Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 13 εγγραφές  [0-13]

  Βιβλ.αναφορά : Προσκυν. Ιεροσ.

  • καλογραία 
    η, Πωρικ. V 28, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 508, Τριβ., Ρε 368, Επιστ. Ηγουμ. 17554, Σεβήρ., Διαθ. 19056, Βακτ. αρχιερ. 136, 182· καλογρά, Απολλών. 798, Ιμπ. (Legr.) 651, Γαδ. διήγ. 151, Μ. Χρονογρ. 3412, Αλφ. 1917, 23, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 435, Επιστ. Ηγουμ. 17417, Αποκ. Θεοτ. II 223, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23414, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 437· πληθ. καλογράδες, Επιστ. Ηγουμ. 1743, Βλαστού, Επιστ. 1773, 4, Σεβήρ., Διαθ. 192113, 116, Βακτ. αρχιερ. 167, Διακρούσ. 9429, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21424, 23428, 4684, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 287, Προσκυν. Ιεροσ. 4034· καλόγρια, Σπαν. (Ζώρ.) V 528, Ελλην. νόμ. 53514· καλογριά, Ιμπ. 573, 579, 582, 611, 614, 687, 732, 846, Ανακάλ. 74, Αποκ. Θεοτ. I 196· πληθ. καλογριάδες, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 252, Βακτ. αρχιερ. 167· καλούγρια, Ασσίζ. 34710· κολογριά, Μαχ. 56630.
    Από το επίθ. καλός και το ουσ. γραία. Ο τ. καλογρά και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄. Ο τ. καλογριά και σήμ. Η λ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) Μοναχή: τους καλογέρους τούς πτωχούς και καλογριές αντάμα Θρ. Κύπρ. M 334· περί χειροτονήσεως επισκόπων, ότι πρώτον πρέπει να κάμει την γυναίκα του καλογραίαν Βακτ. αρχιερ. 185· αλλά φοραίνει ως καλογριά ράσα τετιμημένα Ιμπ. 581. 2) Είδος πτηνού, μελισσοφάγος: όψαροι, σπίνοι, κότσυφοι και γραία καλογραία Πουλολ. (Τσαβαρή) 505. Η λ. και ως τοπων.: Πορτολ. A 1096.
       
  • κεφάλαιο(ν)  
    το, Ασσίζ. 9419, 2624, Ελλην. νόμ. 52231, 53328, 5492, 56025, 5629, Διάτ. Κυπρ. 5058, 51219, Χρον. Μορ. H 2010, 6467, 6472, 8587, 8728, Βίος Αλ. 2533, Μαχ. 13431, Θρ. Κων/π. (Mich.) 66· κεφάλιο.
    Το αρχ. ουσ. κεφάλαιον (L‑S, λ. κεφάλαιος II). Η λ. και σήμ.
    1) α) Το κυριότερο, το σπουδαιότερο: Διγ. Άνδρ. 34114· (προκ. για κάστρο): ένι κάστρον (ενν. η Κόρινθος) φοβερόν ...·| ... ένι το κεφάλαιον όπερ γαρ αφεντεύει| όλην την Πελοπόννεσον Χρον. Μορ. H 1446· β) (προκ. για πόλη) πρωτεύουσα: των αγίων τόπων ... το κεφάλαιον είναι η αγία πόλις Ιερουσαλήμ Προσκυν. Ιεροσ. 39410. 2) Χρηματικό ποσό, εισφορά (Για τη σημασ. πβ. Νικήτ. Χων. 71218): Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 712, κριτ. υπ.· εκέρδισαν φλουριά γη΄. Ζητώ να μάθ(ω) πόσα έρχεται του καθενού το κέρδος. Τα τρία κεφάλαια συνάψας, άπερ εισίν α.β΄ Rechenb. 73. 3) α) Τμήμα (ολοκληρωμένο) λόγου, συμφωνίας, εγγράφου: Τες συμφωνίες εγράψασιν λεπτώς και τα κεφάλαια Χρον. Μορ. H 8576· να κράξουν κι ερωτήσουσιν τους αποκρισαρίους| να μάθωσιν κι ακούσωσιν όλα τους τα κεφάλαια Χρον. Μορ. H 6368· εγράψετε κεφάλαια άπρεπα Μαχ. 4819· ερωτάται ο άνθρωπος κεφάλαιον προς κεφάλαιον και γράφει ο νοτάριος Ελλην. νόμ. 57523· θέλω να δώσω οικειόχειρόν μου ανάθεσιν έχουσαν κεφάλαια ε΄ Σφρ., Χρον. μ. 8818· Έναν κεφάλαιο εγράψασιν στο προβελέντζι εκείνο Χρον. Μορ. H 8579· β) (προκ. για νόμο) άρθρο: συχνάκις να δημηγορώ, να δείχνω την αλήθειαν| με παραδείγματα σοφών και με κεφάλαια νόμων Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1223· δίκαιον ένι να ακούσετε και περί των παρακαταθηκών. Το αυτόν κεφάλαιον ένι νόμιμον λατίνικον Ασσίζ. 32912‑3. Εκφρ. εις το κεφάλιο = εξ ολοκλήρου: να ξεμολογηθούν το φταίσιμό τους ός έκαμαν και να στρέψει την αμαρτιά του εις το κεφάλιο του και το πέντατό του να προσμίξει απάνου του Πεντ. Αρ. V 7.
       
  • κλάπα  
    η.
    Το μτγν. ουσ. κλάπα (L‑S, λ. κλάπαι) <λατ. clava (Βλ. Ανδρ., Λεξ. —· για άλλες ετυμ. βλ. Βαγιακ., Αθ. 56, 1952, 15 σημ. 5). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Α΄ 175, Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ. 92, Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.) και τ. κλάππα στην Κύπρο (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 593).
    Ποδοκάκκη (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 234): Έξω δε του ναού είναι η κλάπα του Χριστού και λέγουσιν πως έβαλαν τους τιμίους αυτού πόδας Προσκυν. Ιεροσ. 3999.
       
  • κλωνάριον  
    το, Λίβ. P 2508, Αχιλλ. L 488, Προσκυν. Ιεροσ. 40611· κλωνάρι, Διγ. A 2543, Φαλιέρ., Ιστ.2 602, Θησ. Ζ΄ [574], Ch. pop. 400, Χούμνου, Κοσμογ. 160, 371, Δεφ., Λόγ. 367, Πεντ. Γέν. XL 10, Αιτωλ., Μύθ. 405, Ερωφ. Πρόλ. 105, Ε΄ 169, 354, Πιστ. βοσκ. V 6, 338, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 658, Β΄ 405, Θυσ.2 379, Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. [99], Α΄ [306, 1091], Δ΄ [347, 885], Ζήν. Πρόλ. 58, Β΄ 143, 249, Γ΄ 236· κλωνάριν, Λόγ. παρηγ. L 529, Λίβ. Sc. 2788, Λίβ. Esc. 2509.
    Από το ουσ. κλων και την κατάλ. ‑άριον. Η λ. Η λ. στο Μελιτηνιώτη (έκδ. Miller) 89, στα Γεωπονικά και σε Γλωσσάρ. (L‑S, λ. κλων). Ο τ. κλωνάρι και σήμ.
    1) Κλαδί: το σπαθί του εκρέμασεν εισέ δεντρού κλωνάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 810· εις τα κλωνάρια του έβλεπες να κάθονται πουλία Λίβ. Sc. 1368· της ψυχής μου είσαι κλωνάρι,| της καρδιάς μου αναδενδράδι Ch. pop. 169· Κλωνάρι πόθου εις την εμήν εφύτρωσε καρδίαν Λίβ. Esc. 3941. 2) Κλωνάρι στεφανιού (εδώ από χρυσό): των αγίων στέφανα με τα μαργαριτάρια| και με τ’ αργυροχρύσινα κυκλοφερή κλωνάρια Παϊσ., Ιστ. Σινά 666. 3) Γόνος (κυρίως ευγενούς καταγωγής), «βλαστάρι»: Ήρχισε κι εμεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι| κι επλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση και στη χάρη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 57· Το τέκνο του ..., το μοναχό κλωνάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 797· Τούτον τον νέον ήρωα, που ήτον χρυσό κλωνάρι (παραλ. 1 στ.), στον κόσμον εγεννήσασιν άρχοντες τιμημένοι Λίμπον. 99· ετούτα τ’ άξα σου παιδιά και φημιστά κλωνάρια Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [90]. 4) Παρακλάδι, παραπόταμος: κατάριζα του δενδρού πηγάδιν αναβλύζει| κι υπέκλυσεν τα τέσσερα του ποταμού κλωνάρια Διγ. (Trapp) Esc. 1622. 5) Απόληξη: από την ρίζαν του έβγαινε ένας μέγας στύλος ωσάν σεργούτσι καθολικό με τα κλωνάρια του Συναδ., Χρον. 32.
       
  • κοιλάς ‑δα  
    η, Προσκυν. Ιεροσ. 40533.
    Το αρχ. ουσ. κοιλάς. Η λ. και σήμ.
    Μικρή πεδιάδα που την κλείνουν βουνά, κοιλάδα: Κατέβαινε τον ποταμόν εκ ταύτης της κοιλάδος| υμνών το θείον όνομα της άγιας Τριάδος Παϊσ., Ιστ. Σινά 1665· Εις την κοιλάδα Ιωσαφάτ, εις του Δαβίδ τους οίκους Ρίμ. θαν. 67.
       
  • κοινοβιάρχης  
    ο.
    Από το ουσ. κοινόβιον και το ‑άρχης. Η λ. τον 6. αι. (Lampe, Lex.) και σε παπυρ., καθώς και στο Du Cange (λ. κοινόβιον).
    Ηγούμενος κοινοβιακού μοναστηριού: οι αρχιερείς (ενν. πενθήσατε) τον κανόνα της ιεροσύνης, οι προστάται της εκκλησίας τον διαφεντευτήν των αληθινών δογμάτων, οι μοναχοί τον ασκητήν, τα κοινόβια τον κοινοβιάρχην Χίκα, Μονωδ. 156· μοναστήριον του άγιου Θεοδοσίου του κοινοβιάρχου Προσκυν. Ιεροσ. 41032.
       
  • κουβούκλιον  
    το, Διγ. (Trapp) Gr. 1220, Διγ. Z 1659, 1661, Βέλθ. 446, 452, Αχιλλ. N 1134, 1389, Αχιλλ. O 407, Διγ. Άνδρ. 31612, 32830, 3301, 35025, 3549, Διγ. O 1726, Προσκυν. Ιεροσ. 3962, 20· κουβούκλι, Διγ. Z 195, 1822, Λίβ. Sc. 62, Λίβ. Esc. 909, 1109, 2101, Λίβ. N 962, Πορτολ. B 2924, 25‑6, Διγ. O 932· κουβούκλιν, Προδρ. I 126, Διγ. Z 663, 716, 759, 855, 1189, 1215, 1675, 1704, 1801, Διγ. (Trapp) Esc. 295, 313, 343, 459, 472, 575, 580, 819, 1665, Βέλθ. 442, Λίβ. P 1200, 1214, 1224, 1259, Λίβ. Sc. 79, 264, 302, Λίβ. N 772, 1012, 1055, Αχιλλ. L 574, 823, 974, 1071, Αχιλλ. N 710, Αχιλλ. O 517, Μαχ. 725, Διήγ. Αλ. V 31.
    Από το λατ. cubiculum με αφομοίωση του ‑ί‑ σε ου και συγκ. (Βλ. Τριαντ., Άπ. Α΄ 337, 342) και την κατάλ. ‑ιον. Λ. κουβουκλείον τον 4. αι. (Lampe, Lex.). Η λ. στο Meursius (λ. κουβουκλείον) και σήμ. στον τ. κουβούκλι(ο).
    1) Δωμάτιο, υπνοδωμάτιο (με θολωτή στέγη ή όχι): άνοιξε μίαν κάμαραν και ήτον χρυσάφιν γεμάτον ..., εσφάλισεν πάλιν το κουβούκλιον έμπροσθεν αυτών Διήγ. Αγ. Σοφ. 1545· εις το κουβούκλιν ήμπασιν στην κλίνην του γαμπρού τους Διγ. (Trapp) Esc. 408. 2) Θολωτή στέγη, θόλος· κιβώριο: Έχει και υπερκείμενον γούλεον εκτισμένον,| μετά του κουβουκλίου δε ασβέστῳ κεχρισμένον Παϊσ., Ιστ. Σινά 1270· μέσα εις την λαγκάδαν έναι ένα βουνί και ομοιάζει ωσάν κουβούκλι Πορτολ. B 376· τες κολόνες της αγίας τραπέζης και το κουβούκλιον των απάνω κολόνων Διήγ. Αγ. Σοφ. 15537. 3) Κλουβί: Ο δε Ντεμίρης ακούσας τους αυθάδεις λόγους του Μπαγιαζίτου, θυμωθείς, κουβούκλιον εκ σιδήρου ποιήσας έσω αυτόν ενέβαλε Ψευδο-Σφρ. 22427.
       
  • κρίνω,  
    Καλλίμ. 138, 957, 2373, Ασσίζ. 19429, Βέλθ. 540, 596, Χρον. Μορ. H 686, 7411, Φλώρ. 405, 1712, Ερωτοπ. 342, 604, Λίβ. P 2568, Λίβ. N 2396, Μαχ. 25014, 60428, Σφρ., Χρον. (Maisano) 10022, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [228], [303], [1616], Διήγ. Αλ. G 2754, Πανώρ. Α΄ 176, Β΄ 215, Γ΄ 467, Δ΄ 347, Ε΄ 146, Ερωφ. Α΄ 274, Δ΄ 114, Κατζ. Β΄ 92, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1540, Δ΄ 15, Ε΄ 360, Στάθ. (Martini) Α΄ 154, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 359, Β΄ 228, Γ΄ 581, Ζήν. Ε΄ 220, Διγ. O 123, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4052, 5666, κ.π.α.· κρένω, Χρον. Μορ. H 2016, 2394, 4122, Πουλολ. (Τσαβαρή) AZ 109, Λίβ. (Lamb.) N 817, Αλεξ. 988, 1883, Πένθ. θαν.2 517, Δεφ., Σωσ. 64, 76, Τριβ., Ρε 310, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. 134r, 199v, Πεντ. Έξ. XVIII 26, Ευγέν. 788, Βακτ. αρχιερ. 157, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [178], Ε΄ [1350], Χριστ. διδασκ. 187, 479, Προσκυν. Ιεροσ. 40221, 40329, Προσκυν. α′ 11719· μτχ. παρκ. κρισιμένος, Ασσίζ. 2011, 46126.
    Το αρχ. κρίνω. Για τον τ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 294-5. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Σχηματίζω γνώμη, εκφέρω κρίση για κάπ. ή κ.: Σουμμ., Ρεμπελ. 158, Δεφ., Σωσ. 174· (με σύστ. αντικ.): Χρον. Μορ. P 3441. 2) Επιλέγω, προτιμώ: Διγ. (Trapp) Gr. 2854. 3) Νομίζω, θεωρώ: Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [311], Ευγέν. 772, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1187. 4) Ερμηνεύω, εξηγώ: Λίβ. N 2401. 5) Αποφασίζω κ. ή για κάπ.: Διγ. (Trapp) Gr. 3137, Πεντ. Γέν. XXX 6. 6) Δικάζω κάπ., εκδικάζω κάπ. υπόθεση: έκαμε Αλέξανδρος κριτάδες κει και στέκουν| στον τόπον κείνον της Περσάς, πλούσους, πτωχούς να κρένουν Αλεξ. 1478· να κριθεί η μεγάλη αδικία οπού έγινεν εις αυτόν Ιστ. πατρ. 10512· Τι να ειπούν βουλεύονται ...| ... στον φοβερόν Κριτήν που μέλλει να κριθούσιν Πένθ. θαν.2 302· όταν Θεός εξ ουρανού κρίνειν τον κόσμον έλθει Διγ. Z 1105. 7) Ασκώ τη δικαστική εξουσία ως κυβερνήτης: Εμένα κράζου βασιλιό εις την δικαιοσύνη,| στη μοναρχία των Ρωμιών ’πού η βασιλειά μου κρίνει Τζάνε, Κρ. πόλ. 57522. 8) α) Καταδικάζω: Ασσίζ. 46825· β) τιμωρώ: Επάν ... γενήσομαι κύριος των εμών και λάβω καιρόν, εγώ υμάς κρινώ Δούκ. 18323· κάποιου ρηγός έφταισε, γιαύτος έτσι εκρίθη; Ευγέν. 768· γ) επιπλήττω: τους δε και άλλους βλάπτοντας και κρίνε και τιμώρει Σπαν. P 173. 9) Βασανίζω, ταλαιπωρώ: Μετάστρεψε το λογισμό τούτον οπού σε κρίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 197· σαν τραγουδήσω και να πω τον πόνο που με κρίνει,| μου φαίνεται πως ... τη φωτιά μού σβήνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 407· Τη μάννα σου με λογισμούς πολλά βαρούς την κρίνεις| θυμώντας σε πώς ήσουνε, βλέποντας πώς εγίνης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 807. 10) Λέω σε κάπ. κ., συζητώ: έσμιξε (ενν. ο Φλαγγίνης) τον Άγγελον και αρχίζει να του κρίνει:| «λαμπρά σοφών η κορυφή ...» Λίμπον. Επίλ. 36· Έπαυσαν όλα τα λόγια, πὄκρεναν ψηλά στ’ ανώγια Σταυριν. 33. Β´ Αμτβ. 1) Αποφασίζω: να κρίνει ο Κύριος ανάμεσά μου και ανάμεσά σου Πεντ. Γέν. XVI 5· να μη έχει δύναμην καμίαν να κρένει μοναχός του (παραλ. 1 στ.) άνευ βουλής και θέλημα ολών του των συντρόφων Χρον. Μορ. H 4284. 2) Διενεργώ δίκη, βγάζω δικαστική απόφαση: Μέρες ο δούκας έκανε οκτώ σωστές να κρίνει Στάθ. (Martini) Γ΄ 56· Εσ’ είσαι κιόνιν πορφυρόν που στέκει στο παλάτιν,| όπου ’κουμπίζει ο βασιλεύς και κρίνει ο λογοθέτης Ερωτοπ. 561. 3) Μιλώ: Κύμα θολόν του ποταμού ουδένα πράγμα πλένει| ουδέ στρεβλή καρδιά (έκδ. στρεβλήν καρδιάν· διορθώσ.) ποτέ ίσια μπορεί να κρένει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [742]. II. (Μέσ.) υποφέρω: κρίνομαι, βασανίζομαι ξύπνου κι όντε κοιμούμαι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 238. Φρ. 1) Κρίνω (ή κρένω) εις αλήθειαν (κάπ.), την αλήθειαν, το δίκαιον, (τη) δικαιοσύνη(ν), ... = αποδίδω δικαιοσύνη: αδικούν με, δέσποινα, κρίνε με εις αλήθειαν Λόγ. παρηγ. O 502· οπού ’ναι δίκαιος κριτής και κρίνει την αλήθειαν Σπαν. A 669· να κρίνετε το δίκαιον ως πρέπει και αρμόζει Χρον. Μορ. P 2363· ο Θεός ένι δίκαιος και κρένει δικαιοσύνη Χρον. Μορ. P 3268. 2) Κρίνω κ. στο(ν) λογισμό(ν), εν τῳ νoΐ μου = φαντάζομαι, υποθέτω: μα ’γώ το πράμα αλλής λογής στο λογισμό μου κρίνω Ερωφ. Ε΄ 244· έκρινά το εν τῳ νοΐ μου Πτωχολ. α 798. Η μτχ. παρκ. ως επιθ. = βασανιστικός: θάνατο κριμένο| του ’δωκε τόσ’ απού ποτέ σ’ άθρωπο πλιο κιανένα| να δόθηκε χειρότερος δεν έχω γροικημένα Ερωφ. Ε΄ 50.
       
  • κρυσταλλοειδής, 
    επίθ., Δούκ. 20514.
    Το μτγν. επίθ. κρυσταλλοειδής.
    α) Όμοιος με κρύσταλλο· δροσερός ή διαυγής (Βλ. Κριαρ., Ελλην. 14, 1955, 163): εις την εμπασιάν είναι μία στέρνα με κρυσταλλοειδές νερόν γλυκύτατον Προσκυν. Ιεροσ. 41311· β) (προκ. για μέλη του σώματος) δροσερός, «χιονάτος»· «σφιχτοδεμένος»: τράχηλον συν τῳ αυχένι| κρυσταλλοειδή τριγύρου Ερμον. Β 250· δακτύλους κρύσταλλοειδείς Δούκ. 13716.
       
  • λαζούρι(ο)ν 
    το, Φλώρ. 1348, Προσκυν. Ιεροσ. 41214.
    Για την αραβοπερσ. προέλ. της λ. βλ. Κοραή, Άτ. Δ΄ 275 και Καραποτόσογλου, Κυπρ. Σπ. 46, 1982, 191 σημ. 158. Η λ. ως επίθ. τον 9.-10. αι. (Lampe, Lex., λ. λαζούριος). Λ. λαζούρ’ και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. λαζούριον). — Βλ. και αζουρούτιον.
    Lapis lazuli, ημιπολύτιμος λίθος με γαλάζιο χρώμα: των προφητών γαρ ο χορός, άμα και αποστόλων,| εκεί ιστόρηται σαφώς πάγχρυσος εις τον θόλον| μετά ψηφίων και μεικτού χρυσού και λαζουρίου Παϊσ., Ιστ. Σινά 525.
       
  • μάκρος 
    το, Ασσίζ. 4305 (γεν. εν. μάκρου), 46710, Διγ. A 1511, Σπανός (Eideneier) Α 78, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 284, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2527, Rechenb. 502, Μαχ. 616, Θησ. I΄ [138] (γεν. εν. μάκρου), Χούμνου, Κοσμογ. 2789, Αλεξ. 565, 2080, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14831, Πεντ. Γέν. IV 15, Έξ. XXIV 10, Δευτ. III 11, XXX 20, Ιστ. πατρ. 1002, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1494, Προσκυν. Ιεροσ. 4007 κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. μάκρος. Η γεν. του μάκρου σε έγγρ. του 17. αι. (Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, 1974, 46) και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 646 και Μενάρδ., Αθ. 8, 1896, 439). Η λ. και σήμ.
    1) α) Μήκος: Αλεξ. 1571, Ασσίζ. 2158· η γεν. του μάκρου επιρρ. = (1) κατά μήκος: σήκω, πορπάτηξε εις την ηγή του μάκρου της και τον φάρδου της Πεντ. Γέν. XIII 17· (2) ως προς το μήκος: άγγελον πέμπει ο Θεός …| διά να μετρήσει … την γην του μάκρου και του πλάτου Χούμνου, Κοσμογ. 739. 2) Απόσταση: ο ήλιος … επτά βολές μεγαλύτερος από όλην την γην, διά το μάκρος οπού είναι ανάμεσα εις εμάς και εις εκείνον, μας φαίνεται πολλά μικρός Ροδινός (Βαλ.) 120. 3) Απομάκρυνση: μη μπορώντας να βαστά το μάκρος απ’ την κόρη εβάλθηκε τσι πόνους του να συγκερνά ως εμπόρει (ενν. ο Ρωτόκριτος) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 387. 4) (Χρον.) έκφρ. εις μάκρος = σε μεγάλο χρονικό διάστημα, για πολύ καιρό: ο Ιησούς Χριστός δεν θέλει υπομείνει εις μάκρος τουτουνού του Σίμου τα μαγικά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 335v.
       
  • καΐκι(ν) 
    το· καγίκιν, Άσμα διερμ. 203.
    Το τουρκ. kayik. Ο τ. σε έγγρ. του 1702 (Κουρσάρ. 158). Η λ. στο Somav. και σήμ.
    Μικρό καράβι με πανιά, καΐκι: Αυτού είναι ο γιαλός όπου έρχονται τα καΐκια με τους προσκυνητάδες Προσκυν. Ιεροσ. 4135.
       
  • στέρνα 
    η, Καναν. (Ρinto) 151, Rechenb. 273, 4, Διήγ. Αλ. V 79, Βεντράμ., Φιλ. 116, 122, Διήγ. Αλ. F (Κonst.) 1216, Διήγ. Αλ. E (Κonst.) 1314, Πορτολ. Α 25515, 3423, 16, Παϊσ., Ιστ. Σινά 105, 149, 1591, Προσκυν. Ιβ. 535 699, 816, Προσκυν. Ιβ. 535.28 (Σινά) 405, Επιστ. Ηγουμ. 17547, Προσκυν. Κουτλ. 390 12628, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 185 τρις, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 14255, 1246 λβ́ 1, 3, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 151 τρις, Προσκυν. Ιεροσ. 41310, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3299, 38321, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 9687, 9692, κ.α.
    Από το ουσ. κι(ν)στέρνα – γιστέρνα (< λατ. cisterna)· βλ. και LBG. Η λ. σε έγγρ. του 16. (Τοξότης, Πράξεις Παράρτ. VIII 10 (σε τοπων.)) και 17. αι. (Κρ. συμβόλ. 140, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 413 δις, κ.α.), στο Βλάχ. και σήμ.
    α) Δεξαμενή νερού, στέρνα: Τα βρόχινα νερά μερικά μεν είναι βλαβερά και μερικά άβλαβα κατά τους τόπους και στέρνες οπού τα έχουσι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 184· Στέρνα έχει τις, εις ήν ρέει ύδωρ, αγωγοί τρεις … Rechenb. 271· β) (πιθ.) μεγάλη φυσική κοιλότητα νερού: αν θέλεις νερόν, πας πέρα εις τον ποταμόν και τότες ευρίσκεις τες στέρνες Πορτολ. Α 1669. — Βλ. και κινστέρνα.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης