμάται,| ο μυλωνάς τον μύλον του, ο γεωργός τ’ αλώνι Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 9· ολοστρόγγυλος (ενν. ο βασιλίσκος) σαν μύλος που αλέθει Φυσιολ. (Legr.) 158· ύδωρ δε καταβαίνει,| όθεν και μύλοι ήλεθον κι εις τούτους αναβαίνει Προσκυν. Ιβ. 845 2471011· η τύχη ... (παραλ. 1 στ.) γυρίζει τόσα τον τροχόν σαν μύλον| και ρίχνει εις δυστυχιάν πάσα φιλιάν της Κυπρ. ερωτ. 1543· β) (ειδικ.) η κάτω μυλόπετρα: να μη σημαδέψει μύλον και απανωμύλη, ότι ψυχή αυτός σημαδεύγει Πεντ. Δευτ. XXIV 6. 2) Το κτήριο όπου στεγάζεται και λειτουργεί ο μύλος· μύλος: Κάτωθεν δε της εκκλησιάς μύλος ήταν βαλμένος,| εις τόπον τε ευρύχωρον εκεί ’τον εκτισμένος Προσκυν. Ιβ. 535 210857· περί τους μύλους αυτής σκηνώσαντες εκείσε Σφρ., Χρον. μ. 2432. 3) (Συνεκδ.) πιθ. μηχάνημα άντλησης και μεταφοράς νερού (Η χρ. και σήμ.): Στη μέσην του περιβολιού είχε νερά με μύλο,| απάνου ήτον το λουτρόν κτισμένο με τον θόλον Δεφ., Σωσ. (1569) [53]. — Η λ. και ως τοπων. (στον εν. και πληθ.): Σπανός (Eideneier) Α 465, Μαχ. 10434, 1145, 13217, Πορτολ. A 20026, κ.α.
Μυρεύς- ο.
Από το τοπων. Μύρα και την κατάλ. ‑εύς. Για τη λ. βλ. Steph., Θησ., λ. Μύρα.
Ο κάτοικος των Μύρων της Μ. Ασίας (συν. στον πληθ.): ο μέγας μου Νικόλαος, πρόεδρος των Μυρέων Προσκυν. Ιβ. 535 200481. — Βλ. και Μυραίος.
μωσιοχρύσαφον- το, Προσκυν. Ιβ. 535 432.
Από τα ουσ. μωσίον και χρυσάφι(ον).
Ψηφιδωτό με χρυσές ψηφίδες: Εκεί εστί κουβούκλιον στρογγυλοκαμωμένον,| μετά μωσιοχρύσαφον είναι ιστορισμένον Προσκυν. Ιβ. 845 445.
νεραντζέα- η, Καλλίμ. 1744, 1752· νεραντζά, Προσκυν. Ιβ. 535 667, 810, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 614, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1702 κριτ. υπ., Παϊσ., Ιστ. Σινά (Βογιατζ.) 1496· νεραντζία, Προσκυν. Ιβ. 535 219· νεραντζιά, Προσκυν. Ιβ. 845 672, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1702 (έκδ. νερατζιά· διορθώσ. κατά το κριτ. υπ. )· νερατζά, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Βογιατζ.) 1702, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 172· νερατζιά, Ερωτοπ. 348.
Από το ουσ. νεράντζιον και την κατάλ. ‑έα. Ο τ. νεραντζιά στο Somav. και σήμ. Ο τ. νερατζά και σήμ. στην Κρήτη (Βλ. Φραγκάκι, Ορολογ. φυτ. 151), όπου και ο τ. νερατζιά (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄, λ. νεραgιά). Τ. νερατζέα και σήμ. στη Μάνη (Βλ. Βαγιακ., Πρακτ. Β′ Συμπ. Γλωσσολ. Bορειοελλ. Χώρου 15). Η λ. στο Meursius (λ. νεράντζιον).
Νεραντζιά: Ω νεραντζιά με τον καρπόν και λεμονιά με τ’ άνθη Ch. pop. 815. — Τ. νερατζία ως τοπων.: Byz. Kleinchron. A΄ 6663.
νεστόριος- ο, Ασσίζ. 87, 5715,19, Προσκυν. Ιβ. 535, 111, 440, Προσκυν. Ιβ. 845 449, κ.α.· νεστούρης, Ασσίζ. 25323, 30621-2, 24, 3073-4 (γεν. Νεστούρου), 3075, 6, 8, 48325, Μαχ. 841· νεστούριος, Ασσίζ. 2314, 2341, 30628, 3079,10, 49319· νιστούριος, Ασσίζ. 5720-1· νουστούρης, Ασσίζ. 5717· πληθ. νεστορίοι, Ασσίζ. 24217· νεστούροι, Ασσίζ. 30625, 3071.
Το κύρ. όν. Νεστόριος ως ουσ.
Οπαδός της αίρεσης του Νεστορίου, νεστοριανός: υποκάτωθεν αυτού (ενν. του Γολγοθά) τυγχάνουν εκκλησίαι,| νεστόριοι, Χαμπέσιοι, ομοίως και οι Κόπται Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 400.
ξεσκεπάζω,- Τριβ., Ρε 118, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1297], Τζάνε, Κατάν. 165, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ί́ 26· ξησκεπάζω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 98r δις.
Από το στερ. ξε‑ και το σκεπάζω. Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 341). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Βγάζω, αφαιρώ το κάλυμμα από κ., ξεσκεπάζω: Σίμωσε τώρα το λοιπό, ξεσκέπασε (ενν. το βατσέλι) και δε τα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 377· β) (εδώ για στέγη) αφαιρώ, ξηλώνω: δεν ημπορώντας να τον σιμώσουσιν (ενν. τον Ιησού) από τον όχλον, εξεσκέπασαν την στέγην εκεί όπου ευρισκέτονε και τρνπούσι και κρεμνούσι το κραβάτι εις το οποίον εκείτετονε ο παράλυτος Πηγά, Χρυσοπ. 49 (2). 2) α) Βγάζω τα ρούχα κάπ., ξεγυμνώνω: έλαμπε τ’ όμορφο κορμί (ενν. της Σωαάννας) και στέκουν και θαυμάζουν,| τον βίον του έδινε ο άντρας της να μην την ξεσκεπάσουν Δεφ., Σωσ. (1569) 198· Ορίζουν, ξεσκεπάζουν την, τα κάλλη της θωρούσι Δεφ., Σωσ. (1569) 189· β) γυμνώνω μέρος του σώματος: ένα σημάδι είχε απάνου στις πλάτες του και ... το ξησκέπαζα και το φίλουνα Εβρ. ελεγ. 174· γ) (προκ. για το κεφάλι μαζί με το πρόσωπο) αποκαλύπτω· (εδώ βγάζοντας την περικεφαλαία): όρισε κι ο βασιλιάς …| … στέφανο να του βάλω.| Την κεφαλή δεν ήθελε ποσώς να ξεσκεπάσει,| μ’ απάνω εις το κασσίδι του ζητά να του το πάσι Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 509· δ) φρ. ξεσκεπάζω τα μάτια μου = (μεταφ.) συνέρχομαι, «βλέπω» καθαρά, απροκατάληπτα, κατανοώ: τση φιλιάς το χρέος μου συντυχαίνει:|| «Ξεσκέπασε τ’ αμμάτια σου να βλέπεις ως τυχαίνει ...» Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 268. 3) α) (Μεταφ.) αποκαλύπτω, φανερώνω: ’Σ τούτην λοιπόν εξεσκέπασα τον πόθον της καρδιάς σου| και μυστικά εφανέρωσα τό θέλ’ η πεθυμιά σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [31]· θεός δεν δύνεται τον δόλον να βαστάζει,| μόνον ξεφανερώνει τον και τονε ξεσκεπάζει Ιστ. Βλαχ. 1070· (εδώ για πρόσ.) ξεμπροστιάζω: ... στην ʼπιβουλήν σου την κλεψιάν, αν σ’ είχα ξεσκεπάσει| στες τιμημένες κορασιές, κρίνω να μην εκάμαν| ποτέ οι γυναίκες οι Θρακιές τόσον σκληρόν του πράγμα ... Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [442] β) ερμηνεύω, αναλύω: Δεν έχω καιρόν να ξεσκεπάζω τόσον δόλιον λόγον και πλάνην και βλάβην Πηγά, Χρυσοπ. 179 (21). 4) Παύω να καλύπτω· (εδώ για τα νερά της θάλασσας κατά το φαινόμενο της άμπωτης): εβγήκεν έξω η θάλασσα και έπνιξε τους φεύγοντας ... και αφού πάλιν η θάλασσα εσύρθη μέσα εις τον τόπον της, εξεσκέπασε τα νεκρά σώματα και εφάνησαν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 40. 5) (Για τάφρο) σκάβω, ανοίγω: τους τάφρους εξεσκέπαζε και τα μπαστόνια ʼφτειάνε| και για την μάχην βοηθούς τέχνες πολλές επιάνε Αχέλ. 169. IΙ. Μέσ. 1) Παύω να καλύπτομαι από κ.· φαίνομαι: ο Θεός εσταμάτησε τον κατακλυσμόν και ... εξησκεπάσθη η γης και ... ο Νώε εβγήκε από την άρκλαν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 98r έστειλεν την περιστεράν να του ειπεί αν εξησκεπάσθη η γης Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 98r. 2) Ξεγυμνώνομαι: από τόσην μέθην οπού είχεν ... εξησκεπάσθηκε και εφαίνετον η αισχύνη του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 101v. 3) (Μεταφ.) αποκαλύπτομαι, γίνομαι γνωστός: διά να ξεσκεπαστούσι διαλογισμοί πολλών καρδιών Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. β́ 35. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Που έχει άνοιγμα (στη μέση): Έστι δε μεγαλότατη τούρλα ξεσκεπασμένη, κάτωθεν γίνεται πλατιά, άνωθεν μαζωμένη Προσκυν. Ιβ. 535 121. 2) Που (άθελά του) έχει αποκαλύψει κάπ. μυστικό του: ΕΡΩΠΡΟΙΚΟΥΣΑ: Έμεινα η κακορίζικη, θωρώ, ξεσκεπασμένη. ΚΟΡΙΣΚΗ: Ό,τι κι αν είπες εδεπά τ’ αφτιά μου όλα τ’ ακούσαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [590).
ξηροφαγία- η, Προδρ. (Eideneier) II 19-3 χφ Η κριτ. υπ., IV 330-2 χφ Ρ κριτ. υπ., 331, 333 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Προσκυν. Ιβ. 535 189, Προσκυν. Ιβ. 845 209· ξεροφαγία.
Το μτγν. ουσ. ξηροφαγία. Τ. ξεροφαγιά στο Somav. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 180). Τ. ξεροφαΐα στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ξεροφαγία) και ξηρουφαγιά στην Ίμβρο (Ξεινός, Γλωσσ. Ίμβρου 117). Ο τ. και η λ. και σήμ.
Το να τρώει κανείς ξηρά τροφή χωρίς προσφάι· (εδώ προκ. για νηστεία): Ο μοιχός ομοίως χρόνους ιέ́ έσται ακοινώνητος, ημείς δέ εκκόπτομεν του πάθους χρόνους ζ́ και καθ’ εκάστην ξηροφαγίαν έω<ς> θ́ Κανον. διατ. (Χριστοδούλου) Ά́ 705· οι οδόντες εσπαράχθησαν εκ τας ξηροφαγίας Προδρ. (Eideneier) IV 631· (εδώ ειρων.): Τετράδα και Παρασκευήν ξεροφαγία όλως,| ιχθύν γαρ ουκ εσθίουσιν, άναξ, ποσώς εν ταύταις,| ειμή ψωμίτσιν και σταχούς Προδρ. (Eideneier) IV 317 χφ Κ κριτ. υπ.· φρ. γίνεται ή κάμνω ή ποιώ ξηροφαγία = τρώγω ξηρά τροφή· νηστεύω: αρχίζουσι και τρώσιν,| ξηροφαγία γίνεται με τα παξιμαδία Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 151· γέροντες που …| … νηστεύγασι ψωμί, κρασί και λάδι| κι ενήστευγαν κι εκάμνασι κι οι δυο ξεροφαγία Δεφ., Σωσ. 295· ποιούν (ενν. οι μοιχοί) ξηροφαγίαν μετά την ενάτην και μετανοίας διακοσίας πενήντα Μαλαξός, Νομοκ. 351.
οδηγήτρια- η, Ταμυρλ. 90, Notizb. 33, Θρ. Κων/π. διάλ. 63, Μαχ. 3413, Θρ. Κύπρ. M 387, Προσκυν. Ιβ. 535 344· οδηγητρία, Συναξ. γυν. 778, Παϊσ., Ιστ. Σινά 428.
Από το οδηγώ και την κατάλ. ‑τρια. Ο τ., που απ. στο Du Cange, από μετρ. αν. Η λ. σε σχόλ. (L-S), στις Σημ. ιστορ. Κύπρ. 8910, στο Somav. και σήμ.
(Προκ. για την Παναγία) 1) Αυτή που καθοδηγεί, που δείχνει το σωστό ηθικά δρόμο: έχου σε οδηγήτριαν,| εμπρός εις τον μονογενή σ’ ελπίζουν και μεσίτριαν Σκλέντζα, Ποιήμ. 735· Ω Παναγία δέσποινα, του κόσμου οδηγητρία (έκδ. οδηγήτρια· διορθώσ.)| και πλανωμένων οδηγέ, του κόσμου σωτηρία Αλφ. 1547. 2) α) Ως προσων. της Παναγίας (Η χρ. και σήμ.): ευρίσκεις μοναστήριον κι είναι των καλογραιών,| της Οδηγήτριας εστί, μητρός δε του Κυρίου Προσκυν. Ιβ. 535 453· Ο Θεός μόνος και η υπεραγία Θεοτόκος η Οδηγήτρια να ποιήσει το συμφέρον υπέρ των χριστιανών Notizb. 85· (εδώ προκ. για την εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας στην Αγία Σοφία): πού ’ναι η Αγιά Σόφιά μετά την Οδηγήτριαν,| οπού ’χες στην αγάπην σου, δούκα μου της Μπουργούνιας; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 373· πού ’ναι λοιπόν τα λείψανα, πού αι αγίαι εικόνες;| η Οδηγήτρια η κυρά, η δέσποινα του κόσμου; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 137· β) σε ορκωτική έκφρ.: ιδέτε μόνο αν έχει γνώση| η γυναίκα να μετρήσει| ένα, δύο και τα τρία,| ναι μα την Οδηγητρία Συναξ. γυν. 778. 3) Ναός ή μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία: έλαβον από του Σταυρακίου υπέρ του κλήρου της Οδηγητρίας ... άσπρα ιδ́ Notizb. 43· Παραπάνω δε από το πατριαρχείον ... είναι η Οδηγήτρια, μοναστήρι των καλογριάδων Προσκυν. Λαύρ. 874 9838· απήγεν ο βασιλεύς εις την Οδηγήτριαν Chron. brève (Loen.) 116. — Βλ. και οδηγή.
οδοιπορία- η, Βίος Αλ. 1475, Προσκυν. Ιβ. 845 1209· ’δοιπορία, Προσκυν. Ιβ. 535 927· οδοιποριά, Διγ. O 1206.
Το αρχ. ουσ. οδοιπορία. Ο τ. οδοιποριά από μέτρ. αν. Η λ. και σήμ.
α) Οδοιπορία, πεζοπορία: Παϊσ., Ιστ. Σινά 1617, Διγ. O 1155· β) (εδώ μεταφ.): συνοδοιπορία, συμπόρευση: το ποτήριον κοινόν γαρ| εγεγόνει του θανάτου| και οδοιπορίαν έχει με το σώμαν του ανθρώπου Ερμον. Τ 337.
όζω.- Το αρχ. όζω, Διάφ. τ. της λ. και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex. στη λ.).
Αναδίδω οσμή ευχάριστη ή δυσάρεστη· (εδώ) βρομώ, ζέχνω: Προσκυν. Ιβ. 535 1040, Ιερακοσ. 46329· (εδώ σε παροιμιακή φρ·): Εβραίος όζει και βρομεί και όλη του η θήκη Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 424 (Για τη χρ. βλ. και Πολ. Ν., Παροιμ. 635-6).
οικονομία- η, Διγ. (Trapp) Gr. 3350, Χρον. Μορ. H 5265, 6128, Λίβ. Esc. 4199, Λίβ. Sc. 3034, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1367, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, Προσκυν. Κουτλ. 390 13318· οικονομιά, Παρασπ., Βάρν. C 48.
Το αρχ. ουσ. οικονομία. Ο τ. οικονομιά στο Βλάχ. Διάφ. τ. της λ. ιδιωμ. (Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ. 160, λ. οικουνουμία, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ. 289, λ. οικονόμος και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 698). Η λ. και σήμ.
1) Διοίκηση, διαχείριση νοικοκυριού: Γλυκά, Στ. Β′ 353. 2) Διευθέτηση: Αν δε κελεύεις, άκουσον και την οικονομίαν Προδρ. (Eideneier) II 19-4. 3) Φροντίδα, βοήθεια· σύμπραξη, συμπαράσταση: δι’ αυτήν επάσχισεν πικρίας αναριθμήτους| και ηύρεν την πάλε από καλού φίλου οικονομίαν Λίβ. Sc. 2737· (εδώ προκ. για τη μέριμνα του Θεού): ούτως δέ επέρασον, Θεού οικονομίᾳ,| τρισπιθαμαίον εύρον τον την μεσοποταμίαν Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 773· φρ. ποιώ οικονομίαν = (α) μεριμνώ, φροντίζω: ποιήσας οικονομίαν όπως στείλωσι κάτεργον εκ της Πόλεως εν τῃ Ηρακλείᾳ τού άραι τον αυθέντην τάχα ως ασθενή Έκθ. χρον. 693· (β) (προκ. για το Χριστό) μεριμνώ, φροντίζω για τη σωτηρία του ανθρώπου: Ώσπερ Χριστός συγκαταβάς οικονομίαν ποιήσας| να ελευθερώσει από δεσμού τα γένη των ανθρώπων (παραλ. 2 στ.), ούτως ... Αργυρ., Βάρν. K 45. 4) Μέτρο, προφύλαξη: αυτού γαρ <τον> Σαρδαναπάλου διάγοντος και μηδόλως μήτε αυτού μήτε των θεραπευτών αυτού οιανδήτινα στρατιωτικήν ή αρχοντικήν οικονομίαν ενησχολημένων, τα μέν περιλειφθέντα κάστρα και αι χώραι της Δύσεως λεία Βλάχων γεγόνασι Byz. Kleinchron. Ά́ 14989. 5) α) Προνοητικότητα· σκοπιμότητα (εδώ προκ. για τη Θεία Πρόνοια): Ευχαριστώ σε, Κύριε, ... (παραλ. 3 στ.) αυτός και με το θέλημα της σης οικονομίας| να ποίσει πατριάρχην μας εις το βασίλειόν μας Αρσ., Κόπ. διατρ. 414· έκφρ. θεία οικονομία = η μέριμνα του Θεού: Έτυχε, λέγω, κατά θείαν οικονομίαν, να φθάσει πολεμώντας τούτος ο Τζερνοτάμπεης με μερικούς άλλους χριστιανούς σπαήδες Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 432· β) (προκ. για το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου· βλ. και L-S στη λ. 6, Lampe, Lex. στη λ. C3): να ενθυμάσθε πάντα πως τούτα τα θαύματα τα έδειξεν ο Θεός με οικονομίαν και ευσπλαχνίαν οδιά να μας καλέσει εις μετάνοιαν Διήγ. πανωφ. 61· εβαπτίσθη ο Χριστός ... δείχνοντας τον τρόπον της ημών σωτηρίας και το μέγα της οικονομίας μυστήριον Προσκυν. Κουτλ. 390 14418· έσωθεν ευρίσκεται ...| σπήλαιον ...| και υποκάτω τούτον δέ Θεού οικονομίᾳ| η Άννη γαρ εγέννησεν εκεί την Παναγίαν Προσκυν. Ιβ. 535 543. 6) (Προκ. για το Χριστό) ενσάρκωση, ενανθρώπιση (Για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex. στη λ. C a, b): ούτε η σαρξ του Χριστού ή η ψυχή αυτού μετετράπη εις λόγον Θεού, αλλά ην και έστιν εν τῳ Χριστῴ μετά την υπερθαύμαστον αυτού οικονομίαν εκείνην Ιστ. πατρ. 894· έκφρ. ένσαρκος οικονομία: μάλλον και εις την Νέαν Γραφήν, όπου θέλω ν’ αναφέρω,| την ένσαρκον οικονομίαν εις πλάτος να την φέρω Συναξ. γυν. 122· άγγελοι ηκούοντο υμνείν το θείον και την ένσαρκον του Θεού Λόγου οικονομίαν Ψευδο-Σφρ. 42011. 7) Ετοιμασία, τακτοποίηση: απήτις το ευτρέπισεν (ενν. το κάτεργον) απ’ άρματα και πλούτη (παραλ. 2 στ.), ορέχθην την οικονομίαν ως όμορφόν τι πράγμα Απόκοπ.2 316· (εδώ προκ. για ετοιμασίες που αποβλέπουν στην απόδοση τιμής σε νεκρό): ο δέ Ισάκ λαβών το πτώμα του ηγεμόνος συν πλείστοις άρχουσι και οικονομίᾳ πολλῄ εις Προύσαν απήλθε και έθαψεν αυτό Δούκ. 28335. 8) Ελεημοσύνη, φιλανθρωπία (Πβ. Lampe, Lex. στη λ. Α 9 a,b): Άλλοτε πάλιν έποικεν (ενν. ο άγιος Νικόλαος) άλλην οικονομία| στον πένητα και άπορον οπού ’χεν τα παιδία Βίος αγ. Νικ. 149. 9) Χρηματικό απόθεμα: και την οικονομίαν ήν ο πατήρ αυτών είχε δέδωκε αυτοίς προς το ζην Ψευδο-Σφρ. 56219. 10) Προμήθεια, αποθέματα: στον παραπόταμον του Αλφέως, εκεί γαρ απεσώσαν (παραλ. 1 στ.) με τον λαόν τόν είχασιν ομοίως οι φλαμουριάροι·| δύο μήνες ορίστησαν να έχουν οικονομίαν Χρον. Μορ. P 6600· όλες τες οικονομίες, όσες κι αν εβασταίναν,| όρισε και εφόρτωσαν σ’ αμάξια Χρον. Μορ. P 6128. 11) Μισθός· έσοδα: λέγειν προς τον πρίγκιπα την παραπόνεσίν τους (παραλ. 1 στ.), το πώς γαρ τους εκράτησεν Δεμέστικος ο Μέγας| την ρόγαν και οικονομίαν όπου είχαν εξ<εδ>ουλέψει Χρον. Μορ. H 5265. 12) (Συνεκδ.) διαθήκη: απέθανεν ο πρώην πατριάρχης κύρης Συμεών ο Τραπεζόντιος και αφήκε βίον άπειρον και δεν έκαμε ζώντος αυτού καμίαν οικονομίαν διά τον βίον αυτού Ιστ. πατρ. 12922. 13) α) Οπλισμός, κατοχή όπλων: δεν έχομεν άρματα, μηδέ οικονομίαν Ιστ. Βλαχ. 1019· β) (προκ. για πλοίο) εξοπλισμός με τα αναγκαία, αρματωσιά: οι από της Λογγιβαρδίας μετά πολλής της οικονομίας ανέμου ε<υ>φόρου επιπεσόντος διεπέρουν εκείνοι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 378· να εβγάλουν εκ τα κάτεργα πάσαν οικονομίαν,| άρμενα λέγω και κουπιά Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 273. Έκφρ. κατ’ οικονομίαν = α) σύμφωνα με τη θεία πρόνοια: Διανυκτού τον έδωκεν πόνος εις τα νεφράν του (παραλ. 5 στ.). Πίστευσε ότι εγίνετον και κατ’ οικονομίαν,| ίνα <τυχαία> μη επηρθῄ ο νους του από την δόξαν,| να ενθυμείται τον Θεόν οπού να δίδει πάντα Χρον. Τόκκων 1538· β) (γενικότερα): παρευθύς οράς εκεί πέτραν μεγάλην μίαν,| κειμένην ώσπερ σπήλαιον κατά οικονομίαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 154· γ) μέριμνα, φροντίδα· διευθέτηση: ο δέ Ιωάννης ο βασιλεύς ... υπέγραψε τῃ κατ’ οικονομίαν δήθεν ψευδεπιπλάστῳ ενώσει τῃ γεγονυίᾳ μεταξύ Γραικών και Λατίνων εν Φλωρεντίᾳ Byz. Kleinchron. Ά́ 6528.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το· ’κκλησίδιν, Χρον. Μορ. H 5048, Προσκυν. Ιβ. 535 298.