Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ρόδον
- το, Καλλίμ. 339, 816, Ιερακοσ. 4015, 13, Ορνεοσ. 56327, Διγ. (Trapp) Gr. 1717, 1797, 1803, Βέλθ. 477, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 286, 804, Ιατροσ. κώδ. ͵αριβ́, Χρον. Τόκκων 3461, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O VI3, VII3, 4 δις, 7, 12, Φαλιέρ., Ιστ.2 311, Ch. pop. 148, Αιτωλ., Βοηβ. 135, 371, Προσκυν. Ιβ. 535 193219, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 169, 504, Ψευδο-Σφρ. 29222, Διγ. Άνδρ. 35220, 39816, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [848], [1051], Β́ [130], [244]· ρόδο, Φαλιέρ., Ιστ.2 406, Ch. pop. 378, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2162, Πανώρ.2 Β́ 407, Γ́ 81, 149, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 554, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 85, 87, Βοσκοπ.2 207, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 368, Διγ. O 1755, 2398, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 57013· ρόδο(ν), Φλώρ. 125, 1592, Αχιλλ. (Smith) N 1048, 1240, Ιμπ. 813, Θησ. Γ́ [94], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 372, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1396, Δ́ 649, Προσκυν. Ξηρ. 27 (Σινά) 1492.
Το αρχ. ουσ. ρόδον. Ο τ. και σήμ. Η λ. και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ.).
1) Το λουλούδι τριαντάφυλλο: Καλλίμ. 1905, Διγ. (Trapp) Gr. 3164, Ονειροκρ. Ιβ. 44· Δέτε το ρόδο, το ταχύ, πώς δροσερόν αρχίζει| να φαίνεται στ’ αγκάθι του και να μοσκομυρίζει Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 75· (πλεοναστικά): απήλθομεν, της μεν οδού πάσης κατεστρωμένης πάντων ανθέων και ευκοσμίας και από τα εκ δεξιών και αριστερών οσπίτια πάντων ραινομένων διά ροδοσταμάτων και ρόδων και τριακονταφύλλων Σφρ., Χρον. (Maisano) 6217· Τι ρόδα, τι τραντάφυλλα, τι κόκκινη όψις άλλη,| ή φυσικήν ή τεχνικήν οπού κανείς να βάλει.| Όλα τα υπερβαίνουσι τἂμορφα μάγουλά της,| οπ’ εντροπή τα εσκέπασε κι αύξαινε η ευμορφιά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1488]· (ως εύοσμο αντίδοτο κατά της λιποθυμίας) Εκ την λακτάραν έπεσαν κάτω στην γην εδάφου| και σαν επίληψις αυτές ήταν έως κροτάφου (παραλ. 6 στ.) Πλείστα ευώδες έφεραν λουλούδια και ρόδα,| στα πρόσωπά των έραναν με μύρα και ευώδα Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 839· (για φαρμακευτική χρ.) Όταν ο άνθρωπος κενώσει και άνω και κάτω χολήν μετά ανάγκης, ποίησον θεραπείαν τοιαύτην ... Ρόδα ξηρά βράσον με το κρασίν το αυστηρόν, και βάλε και οινάνθην, και ας το πίνει Σταφ., Ιατροσ. 4108· Εάν υπό θέρμης ο ιέραξ πάσχῃ ... Ρόδον αληθινόν ψυκτόν μετά ελαίου ισπανικού και μέλιτος και οίνου καλού μίξας και τρίψας, ούτως ιέρακα θρέψεις Ορνεοσ. 53515· (σε προσωποπ.): Κλαίτε με, βρύσες, ποταμοί, λίμνες κι ορυάκια κι όλα,| όρη και κάμποι και βουνά, ρόδα και πάσα βιόλα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5522· (σε μεταφ.): ας είμεστεν ελεύθεροι στου πόθου το λιβάδι,| οπού ’ν’ τα ρόδα τα πολλά, τα λούλουδα και τ’ άνθη Ριμ. κόρ. A 107· ’ποθυμώ πολλά να σκίσει η μέρα,| τη μυρισμένη ανατολή ν’ αρχίσει| στον ουρανό τα ρόδα να σκορπίσει Πιστ. βοσκ. I 3, 195· (σε παρομοίωση· πβ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ Β́ 6, 1955/6, 308): ο δε νέος εκάθητο ως ρόδον πεπλησμένον Διγ. Z 1530· Η χιονάτη η πρόσοψή σου| βλέπω εχάθη κι εμαράθη| ωσά ρόδο δίχως φύλλα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 51· κόκκινα χείλη και πτενά, το κόκκινον ως ρόδον| όταν ανοίγει την αυγήν να δέξεται δροσίαν Λίβ. διασκευή α 2562· ’μμάτι γοργόν και γλήγορον, ξανθά τα μαλλιά της,| οφρύδια κατάμαυρα, το πρόσωπον ως ρόδον Διγ. Z 1745· τα μήλα του προσώπου των να φαίνονται ως ρόδα Φλώρ. 811. 2) (Mεταφ.) α) ροδαλότητα του γυναικείου προσώπου· ροδαλά μάγουλα, χείλη: το πρόσωπό τση εχλόμιανε, τα ρόδα τση εχαθήκα,| το στόμα τση εβουβάθηκε, τα μάτια εσφαλιστήκα Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 371· β) ως προσφών. ή χαρακτηρισμός β1) αγαπημένων γυναικών (με τα επίθ. ευθαλόφυτον, πάντερπνον, ξεφούντωτο, περνοκοκκάτο, κ.α.): Ρόδον μου ευθαλόφυτον, μήλον μου μυρισμένον Διγ. Z 2878· Ανάστα, ρόδον πάντερπνον, μεμυρισμένον μήλον Διγ. Z 1842· ρόδο μου ξεφούντωτο Ch. pop. 380· ρόδο μου περνοκοκκάτο Αγν., Ποιήμ. Ά 66· Η γνωστική του μισσέρ Στάθη, η Φέντρα,| το ρόδο των αλλών ανθών και των καρδιώ η γιαφέντρα Στάθ. (Martini) Ά 34· β2) ένδοξων, σεβαστών και άξιων εκτίμησης ανδρών: Βασίλειος ο Διγενής και θαυμαστός Ακρίτης,| των Καππαδόκων το τερπνόν και πανευθαλές ρόδον Διγ. Z 3768· Αλλ’ ω κομνηνοβλάστητον από πορφύρας ρόδον,| βασιλευόντων βασιλεύ και των ανάκτων άναξ, (παραλ. 1 στ.) εισάκουσόν μου της φωνής και της δεήσεώς μου Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 274· Κερά μου, ... (παραλ. 4 στ.) να παντρευτείς, να τιμηθείς σαν καταπώς σου πρέπει (παραλ. 2 στ.) να πάρεις ρόδον όμορφο και μοσκομυρισμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 448· γ1) η ομορφιά, η χάρη, τα φυσικά θέλγητρα (για τη σημασ. βλ. και Hunger, Trav. et Mém. 3, 1968, 408-9): Αν πέσεις εις το στρώμαν σου βασιλικώς επάνω,| παραμονήν τον μισθαργόν και φύλαξιν ευρήσεις| και τρυγητήν των ρόδων σου και των φυτών δραγάτην Καλλίμ. 2087· Δέσποιναν εσέν η Τύχη γράφει,| εμέ δε πάλιν έδωκεν το να τρυγώ τα ρόδα Καλλίμ. 2083· Ένας και μοναχός μόν’ εχαιρότουν| γδυμνά και ζωντανά ρόδα του πόθου| και με ζωή γλυκύτατη ευφραινότουν Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [47]· γ2) τα φυσικά χαρίσματα: και συ παις δωδεκάχρονος ήβης εκτός υπάρχεις,| ανάξιος παντάπασι πολεμείν τα θηρία.| Μη, γλυκύτατον τέκνον μου, τούτο εις νουν εμβάλῃς| μηδέ ρόδα σου τα καλά προ καιρού εκτρυγήσῃς Διγ. (Trapp) Gr. 1039· δ) (σε ευχή): Ας είναι ρόδο η μοίρα σου, χρυσό το ριζικό σου Στάθ. (Martini) Γ́ 507· Κόπιασε, αφέντη, στο καλόν και στην καλήν την ώρα,| οπού να γέμει η στράτα σου τραντάφυλλα και ρόδα Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 290.
σαγίτ(τ)α- η, Τρωικά 5301, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 4715, Ερμον. Η 195, Χρον. Μορ. H 4036, 5035, Χρον. Μορ. P 1075, 4036, 5035, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 380, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 625, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 20, Λίβ. διασκευή α 1274, 1279, 1297, 1298, 1305, 1307, 1395, 1516,1770, Λίβ. Esc. 1305, Λίβ. Va 1077, 1121, 1160, Αχιλλ. L 203, 206, 627, 711, Αχιλλ. (Smith) N 1026, Αχιλλ. (Smith) O 387, Καναν. (Pinto) 84, 181, 187, 396, 489, 492, Χρον. Τόκκων 249, Φαλιέρ., Ενύπν.2 26, 28, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 81, Μαχ. 11226, 6501, 67019, Χούμνου, Κοσμογ. 262, 265, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 38, 41, Αλεξ.2 1215, 1379, 2762, Απόκοπ.2 8, 418, Πένθ. θαν.2 190, 218, 623, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 160r, 191v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 6210, 1324, 1415, Πεντ. Αρ. XXIV 8, Δευτ. XXXII 23, 42, Βυζ. Ιλιάδ. 516, Αχέλ. 1532, 1714, Κώδ. Χρονογρ. 5220, Παϊσ., Ιστ. Σινά 152, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 16814, Ονειροκρ. Ιβ. 48, Πανώρ.2 Ά 341, Β́ 62, 71, Γ́ 165, Βοσκοπ.2 23, Χρον. βασιλέων 1246, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. 42, Διγ. Άνδρ. 35210, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 5220, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 130, Διακρούσ., Στίχ. ηθ. (Κακλ.) 63, Διακρούσ. (Κακλ.) 249, 345, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 28113, 28423, Παλαμήδ., Ψαλμ. 428· σαΐτ(τ)α, Διγ. Z 161, 168, Βέλθ. 494, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 5200, Λίβ. Esc. 1190, Χρον. Τόκκων 694, Θησ. (Foll.) I 49 δις, 55, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 34, Θησ. Β́ [538], ΣΤ́ [377], Χρον. Μορ. P 4920, Χρον. σουλτ. 2720, 6413, 808, 8525, 892, 6, Αχιλλ. L 722, Φαλιέρ., Ενύπν.2 17, Μαχ. 43017, 63031, Χούμνου, Κοσμογ. 246, Αλεξ.2 545, Λίβ. Va 487, 1046, 1067, 1069, 1524, 2624, Διήγ. Αλ. G 26716, Διήγ. Αλ. E (Konst.) 17310, Τριβ., Ταγιαπ. 17, Αλφ. 1176, Αλφ. (Μπουμπ.) III 13, Ονειροκρ. Ιβ. 46, 48, Πανώρ.2 Ά 330, 343, Β́ 126, 213, 281, 457, Έ 5, 33, 45, 61, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 339, Γ́ 165, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 40, Πιστ. βοσκ. I 2, 216, 4, 190, II 3, 71, IV 2, 201, 7, 75, 8, 77, 131, V 7, 58, Βοσκοπ.2 23, Διγ. Άνδρ. 31531, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 151, 712, Γ́ 270, 317, Κονταράτος, Στίχ. πολιτ. 105, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 5, 23, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1451], Έ [1295], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 87, 125, 128, 323, 337, 338, 399, 424, Διγ. O 97, 1750, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15215, 1737, 38822, 47423, 49626, 5065, Αλφ. (Mor.) IV 78, κ.α.
Από το λατ. sagitta. Ο τ. σαΐτ(τ)α (<σαγίτ(τ)α με αποβολή του μεσοφωνηεντικού ‑γ‑, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 345, 417, Τριαντ., Άπ. 1, 360) στο Meursius (λ. σαγίτα), στο Βλάχ. (λ. σαγίτα) και σήμ. (γρ. σαΐτα, Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.). Η λ. τον 5.-6. αι. (Lampe, Lex., λ. σαγίττα, TLG) και σήμ. (γρ. σαγίτα, Κριαρ., Λεξ., ΛΚΝ).
1) Βέλος τόξου: είχαν μετά τους τζακρατόρους και δοξιώτες και εσύραν απάνω τους σαΐττες και βερετουνία Μαχ. 43017· Εβουλήθη δε ο πρίγκιπος να πάρει μερικούς καβαλαραίους να φύγει, αμή δεν ημπόρεσεν, ότι το πλήθος του φουσσάτου των Ρωμαίων τους ετριγύρισε και τους έβαλεν εις την μέσην και δεν είχαν που να φύγουν, μόνον τους εκατέσφαζαν με τες σαΐττες Δωρ. Μον. XXXVIII· Έδωσαν πόλεμον μέγαν με τες λουμπάρδες και τουφέκια και με σαΐτες και δοξάρια Διον., Ιστ. Ρωσ. 403· Με τας σαγίττας απομακρά τους εκαταδοξεύαν| κι ούτως τους αποκτείνασιν κι εθανατώσανέ τους Χρον. Μορ. H 1075· (σε παρομοίωση): οι Κουμάνοι της Αλαμανίας εποίησαν μέγαν πόλεμον, τόσον ότι έπεπταν οι σαΐτες εις το κάστρον ωσάν βροχή Διήγ. Αλ. E (Lolos) 16914· (προκ. να δηλωθεί η μεγάλη ταχύτητα συχν. και σε παρομοίωση): Και εγώ να γένω άλογον και το άλογον εκείνο| να ένι εις πλάσιν εύμορφον και εις την περπατησίαν| να δάζει ως ένι ο ποταμός, γοργόν ως η σαΐττα Λίβ. διασκευή α 2978· Ετούτος στο πιλάλημα κι εις την γληγοροσύνη| τόσα ευρίσκετον ’λαφρός, ότι καμία σαΐτα| βγαλμένη από ... καλόν δοξότην Θησ. ΣΤ́ [532]· (εδώ ως μέσο για αποστολή γραπτού μηνύματος): Έγραψα πάλιν την γραφήν, δένω την εις σαγίτα| και εις το κελίν την έσυρα της πανωραίας κόρης Λίβ. Va 1277· Έστειλε μιαν επιστολή δεμένη σ’ μιά σαΐτα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1983· Έγραψα, φίλε, την γραφήν, δένω την με σαΐταν| και ως είχα την συνήθειαν πάλιν ετόξευσά την Λίβ. Va 1589· (προκ. να δηλώσει το μήκος της απόστασης (πβ. και σαγιτ(τ)όσυρμα)): εις την γην τους έβγαλαν τα άλογα να δράξουν,| εκεί εις τα νησόπουλα μέσα να τα σεβάσουν·| κολύμπου τα σεβάζουσιν όσον σαΐττας σύρμα Χρον. Τόκκων 694· Προβαίνεις δε αριστερά, όσον με το δοξάριν| να ρίξεις την σαγίταν σου, ως καλόν παλληκάριν.| Και παρευθείς οράς εκεί πέτραν μεγάλην μίαν Προσκυν. Ξηρ. 27 (Σινά) 152· (προκ. για ένδειξη αγάπης ή συμπάθειας όταν δινόταν ως δώρο): ο Ιωνάθας ο υιός του Σαούλ αγάπησε τον Δαβίδ πολλά και εχάρισέ του το ρούχο του και το δοξάρι του με όλες τες σαγίτες διά σημείον πως τον αγαπά Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 191v. 2) α) (Μεταφ.): η μέθη το φαρμάκιον είναι του διαβόλου,| τον μεθυστήν τον άνθρωπον νεκρώνει τον διόλου·| σαγίττα είναι δολερή, είναι φαρμακωμένη Ιστ. Βλαχ. 2089· Ω αδελφέ μου ... εάν είσαι και χηρευάμενος, να προσέχεσαι να μην καθίσεις ποτέ σου με νέαν γυναίκα και πας και φας και πίεις μετ’ αυτήν, διότι το κάλλος της γυναικός είναι σαΐτα φαρμακερή και σεβαίνει μέσα εις την καρδίαν του ανδρός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 94v· (σε μεταφ.): Ανέλπιστα δυό ’μμάτια μ’ εσκλαβώσα| μ’ έναν τους βλέμμαν όμνοστον με θάρρος,| με μιαν χρυσήν σαγίτταν μ’ ελαβώσαν| εις την καρδιάν Κυπρ. ερωτ. 283· Απάνου εις όλα παίρνοντες το σκουτάρι της πίστεως, με το οποίον θέλετε δυνηθεί να σβέσετε όλες τες σαΐτες τες πεπυρωμένες του Πονηρού Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εφεσ. Ϛ 16· (προκ. για τα βέλη του θεού Έρωτα): Εζωγράφισεν δε και τον Έρωτα και ήτον| πτεροφόρος και εβάστα εις τα χέρια του φωτία,| δοξάριον και σαγίτταν Διγ. Άνδρ. 31524· ’κράτει (ενν. ο Έρως) τοξάρι δυνατόν, ...,| και την σαΐταν έριπτε κι ετόξευ’ ένα νέον,| κείνος ο νέος έστεκε με προσοχήν μεγάλην| είχεν τα στήθη του γυμνά, σαΐτα στην καρδίαν Διγ. Z 161, 163· συναπαντώ τον Έρων·| εβάσταν και εις το χέριν του δοξάριν και σαγίτα Λίβ. Va 569· Ήτον γαρ η καρδίτσα του σφαμένη εκ την σαΐτταν| απέ την ακριβότερη του Έρωτος οπού έχει Θησ. (Foll.) I 132· οι σαΐτες μου (ενν. εμένα, του Έρωτα) κανεί δε θανατώνου| μόνο γλυκιά κι απάλαφρα πάσα καρδιά πληγώνου Στάθ. (Martini) Πρόλ. 15· (προκ. για το βέλος του Χάρου, του θανάτου κλπ.): Θάνατος βλέπεις έρχεται κι εσύ δεν τον εγνώθεις| σαν σύρει τη σαγίτα του πάραυτα θανατώθης Αλεξ.2 1378· Kι είδα το Χάρο κι έμπαινε κι έβγαινε θυμωμένος,| σαν μακελάρης και φονιάς τα χέρια ματωμένος·| μαύρον εκαβαλίκευε, εβάστα και κοντάρι| κι εκράτιεν εις την χέραν του σαγίτα και δοξάρι Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 69· Είντα κακό σου έκαμα (ενν. Χάρο) και θε να με δοξέψεις| με την σαΐτα της πρικιάς για να με ’ξολοθρέψεις; Αλφ. 1078· β) (θεολ. προκ. για το Χριστό): λέγεται και τόξον και σαΐτα και βραχίων, και δύναμις του Πατρός ο Υιός ωσάν και λόγος του και σοφία του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 405.
σήμαντρον- το, Μαχ. 36218, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1927, Προσκυν. Λαύρ. Θ (Σινά) 737-8, Προσκυν. Λαύρ. M (Σινά) 82, Προσκυν. Κουτλ. 390 (Σινά) 14833, Προσκυν. Ξηρ. 27 (Σινά) 1921339, 209 μετά στ. 1920, 1922, 1923, Κανον. διατ. Β 518, 750· σήμανδρον, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) 392r, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1239, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1343, Μορεζ., Κλίνη 414r, Προσκυν. Ιβ. 535.22 (Σινά) 9135, 102340, Προσκυν. Ιβ. 694 (Σινά) 11410, Προσκυν. Ιβ. 845 (Σινά) 130389, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 174, Μαρκάδ. 699.
Το αρχ. ουσ. σήμαντρον. Ο τ. σήμανδρον τον 6. αι. (LBG). Τ. σήμαντρο και σήμ. Η λ. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Ξύλινη σανίδα ή πλάκα από μέταλλο που κρούεται ρυθμικά με σφυρί ή ξύλινο πλήκτρο (συν. σε μοναστήρια, για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ ΣΤ́ 81, ODB, λ. semantron· πβ. και ά. σημαντήριον): απάνω εις το βουνί έναι το μοναστήριν το θεοσκέπαστον και κάτω του βουνού έναι θάλασσα. Εκεί πάσιν οι καλόγεροι και ψαρεύουν και ακούουν το σήμαντρον, όταν σημαίνουν να ψάλουν Προσκυν. Κουτλ. 156 (Σινά) 1442· ο ιερεύς κρούει το σήμανδρον και προσκαλεί πάντας τους χριστιανούς να έλθουν εις την αγίαν του Θεού εκκλησίαν να δοξάσουν και υμνήσουν τον Θεόν τον ποιήσαντα τα πάντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 392r· (μεταφ.): Νυν το τέλος ήγγισε της Πόλεως· νυν τα σήμαντρα της φθοράς του ημετέρου γένους· νυν αι ημέραι του αντιχρίστου Δούκ. 2977. Η λ. ως τοπων.: Παϊσ., Ιστ. Σινά 1926.
τεράστιος,- επίθ., Παϊσ., Ιστ. Σινά 801, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 200.
Η λ. στο Θεόφραστο. Το ουδ. ως ουσ. ήδη μτγν. Η λ. και σήμ. με διαφορ. σημασ.
Θαυμαστός, εκπληκτικός: τότε ωκονόμησεν η Θεία Πρόνοια πράγμα τι τεράστιον και παράδοξον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 432. Το ουδ. ως ουσ. = α) υπερφυσικό φαινόμενο, θαύμα: Τούτο δε το τεράστιον Βάτου της καιομένης| τον τόκον προεμήνυε της Κεχαριτωμένης Προσκυν. Ξηρ. 27 (Σινά) 801· Αλλ’ επανίωμεν αύθις και ίδωμεν τα του Θεού ξένα τεράστια, πώς τον Φαραώ κατεπόντισε δι’ ετέρου Φαραώ Δούκ. 954· όλοι εθαύμασαν, δοξάζοντες μεγαλοφώνως τον Κύριον, τον ποιούντα τοιαύτα τεράστια Αγαπ., Καλοκ. 342· β) παράδοξο, αφύσικο φαινόμενο: Η γουν γυνή γεννήσασα το βρέφος, παραυτίκα (παραλ. 2 στ.) περιτυχούσα έλεγε· «Τῳ βασιλεί μου θέλω| θαυμάσιον τεράστιον ειπείν αυτῴ κρυφίως» Βίος Αλ. (Aerts) 5843· γ) τερατώδης, φρικιαστική πράξη: ο Χάρος καθημερινόν κάμνει τη όρεξίν του,| κάμνει τεράστια φρικτά, τις να τα λογαριάσει Γεωργηλ., Θαν. 304· δ) (εδώ) πολεμική μηχανή που προκαλεί θαυμασμό και δέος: μηχανικότατα έργα και ελεπόλεις εκατεσκεύασαν και μηχανικάς αγκάλας ... και κατέναντι των πορτών της πόλεως τεράστια μεγάλα ειργάσαντο, κάστρη ξύλινα υπερμεγέθη εποιήσαντο με τροχούς σιδηροδεσμουμένους Καναν. (Cuomo) 89.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- το, Καλλίμ. 339, 816, Ιερακοσ. 4015, 13, Ορνεοσ. 56327, Διγ. (Trapp) Gr. 1717, 1797, 1803, Βέλθ. 477, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 286, 804, Ιατροσ. κώδ. ͵αριβ́, Χρον. Τόκκων 3461, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O VI3, VII3, 4 δις, 7, 12, Φαλιέρ., Ιστ.2 311, Ch. pop. 148, Αιτωλ., Βοηβ. 135, 371, Προσκυν. Ιβ. 535 193219, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 169, 504, Ψευδο-Σφρ. 29222, Διγ. Άνδρ. 35220, 39816, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [848], [1051], Β́ [130], [244]· ρόδο, Φαλιέρ., Ιστ.2 406, Ch. pop. 378, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2162, Πανώρ.2 Β́ 407, Γ́ 81, 149, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 554, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 85, 87, Βοσκοπ.2 207, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 368, Διγ. O 1755, 2398, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 57013· ρόδο(ν), Φλώρ. 125, 1592, Αχιλλ. (Smith) N 1048, 1240, Ιμπ. 813, Θησ. Γ́ [94], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 372, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1396, Δ́ 649, Προσκυν. Ξηρ. 27 (Σινά) 1492.