Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- μεσημέριον
- το· Προσκυν. Κουτλ. 390 12814· μεσημέρι, Ιατροσ. 2065-6, Χρον. Μορ. H 2287, Ερωτοπ. 90, Byz. Kleinchron. Α΄ 27632, 6685, Κορων., Μπούας 49, Πεντ. Δευτ. XXVIII 29, Πανώρ. Γ΄ 475, Ερωφ. Α΄ 6, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1714, Β΄ 1918, Δ΄ 1437, Στάθ. (Martini) Β΄ 231, Διήγ. πανωφ. 56, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1060], Β΄ [1040], Ζήν. Πρόλ. 48, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15726, 20824, 24515, 5532· μεσημέριν, Καλλίμ. 2003, Ερωτοπ. 219, 682, Αχιλλ. L 512, 1072, 1140, Ιμπ. 514, Πορτολ. A 310, Θρ. Κύπρ. M 8, 36, 571, Ερωφ. Β΄ 326· μεσομέρι(ν), Ασσίζ. 2152, 4512, Μαχ. 63431, 65418-9, 20, Byz. Kleinchron. Α΄ 2108, Κυπρ. ερωτ. 616, Προσκυν. Ιβ. 845 517· μισομέρι, Προσκυν. Λαύρ. 874 9536.
Το ουδ. του μτγν. επιθ. *μεσημέριος ως ουσ. (Βλ. Θαβώρ., Ουσιαστ. 89). Ο τ. μεσημέρι στο Meursius (λ. μεσιμέρι) και σήμ. Ο τ. μεσημέριν σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. μεσομέριν στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 657 και Λουκά, Γλωσσάρ. 307).
1) α) Το μέσον της ημέρας: όταν εφτάξασιν εκεί, ήτονε μεσημέρι Τζάνε, Κρ. πόλ. 24515· β) (σε επίρρ. χρ.· η χρ. ήδη μτγν.· βλ. L‑S, λ. μεσημέριος και Θαβώρ., Ουσιαστ. 89) κατά το μέσο της ημέρας: Ο ένας με σώνει να γευτώ, εάν δεν τυχεν φίλος,| δεύτερος μεσημέριον … Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 604110· έκφρ. ημέρα μεσημέριν = καταμεσήμερο: έραξεν (ενν. ο σινεσκάρδος) στης Αλυκής τα μέρη.| Τετράδα ήτον δύσκολη, ημέρα μέσημέριν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 78. 2) Νότος: αν υπάγεις εις τον λιμνιώνα, σίμωνε το ακρωτήριν του μεσημεριού, ότι το της τρεμουντάνας σύρνει πτένην Πορτολ. A 54· ανεβαίνοντας ευθύς στ’ αριστερά τα μέρη| ευρίσκεις εκκλησίδιον επί το μεσημέρι Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 2043 254. 3) Ο νότιος άνεμος (Πβ. το ιταλ. meriggio): με σιρόκον και με γαρμπή και με μεσημέριν ουδέν ημπορείς να σηκωθείς Πορτολ. A 942.
μέσος- το, Κυπρ. ερωτ. 1537, Προσκυν. Ιβ. 845 324.
Από το ουσ. μέσον. Η λ. στο ποντιακό ιδίωμα και στην Κύπρο (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μέση και Σακ., Κυπρ. Β΄ 657). Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 42.
1) (Το) κεντρικό τμήμα: ο σουλτάνος επήγαινε το μέσος του Μορέως από τα χωρία … Χρον. σουλτ. 1061. 2) Τρόπος για την επιτυχία σκοπού, μέσο: μα το δικό μου κίνδυνο, μετρώ με τείντα μέση| να φτειάσει εσέν κι εμένα ο νους θέλοντας να συμπέσει Φαλιέρ., Ιστ.2 711. 3) Μεσολάβηση: Με το μέσος τση ετουνής (ενν. της ομορφιάς) βρίσκεται (ενν. ο κόσμος) στολισμένος Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 113. Εκφρ. α) εις το μέσος = ανάμεσα, μεταξύ: θέλει γίνειν μεγάλη μάχη εις το μέσος Μαχ. 18237· βλ. ά. μέσον Εκφρ. 2β· β) στο ή ’ς τούτο το μέσος = εντωμεταξύ: στοχάζουνται (ενν. οι γυναίκες) στο μέσος τη μεγάλη σύγχυση Λεηλ. Παροικ. 257· ’Σ τούτο το μέσος κάμετε τσι δυο προξενητάδες| να τσι τιμάτε, Σύμβουλε, σα να ’σαν βασιλιάδες Ερωφ. Α΄ 547· βλ. ά. μέσον Εκφρ. 5. Φρ. Σεβαίνω στο μέσος = παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι: Σιώπα, κακοτύχερε, όρνεον ξερασμένον,| οπού στο μέσος σέβηκες με τ’ άχρηστον δερμάτι Πουλολ. Αθ. 57.
μηλωτή- η, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 942, Προσκυν. Ιβ. 845 1041, Ψευδο-Σφρ. 30838.
Το αρχ. ουσ. μηλωτή. Τ. μελούτη και μιλούτ’ και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ.). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 289).
μιερεύς- ο, Προσκυν. Ιβ. 845 575.
Το μτγν. ουσ. μιερεύς (Steph., Θησ.)· πλάσμα από συμφ. του επιθ. μιαρός και του ουσ. ιερεύς (Βλ. Καδάς, Προσκυν. σ. 298). Βλ. πάντως και Psalt., Gramm. 2. Τ. μιαρεύς στο Steph., Θησ. Η λ. και στο Du Cange.
Ειδωλολάτρης ιερέας: έναι το μοναστήριον του προφήτου Ηλιού, εκεί όπου έσφαζε τους μιερείς της αισχύνης Προσκυν. Κουτλ. 156 8322.
μοίρα- η, Βέλθ. 36, Χρον. Μορ. H 1859, 4004, Σαχλ., Αφήγ. 197 δις, 198, Λίβ. Esc. 3476, Φαλιέρ., Ιστ.2 96, 111, 152, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 124, 152, Πανώρ. Α΄ 93, 182, 191, Ερωφ. Α΄ 59, Β΄ 79 δις, Δ΄ 5, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 23, 65, Δ΄ 1241, Στάθ. (Martini) Β΄ 33, Γ΄ 389, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 18.
Το αρχ. ουσ. μοίρα. Η λ. και σήμ.
1) Τμήμα, μέρος (ενός συνόλου) α1) (προκ. για πράγμα): Rechenb. (Vog.) 261, Καραβ. 49321, Φαλιέρ., Ιστ.2 362· α2) ποσοστό, φόρος που αναλογεί σε κάπ.: είμεθα κρατημένοι εγώ και ο Ιωάννης να το πλερώνομεν (ενν. το οσπίτιν), εγώ τας δύο μοίρας και ο Ιωάννης την μίαν Διαθ. Ακοτ. 147· β) (προκ. για πρόσ.): Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 232, Φλώρ. 1604, Χούμνου, Κοσμογ. 1567. 2) Μερίδιο (που ανήκει σε κάπ.), μερτικό, κλήρος: Ασσίζ. 1291, Rechenb. (Vog.) 3214, Νεκρολ. φ. 150v, Χρον. Μορ. P 7237· Έρχου, καλεί σε ο Θεός στην γην τσ’ Επαγγελίας,| αυτήν την ποιαν εδιάλεξεν ο Νώες διά μοίραν,| την επαρέδωκεν του Σημ και ξένοι την επήραν Χούμνου, Κοσμογ. 647. 3) α) Μοίρα, τύχη, πεπρωμένο: Ζήν. Β΄ 33, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 678, Φαλιέρ., Ιστ.2 133· ποτέ ο Ρωτόκριτος δε θε να τραγουδήσει| στο φανερό, να τονε δει κιανείς να τον γνωρίσει,| και δυσκολέψει η μοίρα του με τους σκοπούς ομάδι| και χάσει την παρηγοριάν οπού ʼχε πάσα βράδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 481· β) (ως προσωποπ.): Φαλιέρ., Ιστ.2 31, Φαλιέρ., Ενύπν.2 58, Ερωφ. Ε΄ 485, 487· γ) καλή τύχη (σε κατάρα, απευχή): Εγώ ζιμιό τον έμπασα κι ομπρός του τον επήρα| κι αυτός, οπού να δώσει ο θεός ποτέ του να ’βρει μοίρα (παραλ. 1 στ.), το στόμα του κι η γλώσσα του αρχίσασι να λέσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [440]· δ) θάνατος: Βεντράμ., Φιλ. 226. 4) (Προκ. για το Θεό) ουσία, υπόσταση: αν φάτε εκ τον καρπόν <εκείνον του Υψίστου>,| γίνεστε πάραυτα θεοί της μοίρας της δικής του Πικατ. 476. 5) Δωρεά, χάρισμα: πολλά επήρες| από τον ύψιστον Θεόν, πολλά μεγάλες μοίρες Ιστ. Βλαχ. 1380· Να πολυευχαριστήσομεν το όνομα του Υψίστου,| να αξιωθούμεν και ημείς της μοίρας της δικής του Σκλάβ. 246. Εκφρ. 1) Για ή διά (την) μοίραν του Θεού = για τ’ όνομα του Θεού!: Σώπα, για μοίραν του Θεού, μηδέ με κριτηριάζεις Φαλιέρ., Ιστ.2 545· Λέγει (ενν. ο αρχάγγελος) του Σηθ: «Παράκυψε κι ιδέ από την θύραν| και βλέπεσαι μηδέν εμπείς, διά του Θεού την μοίραν» Χούμνου, Κοσμογ. 332. 2) Δίκαιη μοίρα = δικαιοσύνη: Το δε ρεάμι ʼπόμεινε στου Σπάνια τας χείρας,| γιατί κείνου ανίμενε διά δίκαιας μοίρας Κορων., Μπούας 64. 3) Μοίρα της ατυχίας = ατυχία (Η χρ. της λ. με γεν. ουσ. ήδη αρχ.· L‑S, λ. μοίρα V): Πάλιν σ’ εμέναν έφτασεν της ατυχίας η μοίρα Φλώρ. 998· Υιέ μου, τον εστοίχισεν της ατυχίας η μοίρα Φλώρ. 1109. 4) Μοίρα των επτωχών = πτωχοί: Άντικρυς δε εξ αυτού θεωρείς μίαν θύραν,| ο Κωνσταντίνος έκτισεν στων επτωχών τη μοίραν Προσκυν. Ιβ. 845 228285. Φρ. 1) Δίνω μοίραν = μοιράζω· (εδώ χρον.) περνώ ένα χρονικό διάστημα: αν είσαι αναβολάρης και έρχεσαι με τον νότον και θέλεις ότι να σταθείς να δώσεις την νύκταν μοίραν, κοστάριζε τέρα τέρα τέταρτον πλωρήσιν και μηδέν φοβάσαι Πορτολ. A 3912. 2) Δίνω του Χριστού την μοίρα = κάνω ελεημοσύνη: Αμέ κατά το έχει σου δώσ’ του Χριστού την μοίρα,| να παν ομπρός τα δώρα σου ν’ ανοίξουσι την θύρα Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 323. 3) Έχω μοίρα = είμαι τυχερός: στην Αξά εγεννήθηκα κι οι Τούρκοι εκεί μ’ επήρα| κι εις ξενιτιά επουλήθηκα, γιατί δεν είχα μοίρα Κατζ. Ε΄ 226. 4) Έχω μοίραν εκ κάπ. = ανήκω σε …: Απάρτι εκ τους δυστυχείς μοίραν ουκ έχεις, ξένε Λόγ. παρηγ. L 411. 5) Έχω μοίρα εις ή σε κάπ. = σχετίζομαι, συνδέομαι, είμαι οικείος με κάπ.: στείλε τη χάρη σου σ’ εμάς, αγιότατη Μαρία,| να ʼχομε μοίρα εις εσέ ως μάννα στα παιδία Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 10· να ʼχεις εσύ (ενν. αγιότατη Μαρία) μοίρα σ’ εμάς κι εμείς σ’ εσέ μοιράδι,| τα τέκνα με τη μάννα ντως να στέκουσι ομάδι Π. Ν. Διαθ. φ. 336β 13· θέλω πειραχθήν πολλά εις τον Θεόν σωτήρα| και ουδεποσώς με θε δεκτήν σ’ αυτούνον να ʼχω μοίρα Χούμνου, Κοσμογ. 278. 6) Λαμβάνω θανατηφόρον μοίραν = θανατώνομαι, πεθαίνω: πόλεμον τους δώκασι και από σπαθιού τους πήραν| κι άπαντες τότ’ ελάβασι θανατηφόρον μοίραν Κορων., Μπούας 102. Η αιτιατ. επιρρ. = κατά ένα μέρος: εκείνοι οπού επεράσασιν και αφήκασι τον βιόν των| μοίραν εις χέρια εδικού, μοίραν εις χέρια φίλου Ρίμ. θαν. 13.
μολύβδι- το, Προσκυν. Ιβ. 845 2531225.
Το ουσ. μολύβδιον, που απ. στον Ιπποκράτη.
α) Το μέταλλο μόλυβδος, μολύβι: το μάλαμα και το ασήμι, το χάρκωμα, το σίδερο, τον κασσίδερο και το μολύβδι Πεντ. Αρ. XXXI 22· β) (ως μέσο μαντικής· βλ ά. μολύβι 1 δ): Είτινες υπάγουν … να τους χύσει κερί ο μάντης ή μολύβδι, χρόνους έξι μη κοινωνήσουν Μαλαξός, Νομοκ. 417.
μολυβδοσκεπαστόμορφος,- επίθ., Προσκυν. Ιβ. 845 511, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 460· μολυβοσκεπαστόμορφος.
Από τα επίθ. μολυβδοσκέπαστος και όμορφος. Ο τ. με α’ συνθ. το επίθ. μολυβοσκέπαστος.
Που είναι όμορφος και καλυμμένος με μόλυβδο: ανατολάς ευρίσκεται (ενν. ο ναός) με τούρλαν λεπτοτάτην,| μολυβδοσκεπαστόμορφην, καλήν, ωραιοτάτην Προσκυν. Ιβ. 535 504· Θαρρώ εις τόπους περισσούς να μην ευρίσκετ’ άλλος (ενν. ναός)| μέγας, πλατύς, ευμήκιστος, λεπτοτεχνουργημένος,| μολυβοσκεπαστόμορφος, βασιλικά κτισμένος Παϊσ., Ιστ. Σινά 368.
μολυβδοσκέπαστος,- επίθ., Προσκυν. Ιβ. 845 521, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 470· μολυβοσκέπαστος, Προσκυν. Κουτλ. 156 782-3, 8014, 8336, Προσκυν. Ολυμπ. 177 8634, Προσκυν. Λαύρ. 874 9523, 999, Προσκυν. Κουτλ. 390 13822, Προσκυν. Μπεν. 54 15432, Προσκυν. α′ 1122, 11813, κ.α.
Από το ουσ. μολύβδι και το ρηματ. επίθ. σκεπαστό. Ο τ. (με α’ συνθ. το ουσ. μολύβι) απ. στο Du Cange (λ. μόλυβος) και στο Steph., Θησ. Η λ. στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ.
Που είναι σκεπασμένος με μόλυβδο: η εκκλησία της αγίας Σιών είναι μολυβοσκέπαστη τούρλα ωραιοτάτη Προσκυν. Κουτλ. 390 14023· Θαυμασιότατος ναός είναι και ούτος πάνυ,| μολυβδοσκέπαστος, καλός, βροχή δεν τονε πιάνει Προσκυν. Ιβ. 535 514.
μονάστρια- η, Ταμυρλ. 57, Δούκ. 37133, 3731 Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 252, Προσκυν. Ιβ. 845 461, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 410, Μαλαξός, Νομοκ. 223.
Από το ουσ. μοναστής και την κατάλ. ‑τρια. Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.).
1) Μοναχή, καλόγρια: μοναζουσών δε σκήνωμα υπάρχει των απόρων,| εκείσε γαρ μονάστριαι είκοσι κατοικούσι Παϊσ., Ιστ. Σινά 2177· Ο αρπάζων μονάστριαν ... ρινοκοπείσθω Μαλαξός, Νομοκ. 352. 2) ? Παρθένος: γεννάται (ενν. ο Μεσσίας = ο Αντίχριστος) εκ μαινάδος,| τάχατε εκ μοναστρίας| μιαράς, εσπιλωμένης Λέοντ., Αίν. V 8.
μορφώνω,- Διγ. (Trapp) Gr. 2380, Προσκυν. Ιβ. 535 1075, Προσκυν. Ιβ. 845 1104.
Το αρχ. μορφόω. Η λ. στο Meursius και σήμ.
I. (Ενεργ.) α) δίνω (άλλη) μορφή, μεταμορφώνω: και ως εκείσε έβρεχε τους πάδας τερπομένη,| δράκων μορφώσας εαυτόν εις ευειδή παιδίον| προς ταύτην παρεγένετο βουλόμενος πλανήσαι Διγ. Z 2813· β) (σε ιδιάζ. χρ. προκ. για το φως): Εχάραξεν η ανατολή, εσίμωσεν η μέρα,| έλαμψεν και εμόρφωσεν το φως το του ηλίου Φλώρ. 34. IΙ. Μέσ. 1) Παίρνω (άλλη) μορφή, μεταμορφώνομαι: ο αρχιστράτηγος στ’ ανθρώπου την νεότην| μορφώθην κι εκατάβαλεν εκείνον τον προδότην Αχέλ. 2425· εκείνος ο παράνομος ως δράκος εμορφώθη,| έδειξε δράκου σχήματα Θρ. Κων/π. διάλ. 84· (προκ. για το Χριστό): Εκείθεν το Θαβώριον, εν ῳ Χριστός εμορφώθη Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 1005. 2) Αλλάζω (όψη), μεταβάλλομαι, διαμορφώνομαι σε …: Πολλοί τινές γαρ εξ ημών υπάν στην εκκλησίαν| με μορφωμένον (έκδ. μ’ εμμορφωμένον· διορθώσ.) πρόσωπον τάχα της ευσεβείας Φυσιολ. (Legr.) 453.
μοσχομυρίζω,- Διγ. (Trapp) Gr. 587, Ερωτοπ. 664, Αχιλλ. N 1587, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 137v, Βυζ. Ιλιάδ. 744, Προσκυν. Ιβ. 535 203596, Προσκυν. Ιβ. 845 236601, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 272542· μοσκομυρίζω, Ερωφ. Α΄ 323, Ιντ. β΄ 76, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 148, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [255], Β΄ [248]· μουσκομυρίζω.
Από το ουσ. μόσχος και το μυρίζω. Πβ. Λορεντζ., Αθ. 25, 1913, 215. Ο τ. μοσκομυρίζω στο Somav. και σήμ. Ο τ. μουσκομυρίζω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 668) και στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μοσκομυρίζω).
Μυρίζω ωραία, ευωδιάζω: τα φυλλαράκια αρχίζου| να πυκνοπρασινίζουσι και να μοσκομυρίζου Ερωφ. Α΄ 344· από τα κρέατα μοσχομυρίζει τσίκνα Προδρ. IV 132 χφ g κριτ. υπ. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = ευωδιαστός: τα φύλλα τση (ενν. της Δάφνης) τα μοσκομυρισμένα| στην κεφαλή μου εγγίξασι Γύπ. Πρόλ. Διός 81· τούτος ο ρηγόπουλος, όχι άλλος, να σου μέλλει·| να παντρευτείς, να τιμηθείς σαν καταπώς σου πρέπει (παραλ. 1 στ.)· ν’ αφήσεις χόρτα βρομερά κι ανθό φαρμακεμένο,| να πάρεις ρόδον όμορφο και μοσκομυρισμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 448· λουκάνικα κι απάκια κρεμασμένα| και σαλτιτσούνια θαυμαστά και μοσκομυρισμένα Στάθ. (Martini) Α΄ 106· Τούτα τα μήλα τά θωρείς, ψυχούλα μου, κρυμμένα| μέσα ’δεπά στα στήθη σου τα μοσκομυρισμένα Φαλιέρ., Ιστ.2 616· στόμα μου νοστιμότατο και μοσκομυρισμένο,| βρύση ολωνώ των αρετώ, ζαχαροζυμωμένο Ερωφ. Ε΄ 457· Ω κόρη ευμορφότατη και μοσχομυρισμένη,| οπού η φύσις σ’ έκαμεν να είσαι πλουμισμένη Διγ. O 1751· των αγίων τα λείψανα τα μοσχομυρισμένα| να καίουν (ενν. οι Τούρκοι), ν’ αφανίζουσιν, στη θάλασσα να ρίπτουν Ανακάλ. 67· (προκ. για τόπο): Ευρέθη εις την μέσην τους ένα παλληκαράκι,| ήτουν από την Κύπρον μας την μουσκομυρισμένην Άσμα Μάλτ. 44.
μπέης- ο, Byz. Kleinchron. Α΄ 4073, 53115, Προσκυν. Ιβ. 535 202568, Προσκυν. Ιβ. 845 236573, Χρον. σουλτ. 285, 406, 6511, Δωρ. Μον. XX, Λεηλ. Παροικ. 65, 211, 294, Διακρούσ. 8028, 8510, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15218, 15510, 4635, 5072, κ.α.· μπέγης, Αιτωλ., Βοηβ. 299, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 30v, 52r, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26128· πέης, Byz. Kleinchron. Α΄ 56213.
Το τουρκ. bey. Ο τ. μπέγης, από το παλαιότ. τουρκ. beğ, σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972/3, 213, Νικολόπουλος - Οικονομίδης, Σύμμ. 1, 1966, 285, 311, Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 57, 85, 92, 237, κ.α.) και στο Μακρυγιάννη (Κυριαζίδης Ν., Λεξ. Μακρυγ.). Ο τ. πέης σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ό.π. 113, 117) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.) με άλλη σημασ. Η λ. στο Du Cange (λ. μπέϊς), σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ό.π. 29, 51, 121, 123, 266, κ.α., Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 12, 1965, 79, Νικολόπουλος - Οικονομίδης, ό.π. 285), στο Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 575 και σήμ. Για τη λ. και τους τ. βλ. και Mor., Byzantinot. Β΄ 250, λ. πέκης).
Τιμητικός τίτλος για αξιωματούχους της οθωμανικής αυτοκρατορίας (Για το πράγμα βλ. και Δημητριάδη, Εβλ. Τσελ. 69): Εγώ ο μέγας αυθέντης και μέγας αμιράς σουλτάνος ο Μεχμέτ μπέης, ο υιός του μεγάλου αυθέντου και μεγάλου αμιρά σουλτάνου τον Μουράτ μπέη Επιστ. Μωάμ. 6622-3· Ο δε Νικόλαος, αφού έλαβε την αξίαν και έγινε μπέης, δεν έπαυε καθεκάστην ημέραν να γυμνάζει τους στρατιώτας του Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 16124· Πώς ο καπετάν πασιάς εις αδυναμίαν μεγάλην ήλθε και εσύναξε τους μπέηδες να συμβουλευθεί ότι με ποίαν τέχνην να κάμει να νικήσει Διακρούσ. 852.
μπήγω,- Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1483, Λίβ. Esc. 4012, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 428, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [170], Πανώρ. Γ΄ 374, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Ζ΄ 19, Θ΄ 370, Πιστ. βοσκ. III 9, 53, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 446, Δ΄ 1159, κ.α.· εμπήγω, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 264266, Προσκυν. Κουτλ. 390 13240· μπήζω, Κορων., Μπούας 123· μπήσσω, Ερωφ. Β΄ 158 κριτ. υπ.· μπήχνω· μπήχτω, Ερωτόκρ. Δ΄ 1159· σμπήγω, Ερωφ. Β΄ 158 κριτ. υπ.· σπήγω, Προδρ. IV 130α χφφ CAS κριτ. υπ.· αόρ. έμπησα, Αχέλ. 669· προστ. έμπηξον· μτχ. παθητ. παρκ. μπημένος, Κορων., Μπούας 80, Αχέλ. 689· πηγμένος, Προσκυν. Ιβ. 535 195, Παϊσ., Ιστ. Σινά 609· αόρ. έπηξα, μτχ. πήξας και παθητ. παγείς (από το αρχ. πήγνυμι), Προδρ. III 165 χφ g κριτ. υπ., Αχιλλ. O 437, Προσκυν. Ιβ. 535 18821, Προσκυν. Ιβ. 845 22119, Διγ. Άνδρ. 36821, Καλλίμ. 273, 2532, Διγ. (Trapp) Gr. 2009, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Δ΄ 117.
Από τον αόρ. έμπηξα < ενέπηξα του αρχ. εμπήγνυμι (Ανδρ., Λεξ.). Για τον τ. εμπήγω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 219-220. Τ. εμπήχνω στο Somav. (λ. μπήχνω). Ο τ. μπήσσω πιθ. από το μτγν. πήσσω. Τ. μπήχνω, για το σχηματ. του οποίου βλ. Χατζιδ., ό.π. 291, στο Βλάχ. και σήμ. Για τον τ. μπήχτω, που απ. και σήμ., βλ. Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 621] και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 196. Για το σχηματ. των τ. σμπήγω και σπήγω βλ. Ανδρ., Λεξ., λ. σ‑ προθετικό. Η μτχ. μπημένος στο Βλάχ. Η μτχ. πηγμένος στο Meursius, όπου και μτχ. εμπημένος (λ. εμπιμένος). Τ. μπήω σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 324) και τ. σπήω στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Du Cange (λ. μπήγνειν) και σήμ.
I. Ενεργ. 1) α) Μπήγω, στερεώνω κ. (στο έδαφος ή σε στερεό σώμα): τον μεν ίππον έδησα εις του δένδρου τον κλώνον,| το δε κοντάριν έπηξα εις την αυτού τε ρίζαν Διγ. Z 2507· αυτού είναι η αγία τρύπα, όπου έμπηξαν τον Σταυρόν οι άνομοι Εβραίοι Προσκυν. α′ 11516· παλούκια πλήθος έμπηξε τριγύροθεν της τέντας Αργυρ., Βάρν. K 313· Γείτοναν έχω κοσκινάν ... | απ’ αυτούς οπού μπήγουσιν κατά κάμπου ματσούκαν Προδρ. IV 130α χφ g κριτ. υπ. έτσε να σε αρπάξω,| να μπήξω το κοντάρι μου στο κάστρον να πηδήσω Αχιλλ. L 655· Τότε γράφουν έναν κακόν χαρτίν και βάλλουν το εις την μούττην τον κονταρίου και εμπήγουν το εις τον λιμνιώναν της Αλεξάνδρας Μαχ. 2826· Χοίρου αφόδευμα έμπηξαν εις καλάμιν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 6111· αγριόχοιρους ήθελα θανατώνει, |να μπήσσω το κεφάλι τως επάνω εις το βερτόνι Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 470· (εδώ για διαπόμπευση ύστερα από αποκεφαλισμό): ειδέ απετύχει το αίνιγμα και τα ρωτήματά του,| να μπήγουν το κεφάλιν του απάνω εις προχώνια Απολλών. 47· ειδέ κι ουδέν δύνασαι να είπεις την αλήθειαν, |να μπήξω το κεφάλιν σου απάνω εις το κάστρον Απολλών. 71· απήν με βασανίσουσιν και τυραννίσουσίν με,| να κόψουν το κεφάλιν μου, να μπήξουν εις κοντάριν Ανακάλ. 53· β) (για μέρος του σώματος) μπήγω· χώνω με ορμή ή βίαια: αναγέμισον τον αυτόν όνυχα μετά του αίματος και έμπηξον εις τον τόπον εξ ου εξέβη Ορνεοσ. αγρ. 55629· Ο Τρωγλοδύτης έπειτα έμπηξε το κοντάρι στο στήθος τον Πηλείονος Ζήνου, Βατραχ. 341· Ατός μου με τα χέρια μου μαχαίριν είχα πάρει| να εμπήξω εις την καρδίαν μου, να σέβω εις τον Άδην Ιμπ. 144· τη μούρην του προς τση καρδιάς τα μέρη| μπήχνει κι αυτό (ενν. το περιστέρι) και σφάζεται για τ’ ακριβόν του ταίρι Ερωφ. Β΄ 158· γ) (σε συνεκδ. χρ.): δόλιον μαχαίριν δίστομον εξανασπά εκ της ζώνης,| τον Αχιλλέα εκ πλευρού σφαγέντα τον εμπήγει| ο Πάρης Βυζ. Ιλιάδ. 984· δ) (εδώ σε σεξουαλικό υπονοούμενο· βλ. και Vincent [Φορτουν. σ. 179]): Tω σκολάρων του τον κώλο, λέει, θ’ ανοίξει| και πως μια κουρατόρικη μέσα θε να τως μπήξει Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 308· ε) (σε μεταφ.): Τέσσαρους πάλους έμπηξαν απάνου στην καρδιά μου Εκατόλ. M 6830. 2) Στήνω: Εισελθών δε εν τῳ λιμένι και τένταν πήξαντες εν τη ξηρᾴ εξήλθε Δούκ. 4177· και πεσώννοντα εις την φούρκαν των κονταρίων, τήν έμπηξεν ο αυτός Τιπάτ Μαχ. 5763· κατελθών ουν εν τῃ γῃ και πήξας κλίμακα και κατοικίαν τινά σκευασάμενος ῴκησεν εκείσε Εξήγ. πέτρ. 274. 3) Φυτεύω: ρουκανοτέκτων| ερουκανοετούρνευσεν, σταθμίσας έπηξέν τα (ενν. τα δένδρη) Βέλθ. 290. 4) (Προκ. για ρούχα) στερεώνω, «πιάνω»: τις Ακρίτης …| … τας ποδέας του να έμπηξε, να επήρε το ραβδίν του| και να τους εσυνέτριψεν τους παλαμναίους μίσσους! Προδρ. III 165· Μπήξε το κονταράκιν σου στης φοινικέας την ρίζαν| και μπήξε και τα ρούχα σου ομπρός στο μπροστοκούρβιν Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 51· επέζευσε και λύει το ζωνάριν,| εκδύει το υπολούρικον ...| και τας ποδέας οχυρώς πήξας εις το ζωνάριν Διγ. (Trapp) Gr. 1067. 5) Καρφώνω: ούτε καρφίν ηγόρασας να εμπήξεις εις σανίδιν Προδρ. I 87· καρφιά μπηγμένα εις την γην Προσκυν. α′ 1174. 6) α) Χώνω, βάζω κ. πολύ κοντά σε κ. άλλο: ωσάν εσίμωσε, έμπηξε την κεφαλήν του μπροστά εις τα ποδάρια τον αγίου Ροδινός (Βαλ.) 233· β) (εδώ) χαμηλώνω, σκύβω: εμούλωσε (ενν. η Αρετή) την κεφαλή, στα χαμηλά τη μπήχνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1524. 7) Χώνω κάπ. κάπου βίαια: Τραβίζοντάς σε οχ τα μαλλιά εκεί (ενν. στο σπήλιο) θε να σε μπήξω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1161]. 8) Ράβω (κ. διακοσμητικό πάνω σε ύφασμα): Η δε τραχηλία του έγεμεν άμπαριν και μόσχον και ήσαν εμπηγμένα εις αυτήν μαργαριτάρια Διγ. Άνδρ. 3475. 9) (Μεταφ. για γνώσεις) διδάσκω, μεταδίδω με το ζόρι: Δάσκαλε τη latinità ...| κάτεχε τω σκολάρω σου ... να τως τηνε μπήχνεις| στον ομυαλό Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 224. IΙ. Μέσ. 1) Είμαι χωμένος, κείμαι: ο άγιος λίθος είναι πηγμένος κάτω εις την γην και φαίνεται απέξω όσον μίαν πιθαμήν Προσκυν. Κουτλ. 390 12712. 2) Σφηνώνομαι: Λύκος κομμάτι κόκκαλον είχεν εις τον λαιμόν του (παραλ. 1 στ.). Ότι εμπήχθηκε κακά δεν είχε τι να ποίσει Αιτωλ., Μύθ. 1433.
μύλος- ο, Προδρ. II Η 26b, III 108 χφ g κριτ. υπ., Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 784, Σαχλ. N 238, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 253, Σαχλ., Αφήγ. 155, Χρον. Τόκκων 555, Σφρ., Χρον. μ. 13221-2, Πεντ. Έξ. XI 5, Πορτολ. A 1512, 20818, 33631, Ιστ. πατρ. 1808, Μηλ., Οδοιπ. 640, Διήγ. πανωφ. 55, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 310, Δ΄ 351, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25511, κ.α.
Η λ. στον Ιπποκράτη και σήμ.
1) α) Μηχανή που αλέθει κόκκους, κυρ. σιτάρι, και αποτελείται από δύο λίθινους κυλίνδρους, μύλος: ο πεινασμένος ... την πίταν ενθυμάται,| ο μυλωνάς τον μύλον του, ο γεωργός τ’ αλώνι Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 9· ολοστρόγγυλος (ενν. ο βασιλίσκος) σαν μύλος που αλέθει Φυσιολ. (Legr.) 158· ύδωρ δε καταβαίνει,| όθεν και μύλοι ήλεθον κι εις τούτους αναβαίνει Προσκυν. Ιβ. 845 2471011· η τύχη ... (παραλ. 1 στ.) γυρίζει τόσα τον τροχόν σαν μύλον| και ρίχνει εις δυστυχιάν πάσα φιλιάν της Κυπρ. ερωτ. 1543· β) (ειδικ.) η κάτω μυλόπετρα: να μη σημαδέψει μύλον και απανωμύλη, ότι ψυχή αυτός σημαδεύγει Πεντ. Δευτ. XXIV 6. 2) Το κτήριο όπου στεγάζεται και λειτουργεί ο μύλος· μύλος: Κάτωθεν δε της εκκλησιάς μύλος ήταν βαλμένος,| εις τόπον τε ευρύχωρον εκεί ’τον εκτισμένος Προσκυν. Ιβ. 535 210857· περί τους μύλους αυτής σκηνώσαντες εκείσε Σφρ., Χρον. μ. 2432. 3) (Συνεκδ.) πιθ. μηχάνημα άντλησης και μεταφοράς νερού (Η χρ. και σήμ.): Στη μέσην του περιβολιού είχε νερά με μύλο,| απάνου ήτον το λουτρόν κτισμένο με τον θόλον Δεφ., Σωσ. (1569) [53]. — Η λ. και ως τοπων. (στον εν. και πληθ.): Σπανός (Eideneier) Α 465, Μαχ. 10434, 1145, 13217, Πορτολ. A 20026, κ.α.
μωσιοχρύσαφον- το, Προσκυν. Ιβ. 535 432.
Από τα ουσ. μωσίον και χρυσάφι(ον).
Ψηφιδωτό με χρυσές ψηφίδες: Εκεί εστί κουβούκλιον στρογγυλοκαμωμένον,| μετά μωσιοχρύσαφον είναι ιστορισμένον Προσκυν. Ιβ. 845 445.
νεραντζέα- η, Καλλίμ. 1744, 1752· νεραντζά, Προσκυν. Ιβ. 535 667, 810, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 614, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1702 κριτ. υπ., Παϊσ., Ιστ. Σινά (Βογιατζ.) 1496· νεραντζία, Προσκυν. Ιβ. 535 219· νεραντζιά, Προσκυν. Ιβ. 845 672, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1702 (έκδ. νερατζιά· διορθώσ. κατά το κριτ. υπ. )· νερατζά, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Βογιατζ.) 1702, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 172· νερατζιά, Ερωτοπ. 348.
Από το ουσ. νεράντζιον και την κατάλ. ‑έα. Ο τ. νεραντζιά στο Somav. και σήμ. Ο τ. νερατζά και σήμ. στην Κρήτη (Βλ. Φραγκάκι, Ορολογ. φυτ. 151), όπου και ο τ. νερατζιά (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄, λ. νεραgιά). Τ. νερατζέα και σήμ. στη Μάνη (Βλ. Βαγιακ., Πρακτ. Β′ Συμπ. Γλωσσολ. Bορειοελλ. Χώρου 15). Η λ. στο Meursius (λ. νεράντζιον).
Νεραντζιά: Ω νεραντζιά με τον καρπόν και λεμονιά με τ’ άνθη Ch. pop. 815. — Τ. νερατζία ως τοπων.: Byz. Kleinchron. A΄ 6663.
νεστόριος- ο, Ασσίζ. 87, 5715,19, Προσκυν. Ιβ. 535, 111, 440, Προσκυν. Ιβ. 845 449, κ.α.· νεστούρης, Ασσίζ. 25323, 30621-2, 24, 3073-4 (γεν. Νεστούρου), 3075, 6, 8, 48325, Μαχ. 841· νεστούριος, Ασσίζ. 2314, 2341, 30628, 3079,10, 49319· νιστούριος, Ασσίζ. 5720-1· νουστούρης, Ασσίζ. 5717· πληθ. νεστορίοι, Ασσίζ. 24217· νεστούροι, Ασσίζ. 30625, 3071.
Το κύρ. όν. Νεστόριος ως ουσ.
Οπαδός της αίρεσης του Νεστορίου, νεστοριανός: υποκάτωθεν αυτού (ενν. του Γολγοθά) τυγχάνουν εκκλησίαι,| νεστόριοι, Χαμπέσιοι, ομοίως και οι Κόπται Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 400.
νοσοκομείον- το, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 775, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 145, Χριστ. διδασκ. 463.
Από το ουσ. νοσοκόμος και την κατάλ. ‑είον (Ανδρ., Λεξ.). Τ. μεσοκομείο στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ. στη λ.). Η λ., που απ. στον Ιουστινιάνειο κώδ. και τη Σούδα (L‑S), και σήμ. στον τ. νοσοκομείο.
1) Νοσοκομείο (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β΄ 141-7): κάμε νοσοκομεία, να εξαρρωσταίνουσιν όσοι πτωχοί προσκυνητάδες αρρωστήσουσιν από την ταλαιπωρίαν του δρόμου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 144. 2) Μοναστηριακό αναρρωτήριο (Για το πράγμα βλ. Λαμψ., ΕΕΒΣ 13, 1937, 391 και Κουκ., ό.π.): Ομοίως και εις τα έξωθεν επί νοσοκομείου| άνωθεν κείται το κελί Σάββα τε του αγίου Προσκυν. Ιβ. 845 858.
νωπός,- επίθ.
Από το αρχ. επίθ. νέος και την κατάλ. ‑ωπός (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. στο Du Cange (λ. νοπός) και σήμ.
1) α) Φρέσκος: αβγόν νωπόν Σταφ., Ιατροσ. 8211-212· β) (προκ. για καρπό) φρεσκοκομμένος: σύκα καλά να κόψουσιν νωπά διά να φάσιν Προσκυν. Ιβ. 845 1317· τα βυζία της πρόσκυπτα ωσάν τα νωπά τα μήλα Διγ. Άνδρ. 3963. 2) (Προκ. για θεμέλια) που δεν έχουν στεγνώσει, αποξηρανθεί εντελώς: από τον βάρον ετινάκτησαν τα θεμέλια οπού ήσαν ακόμη νωπά και εβλάπτη ο τούρλος και έπεσεν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15921. 3) (Προκ. για στράτευμα) που στρατολογήθηκε πρόσφατα, νέος: Πλην μ’ όλ’ αυτά που ʼτον νωπά φουσσάτ’ αναπαμένα,| ακούραστα …| … ηθέλησεν (ενν. ο Μιχαήλ) …| … τον πόλεμον να πιάσει Παλαμήδ., Βοηβ. 1035.
ξηροφαγία- η, Προδρ. (Eideneier) II 19-3 χφ Η κριτ. υπ., IV 330-2 χφ Ρ κριτ. υπ., 331, 333 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Προσκυν. Ιβ. 535 189, Προσκυν. Ιβ. 845 209· ξεροφαγία.
Το μτγν. ουσ. ξηροφαγία. Τ. ξεροφαγιά στο Somav. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ́ 180). Τ. ξεροφαΐα στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ξεροφαγία) και ξηρουφαγιά στην Ίμβρο (Ξεινός, Γλωσσ. Ίμβρου 117). Ο τ. και η λ. και σήμ.
Το να τρώει κανείς ξηρά τροφή χωρίς προσφάι· (εδώ προκ. για νηστεία): Ο μοιχός ομοίως χρόνους ιέ́ έσται ακοινώνητος, ημείς δέ εκκόπτομεν του πάθους χρόνους ζ́ και καθ’ εκάστην ξηροφαγίαν έω<ς> θ́ Κανον. διατ. (Χριστοδούλου) Ά́ 705· οι οδόντες εσπαράχθησαν εκ τας ξηροφαγίας Προδρ. (Eideneier) IV 631· (εδώ ειρων.): Τετράδα και Παρασκευήν ξεροφαγία όλως,| ιχθύν γαρ ουκ εσθίουσιν, άναξ, ποσώς εν ταύταις,| ειμή ψωμίτσιν και σταχούς Προδρ. (Eideneier) IV 317 χφ Κ κριτ. υπ.· φρ. γίνεται ή κάμνω ή ποιώ ξηροφαγία = τρώγω ξηρά τροφή· νηστεύω: αρχίζουσι και τρώσιν,| ξηροφαγία γίνεται με τα παξιμαδία Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 151· γέροντες που …| … νηστεύγασι ψωμί, κρασί και λάδι| κι ενήστευγαν κι εκάμνασι κι οι δυο ξεροφαγία Δεφ., Σωσ. 295· ποιούν (ενν. οι μοιχοί) ξηροφαγίαν μετά την ενάτην και μετανοίας διακοσίας πενήντα Μαλαξός, Νομοκ. 351.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το· Προσκυν. Κουτλ. 390 12814· μεσημέρι, Ιατροσ. 2065-6, Χρον. Μορ. H 2287, Ερωτοπ. 90, Byz. Kleinchron. Α΄ 27632, 6685, Κορων., Μπούας 49, Πεντ. Δευτ. XXVIII 29, Πανώρ. Γ΄ 475, Ερωφ. Α΄ 6, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1714, Β΄ 1918, Δ΄ 1437, Στάθ. (Martini) Β΄ 231, Διήγ. πανωφ. 56, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1060], Β΄ [1040], Ζήν. Πρόλ. 48, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15726, 20824, 24515, 5532· μεσημέριν, Καλλίμ. 2003, Ερωτοπ. 219, 682, Αχιλλ. L 512, 1072, 1140, Ιμπ. 514, Πορτολ. A 310, Θρ. Κύπρ. M 8, 36, 571, Ερωφ. Β΄ 326· μεσομέρι(ν), Ασσίζ. 2152, 4512, Μαχ. 63431, 65418-9, 20, Byz. Kleinchron. Α΄ 2108, Κυπρ. ερωτ. 616, Προσκυν. Ιβ. 845 517· μισομέρι, Προσκυν. Λαύρ. 874 9536.