Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- απής,
- σύνδ., Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 380, Πικατ. (Κριαρ.) 182, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 237, Β΄ 15, Ε΄ 462, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 77, 181, Γ΄ 253, 587, Ε΄ 389, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 11, Πρόλ. Χάρ. 49, Α΄ 83, 297, 581, Β΄ 167, 503, Γ΄ 163, 277, Δ΄ 191, 419, Ε΄ 65, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 289· 2, 10, 196· ΙΙ 2, 27· V 2, 56· 4, 52 (έκδ. αμπείς· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 281)· 5, 29 (έκδ. αμπείς· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 281)· 5, 246, Φαλλίδ. (Ξανθ.) 121, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 323, 1097, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 171, 266, 355, Β΄ 77, 1737, Γ΄ 1703, Δ΄ 1091, 2007, Ε΄ 157, 1265, 1418, Θυσ. (Μέγ.)2 75, 647, 879, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 313, Β΄ 47, Γ΄ 239, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 133, Γ΄ 19, δ΄ 1, 65, 81, Ροδολ. Αφ. [11, 51], Α΄ [603, 628, 697], Β΄ [173], Ε΄ [159], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [77, 163, 197, 376], Δ΄ [21, 541], Ε΄ 85, 267], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 206, Β΄ 191, 241, Ιντ. β΄ 61, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην.1, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 217, 485, 511, 673, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1435, 19913, 23929, 25121, 25416, 3314, 3345, 3751, 27, 39913, 40026, 43614, 4481, 45211, 48815, 51921, 5531, 56315, 5795· απή, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1229]· απήν, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 58, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 58, Φλώρ. (Κριαρ.) 628, 678, Ανακάλ. (Κριαρ.) 52, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 519, 612, 909, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 940, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 369, 419, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 37, 88, 113, 161, 196, 241, 580, 594, 654, 817, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 179, 190, 287, Πικατ. (Κριαρ.) 277, 427, Ιμπ. (Legr.) 163, 564, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 712, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 2, 3, 19, Αχέλ. (Pern.) 297, 433, 732, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 407, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙΙ 3, 70· αφής, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 414, 538· αφήν, Ασσίζ. (Σάθ.) 2830, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 520, Ριμ. κόρ. (Pern.) 769· αφή, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 581.
Από τη συνεκφ. αφ’ ης (ώρας, ημέρας) (Βλ. Κοραή, Άτ. Β΄ 56, Φάβ., Αθ. 29, 1917, ΛΑ 49-50 και ΙΛ, λ. αφής). Βλ. όμως και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 409. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αφής).
1) α) Όταν, αφού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφής 2): Πολλοί απής σκοτώσασι μ’ αντρεία τον οχθρό ντως,| τότες κι αυτοί κρυγιοί νεκροί πέφταν όχ τ’ άλογό ντως Ερωτόκρ. Δ΄ 1091· απήν ακάμασιν πολλές χαλάστρες, εσχολάσαν Αχέλ. 732· και απήν εδιάβησαν καιροί και είδα καλά το πράγμα Σαχλ., Αφήγ. 161· βλ. και άμα Γ1, αν 5· β) μόλις: Κι απής οι Τούρκοι ήλθασι, πριχού καλά να φθάσουν,| εκάμασι συμβούλιον όλοι να την χαλάσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 19913· Και απής εφτάξασιν εκεί, χαρές πολλές αρχίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 43614· γ) από τη στιγμή που, αφότου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφής 1): οι κριτάδες ουδέν έχουν άδειαν να συβουλέψουν τινάν, ουδέ να ακούσουν τινός αφήν καθίσουν εις τον θρόνον του Ασσίζ. 2830· απήν η Πόλη εχάθηκεν, ο κόσμος ας προσέχει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 519. 2) (Χρον. και αιτιολ.) αφού, μια και: κι απής το πράμα γίνηκε, μη στέκεσαι σε θλίψη Ερωφ. Β΄ 167· Οι Φράγκοι απήν ομόσασιν, τους όρκους εβαστάξαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 58. 3) (Ενίοτε με επόμενο το σύνδ. και) μια και, επειδή (Η σημασ. και σε δημ. τραγ. 18. αι., Ακ. Αθ., Δημ. τραγ. Α′ 14015 και σήμ., ΙΛ, λ. αφής 3): Αφέντη, απής ρωτάς, κάτεχε πως με λέσι| Κριτίδη Ερωτόκρ. Ε΄ 157· Λοιπόν απήν το ρώτησες, θέλω σου τ’ αναγγείλει| ως εξανάγκης αποδά με τα πικρά τα χείλη Απόκοπ. 287· μ’ απής κι η μοίρα το ’θελε κι έτοιας λογής εσφάγης Ερωτόκρ. Δ΄ 2007. Βλ. και ανίσως 3. — Βλ. και απήτις.
από (I),- πρόθ., Φυσιολ. (Karn.) Μ 326, Σταφ., Ιατροσ. (Legr.) 249, Σπαν. (Hanna) Α 18, 131,164, 524, 532, 551, Β 124, 347, Σπαν. (Ζώρ.) V 69, Σπαν. (Hanna) V 122, 126, 167, Σπαν. (Hanna) Ο 53, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 457, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 493, 626, Αιν. άσμ. (Παπαδ.-Κερ.) 120, Προδρ. (Hess.-Pern.) II G 18, III 45, Καλλίμ. (Κριαρ.) 193, 284, 2271, Έκφρ. ξυλοκ. (Λάμπρ.) 156, Ασσίζ. (Σάθ.) 611, 75 , 8921, 1443, 18711, 40030, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 53720, Ορνεοσ. άγρ. (Hercher) 51924, 53714, 5392, Διγ. (Mavr.) Gr. IΙΙ 266, IV 131, 926, VIII 43, 185, Διγ. (Hess.) Εsc. 136, 138, 1316, 1589, 1759, Διγ. (Sath.-Legr.) Τρ. 2835, Διγ. (Καλ.) Α 1440, 2113, 3759, Βέλθ. (Κριαρ.) 71, 248, 249, 328, 405, 530, 538, 566, 700, 714, 914, 1213, 1277, Εβρ. έλεγ. (Παπαγ.) 174, Ερμον. (Legr.) Λ 70, Ν μετά στ. 392, Ξ 73, 105α, Ψ 317, Χρον. Μορ. (Καλ.) Η 439, 940, 1255, 1599, 1675, 1713, 2562, 2738, 2827, 2918, 3531, 4969, 5797, 6107, 6534, 6549, 7290, 7625, 8420, 8683, Χρον. Moρ. (Schmitt) Ρ 3865, Πουλολ. (Krawcz.) 213, Βίος Αλ. (Reichm.) 3661, Φλώρ. (Κριαρ.) 494, 1264, Σπαν. (Ζώρ.) V 41, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 275, 400, Περί ξεν. (Wagn.) V 31, 404, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 133, Λίβ. (Μαυρ.) P 61, 1867, Λίβ. (Lamb.) Sc. 933, 2213, Λίβ. (Lamb.) Esc. 1077, 3262, 4019, Λίβ. (Lamb.) N 46, 155, Λίβ. (Wagn.) N 838, 1889, Αχιλλ. (Haag) L 284, Αχιλλ. (Hess.) N 39, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 106, 149, 266, 347, Ιμπ. (Κριαρ.) 178, 233, 434, Γράμμ. κρ. διαλ. (Μανούσ.) σ. 7, Χρησμ. (Trapp) I207, V3, VI28, VII14, IX11, Φυσιολ. (Zur.) I 2α5, Χειλά, Χρον. (Hopf) 356, Μαχ. (Dawk.) 803, 25410, 3204, 3729, 57822, 38626, 42010, 42214, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 628, 83, 10, 23, 1010, 34, 1212, 28, 31, 1418, 29, 32, 1082, 1149, 1244, 26, 1264, 12617, 12829, Θησ. (Foll.) I 125, Θησ. (Schmitt) 339 IV 5, Ch. pop. (Pern.) 20, 30, Καραβ. (Del.) 49226, 49316, 30, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 197, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 683, Βουστρ. (Σάθ.) 414, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 46, 53, Σοφιαν., Παιδαγ. (Legr.) 92, Διήγ. Αγ. Σοφ. (Băn.) 14715, 14811, Αγν., Ποιήμ. (Ζώρ.) 16, Σαχλ. (Vitti) N 93, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 771, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 3, 13, 31, 120, 197, 448, 479, 485, 487, Ριμ. Απολλων. (Morgan) 356, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 183, Πένθ. θαν. (Ζώρ.) N 212, 343, 344, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 10, 360, Θρ. Θεοτ. (Μανούσ.) 119, Πεντ. (Hess.) Γέν. IΙΙ 1, VIII 8, XIV 20, XX 6, XXVII 30, Έξ. I 9, XIV 5, XXX 2, Αρ. XIII 25, XXII 16, 23, XXIV 11, XXXIII 8, Δευτ. IX 1, XX 1, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 511, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 7916, 12425, 1497, Μηλ., Οδοιπ. (Παπαγ. Σπ.) 636, Παϊσ., Ιστ. Σινά (Παπαδ.-Κερ.) 282, 1307, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 78, Β΄ 98, 387, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 188, 209, 453, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 397, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 195, 440, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 754, Γ΄ 696, 1501, Στάθ. (Σάθ.) Πρόλ. 19, Α΄ 239, 272, Συναδ., Χρον. (Πέννας) 29, 55, 67, Ροδολ. Α΄ [68], Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. (Ασώπ. Ειρ.) 76, 428, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Δ΄ [506], χορ. δ΄ [8 ], Λίμπον. (Legr.) Αφ. 38, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 44, 77, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 670, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 26017, Αλφ. (Mor.) ΙΙΙ 10· ’πό, Διγ. (Καλ.) A 1908, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 393 (μετά διόρθ. Ξανθ., Παναθήν. 18, 1909, 180· έκδ. παραλ.), Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 33, 1003, Θρ. Κύπρ. (Μ. Κιτίου) K 295, 468, 803, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 222, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 44525· αποτά, Φαλιέρ., Ιστ.2 740 χφ V· απού, Ασσίζ. (Σάθ.) 828, 129, 2125, 3114, 4131, 5531, 8327, 924, 934, 9710, 10618, 1092, 1272,1446, 2203, 3122, 34022, 3526, 38829, 40130, 4145, 4212, 4619, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1357, Μαχ. (Dawk.) 223, 226, 3826, 701, 19631, 25410, 3404, 36231, 36417, 4066, 45615, 47211, 52235, 6064, 60832, 62011, 16, 63038, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 137, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 28, 1513, 1613, 248, 578, 588, 766, 771, 805, 9131, 923, 9361, 9914, 22, 10823, 10930, 38, 11030, Αχέλ. (Pern.) 310, Πανώρ. (Κριαρ.) Β΄ 447, Γ΄ 180, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 42, Α΄ 488, Β΄ 254, 385, 410, Γ΄ 272, Δ΄ 120, Ιντ. δ΄ 109, Ε΄ 142, Πιστ. βοσκ. (Joann.) I 2, 208· III 6, 8· V 6, 329, Βοσκοπ. (Αλεξ. Στ.) 85, Επιστ. Ηγουμ. 168, 175, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 217, 314, 507, 512, 565, 732, 919, 926, 1200, Β΄ 1283, Ε΄ 470, Θυσ. (Μέγ.)2 24, 31, 288, 814, 1079, Στάθ. (Σάθ.) Ίντ. α΄ 11, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [9, 66, 173], Δ΄ [119], Ε΄ [272], Ροδολ. Α΄ [344], Ε΄ [588], Αποκ. Θεοτ. (Dawk.) II 12, Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 144, Γ΄ 57, Δ΄ 407, Ζήν. (Σάθ.) Πρόλ. 59, Β΄ 196, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 634, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 28714, 3038, 5473, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8022, Αλφ. (Mor.) III 48· ’πού, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 211, 2, 325, 351, 592, 643, 9232, 9444, 965, 10624, 1073, 25, 11031, 34, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 197, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 32217, 3787· απέ, Ιων. (Hess.) 2168, Ασσίζ. (Σάθ.) 49, 1521, 1612, 1923, 2214, 3516, 27, 386, 391, 413, 12, 4514, 4710, 5114, 552, 6416, 653, 6915, 803, 6, 8, 11, 8230, 889, 8921, 9022, 9121, 9831, 1098, 11415, 1214, 12413, 12721, 14217, 15028, 15227, 15422,1593, 16322, 17622, 1784, 17922, 2286, 23711, 25413, 2618, 27121, 28227, 30226, 3049, 32329, 3414, 35318, 3591, 3624, 3777, 41024, 4137, 41524, 4166, 13, 4219, 17, 4234, 4799, 4813, 5217, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 52014, 55125, 57714, Βέλθ. (Κριαρ.) 574, 978, Ακ. Σπαν. (Legr.) 167, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 138, 153, 572, 641, 687, 794, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570, 3175, 6519, 6864, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 4159, 4901, 6226, 6687, 6808, 8967, Πτωχολ. (Schick) P 144, Διήγ. Βελ. (Cant.) 23, Φλώρ. (Κριαρ.) 74, 108, 306, 547, 681, 730, 896, 916, 1020, 1064, 1082, 1454, 1549, 1617, 1797, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 317, Απολλών. (Janssen) 770, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4207, Λίβ. (Lamb.) N 155, Λίβ. (Wagn.) N 247, 1631,1948, 2167, 2405, Αχιλλ. (Hess.) L 271, 582, 713, Αχιλλ. (Hess.) N 278, 316, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 13, 477, Ιμπ. (Κριαρ.) 209, 343, 358, Χρον. Τόκκων (Schirò) 1392, Ανακάλ. (Κριαρ.) 11, Θρ. Κων/π. διάλ. (Ζώρ.) 120, Παρασπ., Βάρν. (Mor.) C 191, 423, Μαχ. (Dawk.) 48, 22, 64, 1020,1823, 2013, 2622, 3812, 18631, 30626, 3641, 37032, 34, 37237, 41223, 43611, 4664, 46835, 48232, 53221, 55815, 59014, 67626, Θησ. (Foll.) I 5, 30, 58, 63, 64, 75, 96, 132, Θησ. (Βεν.) Πρόλ. 127, 154, 192, Β΄ [96], [104], Βουστρ. (Σάθ.) 413, 417, 452, 456, 46828, 50223, 51921, 53411, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 704, Πικατ. (Κριαρ.) 417, Συναξ. γυν. (Krumb.) 99, 871, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 14, Πεντ. (Hess.) Γέν. II 6, 9, IV 13, XVI 2, XXVI 10, Αρ. X 12· ’πέ, Αχιλλ. (Hess.) L 1134, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 128· απ’ (μπροστά από φωνήεν), Σπαν. (Hanna) V 24, Προδρ. (Hess.-Pern.) I 82, Ασσίζ. (Σάθ.) 1818, Διγ. (Καλ.) A 242, Βέλθ. (Κριαρ.) 366, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 378, Απολλών. (Wagn.) 550, Λίβ. (Lamb.) Esc. 974, Λίβ. (Lamb.) N 836, 841, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 33, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (έκδ. αποκάτω· διόρθ. Ειδική Χρήση: Ξανθ., Κρ. Λαός 1, 1909, 10, σε απ’ εκατόν), Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 418, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Δ΄ 62, Λίμπον. (Legr.) 68 κ.ά.· απ’ (μπροστά από τ), Χρον. Τόκκων (Schirò) 2009, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 50, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β΄ 2071, Γ΄ 67· ’π’ (μπροστά από φωνήεν), Κορων., Μπούας (Σάθ.) 50, Λίμπον. (Legr.) 262, κ.ά. ’π’ (μπροστά από σύμφωνο), Αλφ. (Κακ.) 1158· αφ’ (μπροστά από τ), Βέλθ. (Κριαρ.) 442, 1154, 1279, 1312, Σωσ. (Legr.) 53, 73, Χρησμ. (Trapp) I 302, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 419, 428, Γεωργηλ., Θαν. (Legr.) 32, 408, 459, 460, 493, 637, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 8636, Διγ. (Lambr.) O 722, 1705, 2414.
Η αρχ. πρόθ. από. Για τη νεωτερ., ιδίως τη νεοελλην. χρ. της, βλ. Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. Για τους τ. της βλ. επίσης Άμ., ΛΑ 5, 1918/20, 132 κέ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478, Χατζιδ., ΕΕΠ 7, 1910/11,83 και ΙΛ στη λ., ετυμολ. Για την παλαιότ. σύνταξη και χρ. της πρόθ. βλ. Hatzid., Einleit. 224 Jannaris, Hist. Gramm. 373, Raderm., Neutest. Gramm. 21925, 143, Treu (Aus der Byz. Arbeit der DDR 1, 1957, 17-23), Mihevc (Ziva antika 15, 1966, 355), Lampe, Lex. στη λ. VI και Sophocl. στη λ. 13. Για τη σημερ. σύνταξη της απόβλ. ΙΛ στη λ. (ετυμολ.) και για τη χρ. της με γεν. σε ορισμένες νεοελλ. εκφρ. βλ. Κριαρ., ΕΕΦΣΠΘ 8, 1960, 221. Για τον τ. απού μπροστά από τ βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 478 και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 388. Η άποψη του Ξανθ. ορθότερη.
1) α) Απομάκρυνση από πρόσωπο, τόπο, πράγμα, ενέργεια, κλπ. (Η χρ. μτγν., Bauer, Wört. στη λ. IΙΙ, Lampe, Lex. στη λ. I Α2, Sophocl. στη λ. 5 και σήμ.,ΙΛ στη λ. Α14α [α]): έκλινεν το μουλάρι από τη στράτα Πεντ. Αρ. XXII 23· να τον διώξουν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 2286· σηκώνετ’ αφ’ την κλίνην του Διγ. O 1705· με το γλυκύν το δείσ σου δώσ’ μου θάρος| … και θέλει λείψειν απού μεν ο χάρος Κυπρ. ερωτ. 9922· οι Γενουβήσοι, διά να μηδέν δράξουν τον ρήγα απού τα χεργία τους οι Βενέτικοι εις το έλα του, αρματώσαν ϛ΄ κάτεργα Μαχ. 6064. τώρα είναι καιρός να μού βουθήσετε και να με αποβγάλετε απέ το πρόσωπον τους Γενουβήσους Μαχ. 53221· Σηκώσου απού τα πόδια μου, τίβοτας μη φοβάσαι Ερωφ. Ιντ. δ΄ 109· ώσπερ από πορνείαν φεύγε, (ώ) υιέ, ώσπερ από φαρμάκι Σπαν. O 53΄ και το καλό απού το κακό ποιόν είναι δε γνωρίζεις Ερωτόκρ. A΄ 1200· έβγαλε τέτοιο λογισμό απού την όρεξή σου Θυσ.2 814· από τα μάτια μου εχάθηκεν το ’λάφιν Απόκοπ. 13· και είπεν ή Σαρράι … εμπόδισε με ο Κύριος απέ του γεννήσει Πεντ. Γέν. XVI 2· απεστείλαμε (= ελευθερώσαμε, απαλλάξαμε) το Ισραέλ από να μας δουλέψουν Πεντ. Έξ. XIV 5· Αρ. XIII 25· φρ. (1) βγάνω από τον νουν μου, την όρεξη, κτλ. =λησμονώ: απολησμόνει το γουργόν, έβγαλ’ τ’ από τον νουν σου Σπαν. B 347· Θυσ.2 814· (2) βγαίνω από τον νουν μου = τα χάνω, σαστίζω, γίνομαι «αλλόφρων»: απέ τον νουν του έβγαινεν απέ τόν πόνον οπού είχεν Θησ. I 58· Ιμπ. 178· (3) βγαίνει (κάτι) από τον νουν μου = ξεπερνά το μυαλό μου, δεν το θυμούμαι: εις το με βιάζεις να σε πω τούτο πότες εγίνη | λανθάνομ’ από τον καιρόν και από τον νουν μου εβγαίνει Απόκοπ. 448· (4) βγαίνω από τα πρόσωπα του … και συνεπαίρνω από τα πρόσωπα = απομακρύνομαι, φεύγω από (κάποιον) Πεντ. Γέν. XXVII 30, Αρ. XXXIII 8· (με επιρρ. όπως έξω, μακρά, παρέξω, πέρα, κλπ.): είσ’ άπ’ την περηφάνεση μακρά του κόσμου …| τη σκοτεινή Ερωφ. Αφ. 50· σκλερόν είναι πολλά να παραδώσω| έξ’ άφ’ την δούλεψήσ σου Κυπρ. ερωτ. 8636· Αχιλλ. L 582· Διακρούσ. 8022· Ασσίζ. 828· ξεχωριστά από = εκτός από: Πόσες φτωχές εκακομοιριαστήκα| ξεχωριστά ’πού τσ’ άνδρες που πιαστήκα Λεηλ. Παροικ. 634· β) απόσταση (Η χρ. μτγν.· βλ. Κριαρ., Ελλην. 12, 1953, 378): απεξέβηκαν ως από μίλιν ένα Διγ. Esc. 1316. 2) Απαλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 110· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I C1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 13): εις είντα μόδον να γλυτώσουν απέ τούτην (την) ταραχήν Μαχ. 1020· Χάρε, … απού τα τόσα πάθη λύτρωσέ με Κυπρ. ερωτ. 578, σ’ έβγαλεν ο Θεός άφ’ τον ζυγόν τον ένα Γεωργηλ., Θαν. 408· Σπαν. A 532· Ασσίζ. 6915· Θρ. Θεοτ. 119· Ερωφ. Δ΄ 120· Διγ. O 2414. 3) Στέρηση (Η χρ. και παλαιότ., Sophocl. στη λ. 9): ακληρήθη η αρχόντισσα, η ντάμα Μαργαρίτα,| από το κάστρον κι αφεντίαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 7625· οι Τούρκοι ωσάν είδασι κι ήτονε νικημένοι| κι απού τα τείχη έρημοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28714· λείποντας ξύλ’ απού το καμίνι Ροδολ. Ε΄ [272]· Γεωργηλ., Θαν. 197· Ριμ. Βελ. 683, Πεντ. Αρ. XXIV 11. 4) Αλλαγή (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. 19 και Lampe, Lex. στη λ. I D2): δύνεσαι απού νεκρόν να μ’ αναστήσεις Κυπρ. ερωτ. 588. 5) α) Προέλευση από πρόσωπο ή τόπο (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4 και III 1b, 5· πβ. και Bauer, Wört. στη λ. IV, Lampe, Lex. στη λ. ΙΙb και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): επήρεν ορισμόν η άγια δέσποινα Ελένη … απέ τον υιόν της Μαχ. 48· επερίλαβεν τίποτες απέ τον απεθαμένον Ασσίζ. 17922· το θάνατό μου επήρα (παραλ. 1 στ.) απού τον απονώτατο τον ίδιον αδερφό μου Ερωφ. Γ΄ 272· απέ γυναίκα τίποτε τόσον κακόν ούκ ήλθεν Πόλ. Τρωάδ. 794· ο κοντοσταύλης … εστράφην απού την Κερυνίαν Μαχ. 36417· ως αστραπή ’π’ Ανατολής τρέχει να πάει στην Δύσην Κορων., Μπούας 50· να φέροσι τον Μουσταφάν από τον Μυζήθρα Σφρ., Χρον. μ. 1212· τότες απού το χάλασμα βγαίνουν οι αντρειωμένοι Ερωτόκρ. Α΄ 565· βάλε και καβούρους από ποταμού και κρασί και ας βράσουν Σταφ., Ιατροσ. 249· να δω παιδία έμορφα ’πέ (έκδ. απέ· διορθώσ.) τα εδικά σας μέλη Αχιλλ. L 1134· Κυπρ. ερωτ. 766· Αχιλλ. O 33· εκφρ. (1) από λόγου μου = από δικό μου, εγώ ο ίδιος, από δική μου πρωτοβουλία: λάλησε και από λόγου σου· είπε τους πονεμένους Απόκοπ. 487· Όρα τί είπαν οι πρέσβεις τον Αχιλλέαν από λόγου τους χάριν διδασκαλίας Ερμον. Ν τίτλ.· (2) από δικού μου = εγώ μόνος μου (πβ. το αρχ. άφ’ εαυτού, L‑S στη λ. Α6): ας το λογιάσει κι ας το δει κι από δικού ντ’ ας κρίνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1501· (3) από ’ξαυτόν μου ή από ’ξαύτου μου = από εμένα, από κοντά μου: Γιατί κυρά μου φεύγει απού ’ξαυτόν μου,| ήλθα, πουλλιά, μ’ εσας να καταντήσω Κυπρ. ερωτ. 771· Κυπρ. ερωτ. 1513· (4) από μέρους μου, από το μέρος μου, από την μεριάν μου ή απέ την μερίαν = από μέρος μου, στη θέση μου (πβ. Lampe, Lex., λ. μέρος D7a): είπες του από το μέρος μου αν χρήζει πλέον φουσάτα,| ας έχω είδησην μικρήν κι ευθέως να του αποστείλω Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6549· (5) (και με το σύνδ. ως) ως από = σαν από: ως από λόγον μας γραφές αυτές βάστα μετ’ εσού Απόκοπ. 485· (6) οι από ξένης = οι ταξιδιώτες, οι οδοιπόροι Λίβ. Sc. 2213· (7) (με επιρρ. όπως απέσω, από πάνω, μέσα, πάνω) απέσω απέ = μέσα από: ως ήλιος εμπρόβαλεν απέσω απέ το νέφος Αχιλλ. L 271· (8) μέσα από = από: ας μπαίνει ο ένας έκ τ’ άλλου μέσα απού την αγκάλη Ροδολ. Γ΄ [66]· έλεγες ότι αστράπτουσιν από το χιόνι μέσα Λίβ. N 889· (9) απ’ όνομα· βλ. ά. όνομα Έκφρ. 2· (10) πάνω από = από: αρχίσανε οι λουμπαρδές ’πού τα καράβια πάνω Τζάνε, Κρ. πόλ. 3787· (11) αποπάνω από = από: αποπάνω από το παλούκι πολλά τους ονειδούσεν και έβριζεν Συναδ., Χρον. 29· β) εξουσιοδότηση, εντολή (Για την έκφρ. ως από προσώπου ή ως εκ προσώπου στην επιστολογραφία βλ. Τωμ., Βυζ. επιστολογραφία 3 Γ΄ 95-6 και Τωμ., Αθ. 64, 1960, 8-11): τιμητικά τόν χαιρετούν (ενν. τον βασιλέα) από τους κεφαλάδες Χρον. Μορ. (Καλ.) H 570· Αφέντη, εγώ λαλώ σου από τον ρήγαν ότι εσού ήσουν η αφορμή … Μαχ. 3201· παρακαλούν και λέγουν τον … απέ τον ρήγαν Ιμπ. (Wagn.) 371· ου λέγω εξ εμού άλλ’ από της κυρας μου, … Χρυσάντζας της ωραίας Βέλθ. 914· 6) Καταγωγή (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III Ια και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1β): αν ένι γνήσιες και από ενού πατρός και απέ μιας μητρός Ασσίζ. 42117· ψουμάτους καβαλάρηδες απού μεγάλην γενιάν Μαχ. 3404· Ημεις γάρ ευρισκόμεθα από γενεάς μεγάλης Διγ. Esc. 136· Γνωρίζω τη, και πούρι δα δεν είμαι απού τα όρη Φορτουν. Α΄ 144· Ασσίζ. 889· Διήγ. Αλ. V 53· Κατζ. Ε΄ 209. 7) α) Αφετηρία (ιδίως χρον.) ήδη από … (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. II, Lampe, Lex. στη λ. II A3, Sophocl. στη λ. 4· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14β [α]): απέ κείνην την ημέραν ευρίσκουνταν καβαλάρηδες εις την Κύπρον Μαχ. 55815· απού την πρώτ’ αργατινή πού ’παίξε το λαγούτο| ελόγιασά το κι είπα το: για μένα είναι τούτο Ερωτόκρ. A΄ 919· οι άνθρωποι του νόμου απού ιδ΄ ετών και η γεναίκα απέ ιβ΄ ετών ημπορούν καλά να ποίσουν διαθήκην Ασσίζ. 40130· απέ το τάρμενον τών ζ΄ ημερών Ασσίζ. 14217· εποίκαν … διαλαλημόν: «Πάσα άνθρωπος απού ιε΄ χρονών και απάνω να έλθουν να τους δώσουν όρδινον» Μαχ. 36231· απέ ένα μάρκον ασήμιν και άνων Ασσίζ. 4234· Κατζ. Β΄ 387· εκφρ. (1) από την πρώτη = ήδη από την αρχή: αρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον απού την πρώτη,| μα εδά ’χει τόση δύναμη κ’ έτσι μεγάλη εγίνη … Ερωτόκρ. Α΄ 314· (2) από καιρό(ν) = όπως και σήμ.: ερώτουνα (διορθ.) και από καιρό μου ’λεγες κ’ ήχασές το Στάθ. Α΄ 239· Κυπρ. ερωτ. 9131· σώζεται όμως και η σύνταξη με γεν.: από καιρού, Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ., σ. 501· β) (αφετηρία με δήλωση και τέρματος)· από … έως (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. I 8, Sophocl. στη λ. 5β): τα κάγκελα εξηλώθησαν άπ’ άκρας έως άκραν Προδρ. I 82· απέ το Νίκλι έως την Λακιδαιμονίαν ένι δασώδης τόπος Χρον. Μορ. P 6687· επηγαίναν οι ανθρώποι απού τόπον εις τόπον με τα κτηνά τους να εύρουν νερόν Μαχ. 226· είδαμ’ από γης ως γή τον άθρωπο να πέσει Ερωτόκρ. Α΄ 754· ξεφάντωσ’ απού το ταχύ ως το βραδίν εκράτει Ερωτόκρ. Α΄ 512· έριξεν τες σαγίτες της απ’ ύστερην ως πρώτην Απόκοπ. 418· Βέλθ. 366· φρ. (1) (Προκ. για κτήριο και με ρ. όπως κατεδαφίζω, αφανίζω, κλπ.) από τα θεμέλια — συθέμελα, σύριζα· εντελώς, ολοκληρωτικά (πβ. το αρχ. και μτγν. εκ θεμελίων και το σημερ, από θεμελίου· για το τελευταίο βλ. Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501): Κατηδάφισαν … και το του αγίου Δημητρίου μοναστήριον από τα θεμέλια Ηπειρ. 25116·. (2) (Με ρ. όπως ποιώ, κτίζω, κλπ.) απού γής = από τα θεμέλια: όρισεν και εποίκαν εκκλησίαν απού γης Μαχ. 3826· Μαχ. 701·. (3) Αποκάτω από τον πάτο = σύριζα· ολοκληρωτικά: την χώραν την αφάνισεν ’πουκάτω ’πού τον πάτο|· τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 197. 8) Διαμέσου τόπου (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14α [β]): ας υπαγαίνωμεν … από της στερέας Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1599· τα έστελναν … εις την Κωνσταντινούπολη από θαλάσσης Διήγ. Αγ. Σοφ. 14811· έφυγαν και επεράσαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 25413· από το πόρτο τσ’ Άγουσας εβγαίνει| τότε και από τη Μύκονο παγαίνει Λεηλ. Παροικ. 670· περάσαντος τον Παϊζίτη από το επάνω Στενόν εις την Δύσιν Σφρ., Χρον. μ. 1231. 9) Εξάρτηση (Η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): κρέμμασεν και κείνον απέ τα ποδία Βουστρ. 456· απέ το χέριν τόν κρατεί Φλώρ. 1454· ’πού τα μαλλιά τες σύρνουσιν Θρ. Κύπρ. M 765· βουηθάτε μου να σηκωθώ· κράτει μ’ απού το νώμο Θυσ.2 1079· τόν ανακρεμάσαντα τον ουρανόν από της γής Φυσιολ. M 326. 10) Ύστερα από, μετά (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. II· και παλαιότ. βυζ., Lampe, Lex. στη λ. I Bl, Sophocl. στη λ. 6· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 14 β [δ]: από θανάτου του ρέ Πιέρ … αρμάστην με τον υιόν του πρίντζη Μαχ. 57822· Ασσίζ. 40030· Η Σωφροσύνη απ’ αυτήν (= μετά τη Δικαιοσύνη) ανέβη εις γήν ολίγον Λίβ. Esc. 974· Λίβ. N 836, 841· έκφρ. απέ τούτον (ουδ.) = κατόπιν· έτσι: παρακαλεί σας να πιάσετε την εζήτησήν του, αν φανεί της αυλής. Και απέ τούτον εμπαίνει εις την αυλήν Μαχ. 30626. 11) Ποιητ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 4· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V 6, Lampe, Lex. στη λ. III Β και Sophocl. στη λ. 1· και σήμ., ΙΛ στη λ. A3): Κατεφρονέθης απ’ εμού, δέσποτα αυτοκράτορ Διγ. A 242· απέ τους αρχιερείς Λατίνων να χειροτονούνται διάκονοι Μαχ. 2622· αφ’ τον Θεόν και αφ’ τους αγιούς τέλεια ευλογημένος Γεωργηλ., Θαν. 493· απ’ ολωνών των βασιλιών του κόσμου ζηλεμένος Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 62· Πιστ. βοσκ. I 2, 208· Κυπρ. ερωτ. 1073. 12) Αναγκ. αίτ. (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 6· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. VI και 3, Lampe, Lex. στη λ. II Α2· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α4): Μιαν από κόπου νύσταξα να κοιμηθώ εθυμήθην Απόκοπ. 3· μίαν σκλάβαν απού πέφτει απού κακήν αρρωστίαν Ασσίζ. 4131· από την αστένειαν σου πολλά το λυπούμεθαν Μαχ. 3729· απού την πείνα την πολλή συχνιά το νου μου χάνω Φορτουν. Γ΄ 57· από νερό διψούσαν Αιτωλ., Μύθ. 511· ήρξατο από πόνου του τα τέτοια να τον λέγει Λόγ. παρηγ. L 457· Πολλά ’μαι κουρασμένος ’πό τα όρη Βοσκοπ. 222. από άμετρου και πολλής πεσούσα αθυμίας| επί του νέου συμπαθώς εξέπνευσεν η κόρη Διγ. Gr. VIII 185· εξέβηκα από λύπης μου και κόσμον περιεπάτουν Λίβ. N 46· τρέμει αφ’ τον φόβον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 428· απέ τας πικρίας λιγνεύω Συναξ. γυν. 871· Αν είχεν είσταιν χιόνιν, ώ κυρά μου,| έλυεν απού τον πόθον κι αχ την βράστην Κυπρ. ερωτ. 10938· ο πλούτος, το λογάριν σου ως άνεμος παγαίνουν,| λαχαίνουσιν και χάνονται από φωτιά ή κούρσας Σπαν. V 41· περί των πραγμάτων τών να ρίξουν εις την θάλασσαν από κακού καιρού Ασσίζ. 75· απέ τον μέγαν πλούτον τόν είχαν εκαταφρονούσαν τους λας Μαχ. 4664· επίασε το Εξαμίλιον και έκτισεν αυτό, κακώς δε από της συντομίας Σφρ., Χρον. μ. 12829· απού το δείσ σου πάντα μαρτυρίζω, αλλ’ όμως ο φτωχός πάντα ποθώ το Κυπρ. ερωτ. 9914· είχα εις τον νουν μου| να οικοδομήσω εκκλησίαν, να ποιήσω μοναστηρι κι ουδέν το εκατευόδωσα από τες αμαρτίες μου Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2738· Δεν έχω παραπόνεσην ’πού σέναν,| άμμε ’πού το πικρόν το ριζικόν μου Κυπρ. ερωτ. 212· ποντίκιν κακορίζικον από την κακοτύχην Πουλολ. 208· Σπαν. (Hanna) V 122· Σπαν. A 18, 524· Προδρ. Η G 18· Ασσίζ. 1092, 1272· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 2918, 8420· Λίβ. Esc. 4019· Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 419· Γεωργηλ., Θαν. 32· Κυπρ. ερωτ. 1613, 248· Σκλάβ. 183· Αχέλ. 310· Κατζ. Α΄ 78, Β΄ 98, Γ΄ 378, Δ΄ 291, Ε΄ 453, υμείς από κάπου εστέ και από οδού πολλής Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 13927· (με το σύνδ. ως) ως από ομαλότητος και του πολλού του κάλλους| ύδωρ εμφαίνειν πεπηγός και καθαρώτατόν τε Διγ. Τρ. 2835· Απόκοπ. 120· έκφρ. απέ τούτο = γι’ αυτό Ασσίζ. 8921. 13) Αφαίρεση από το όλον (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. 16· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. I A1, I D1, καθώς και Psich., Qu. tr. 862· και σήμ., ΙΛ στη λ. AΙΙ): αυτή δε ήτο ονομαστή από τους ανδρειωμένους Διγ. A 3759· πολύν φουσάτον σύντριψαν οι Τούρκοι απέ τους Ούγγρους Παρασπ., Βάρν. C 423· ο ρήγας μια απού τσί πολλές εθέλησε να μάθει … Ερωτόκρ. Α΄ 507· Εάν τύχει … και ρίψει απέ το γομάριν του … διά να αλαφρύνει το καράβιν Ασσίζ. 4710· δεν δίδει τίποτες απέ το εδικόν του … Ασσίζ. 28227· ο πουλητής οπού πουλεί σιτάριν δείχνει του (ενν. του αγοραστή) απέ το σιτάριν Ασσίζ. 4514· έλα στο θάνατό μου| να πιείς από το αίμα μου Πανώρ. Β΄ 447· ηύρασιν πολλά πράγματα απού τες πρα(μα)τείες τους Σαρακηνούς Μαχ. 63038· Ταύτα εγράψαμεν απά των καθ’ εαυτόν και τινων μερικών γεγονότων Σφρ., Χρον. μ. 22· να έχει ο εις ώσπερ τον άλλον απέ τά αγαθά εκείνης της οικίας … Ασσίζ. 4166· απέ τα δέκα ου μη εδυνήθη| να ’γράψε θρήνον, τον εποίκαν Πόλ. Τρωάδ. 687· ουδετίποτε θέλει να ποιήσει απού όσα να του ειπεί η αυλή Ασσίζ. 4619· Καλλίμ. 2271· Ασσίζ. 23711· κάνει (ενν. η αρετή) τον άνθρωπο κι άνθρωπον τόνε κράζου κι από τα ζώα τ’ άλογα λόγιον τον ονομάζου Πρόλ. κωμ. 34. 14) (Επιμερισμός) (Η χρ. μτγν., Lampe, Lex. στη λ. II Al, IV, Sophocl. στη λ. 8·βλ. και Δημητράκ. στη λ. 18) (προκ. για πολλούς ή σαν να πρόκειται για πολλούς) ο καθένας τους: εκείνος εγλυκάθηκε και απ’ εκατόν (πβ. ίσως και από δεκάξι 190) θα βάλει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 197 (πβ. φρ. από ολίγον-ολίγον = λίγο-λίγο, σιγά-σιγά: με θέλει καταπιεί από ολίγον-ολίγον Φυλλ. Αλ. (Πάλλης) 143)· Μοιράζουσιν και άλευρον από μισόν ποτήρι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1307· τους τριακόσιους αφήνω σας από ενός φαριού Διγ. Esc. 1759· οι εξής ας δίδουσιν απ’ ενός δηναρίου Απολλών. (Wagn.) 553. 15) Σύγκριση (Για τον υπερθετ. βλ. Κριαρ., Αθ. 45, 1933, 242-45 και Lampe, Lex. στη λ. V· η χρ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α9): σοφώτερη καμιά δεν βρίσκεται απ’ εκείνης Λίμπον. Αφιέρ. 68· τους Αλαμάνους είχασιν κάλλιον απέ τους Φράγκους Χρον. Μορ. P 6808· και θέλει τον καλύτερο απού τσι δυο να γνώσει Ερωφ. Β΄ 254· εναι γληγορώτερον, πονετικόν απ’ όλα (ενν. το τρυγόνι) Περί ξεν. A 378· το φίδι ήτον πονηρό από παν αγρίμι Πεντ. Γέν. IΙΙ 1· κορνέλα … μακρέα από την άλλην τόσον όσο … Καραβ. 49226. πλι’ άπονη απού τον άδην Πιστ. βοσκ. ΙΙΙ 6,8· ουδέ να ένι άνθρωπος ανήλικος παρακάτω από ιδ΄ χρονών Ασσίζ. 1443· τούτη ζωή ’ν’ θλιμμένη| πως δεν ’παντά περίτου ’πού μιάν ώραν Κυπρ. ερωτ. 9232· κείνα τόσον απού ’ξίζουν| κάλλιον παρά ’πού τούτα Κυπρ. ερωτ. 9444· Πεντ. Γέν. IV 13· Πιστ. βοσκ. V 6, 329. 16) α) Ύλη (συστατική) (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙΙ 2· βλ. και Sophocl. στη λ. Β· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α 10): ημφιεσμένους περσικήν στολήν από βλαττιού Διγ. Gr. IV 926· Και εκ της φισκίνας το πλευρόν, εκ το δεξιόν της μέρος| ήτον αμπέλιν ριζωτόν απού υαλίου εκείνο Λίβ. Sc. 1357· Ητον το τρικλινόκτισμα από ζαφείρου λίθων Βέλθ. 328· έλαιον παλαιόν από καρύιον μετά βουτύρου συμμίξας τον ουρανίσκον του ιέρακος τρίβε Ορνεοσ. αγρ. 5392· Βέλθ. 248, 538, Πεντ. Έξ. XXX 2· β) περιεχόμενο (Πβ. ΙΛ στη λ. 10): το άλλον της (ενν. χέρι) εβάσταζεν χαρτίν από γραμμάτων Λίβ. N 838. 17) Όργανο, μέσο, τρόπος (Η χρ. αρχ., L‑S στη λ. III 3· βλ. και Bauer, Wört. στη λ. V2, Lampe, Lex. στη λ. IΙΙ Α· Sophocl. στη λ. 10· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α7): να ζούσιν απού τα καλά της (=της εκκλησίας) Ασσίζ. 3114· Καλέ, παρά να με θανατώσεις απού την πείναν όρισε είντα να γενεί Μαχ. 4066· να θανατωθούν απού κακού θανάτου Ασσίζ. 2125. από βίας τον στρέφεται, θεωρεί με Λίβ. P 61· Προσέχω, ιχνεύω, κυνηγώ, πουλιά κρατώ από τέχνης Λίβ. N 933· Οφρύδια κατάμαυρα εφύσησεν η τέχνη,| γιοφύρια κατεσκεύασεν από πολλής σοφίας Βέλθ. 700· χαίρομαι και ζώ απέ την γραφήν σου Λίβ. N 1631· Τα μήλα της εφέγγασιν από ψιλής θεωρίας Βέλθ. 714· άνθη και φύλλα γέμων (ενν. ο «παράδεισος») από πνοής την ηδονήν υπέρ τον λόγον έχων Καλλίμ. 284· αφύρωσέν τα (δηλ. τα κάστρα) σφόδρα| από λαόν κι από τροφής να ζουν να τα φυλάττουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3531· Λόγ. παρηγ. O 626· Αχιλλ. O 149· Ιμπ. 233 Βέλθ. 249, 530, 700· εκφρ. (1) (με ρ. όπως αγαπώ, αναστενάζω, βρυχούμαι, θρηνώ, κλαί(γ)ω, κράζω, κράζω (μετά θρήνων), ’παινώ, προσεύχομαι, στενάζω, κλπ.) από καρδιάς = έντονα, επίμονα, «σφόδρα» (πβ. το αρχ. εκ της καρδίας φιλείν Αριστοφ., από καρδίας φιλέειν Θεόκρ.· εξ όλης της καρδίας, βλ. Lampe, Lex., λ. καρδία Α4· πβ. επίσης από καρδίας μέσης Βέλθ. 1277· η χρ. και σήμ. ΙΛ, λ. από Α7): ν’ αναστενάζω από καρδιάς, πολλά και να θρηνήσω Περί ξεν. A 275· γιατ’ ήκουσά τον από καρδιάς πολλά να σέ ’παινέσει Ερωτόκρ. Γ΄ 696· Αλφ. III 10, Βίος Αλ. 3661, Ροδολ. Ε΄ [549], Διήγ. ωραιότ. 428, Περί ξεν. V 31, Ριμ. Απολλων. 356, Στάθ. Α΄ 272, Σπαν. V 126, κ.π.α. (2) από βάθους (ενν. καρδίας) = έντονα, επίμονα (πβ. βάθος καρδίας ανθρώπου ΠΔ Ιουδ. 8, 14· βλ. και Lampe, Lex., λ. βάθος 2· εκ βάθους αναστέναξεν ψυχής Διγ. (Καλ.) A 1589· βλ. και ΙΛ, λ. βάθος Ια: τσή καρδιάς τα βάθη): από βάθους στενάξασα Διγ. Gr. 43· (3) από ψυχής = με ζήλο, επίμονα, έντονα (πβ. το νεώτ. με την ψυχή μου): ψάλλε από ψυχής και φώναζε μεγάλως Προδρ. III 45· χαιρετισμόν από ψυχής πέμπω σου, καλή κόρη Ερωτοπ. 133· (με το αναστενάζω:) να αναστενάζει από ψυχής , να αναθυμάται εσένα Φλώρ. 1264· Βέλθ. 566 (πβ. και το από ψυχής καημένης Βέλθ. 1213)· (με το τάσσομαι = υπόσχομαι): Και από την χείρα τον κρατεί, καλά τον συμβουλεύει| και τάσσεταί του από ψυχής, πάντα να τον δουλεύει Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 395· (4) από προαιρέσεως = θεληματικά, αυτοβούλως (πβ. το εκ προαιρέσεως = Lampe, Lex., λ. προαίρεσις I G): ουδ’ από προαιρέσεως αφήνεις τα κακά σου Πένθ. θαν. N 344· (5) από ριζικού = κατά τύχην: Εάν γίνεται απού ριζικού ότι εις άνθρωπος ου μία γυναίκα έχει καμμία αστένειαν … Ασσίζ. 38829· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 4969, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [503]· (6) περνώ (κάποιον) από σπαθί ή από σπαθίου (ή σπαθιού) = σφάζω (πβ. Από σπαθιού Μαλάλ., Βόνν., 49320): από σπαθιού επέρασεν όλους τους Σιλιστριώτες Παλαμήδ., Βοηβ. 195· (7) από σπουδής (πβ. L‑S, III 6) = γρήγορα, αμέσως: Εκείνος δε από σπουδής εξάπλωσε την ράβδον Διγ. A 1440· (8) από πτερού πετώντας: και από πτερού εκατέφυγεν εις τον κόλπον σου απέσω Λίβ. (Μαυρ.) P 1867· (9) από κακού = με δυσμενή προκατάληψη Επείρασί με από κακού Χειλά, Χρον. 356· (10) από κομματιού — κομματιαστά Χρησμ. (Trapp) VI28, VII14· (11) (καμιά φορά και με το σύνδ. ως) ως από βιας = σαν ύστερα από βία, πίεση, βιασύνη: ως από βίας ηκούμπησα του περιανασάνω Απόκοπ. 31· (12) (προκ. για εξόρμηση ίππων) από περιστηθίου = ακάθεκτα, ακατάσχετα πβ. το αρχ. από ρυτήρος): ως αστραπή εξεπήδησεν από περιστηθίου Διγ. Gr. IV 118· φρ. (1) διαβαίνω από σπαθί = σφάζομαι: έξω ο κόσμος να χαθεί| κι εγώ να διάβω από σπαθί Αγν., Ποιήμ. Α 16· (2) πιάνω ή παίρνω χώραν από σπαθίου = καταλαμβάνω, κυριεύω: Εν τούτω οι Φράγκοι πρόθυμα μετά σπουδής μεγάλης| πεζεύουν εκ τα κάτεργα, την χώραν πολεμούσιν| από σπαθίου την έπιασαν, της Βενετίας την δίδουν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 439· Τούτος ο σουλτάνος επήρε την Μεθώνη από σπαθίου, οπού την όριζαν οι Βενέτικοι Ιστ. πατρ. 1497· 18) Συνοδεία (Για τη χρ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. ΙΕ και Sophocl. στη λ. 6· βλ. και το θεωρήσασα η σύμβιος αυτού από υποκαμίσου όντα, δηλ. ότι φορεί μόνο πουκάμισο Βίος αγ. Φιλαρέτου, Byz. 9, 1900, 17· απίθ. ότι πρόκειται για ξενισμό, όπως δέχεται ο Αλεξίου Στ., Κρ. Χρ. 6, 1952, 409 σημ. 25· βλ. και Ξανθουδίδη, Ερωτόκρ. σ. 501, λ. από και σ. 426, καθώς και ΙΛ στη λ. 6β) με: Εκεί ’τον κι ο Ρωτόκριτος κι ο ρήγας άπ’ τ’ αμάξι| να δούσι το Χαρίδημο σήμερο πως θα διάξει Ερωτόκρ. Β΄ 2071· η Κατερίνα η μαστόρισσα από τ’ οξύ μαντίλι Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 535 (περιττή κάθε διόρθ., βλ. Λαογρ. 3, 1911, 616-7 )· Ερωτόκρ. Β΄ 1283, 2071, Γ΄ 67. 19) α) Το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος: Λοιπόν λέγω να ’ξηγηθώ απέ τους δυο Θηβαίους Θησ. Πρόλ. [154]· περί της αμαρτωλής γυναικός και απ’ εκείνον το της δίδουσιν αν ημπορεί πλείον να της το πάρουν Ασσίζ. 1818· επήγε να τον ιδεί και ερωτήσαν τον απέ τους δικούς του Μαχ. 46835· μ’ αυτόν εσύντυχαν από πολλών πραγμάτων Θησ. I 125· β) αναφορά (Η χρ. μτγν., L‑S στη λ. III 2· βλ. και Lampe, Lex. στη λ. II Β1· και σήμ., ΙΛ στη λ. Α8 και Δημητράκ. στη λ. 19): κανέναν αγκάλεμαν το να ποίσει η γυναίκα απέ τον άνδραν της ή ο άνδρας απέ την γυναίκαν του Ασσίζ. 12721· ένας … ο ποιός ήτον καβαλλιέρης και καλός απέ το κορμίν του Βουστρ. 534· ημπορεί να φέρουν μαρτυρίαν τοιούτοι άνθρωποι εις την αυλήν απού πάσα πράγμαν Ασσίζ. 10618· επούλησες την μούλαν διά πέρπυρα ρ΄ απέ τῳ ποιών σου ήμουν εγγυητής Ασσίζ. 6416· είναι έτοιμος να τον απολογηθεί απού πάσα ζήτημαν όπου να του ζητήσει Μαχ. 19631· Περί το δίκαιον το εμπαίνει του αυθέντη απέ όλην του την γην Ασσίζ. 2214· μαύρον φαρίν τον έστρωσαν το πολυαγαπημένον,| μέγαν από του σχήματος, φριχτόν από της θέας Αχιλλ. L 284· Εσύ ομνύεις εις τα άγια του Θεού Ευαγγέλια απέ το σε θέλομεν ερωτήσειν να ειπείς την αλήθειαν; Ελλην. νόμ. 5217· απέ το λαλείτε να σας ποίσωμεν όρκον είμεστεν έτοιμοι Βουστρ. 502· απέ το μηνά η αφεντιά, της δια τα άλογα έμεις άλλα δεν έχουμε να καβαλικεύσωμεν Βουστρ. 519· αν εθυμάται από γονιούς τίποτες ρώτηξέ τη Κατζ. Β΄ 188· Ασσίζ. 9029· 3624· Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6864· Βέλθ. 405. 20) Με ουσ. = γενική ιδιότητας (Πβ. ΙΛ στη λ. Α 16): όλοι από μίαν γνώμην ήσαν Σοφιαν., Παιδαγ. 92· ήσαν όλοι απόκοτοι και από καλήν καρδίαν Πόλ. Τρωάδ. 518. — Βλ. και επίρρ. με α΄ συνθ. την από, όπως απαρχής, απεδώ, αποκάτω, απομέσα, κλπ.
αποφρύγω·- αποφράσσω, Διήγ. παιδ. 245, Ch. pop. 792, Ριμ. κόρ. 594 (έκδ. αποφρίσει· διόρθ. Πολ. Λ., Μετά Άλ. σ. 104), Κορων., Μπούας 7, Πανώρ. Α΄ 9, 228, Ερωφ. Αφ. 41, Βοσκοπ. 475, Ερωτόκρ. Ε΄ 967, Ροδολ. Αφ. [50], Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1395], Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 68 (έκδ. αποφρίξουνε· διορθώσ.) κ.π.α.
Το μτγν. αποφράγω. Η λ. και σήμ., καθώς και ο τ. αποφράσσω (ΙΛ, λ. αποφράγω). Για τη λ. βλ. Ξανθ., Λαογρ. 3, 1912, 618, και Καλιτσ., Χρ. Κρ. 2, 1913, 160.
Α´ (Μτβ. με αντικ. λ. όπως νερό, κ.λ.π.) στερεύω, ξεραίνω: Βρύσες, τα πλήσα σας νερά τα δροσερά ας χαθούσι (παραλ. 1 στ.) μην τ’ αποφράζει η λόχη μου Πανώρ. Α΄ 9 (βλ. και αποστύφω). Β´ (Αμτβ.) α) (με υποκ. λ. όπως βρύση, ποτάμι, πέλαγος, δάκρυ) στερεύω, στεγνώνω, ξεραίνομαι (Πβ. L‑S στη λ. I. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2α): ας αποφράζου βράσες και ποτάμια Βοσκοπ. 478· όντεν ιδείς το πέλαγος ν’ αρχίσει ν’ αποφράσσει, τότες εμέν κι εσέν, κυρά, θέλουσιν ευλογήσει Ριμ. κόρ. 594· τα δάκρυα τση αποφράζασι, κι η πρίκα τση τα χώνει Ερωτόκρ. Ε΄ 967 (βλ. και ασφαλίζω)· β) (προκ. για χείλη, στόμα, κ.λ.π.) στεγνώνω, ξεραίνομαι: δέντρο μου χρυσοπράσινο και δροσερή μου βρύση, όταν σε θέλω θυμηθεί το στόμα μου αποφρύσσει Ch. pop. 792· γιατί έχουν τόσες παρρησιές, π’ αν είχα εκατό γλώσσες | και να ’χα εκατό στόματα και σιδερένιες τόσες | φωνές να είπουν τες χάρες τους, τα χείλη δεν μπορούσι | παρά που ν’ αποφρύξουνε Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 68.
αργυρώνω,- Μαχ. 3826, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 40.
Το αρχ. αργυρόω. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. και στη λογοτεχνία (ΙΛ).
Καλύπτω με στρώμα αργύρου· επαργυρώνω (Η σημασ. και σήμ. ιδιωμ., ΙΛ στη λ. 1): και αργύρωσεν τας β΄ κεφαλάς Μαχ. 3826. — Βλ. και ασημώνω.
αρέσω,- Σπαν. O 138, Σπαν. V Suppl. 88, Ασσίζ. 2530, 9717, 34715, 36016, 45418, Ελλην. νόμ. 55219, 5553, Διγ. Esc. 701, 1620, Διγ. Z 1623, 2993, 3258, Βέλθ. 217, Χρον. Μορ. H 363, 567,1997, Χρον. Μορ. P 281, 2836, 2988, Πτωχολ. N 696, Λίβ. Sc. 69, Λίβ. Esc. 1197, Ιμπ. 312, 589, 681, 782, Χρον. Τόκκων 1375, Απαρν. 4, Μαχ. 16015, 25426, 2628, 3645, 36813, 40618, 43828, 47421, 49213, 64827 Δούκ. 2211, Θησ. Πρόλ. [109], Β΄ [415],Γ΄[ 136], IB΄ [177], Ch. pop. 832, Διήγ. Αλ. V 37, Κυπρ. ερωτ. 9477, Έκθ. χρον. 3821, Συναξ. γυν. 13, Κορων., Μπούας 47, 72, 83, Φαλιέρ., Ιστ. V 367, 500, Φαλιέρ., Ρίμ. L 175, Πεντ. Άρ. ΧΧΙΙΙ27, Βίος γέρ. (Schick) V 772, Αχέλ. 140, Αιτωλ., Βοηβ. 43, Χρον. σουλτ. 1405, Κατζ. Α΄ 29, Ε΄ 526, Πανώρ. Α΄ 180, Β΄ 309, Γ΄ 345, Ε΄ 257, Ερωφ. Α΄ 622, Β΄ 293, 497, Πιστ. βοσκ. IV 5, 86, Παλαμήδ., Βοηβ. 263, 276, 472, 1138, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Μανολ., Επιστ. 171, Ιστ. Βλαχ. 823, 2307, Σουμμ., Ρεμπελ. 162, 173, 187, Διγ. Άνδρ. 34918, 35119, 3618, 38525, Ερωτόκρ. Α΄ 133, 204, 1178, 1293, 1320, 2043, Β΄ 347, 574, 1600, Γ΄ 445, 711, 933, Δ΄ 29, Στάθ. Α΄ 198, Ιντ. β΄ 46, γ΄ 560, 573, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 62, Γ΄ 25, Ροδολ. Α΄ [209, 657], Β΄ [93], Βακτ. αρχιερ. 166, 176, 182, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [849] Ε΄ [786], Φορτουν. Β΄ 403, Γ΄ 656, Ε΄ 414, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 93, Τζάνε, Κρ. πόλ. 54413· αρέζω, Διήγ. Αλ. G 27434· αρέθω (?), Νομοκριτ. 110· αρέσκω, Μανασσ., Χρον. 3231, Φλώρ. 1788, Μαχ. 15824, 20835, 29015, 3347δις, 5028, Άνθ. χαρ. Vφ1v, Κυπρ. ερωτ. 10453, 54, Κορων., Μπούας 49, 99, Παλαμήδ., Βοηβ. 1168· ’ρέσω, Μαχ. 5841, Ερωτόκρ. Ε΄ 1415· μτχ. αρεσκόμενος, Σκλέντζα, Ποιήμ. 514· αρεσκούμενος, Φορτουν. Α΄ 291· αρεσούμενος, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ 875.
Το αρχ. αρέσκω. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ). Για τη μτχ. αρεσκούμενος βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 13-4.
1) α) (Ενεργ. και μέσ.) είμαι αρεστός, γίνομαι αρεστός (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρέσκω Ι3· πβ και ΙΛ στη λ. 1α): και τούτον αν το ποίσετε, ο Θεός θέλει σας έχειν χάριταν και θέλει αρέσειν της βασιλείας του και τους ανθρώπους Μαχ. 47421· ο λόγος ήρεσεν τους μαντατοφόρους Μαχ. 5841· Περι πουλήσεως δούλου, αν δεν αρεστεί έως ξ΄ ημέρας, τον στρέφει οπίσω Βακτ. αρχιερ. 176· β) είμαι της αρεσκείας (κάπ.), ικανοποιώ (κάπ.) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρέσκω ΙΙ· Πβ. ΙΛ στη λ. 1α): Η αγκαλιά τον γέροντα μηδεκιαμιάς αρέσει Φορτουν. Β΄ 403· γιατ’ έναν τόπο μοναχό εις την καρδιά μας μέσα | εδιάλεξεν ο Έρωτας κι οι άλλοι δεν τ’ αρέσα Ερωτόκρ. Α΄ 1293· μια λυγερή κι αρέσει του και δούλεψην αρχίζει Ερωτόκρ. Α΄ 1178· πόσ’ αφεντόπουλοι όμορφοι ήσαν εκεί στη μέση | και μόνον ο Ρωτόκριτος της Αρετής αρέσει Ερωτόκρ. Β΄ 574. Βλ. και αποπληρώνω 2α. Η μτχ. (1) αρεσ(κ)ούμενος = που είναι της αρεσκείας κάπ. (Η σημασ. και σε έγγρ. του 17. αι.· βλ. Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 26): να βρει γαμπρό αρεσκούμενον Φορτουν. Α΄ 291· (2) αρεσκόμενος = ευάρεστος, ευχάριστος: θυσία … αρεσκάμενη Σκλέντζα, Ποιήμ. 514. Βλ. και αναπαύω A1Ϛ, αναπληρώνω Α2β, απαντώ 8. 2) (Ενεργ. και μέσ.) (προσωπ. και απρόσ.) Βρίσκω κ. της αρεσκείας μου, μού κάνει ευχαρίστηση (Πβ. ΙΛ στη λ. 1β): οι πάντες ευχαρίστησαν, ηρέστηκαν τους λόγους Χρον. Τόκκων 1375· και πολλά άρεσεν του παιδίου να μείνει εκεί να αναπαυτούν Μαχ. 64827· Η ορφανή έχει εξουσίαν να ορμαστεί όπου αρεστεί δίχως τον ορισμόν του κουρατόρου Ελλην. νόμ. 55219. 3) (σε τρίτο πρόσ.) θέλω, επιθυμώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): να πάγεις όπου πεθυμάς και όπου σ’ αρέσει εσένα Στάθ. Ιντ. β΄ 46· Αρέσει μου, Πανώρια μου, να κάμεις τη βουλή μου Πανώρ. Ε΄ 257. 4) (Ενεργ. και μέσ.) (προσωπ. και απρόσ.) συγκατατίθεμαι, συμφωνώ, στέργω: να έχει απάνω της οδούς του το τρίτον της οδού, κακείνος ουδέν αρέστην, αμμέ πολεμά άδικον του ρηγός Ασσίζ. 45418· ει δε και προ των τριών χρόνων ελευθερωθεί ο πατήρ, εάν αρεσθεί ο πατήρ, μένει ο γάμος Ελλην. νόμ. 5553. Βλ. και ατσετιάζω, δίδω, μονοιάζω, συβάζομαι, συγκατεβαίνω.
αρχίζω,- Διγ. A 5, 2021, 2490, 3494, Πόλ. Τρωάδ. 671, Χρον. Μορ. H 1045, 1640, Χρον. Μορ. P 1286, 4595, Λίβ. Esc. 2064, 3795, Αχιλλ. L 267, 676, Καραβ. 49517, Χούμνου, Π.Δ. IV 109, VIII 95, XI 26, Ριμ. κόρ. 600, Σαχλ., Αφήγ. 224, Πικατ. 13 Συναξ. γυν. 178, Κορων., Μπούας 3227, 10523, Φαλιέρ., Ιστ. V 121, Αχέλ. 329, Αιτωλ., Μύθ. 359, Κώδ. Χρονογρ. 5335, Θρ. Κύπρ. K 498, Χρον. σουλτ. 762, Ιστ. πατρ. 15018, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 416, Πανώρ. Ε΄ 95, Ερωφ. Α΄ 499, Β΄ 409, Γ΄ 43, Ε΄ 191, Βοσκοπ. 106, Παλαμήδ., Βοηβ. 167, 1029, Βίος αγ. Νικ. 71, Ιστ. Βλαχ. 160, 623, Διγ. Άνδρ. 3811, Ερωτόκρ. Α΄ 1484, Β΄ 1123, Δ΄ 481, 527, 1342, Ε΄ 1503, Στάθ. Γ΄ 187, 389, Διήγ. ωραιότ. 195, Λίμπον. 322, Φορτουν. Ιντ. β΄ 77, Ζήν. Α΄ 275, Γ΄ 249, 326, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 88, Διγ. O 2253, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1479, 18327, 23312, 3677, 37317, 49914, 54426, 57715, Διακρούσ. 8222, 915, κ.π.α.· αρκίζω, Αχιλλ. L 1211· αόρ. έρχισα, Ιων. 2164, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 433, 444, Στάθ. Β΄ 7, Διήγ. ωραιότ. 204, 407, 887, Φορτουν. Β΄ 49, Διγ. O 1899.
Από το άρχω (Βλ. Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 12. Βλ. όμως και Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ).
1) α) (Μτβ.) κάνω αρχή (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): πόλεμον ερχίσαμε τόσα πολλά μεγάλο Φορτουν. Β΄ 49· τον δρόμον τότε άρχισαν μετά σπουδής μεγάλης Διγ. A 2490· παρευθύς εκίνησα και άρχισα να γράφω Διγ. A 5· β) (με το σύνδ. και): δεκατριώ χρονώ ’τονε τό ’ρχισε κι επολέμα Ερωτόκρ. Δ΄ 1342. 2) (Προκ. για γεγονός η χρονικό διάστημα) αμτβ. (ενεργ. και μέσ.) είμαι στην έναρξή μου, βρίσκομαι στην αρχή: Ήρθεν η μέρ’ η λαμπυρή, γλυκύς καιρός| αρχίζει Ερωτόκρ. Ε΄ 1503· Ούτ’ άρχισεν η ανατολή κι εγέλασεν η ημέρα Διγ. A 2021· προς του ηλίου βασίλευμα, όταν αρχίζει η νύκτα Λίβ. Esc. 2064· Το ειπείν τον λόγον σύντομα, μέγας σεισμός αρχίζει Χούμνου, Π.Δ. VIII 95· αρχίστηκεν ο πόλεμος κι ήτον εκεί ’ραμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 37317. — Βλ. και απάρχομαι, αρχάζω, αρχεύω, αρχινίζω, αρχινώ, αρχιρίζω, άρχω 2, αρχώ, κινώ.
άρχων- ο, Προδρ. III 233, Μανασσ., Χρον. 990, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 344, Πωρικ. V 1997, Ασσίζ. 767, 3607, Διγ. Esc. 256, Βέλθ. 170, Ερμον. Γ 321, Βίος Αλ. 3944, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 415, 23, 24, Β΄ 65, Λίβ. Esc. 2333, Θρ. πατρ. Ο 5, Σφρ., Χρον. μ. 768, 1402, 1443, Διήγ. Αλ. V 84, Έκθ. χρον. 2721, Απόκοπ. 314, Κορων., Μπούας 35, Αχέλ. 1270, Ιστ. πολιτ. 3420, 384, 651, Ιστ. Βλαχ. 495, Παρθεν., Γράμμ. 227, Συναδ., Χρον. 33, Λίμπον. 473· άρχων —άρχοντας, Διγ. Gr. V 74, Διγ. (Hess.) Esc. 746, Διγ. Τρ. 1672, Βέλθ. 167, Αχιλλ. N 81, Θησ. IB΄ [312], Διήγ. Αλ. V 23, 44, Έκθ. χρον. 921, Ιστ. πατρ. 1753, Ιστ. Βλαχ. 1356, Διακρούσ. 1129· άρχοντας, Κρασοπ. 1, Πόλ. Τρωάδ. 351, Χρον. Μορ. H 1435, 1833, Χρον. Μορ. P 2075, Διήγ. παιδ. 920, Διήγ. Βελ. (Cant.) 274, Απολλών. 774, 778, Αχιλλ. L 146, Βεν. 47, 83, Ανακάλ. 71, Θρ. Κων/π. διάλ. 111, Παρασπ., Βάρν. C 188, Μαχ. 1021, 1465, 47426, Νεκρ. βασιλ. 1, Ριμ. Βελ. 317, Διήγ. Αλ. V 85, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14837, Απόκοπ. 469, Πικατ. 283, Κορων., Μπούας 86, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 201, Δεφ., Σωσ. 33, Αιτωλ., Μύθ. 1272, Χρον. σουλτ. 305, Αλφ. 11α, Κατζ. Ε΄ 516, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, 169, 183, Διγ. Άνδρ. 3564, Βακτ. αρχιερ. 209, Λίμπον. Επίλ. 1, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 27, 88, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17517, 3426, 40716, 452l3, 54026, 58730, Αλφ. (Mor.) III 5.
Το αρχ. ουσ. άρχων. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άρχοντας).
1) Ηγεμόνας, κυβερνήτης (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι· και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α1): Ανεντρανίζω και θωρώ τους άρχοντες εκείνους,| τα φρόνιμα και φουμιστά, εξάκουστα κεφάλια Βεν. 83· Προδρ. ΙΙΙ 233. Βλ. και αυθέντης. 2) Αρχηγός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I): Περί δε το τέλος του έαρος εκστρατεύσας κατά του Ευρίπου ο των ευσεβών άρχων Σφρ., Χρον. μ. 1402. Έκφρ. ο άρχων του κακού = ο διάβολος: αλλά ο άρχων του κακού αναθεματισμένος (παραλ. 1 στ.) τώρα ’πεν οπού δύνομαι κάποιον κακόν να κάμω·| στους σταυρωμένους τους πιστούς τώρα γοργόν ας δράμω Αχέλ. 1270. Βλ. και αρχέκακος. 3) Δικαστής (Βλ. και L‑S στη λ. IΙ1): Μη προχείρως ο άρχων κεφαλικήν τιμωρίαν φερέτω Αρμεν., Εξάβ. A΄ 424. Βλ. και αβογαδόρος 1. 4) α) Ευγενής, προύχοντας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): και διά την αφορμήν ετούτην οχτρευτήκανε οι ποπολάροι με τους άρχοντας Σουμμ., Ρεμπελ. 169· β) σημαίνουσα προσωπικότητα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α2): είδα γερόν κι ερρώστησεν κι είδ’ αστενή να γιάνει,| σκλάβον αφέντη και άρχοντα πολλές φορές τον δούλον Φαλιέρ., Ρίμ. AN 201. 5) α) Αξιωματούχος (Πβ. L‑S στη λ. II 1): τρισχίλιοι εκαβαλίκευσαν άρχοντες των κατέργων Διήγ. Βελ. (Cant.) 274· β) αξιωματούχος, ευγενής ακόλουθος: Ο Αλέξανδρος έγυρισε προς τους άρχοντές του και εις τους αυθεντάδες και έσεισεν το κεφάλιν του και είπεν … Διήγ. Αλ. V 85. Βλ. και αρχόντισσα 2γ. 6) Πλούσιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α2): έκαμεν ο πατέρας μου μεγάλην τράπεζαν και εφίλευσεν τον αρχιερέα και όλους τους ιερείς και κληρικούς και άρχοντας και πτωχούς Συναδ., Χρον. 33. 7) Ιδιοκτήτης, κύριος: και εάν ο άρχων του πραγμάτου ημπορεί να δείξει με β΄ μάρτυρας … ότι δι’ αφορμήν του καμηλάρη έπεσεν το καμήλι Ασσίζ. 767. βλ. και αυθέντης. 8) (Προσφών.): Σταθείτε, πάντες άρχοντες, να σας ειπώ το τι ’δα Νεκρ. βασιλ. 1. 9) (Με λέξεις που σημαίνουν αξίωμα) τιμητικός χαρακτηρισμός: Άρχον αποκρισιάρη, να σε είπωμεν καλά μαντάτα Σφρ., Χρον. μ. 768. Βλ. και άρχος.
αστραπή- η, Γλυκά, Στ. 357, Ευγεν., Δρόσ. Β΄ 368, Καλλίμ. 1305, Διγ. (Trapp) Gr. 1069, Διγ. Z 1403, Ερμον. Ν 91, Chron. br. (Loen.) 75, Βίος Αλ. 5406, Ιατροσ. κώδ. φλδ΄, Αχιλλ. (Haag) L 151, Αχιλλ. L 429, 1172, Αχιλλ. N 209, 549,1492, Αχιλλ. O 143, Καναν. 64Β, Θρ. Κων/π. H 97, Θρ. Κων/π. διάλ. 99, 114, Δούκ. 11113, Θησ. Δ΄ [13], Διήγ. Αγ. Σοφ. 1606, Σκλάβ. 57, 126, Κορων., Μπούας 50, Βεντράμ., Γυν. 243, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 443, Αχέλ. 1023, 1337, Αιτωλ., Βοηβ. 382, Πανώρ. Γ΄ 472, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 3, Ε΄ 505, Πιστ. βοσκ. V 6, 176, Σταυριν. 468, Ιστ. Βλαχ. 2523, Διγ. Άνδρ. 34416, Ερωτόκρ. Β΄ 1157, 1622, 2299, Δ΄ 1685, Ε΄ 1039, Ροδολ. Α΄ [249], Διήγ. πανωφ. 56, 57δίς, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [911, 1092], Φορτουν. Ιντ. α΄ 17, Ζήν. Β΄ 235, Δ΄ 338, Β΄ 176, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 7, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1445, 3338, 37511, Διακρούσ. 8312, 891· ’στραπή, Θρ. Κων/π. B 108.
Το αρχ. ουσ. αστραπή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Το μετεωρολογικό φαινόμενο αστραπή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): οι δόξες είναι αστραπές που φέγγου, μα πετούσι Ζήν. Δ΄ 338· (προκ. να δηλωθή ταχύτητα): Κεντούν, φουσκώνουν τ’ άλογα κι ως αστραπή χυθήκα Ερωτόκρ. Β΄ 2299· ωσάν μεγάλη αστραπή έφθασεν αποπέρα Σταυριν. 468. 2) Κεραυνός (Η σημασ. καί σήμ., ΙΛ στη λ. 2): δεν του στέλνεις αστραπήν να τον καταπόντισεις Ιστ. Βλαχ. 2523. Βλ. και αερικόν, αστροπελέκι. Έκφρ. πέτρα τσ’ αστραπής=κεραυνός Ερωτόκρ. Δ΄ 1685. 3) Λάμψη, φωτοβόλημα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 3 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β): των λουρικών την αστραπήν, των σκυταριών τους κτύπους Αχιλλ. N 209· με την αστραπήν που το παιδί σου| ρίχνει την ξαφνικήν στον λογισμόν σου| σ’ έκαμε την βροντήν να μην ακούσεις| τσ’ ουρανικής φωνής Πιστ. βοσκ. Υ 6, 176. 4) (Προκ. για όπλο) εκπυρσοκρότηση (Πβ. τη χρ. στον Ευστ., Ιλ. 471, 41): Οι αστραπές κι οι κανονιές κι οι μπάλες να μουγκούνται Τζάνε, Κρ. πόλ. 37511. Η λ. και ως παρων. σε τ. Αστροπή: Χρον. σουλτ. 4126.
αστρο(ν)- το, Τρωικά 52921, Μανασσ., Χρον. 4949, Καλλίμ. 868, Εβρ. ελεγ. 172, Φλώρ. 641, Ερωτοπ. 502, Λίβ. Esc. 2786, Αχιλλ. N 357, 390, 932, 1112, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 107, Θησ. Ζ΄ [1304], Ch. pop. 290, 793, Ριμ. Βελ. 376, Σαχλ., Αφήγ. 70, Κυπρ. ερωτ. 7826, 10046, 1432, 1494, Κορων., Μπούας 61, 71, 152, Πένθ. θαν.2 244, Πεντ. Γέν. I 16, XXII 17, Έξ. XXXII 13, Δευτ. I 10, IV 19, Πανώρ. Α΄ 373, Β΄ 489, Γ΄ 182, Δ΄ 125, Ερωφ. Α΄ 262, Γ΄ 143, Ε΄ 669, Πιστ. βοσκ. Ι 2, 71, III 6, 249, V 131, Φαλλίδ. 109, Βοσκοπ. 16, Σταυριν. 1308, Βίος αγ. Νικ. 4, Ιστ. Βλαχ. 916, 2230, Διγ. Άνδρ. 39413, Ερωτόκρ. Β΄ 323, 520, 557, 1918, Ε΄ 694, 891, 940, 1229, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 35, Ζήν. Α΄ 97, 209, Γ΄ 215, Δ΄ 363, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 6, Διγ. O 970, 1044, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2179, 33516, 54019, 5843, 5895, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. Αφ. 15, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. άστρον. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Αστέρι (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): γονατιστοί την προσκυνάν, σαν άστρο τη δοξάζου Ερωτόκρ. Β΄ 1229· εσύ τον ήλιον απερνάς,τ’ άστρη και την σελήνην Θησ. Ζ΄ [1304]· έχουν να μοιάσουνε στα άστρια Εβρ. ελεγ. 172· την λαμπρότην των άστρων και τ’ ουρανού γνωρίζει Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 6· βλ. και αστέρι 1, αστήρ 1· (μεταφ.) ήτονε κρίμα τα λαμπρά άστρα να βασιλεύσουν| και να μην στέκουν ζωντανά πολλούς να μαθητεύσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5895· εσβήσαν τ’ άστρα της υγειάς μου Κυπρ. ερωτ. 1494· έκφρ. (1) άστρον της Αφροδίτης, τση μέρας τ’ άστρο, της αυγής τ’ άστρο, άστρο της εώας ή απλώς άστρο = αυγερινός (Βλ. Μέγ., ΕΛΑ 1941 /42, 147 και ΙΛ στη λ. 1β): μέσα σ’ όλους ήλαμπε ωσάν τση μέρας τ’ άστρο Ερωτόκρ. Β΄ 520· έλαμψαν ως ήλιος και της αυγής το άστρον Ριμ. Βελ. 376· ήλιε ανέσπερε και άστρον της Εώας Βίος αγ. Νικ. 4· Στρέφεται πάσα ζόν εις την βοσκήν του,| αφότι δη και τ’ άστρον ξημερώσει Κυπρ. ερωτ. 7826· ως ήλιος εξανέτειλεν, ως άστρον Αφροδίτης Αχιλλ. N 357· βλ. και αστήρ 1 έκφρ. (2) άστρο του βοριά η απλώς άστρο = ο «πολικός αστήρ»: τ’ όμορφον άστρον του βοριά Πιστ. βοσκ. V 1, 31· ωσάν ο ναύτης στη χιονιά και στην πολλήν αντάρα (παραλ. 1 στ.) πάντα έναν άστρο συντηρά, μ’ αυτό τη στράτ’ οδεύγει Ερωτόκρ. Β΄ 557· βλ. και αστέρι 1 έκφρ.· β) (προκ. για τον ήλιο): άστρο μου οκ την ανατολή, φεγγάρι μου οκ την δύση Ch. pop. 793· βλ. και αστεράρχης· γ) (προκ. για τη σελήνη) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): εκάθισα και το ’γραψα την νύκτα με το άστρον Σταυριν. 1308· βλ. και φέγγος· δ) (προκ. για τον αποσπερίτη. Βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955/56, 242): για να μπορώ να φθάσω εις το κάστρο| του Ραχαλά ως το βραδί, πριχού να βγεί το άστρο Διγ. O 970· ε) (προκ. για πλανήτη): Ποια στράτα τ’ άστρη κάνουσι, ποιόν κύκλον το φεγγάρι … Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 35· φρ. (α) πετώ εις τ’ άστρα = είμαι καλότυχος: πως είναι καλορίζικοι κι εις τ’ άστρα πως πετούσι Ερωφ. Ε΄ 669· (β) πετούμαι στ’ άστρα = δοξάζομαι: το θάνατο δε σκιάζομαι, το φόβο δε φοβούμαι,| γιατί μετά τον θάνατον στ’ άστρα θε να πετούμαι Ζήν. Δ΄ 363· (γ) βλέπω άστρα το μεσημέρι = ζαλίζομαι, λιποθυμώ (από χτύπημα βαρύ): Μεγάλο πόνο τού ’δωκε το παινεμένο χέρι·| κείνη την ώρα είδε στη γης τ’ άστρα το μεσημέρι Ερωτόκρ. Β΄ 1918· βλ. και αραθυμίζω 1, αραθυμώ A3, αστήρ 1 φρ., ξαναλιγώνομαι· (δ) αρμεύγω τ’ άστρα = προλέγω το μέλλον παρατηρώντας τ’ άστρα, μαντεύω (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 322): έμαθα το ύψος να κρατώ και τ’ άστρη να αρμεύγω Λίβ. Esc. 2786. Βλ. και αστήρ 1 φρ., αστρολογοσκοπώ. 2) α) Αστερισμός κάτω απ’ τον όποιο γεννιέται κανείς, ζώδιο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): ώ άστρα, πολλά ’ντίδικα που ’στε στη γέννησή μου| και τόσα εκάμετε κακή την τύχη τη δική μου! Πανώρ. Β΄ 489· βλ. και αστέρι 2, αστρικόν 1α· β) τα άστρα ως ουράνιες δυνάμεις που επηρεάζουν την τύχη του ανθρώπου: Μα επειδή και των αστρώ τα απόκρυφα κατέχεις Ζήν. Α΄ 97· μα βούηθησε το ριζικό, τ’ άστρη μ’ ελυπηθήκα Ερωτόκρ. Ε΄ 891. 3) (Προκ. για ζώο) στίγμα σε σχήμα άστρου: εμετεσέλωσα εις άλλον άλογον …, το όποιον είχεν άστρον έμπροσθεν εις το μέτωπον Διγ. Άνδρ. 39413. — Βλ. και αστήρ.
ασφαλίζω,- Τρωικά 52616, Ελλην. νόμ. 5235, 53420, 5495, 56324, 57625, Χρυσόβ. Ανδρ. Β′ 18, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 421, 151, Β΄ 151, Γ΄ 1020, Ε΄ 1145, Λίβ. N 2029, Δούκ. 12523, 17132, 20118, 2919, Σφρ., Χρον. μ. 12230, 12420, Κορων., Μπούας 45, 98, Παϊσ., Ιστ. Σινά 255, 574, 1256, Κρ. συμβόλ. 37, 67· σφαλίζω, Τρωικά 53224, Προδρ. I 250, Ασσίζ. 18422, 44916, Ορνεοσ. αγρ. 57220, 58123, Διγ. Α΄ 2733, 4498, Χρον. Μορ. H 909, Χρον. Μορ. P 617, Φλώρ. 1713, Ερωτοπ. 207, Λίβ. Sc. 1020, Λίβ. Esc. 2094, Ιμπ. 845, Θρ. πατρ. 28, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 616, Μαχ. 1035, 9011, 21435, 26412, 16, 4064, 43233, 55813, Σφρ., Χρον. μ. 16811, Θησ. (Foll.) I, 79, Θησ. ΙΛ΄ [104], Ch. pop. 413, Χούμνου, Π.Δ. I 6, 12, IX 7, X 13, Ριμ. Βελ. 208, Βουστρ. 474, 486, 494, 498, 504, Βίος Αισώπ. 303, Αλεξ. 2584, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1545, Σαχλ., Αφήγ. 464, 497, 501, Κυπρ. ερωτ. 148, 9462, Απόκοπ. 190, Ιμπ. (Legr.) 979, Κορων., Μπούας 12, 15, 28, 97, 98, 125, 141, Φαλιέρ., Ιστ. V 178, 277, Βεντράμ., Φιλ. 231, Πεντ. Γέν. II 21, VII 16, VIII 2, XIX 6, XXVI 15, Έξ. XIV 3, Λευιτ. XIII 4, Αρ. XII 15, Ρίμ. θαν. 136, 141, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 543, Αχέλ. 1313, Αιτωλ., Μύθ. 1364, Κώδ. Χρονογρ. 514, Θρ. Κύπρ. K 54, 75, 3111, 552, Ιστ. πατρ. 823, 12117, 12212, 1243, Δωρ. Μον. XXVII δίς, XXIX, Κατζ. Β΄ 108, Γ΄ 316, 401, Ε΄ 21, 491, Πανώρ. Δ΄ 281, Ερωφ. Α΄ 229, 455, Β΄ 122, 205, Γ΄ 292, 388, Δ΄ 220, Ιντ. δ΄ 96, Πιστ. βοσκ. I 1, 1· III 9, 27, Παλαμήδ., Βοηβ. 816, Σταυριν. 1012, 1276, Διγ. Άνδρ. 4079, Ερωτόκρ. Α΄ 684, 1124, 2127, Β΄ 720, Δ΄ 1750, 1913, 1933, Ε΄ 1002, Θυσ.2 549, 875, Στάθ. Α΄ 276, Γ΄ 238, 266, 337, 536, Ροδολ. Α΄ [187, 526, 534], Β΄ [210, 253], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [58], Δ΄ [372, 506], Βακτ. αρχιερ. 155, Σουμμ., Παστ. φίδ. A΄ [1, 1052], Γ΄ [755, 1368], Φορτουν. Πρόλ. 2, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 37, Μαρκάδ. 335, Διγ. O 129, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1662, 20225, 3382, 3549, 3564, 36111, 3917, 4395, 11, 52621, Διακρούσ. 11118, κ.π.α.
Το μτγν. ασφαλίζω. Για το σφαλίζω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 174, 220. Η λ. και σήμ. (ΙΛ και Δημητράκ., λ. ασφαλίζω και σφαλίζω). Πβ. σφαλώ.
1) (Ενεργ. και μέσ.) (προκ. για πόλη, κάστρο, κλπ.) κάνω ασφαλές, οχυρώνω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I1α): τον πύργον … καλώς ως εχρήν ασφαλίσας Δούκ. 20118· Δεν θέλεις πάρει Πάδοβαν ως έναι σφαλισμένη,| με τοίχους και μπαστούνια καλά ορδινιασμένη Κορων., Μπούας 98· το δε κάστρον ο αμιράς καλώς ασφαλισάμενος και παντί τρόπω αφυρώσας … Σφρ., Χρον. μ. 12230. Βλ. και ασφαλτώ 1. 2) α) Δεσμεύω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. Ι2): οι πόδες αυτών ησφαλίσθησαν σιδήροις Σφρ., Χρον. μ. 12420· β) σταθεροποιώ: ο νους μου να ’χει μέριμναν μήπως και ασφαλίσω| της μοίρας μου το ασύστατον (έκδ. ανίστατον· διορθώσ.) Λίβ. N 2029. 3) α) Εξασφαλίζω (από ενδεχόμενο κίνδυνο), κατοχυρώνω (Πβ. L‑S στη λ. Ι2): εβούλοντο τα της έω προοικοδομήσαι και ασφαλίσαι, ως χρή, διά συνθηκών και όρκων Δούκ. 17132· βλ. και αναπαύω Α1δ, απαρτίζω 1· β) (μέσ.) (προκ. για ειρήνη) συνομολογώ (Πβ. L‑S στη λ. I1b): συν αυτῴ τῳ επιτρόπῳ Ουγγρίας τῳ Ιάγκῳ τριών ετών ειρήνην ασφαλισάμενος … κατά του Καραμάν εκστρατεύει Δούκ. 2919. 4) (Νομ.) (μέσ.) α) εξασφαλίζω, παρέχω ασφάλεια (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 392]): Εάν ο γείτων τον σαθρωθέντα οίκου αυτού και απειλούντα πτώσιν μη ανανεοί, μηδέ ασφαλίζηταί με του μη τινά καινοτομίαν παθείν εξ αυτού … Αρμεν., Εξάβ. Β΄ 151· β) βεβαιώνω κ. (Βλ. και Πορφυρογ., Προς Ρωμαν. 1336): εν τῳ του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ονόματι συγγράφομαι και συντάττω … και βεβαιώ και ασφαλίζομαι ως έχουσι τα κατ’ εμέ, ούτως … Χρυσόβ. Ανδρ. Β′ 18· βλ. και αφυρώνω, μαρτυρώ· γ) (αμτβ.) εξασφαλίζομαι: Απών τις ου καταδικάζεται μεγάλῳ έγκλήματι, αλλά γίνεται αναζητούμενος διά γραμμάτων· αφού δε γνώ, τον ενιαυτόν έχει προς το εαυτόν καθάραι· και εάν είσω του ενιαυτού έλθει και ασφαλίσηται ή αποθάνει, ου δημεύεται η ουσία αυτού Αρμεν., Εξάβ. A΄ 421. 5) Εξασφαλίζω την ύπαρξη, σχηματίζω, συγκροτώ: επήρε ένα απέ τα πλεύρα του και εσφάλισεν κριάς κατωθιό της Πεντ. Γέν. Π 21. 6) α) Περιορίζω κάπ., εγκλείω, φυλακίζω (Πβ. L‑S στη λ. I3): Θωρώντα πως την ετυράννιζεν όλην την ημέραν και δεν έππεσεν, όρισεν και εσφάλισάν την εις έναν σπίτιν ως πισαυρίου Μαχ. 21435· για σένα μ’ εσφαλίσασιν εις την φλακήν ετούτη Ερωτόκρ. Ε΄ 1002, Φλώρ. 1713, Κώδ. Χρονογρ. 514, Ερωφ. Δ΄ 220· βλ. και αποκλείζω, αποκλείω 1β, αρεστιάζω 1β, ατενιάζω, καρτεράρω, φυλακιάζω· β) περιορίζω κάπ. κάπου σαν σε φυλακή: ψυχές … Χριστιανών στον Άδη να σφαλίζεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 52621, Σταυριν. 1276. Φρ. σφαλίζω επάνου σε κάπ.=αποκλείω, περιορίζω: εσφάλισεν επάνου τους η έρημο Πεντ. Έξ. XIV 3. 7) (Μέσ.) κλείνομαι κάπου (για λόγους ασφάλειας και γενικότερα): στο Κάστρο Τούρκοι και Ρωμιοί, γυναίκες ανέβηκα| και με σπουδή ετρέχανε όλοι κι εσφαλικτήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3564· εμπήκεν και εσφαλίστην εις την τζάμπραν του Βουστρ. 474· Στο πράσινόν του το κομπί στέκεται (ενν. το ρόδο) σφαλισμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1052], Κορων., Μπούας 15, Αιτωλ., Μύθ. 1364. 8) Κλείνω κάπ. ή κ. (με τοπ. προσδ., που σημαίνει «μέσα») α) περιορίζω σ’ ένα χώρο, κρατώ κλεισμένο (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. σφαλίζω 3): κι εσένα εσφαλίσασι σ’ αρμάρι κι εκαπνίσα| με θειάφι Στάθ. Γ΄ 337· αρπούν τους άντρες φανερά και μέσα τσί σφαλίζουν Κατζ. Γ΄ 316· σου τάσσω το ζιμιό να σου τόνε σφαλίσω| ’ς τσ’ αγκάλες σου σαν πεθυμάς Κατζ. Γ΄ 401· όλοι μιά πίστη δείχνουσι πως στην καρδιά σφαλίζου Στάθ. Γ΄ 238· ομορφιά ανεστόλιστη κι εις ρούχο σφαλισμένη Ροδολ. Β΄ [253]· β) κρατώ μέσα, περιέχω: ό,τι άλλα η κατοικιά μου| σφαλίζει πράματ’ ακριβά Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [506]· γ1) αποκλείω (ανθρώπους, πόλη, κλπ.): ήλθεν εις το Ανάπλιον και εσφάλισέ το από πάσαν βοήθειαν και τροφήν οπού του έμπαινεν από την θάλασσαν Δωρ. Μον. XXVII, Δωρ. Μον. XXIX· βλ. και αποσφαλίζω 2· γ2) πολιορκώ (ανθρώπους, πόλη,κλπ.): μέσα στην χώραν ύστερον όλους τους εσφαλίσαν| και ουδεμία ζωοτροφιά νά ’μπει ουδέν αφήκαν Κορων., Μπούας 28· βλ. και ακουμπίζω Β 5 φρ., αναγκάζω 3, αποκλείω (I) 3α, ασσετζιάζω, ασσετζίζω· δ) περικυκλώνω: Αμέτε εσείς απού ’χετε σφαλίσει| το φοβερό θεριό …| δώσετε το σημάδι (παραλ. 1 στ.) τον κυνηγιού Πιστ. βοσκ. I 1, 1· ε) (προκ. για φράχτη) περιβάλλω κ.: την κλαδερή τη φράχτη οπού σφαλίζει| το περιβόλι Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [755]· βλ. και τριγυρίζω· ς) (με τοπ. προσδ., που σημαίνει «έξω») αποκλείω, εμποδίζω σε κάπ. την είσοδο: Δεν έχω δίκιο, πολτική, όξω να με σφαλίσεις Κατζ. Ε΄ 491· την Εύαν και πρωτόπλαστον απόξω τους σφαλίζει Χούμνου, Π.Δ. I 6, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3917· ζ) αποκλείω, απομακρύνω: και εσφαλίστη η Μίριαμ απόξω το φουσσάτο εφτά μέρες Πεντ. Αρ. XII 15· να σφαλίσει ο ιερέας την πληγή (δηλ. τον άρρωστο) εφτά μέρες Πεντ. Λευιτ. XIII 4. 9) (Προκ. για πόρτα, πύλη, παράθυρο) α) (μτβ.) κλείνω, κλειδώνω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I2): επεκλείσθησαν έσω και ησφάλισαν τας πόρτας της Τροίας Τρωικά 52616· Ορίζει και σφαλίζουσιν μοναστηριού την πόρταν Ιμπ. 845, Ροδολ. Α΄ [534], Κατζ. Β΄ 108, Θησ. (Foll.) I, 79· βλ. και αφυρώνω, μανταλώνω· (με εννοούμ. τη λ. πόρτα) =κλειδώνω: Άντα, Ταμάρ, σφαλίσετε κι αμέτε ’ς τση κεράς σας Θυσ.2 549· β) (αμτβ.) κλείνω: Πρός το βραδί εστράφηκεν· οι πόρτες εσφαλίσαν Βεντράμ., Φιλ. 231· τα παρεθύρια σφάλισαν, τήν ηγαπώ δεν είδα Ch. pop. 413· το κάστρον αναμένει με του να σφαλίσει τώρα Λίβ. Esc. 2094· άνοιγαν κι εσφαλίζασι τα φύλλα τση καρδιάς τση Ερωτόκρ. Α΄ 2127. 10) (Προκ. για μάτια, χείλη, στόμα) (μτβ.) α) κλείνω (Βλ. L‑S στη λ. I2): την αναπνιά κρατίζου,| το στόμα είναι σωπαστό, τα μάτια δε σφαλίζου (ενν. οι θεατές). Δε στρέφουνται να δουν αλλού Ερωτόκρ. Δ΄ 1750· ο χάρος …| θέλει σφαλίσειν απουμιάς το δείν μου Κυπρ. ερωτ. 148, ανοίγει και σφαλίζει το στόμα αυτού Ορνεοσ. 58123· βλ. και καμμυώ· (προκ. για νεκρό): να μου σφαλίσ’ ο κύρης μου τ’ αμμάτια και το στόμα Θυσ.2 875· β) κρατώ κλειστά: τούτα τα μάτια απού ως τυφλή παντοτινά σφαλίζω (ενν. εγώ η Τύχη) Φορτουν. Πρόλ. 2· γ) φρ. γ1) σφαλίζω τα μάτια (κάπ.)= «τυφλώνω», απομωραίνω (κάπ.): ο σύντροφός του εμπήκεν κρυφά μεσόν τους εις τιτοίον μόδον ότι κανένας δεν επήρεν σκοπόν, ότι ο Θεός εσφάλισεν τα ματία τους και δεν τον είδασιν για ν’ αποσκεπαστούσιν Μαχ. 1035· βλ. και τυφλαίνω· γ2) σφαλίζω μάτι ή τα μάτια =αποκοιμούμαι: πάσχω ν’ αποκοιμηθώ και αμμάτι δεν σφαλίζω Στάθ. Α΄ 276, Ροδολ. Α΄ [526]· δ) (αμτβ., ενεργ. και μέσ.) κλείνω: ως το ’πεν εξεψύχησε, τα μάτια τζη σφαλίσα Ερωτόκρ. Β΄ 720· το στόμα τζη εβουβάθηκε, τα μάτια εσφαλιστήκα Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [372], Θρ. Κύπρ. K 552, Ερωτόκρ. Δ΄ 1913. 11) (Προκ. για άνοιγμα) κλείνω, φράζω (μτβ. και άμτβ.): τον πόρον θα σφαλίξω| του σπήλιου μετά τούτο το μεγάλον| … χαράκι Πιστ. βοσκ. III 9, 27, Δωρ. Μον. XXVII, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1368]· Μέσα να σκάπτουνε πολλοί στους λάκκους ευρεθήκα| κι άνοιξε η γης κι εσφάλισε και ζωντανοί εθαφτήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. 1662· το έντερον εκρατήθην και εσφάλισεν απέ το κάψιμον εις οπλήν (πβ. Ασσίζ. 43620: έφραξεν) Ασσίζ. 18422, Φαλιέρ., Ιστ. V 277. Βλ. και αποκλείω (I) 1α, αποφράζω, στουμπώνω. 12) (Μτβ. προκ. για κ. ανοιχτό) α1) κλείνω (Βλ. και Van den Ven, La legende de S. Spyridon, Louvain 1953, σ. 947 και Σπυριδ., Κρητικά 1, 1930, 46): εσφάλισεν … το κουβούκλιον Διήγ. Αγ. Σοφ. 1545· τα βιβλία σφάλιξε Ερωτόκρ. Α΄ 684· Τον Άδη, τον παράδεισο ανοίγεις και σφαλίζεις Πανώρ. Δ΄ 281· α2) κλειδώνω: τσή χώρας μου ’ναι τα κλειδιά τούτα και τούτο τ’ άλλο| το θησαυρό μου, κάτεχε, σφαλίζει το μεγάλο Ερωφ. Ιντ. δ΄ 96, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 616· βλ. και μανταλώνω· β) (προκ. για εκκλησία) επιβάλλω αργία, δεν επιτρέπω να λειτουργήσει (Πβ. Δημητράκ., λ. σφαλίζω 2): Περί θυμώδους αρχιερέως οπού από τον θυμόν του αργήσει ιερέα ή λαϊκόν αφορίσει ή σφαλίσει εκκλησίαν δια να πάρει δώρα Βακτ. αρχιερ. 155· γ) (προκ. για δρόμο) αποκλείω, εμποδίζω τη διέλευση: απέκτεινα δικαίως| … τον ληστήν που σφάλιζεν τους δρόμους·| ουδένας ετόλμησε ποτέ τους δρόμους να περάσει Διγ. A 2733, Κυπρ. ερωτ. 9462, Χούμνου, Π.Δ. IX 7· βλ. και ανακόπτω 1, απεμποδίζω, αποκόπτω 3, εμποδίζω, κρατώ, σποδώνω· δ) (προκ. για μια υπόθεση) αποφασίζω, συμφωνώ: τα λόγια ήσασιν πολλά έως ου να τα διακρίνουν·| το γάρ εις τέλος είπασιν, ούτως τα εσφαλίσαν Χρον. Μορ. H 909· ε) (μέσ.) τελειώνω, ολοκληρώνω: τα λαληθέντα παρ’ αυτών πιστώς γραφέντα και δια συγκαταθέσεως των μερών αναγνωσθέντα και κηρυχθέντα, ύστερον ασφαλίσαντο την δίκην και αιτήθησαν την απόφασιν Ελλην. νόμ. 5495, Ελλην. νόμ. 5235, 56324, 57625· βλ. και αποπεραίνω, ξετελεύω· ς) επισφραγίζω: εκείν’ απ’ όλες τσ’ άλλες σου καλομοιριές σφαλίζει,| με τσ’ Ερωφίλης την παντρειά στ’ άστρ’ η κορφή σου ’γγίζει Ερωφ. Α΄ 455· ζ) (αμτβ.) (προκ. για κατάστημα) κλείνω: ο βαχλιώτης του εζήτησεν λάδιν να βάλη εις τ’ αγρελλία και ελησμόνησα ν’ αγοράσουν και τα χανουτία εσφαλίσαν ότι ήτον αργά Μαχ. 26412· (προκ. για εκκλησία): απήν σφαλίσουν οι εκκλησιές και απήν μισσέψουν όλοι Απόκοπ. 190· η) (μέσ., προκ. για βρύση) σταματώ: και ασφαλίστηκαν οι βρύσες της άβυσσος και καταρράχτες του ορανού και εποκόπην η βροχή Πεντ. Γέν. VIII 2. Φρ. σφαλίζω τα άρμενα= κατεβάζω τα πανιά του πλοίου: αρχίζουσιν οι λουμπαρδιές τ’ άρμενα να σφαλίσου| και να παραδοθούσινε να μηδέ τους βουλήσου Τζάνε, Κρ. πόλ. 4395, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3382, 43911. Η μτχ. ως επίθ. α) κλειστός: τόποι σκοτεινοί και πόρτες σφαλισμένες Διγ. A 4498· θωρεί την όψη κι ήσπριζε, τα μάτια σφαλισμένα Ερωτόκρ. Δ΄ 1933· λίμπρο … σφαλισμένο Στάθ. Γ΄ 266· βλ. και ασφαλιστός 2α· β) απρόσιτος, απαγορευμένος: Για σας οι ουρανοί ’ναι σφαλισμένοι Ερωφ. Γ΄ 388. Βλ. και άβολος, ανεπιχώρητος, ανθρωποαπερίκοπος.
αυθεντεύω,- Βέλθ. 27, Ερμον. Ε 27, Πτωχολ. P 744, Πτωχολ. N 485, Ιμπ. 40, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 121, 828, Δούκ. 18922, Θησ. Δ΄ [207], Γεωργηλ., Βελ. 812, Διήγ. Αλ. V 52 (δις), Κορων., Μπούας 39, Θρ. Κύπρ. K 454, Παλαμήδ., Βοηβ. 446, κ.π.α.· αφενδεύω, Συναξ. γυν. 867· αφεντεύγω, Ακ. Σπαν. 34197, Αχιλλ. L 107, Μαχ. 38018, 54012-3, Άνθ. χαρ. 29830, Ιμπ. (Legr.) 929, Φαλιέρ., Λόγ. 368, Δεφ., Λόγ. 528, Ερωφ. Α΄ 18, Ερωτόκρ. Β΄ 489, Δ΄ 1299, 1524, Ε΄ 825, 1425, Φορτουν. Γ΄ 11, 358, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57513· αφεντεύω, Διγ. A 2510, Χρον. Μορ. H 13, 343, 782, 836, 1927, 3042, 3192, 6796, 8173, 8492, Ρ 1174, Ιμπ. (Lambr.) 38, Ιμπ. 805, 893, Χρον. Τόκκων 1347, 1383, Μαχ. 2222, 5624, 5836, Θησ. (Foll.) III, Χούμνου, Π.Δ. VIII 48, Ριμ. Βελ. 68, Βουστρ. 489, Διήγ. Αλ. V 52, Αλεξ. 7, 264, 1934, 2013, 2688, Άνθ. χαρ. 29920, Απόκοπ. 259, 296, Συναξ. γυν. 1137, Κορων., Μπούας 5, Διήγ. Αλ. G 2879, Δεφ., Λόγ. 70, Ρίμ. θαν. 53, Χρον. σουλτ. 9420, Άλ. Κύπρ. 556, Δωρ. Μον. XVIII, Σταυριν. 500, Ιστ. Βλαχ. 356, 451, 589, Διγ. Άνδρ. 35214, Ερωτόκρ. Α΄ 1766, Θυσ.2 61, Στάθ. Α΄ 300, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 69, Διακρούσ. 8610, κ.π.α.· ’φεντεύγω, Μαχ. 304· ’φεντεύω, Χρον. Τόκκων 1290.
Από το ουσ. αυθέντης και την κατάλ. ‑εύω. Ο τ. αφενδεύω στο Μαλαξό. Για τον τ. αφεντεύω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 172, Psich., Qu. tr. 815, αλλά και Hatzid., Einleit. 287. Πβ. το μτγν. αυθεντέω (L‑S). Η λ. στο Du Cange (τ. αυθεντεύειν στη λ. αυθέντης και τ. αφεντεύειν στη λ. αφέντης) και σήμ. (ΙΛ, λ. αφεντεύω).
(Μτβ. και αμτβ.) είμαι αφέντης, εξουσιάζω, ορίζω, κυβερνώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφεντεύω 1α. Πβ. και L‑S, λ. αυθεντέω 1): Αφεντιάν έχει και αφεντεύει Χρον. Μορ. H 8173· θάνατος κυριεύει ή η ζωή καθολικά τον κόσμον αφεντεύει; Αλεξ. 1934· Την γην εκείνη, μου ’πασι, έχω αφεντεμένη Αλεξ. 2013· τον βιόν μας αφεντέψασιν και άλλων τον εχαρίσαν Απόκοπ. 259· Κρίμα στα τετραβάγγελα, τα χρυσοσταμπιασμένα,| τώρα οι Τούρκοι τα κρατούν κι έχουν τ’ αυθεντεμένα Θρ. Κύπρ. K 454· αφέντεψεν ο πάππους του οκτώ, εννέα χρόνους Ιστ. Βλαχ. 451· ο έρως αφεντεύει τα όλα και αποτάσσει τα Διγ. Άνδρ. 35214. Βλ. και αποτάσσω (II) 2, αριστοκρατώ, αρχηγετώ, βασιλεύω, ορίζω.
αυθεντία- η, Τρωικά 5264, Καλλίμ. 1018, Ασσίζ. 6823, 11430, 1152, 14331, 19523, 2003-4, 22124, Ελλην. νόμ. 57817, Βέλθ. 58, Ωροσκ. 422, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 250, 473, 122, 3, Περί ξεν. A 143, Απολλών. 179, Ιμπ. 497, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 355, Βησσ., Επιστ. 2512, Δούκ. 11322, Σφρ., Χρον. μ. 10022, 12627, Θησ. (Foll.) I 7, Θησ. Ϛ΄ [583], Νεκρ. βασιλ. 65, Διήγ. Αλ. V 64, 87, Έκθ. χρον. 2924, 5414, 8222, Κορων., Μπούας 18, 31, Βεντράμ., Φιλ. 12, 296, Ψευδο-Σφρ. 32226, 53226, Τριβ., Ρε 334, Αιτωλ., Βοηβ. 22, Θρ. Κύπρ. K 14, Παλαμήδ., Βοηβ. 631, Σταυριν. 220, 1006, Διγ. Άνδρ. 39330, κ.π.α.· αυθέντια, Απολλών. (Wagn.) 179, Γεωργηλ., Βελ. 30· αυθεντιά, Σπαν. (Ζώρ.) V 548, Πουλολ. Αθ. 483, Πτωχολ. N 750, Αχιλλ. N 1269, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 74, 873, Μαχ. 47027, Θησ. Δ΄ [818], Αλεξ. 274, 758, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 295, Σαχλ., Αφήγ. 357, Σκλάβ. 90, Κορων., Μπούας 15, 25, 102, Πένθ. θαν.2 161, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 28, Παλαμήδ., Βοηβ. 657, 695, Σταυριν. 684, 738, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [584], κ.π.α.· αφεντία, Ασσίζ. 3028, 3666, 39513, 40224, 42322, 449l5, 47231, Χρον. Μορ. H 112, 113, 1870, 1891, 2317, 6788, 7277, 8041, 8048, 8173, 8628, 8652, Χρον. Μορ. P 1878, 2464, Χρον. Τόκκων 1468, 2160, Αργυρ., Βάρν. K 209, Μαχ. 21214, 45435, 64014, Βουστρ. 422, 435, Άνθ. χαρ. 2955, Σαχλ. N 281, Κυπρ. ερωτ. 269, Ιμπ. (Legr.) 714, Κορων., Μπούας 90, Φαλιέρ., Λόγ. 266, Τριβ., Ταγιαπ. 215, Χρον. σουλτ. 3136, 4426, 11415, 30, Άλ. Κύπρ. 1561, Π. Ν. Διαθ. φ. 260α 27, Ιστ. Βλαχ. 29, 458, 1648, Σουμμ., Ρεμπελ. 192, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 2, Διακρούσ. 1132, 1164, κ.π.α.· αφεντιά, Χρον. Μορ. H 471, 7475, Πουλολ. Z 430, Συναξ. γαδ. 360, Χρον. Τόκκων 1607, Γαδ. διήγ. 50, 71, Αλεξ. 1334, Άνθ. χαρ. 29413, Σαχλ. N 64, Σαχλ., Αφήγ. 907, Κυπρ. ερωτ. 566, Πικατ. 121, Κορων., Μπούας 85, 129, 135, 150, Φαλιέρ., Ρίμ. L 218, Τριβ., Ταγιαπ. 58, Αιτωλ., Μύθ. 13618, Θρ. Κύπρ. K 296, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 446, Κατζ. Β΄ 282, Δ΄ 148, Ε΄ 431, Πανώρ. Αφ. 34, 37, Ερωφ. Β΄ 50, Δ΄ 124, 273, 331, Σταυριν. 826, Ιστ. Βλαχ. 360, 1845, 2234, Ερωτόκρ. Β΄ 366, 1767, Γ΄ 902, 905, 988, 1041, Δ΄ 284, 1428, Ε΄ 1001, Ευγέν. 230, 920, 935, 1087, Στάθ. Α΄ 25, Γ΄ 424, Διήγ. πανωφ. 59, Φορτουν. Πρόλ. 56, Α΄ 260, Ιντ. β΄ 75, Γ΄ 271, 622, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 72, 92, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 9, Διγ. O 2210, Διακρούσ. 1019, κ.π.α.· ’φεντιά, Κορων., Μπούας 133.
Το μτγν. ουσ. αυθεντία. Η λ. σε επιγρ. (L‑S) και σήμ. (ΙΛ, λ. αφεντιά).
1) α) Εξουσία, κυριαρχία (Βλ. L‑S στη λ. 1 και σήμ., ΙΛ, λ. αφεντιά 1α): εις εμέναν κρέμεται η αυθεντία της χώρας Ιμπ. 497· … εχθές πως εκυρίευεν και είχεν αυθεντίαν| και τώρα κείτεται νεκρός σ’αλλονού εξουσίαν Παλαμήδ., Βοηβ. 631· αφεντίαν έχει και αφεντεύει Χρον. Μορ. H 8173· Ανισώς και η γυναίκα να ’χεν αφεντιά απάνω του ανδρός της, έθελε ποίσει πάσα κακόν Άνθ. χαρ. 29413· τα Ιωάννινα του δίδουσιν με όλην την αφεντίαν Χρον. Τόκκων 1468· βλ. και αρχή (I) Α4α, εξιά· β) κρατική εξουσία, εκπρόσωποι της (κρατικής) εξουσίας (Βλ. και Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 282): ήτον πιστός της αφεντίας της χώρας Ασσίζ. 3666· η αφεντία του τόπου ένι κρατούμενη να του δώσει είδησιν Ασσίζ. 47231· γ) δικαστική εξουσία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφεντιά 1β): ουδέ άνθρωπον τόν η αφεντία να τον εκαταπίασεν εις κανένα κρίμαν καμμίας κακής αιτίας Ασσίζ. 39513· Έπεσεν εις την αφεντίαν καθά χρειαστεί να δώσει άνθρωπος άπιστος Ασσίζ. 3028· δ) εξουσία (του επιτρόπου), έγκριση (του επιτρόπου) (Βλ. Αρμεν., Εξάβ. 392): Εάν τις χωρίς αυθεντίας του επιτρόπου διοικήσει τα του ανήβου πράγματα Αρμεν., Εξάβ. A΄ 123· Ο άνηβος κελεύων χωρίς αυθεντίας του επιτρόπου ουκ ενέχεται Αρμεν., Εξάβ. A΄ 122· ε) δύναμη: Ω φύση, που ’βρες τέτοιαν αφεντίαν; Κυπρ. ερωτ. 269· να ποίσω όλην μου την αφεντίαν, να δω αν ημπορήσω να βγώ εις την άκραν του Μαχ. 64014. Βλ. και αδυνατότητα, αύξησις , εμπόρεση. 2) Το αξίωμα του αφέντη, του άρχοντα: πρέπει να πολομάς ως γιόν πολομούν οι ρηγάδες, όπου έχουν την αφεντίαν από γεννήσεώς τους Μαχ. 21214. Βλ. και αρχή Α4β, αυτοκρατορία, επαρχία. 3) Η τάξη των άρχόντων (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5): είντά ’θελα να γεννηθώ στην αφεντιάν ετούτη; Ερωφ. Β΄ 50· να γεράσεις στο σκαμνί, στης αφεντιάς την τάξη Ιστ. Βλαχ. 1845. Βλ. και αρχοντολόγι(ν) α. 4) Μεγαλείο (Πβ. ΙΛ, λ. αφεντιά 6): καθένας πάντα πεθυμά να ’χει αφεντιές και πλούτη Ερωτόκρ. Γ΄ 988· Όλα τα πλούτη κι αφεντιές σβήνουνε και χαλούσι Ερωτόκρ. Γ΄ 905· Για σέν’ αφήκα τσ’ αφεντιές κι εμίσησα τα πλούτη Ερωτόκρ. Ε΄ 1001. 5) Χάρη, αρχοντιά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφεντιά στη λ. 7): Μακρύς, πλατύς, γλυκόηθος, εμορφοκαμωμένος, οξε περίσσες αυθεντίες ήτονε ζητημένος Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 28· τρεις φορές επέρασεν ομπρός απ’ το πατάρι| με μιά μεγάλην αφεντιά, με μιά μεγάλη χάρη Ερωτόκρ. Β΄ 1767· μ’ έπαρσες ρηγατικές και μ’ αφεντιά μεγάλη Ερωτόκρ. Β΄ 366. Βλ. και άνθος (I) 2α, νοστιμάδα, σουφράτζιο. 6) Επικράτεια, κτήσεις: όρισεν κι απλικέψαν τον στης αφεντίας τα οσπίτια Χρον. Μορ. H 2317· δεν εκυβέρνησε καλά την αφεντιά του Ιστ. Βλαχ. 360. Βλ. και αφεντάτο, επαρχία. 7) Ιδιοκτησία: κανείς άνθρωπος ουδέν έχει εξουσίαν να σκάψει δια να εύρει θησαυρόν εις άλλου αυθεντίαν Ασσίζ. 22124. 8) Κυριότητα (Πβ. ΙΛ, λ. αφεντιά στη λ. 3): αυτά εισίν κτηνά άγρια, ότι παρευτύς ότι έβγουν απέ το αγγείον μου, χάνω την αφεντίαν μου Ασσίζ. 44915· Ένι καταστημένον με την ασσίζαν των Ιεροσολύμων ότι η αφεντία των πραγμάτων των χαμένων ουδέν πρέπει κανείς να των απεράσει εις κανένα έτερον κορμίν Ασσίζ. 42322· τα κτηνά άνωθεν ονοματισμένα έχουν πτερά και να ήσαν πετάμενα, ουδέν χάνει εγώ την αυθεντίαν διά το είπεν οπού επήγαν έξω Ασσίζ. 2003-4· ο πατήρ μεν να έχει την χρήσιν των πραγμάτων, εάν έναι οι παίδες ανήλικοι, η δε αυθεντία να φυλάττεται ως διά τα παιδία ως κληρονόμοι Ελλην. νόμ. 57817. 9) Δικαστήριο: πάντες οι άνθρωποι ημπορούν καλά να πάρουν το αμάχιν απέ τους εγγυητάδες τους οδίχως αγκάλεμαν της αυθεντίας, ήγουν της αυλής Ασσίζ. 6823. Βλ. και αυλή 4. 10) Φυλακή (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφεντιά στη λ. 2): μερικές πολιτικές στην αφεντίαν υπάσιν Σαχλ. N 281· βάλαν τους στην αφεντιάν και σύρασιν την πίσσαν Σαχλ. N 64. Βλ. και βάρδια, κάτεργο, φυλακή. 11) Η βενετική δημοκρατία (Βλ. Ξανθ., Κρ. συμβόλ. 319): Ω μεγάλη η Αφεντία,| λαμπροτάτη Βενετία Τριβ., Ταγιαπ. 215· Η ’κλαμπροτάτη δ’ Αφεντιά πολλά φουσσάτα ποίκε Κορων., Μπούας 129· Απόφηναν να ’ποκλιθούν πάντες στην Βενετίαν,| στην ’κλαμπροτάτην κι εύφημον μεγάλην Αυθεντίαν Κορων., Μπούας 18. 12) (Προκ. για φιλοφρόνηση) (Η χρ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφεντιά στη λ. 8. Βλ. και Τσοπ., Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 77): άλλο ένα ζήτημα έχω να ζητήσω από την αυθεντία σου Διγ. Άνδρ. 39330· Έστι μοι είς καλόγηρος και παρακαλώ την Αυθεντίαν σου … Έκθ. χρον. 2924· Ευχαριστώ πολλότατα, Ρήγιασα, τσ’ Αφεντιάς σου Ευγέν. 1087· καλώς την αφεντιά σου Κατζ. Δ΄ 148.
αυτείνος,- αντων., Σπαν. (Ζώρ.) V 57, 648, Χρον. Μορ. H 794, 8564, Χρον. Μορ. P 1139, 3100, 4040, 6183, Διήγ. παιδ. 414, Λίβ. Esc. 1, Χρον. Τόκκων 1352, Θησ. (Foll.) I 31, Θησ. Β΄ [911], Ριμ. Βελ. 508, Γαδ. διήγ. 12, 386, 446, Αλεξ. 1211,1270,1510, Ριμ. κόρ. 613, 643, Πικατ. 368, 503, Ριμ. Απολλων. 335, Ιμπ. (Legr.) 51, 399, Άσμα σεισμ. 37, Σκλάβ. 101, Συναξ. γυν. 359, Φαλιέρ., Ιστ. V 70, 645, Φαλιέρ., Ρίμ. L 27,157, Βεντράμ., Φιλ. 21,112, Διήγ. Αλ. G 28916, Δεφ., Σωσ. 19, 31,122, 293, Δεφ., Λόγ. 100, 464, Τριβ., Ταγιαπ. 309, Πεντ. Γέν. XVI 1, 6, Θρ. Κύπρ. K 675, Κατζ. Α΄ 323, Γ΄ 464, Δ΄ 85, 248, Ερωφ. Α΄ 37, 441, Β΄ 137, Γ΄ 319, Δ΄ 95, Πιστ. βοσκ. Ι 3, 224· IV 2, 227· 8, 129, Βοσκοπ. 140, 353, 460, Παλαμήδ., Βοηβ. 388, Σταυριν. 239, 570, Διγ. Άνδρ. 3131, Ερωτόκρ. Α΄ 871, Β΄ 185, Δ΄ 939, 1290, Ευγέν. 224, 475, Στάθ. Β΄ 75, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 175, Δ΄ 49, Ροδολ. Α΄ [619], Β΄ [55], Ε΄ [16, 596], Ροδολ. (Μανούσ.) Χορ. γ΄ [4], Δ΄ [181, 191], Αποκ. Θεοτ. II 144, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [145], Δ΄ [1139], Λίμπον. 287, Φορτουν. Β΄ 442, Δ΄ 561, Ζήν. Β΄ 29, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 70, 74, Λεηλ. Παροικ. 305, 555, Διγ. O 1654, 2693, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4591, Διακρούσ. 10528, κ.π.α.
Η αντων. αυτός παρεκτεταμένη με επισχηματισμό από την κατάλ. της αντων. εκείνος μαζί με το φωνήεν της παραλήγουσας (Βλ. όμως και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 155, 504). Τ. ευτείνος απ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 259, Δ΄ 348, 517, 537, Θυ. Α΄ 267 και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αυτός).
Αυτός 1) (Ως αντιδιασταλτική) αυτός ο ίδιος: Και η κάμαρη η μεγάλη ως και αυτείνη εκάγηκε γιαμιά την ώρα κείνη Λεηλ. Παροικ. 555· μέσα στη φούστα ευρέθηκε και το παιδίν αυτείνο Φορτουν. Δ΄ 561. 2) (Ως επαναληπτική): Αμέ κοιτάζω σύγχυσην και κλαίω την αυτείνην| π’ εδώ στο Κάστρο γίνεται με πλήσια κακοσύνην Τζάνε, Κρ. πόλ. 4591· Όταν στον λύκον κατεβεί η βουλωμένη χάρη,| εκεί κι αυτείνη να βρεθεί δαμάκι για να πάρει Γαδ. διήγ. 446. 3) (Ως δεικτική): Ακούστηκε μιάν άνομη πλιό πίστη ωσάν αυτείνη| γή ντροπιασμένη πλιό αλλαξά ωσάν ετούτη εγίνη; Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [181]· δεν είν’ αμάρτημα μεγάλο σαν αυτείνο Γαδ. διήγ. 386· Αυτείνα όλα δείχνουσι στο τέλος τι αξίζου Βεντράμ., Φιλ. 21· τέτοια καμώματα μάχητα δεν κρατούσιν,| ουδέ για μάχην τα ’χουσιν αυτείνοι οπού ποθούσιν Ριμ. κόρ. 643. 4) (Ως προσωπ.) (προκ. για το γ΄ πρόσ.): αυτεινής σκλάβα Αιγύφτισσα Πεντ. Γέν. XVI 1· και έλα εκεί εις αυτεινούς, σύντυχε παρρησίᾳ Χρον. Τόκκων 1352· το πράμα που ’χα κάμει εγώ πως το ’κάμε αυτείνη Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 175. — Βλ. και αυτός.
αφήνω,- Σπαν. A 190, Σπαν. V Suppl. 175, Σπαν. O 62, Σπαν. (Μαυρ.) P 311, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 249, Λόγ. παρηγ. L 29, Λόγ. παρηγ. O 28, Αιν. άσμ. 72, Προδρ. II Η 49, III 137, 173, 269, Παράφρ. Μανασσ. 307, Καλλίμ. 655, Ασσίζ. 627, 1293, 17222, Διγ. (Trapp) Esc. 338, Διγ. Esc. 1780, Διγ. Z 997, 1917, 1960, Διγ. A 3210, Βέλθ. 80, 225, 228, 560, 1086, Πόλ. Τρωάδ. 129, Ερμον. Φ 325, Χρον. Μορ. H 159, 611, 799, 814, 854, 1482, 2128, Χρον. Μορ. P 1452, Ορισμ. Μαμελ. 971, Φλώρ. 1154, 1156, Gesprächb. 22261, Απολλών. (Wagn.) 578, 839, Απολλών. 375, Λίβ. P 549, 2451, Λίβ. Sc. 339, Λίβ. Esc. 640, 716, 763, Λίβ. (Lamb.) N 643, Λίβ. N 1306, Αχιλλ. (Haag) L 19, Αχιλλ. L 985, Αχιλλ. N 63, Αχιλλ. O 34, Ιμπ. 817, 832, Τζαμπλάκ. 85, Βεν. 6, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 443, Μαχ. 165, 3827, 18625, 20030, 24833, 2625, 37625, Σφρ., Χρον. μ. 248, Θησ. (Foll.) I 13, Θησ. Πρόλ. 16, Ch. pop. 286, 512, Χούμνου, Π.Δ. VII 2, Σκλέντζα, Ποιήμ. 122, 80, Γεωργηλ., Βελ. 44, Γαδ. διήγ. 26, Διήγ. Αλ. V 26, Αλεξ. 5, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15119, Σαχλ., Αφήγ. 116, Κυπρ. ερωτ. 848, Έκθ. χρον. 3811, Απόκοπ. 526, Πικατ. 297, Συναξ. γυν. 695, Κορων., Μπούας 13, 22, 24 δις, 25, 29, 30, 31, 32 δις, 33 δις, 34 δις, 38, 42, 49 δις, 51, 52, 53, 60 δις, 69, 70 δις, 72, 126, Πένθ. θαν.2 88, 93, 102, 120, 275, Πένθ. θαν. (Knös) S 229, Φαλιέρ., Ιστ. A 455, Φαλιέρ., Ιστ. V 59, Φαλιέρ., Λόγ. 373, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 27, Φαλιέρ., Ρίμ. L 107, Βεντράμ., Φιλ. 233, Διήγ. Αλ. G 27321, Ψευδο-Σφρ. 20810, 30630, Δεφ., Λόγ. 153, Πεντ. Γέν. II 24, XIX 16, XXVIII 15, XLIV 22, Ρίμ. θαν. 12, Αχέλ. 420, 464, 465, Αιτωλ., Μύθ. 168, 211, 484, Θρ. Κύπρ. M 126, Χρον. 308, Ιστ. πολιτ. 513, Μ. Χρονογρ. 3414, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, 461, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Κατζ. Πρόλ. 23, Β΄ 62, Γ΄ 322, 427, Δ΄ 428, Ε΄ 521, Γύπ. Πρόλ. θεάς 89, Πανώρ. Α΄ 239, 401, Β΄ 66, Γ΄ 158, 172, 179, 328, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 108, Α΄ 212, 495, 604, Β΄ 34, 128, 185, 352, Πιστ. βοσκ. I 1, 61, 129, 193, 4, 51, II 7, 115, Φαλλίδ. 50, Βοσκοπ. 265, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 171, Σταυριν. 120, Επιστ. Ηγουμ. 175 δις, Σεβήρ., Διαθ. 190 τρις, Σουμμ., Ρεμπελ. 181, Διγ. Άνδρ. 36711, 37312, Ερωτόκρ. Α΄ 336, 790, 827, 845, 862, 1103, 1212, 1257, 1561, 1590, 1696, 1750, 1877, 2027, Β΄ 468, 594, 940, 1467, 1940, 1963, Γ΄ 1749, Δ΄ 240, 1648, 1956, Θυσ.2 62,188, 444, Παρθεν., Γράμμ. 227, Στάθ. Α΄ 135, Β΄ 82, 205, Συναδ., Χρον. 70, Βακτ. αρχιερ. 137, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [105,157], Λίμπον. 83,152, Φορτουν. Α΄ 139, Β΄ 400, Γ΄ 166, 230, 337, Ζήν. Β΄ 251, Γ΄ 152, Δ΄ 229, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 12, Λεηλ. Παροικ. 530, Διγ. O 259, 958, 1831, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1455, 15814, 16210, 16325, 1762, 17821, 18116, 1854, 1878, 19316, 19421, 1961, 1996, 24, 20117, 20213, 20326, 2104, 2118, 2298, 2323, 8, 23318, 23516, 23622, 25318, 2672, 28130, 30823, 3111, 4512, 54418, Διακρούσ. 10226, 10527, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 9617, κ.π.α.· αφήννω, Μαχ. 48221, 6489, 65227, Κυπρ. ερωτ. 7535, 36, 10729· ’φήννω, Κυπρ. ερωτ. 11829, 14212, 15026· ’φήνω, Αλεξ. 2857, Ερωτόκρ. Α΄ 1026, Στάθ. Α΄ 91, Φορτουν. Β΄ 79, Ζήν. Β΄ 376, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3636· αόρ. εφήκα, Ασσίζ. 13911, Φλώρ. 1536, Ερωτοπ. 370, Απολλών. 506, Λίβ. Esc. 743, Λίβ. N 688, 2822, Αχιλλ. (Haag) L 40, 46, 997, Αχιλλ. L 533, Αχιλλ. O 548, Μαχ. 621, 1344, 30421, 5523, Ch. pop. 22, 48, Γεωργηλ., Θαν. 451, Βουστρ. 441, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 414, 417, 443, 446, 449, Μορεζίν., Λόγ. 468, 470, Ερωτόκρ. Α΄ 534, Γ΄ 511, Διήγ. ωραιότ. 132, Φορτουν. Πρόλ. 119, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3394, 5617· μτχ. αφησμένος, Παλαμήδ., Βοηβ. 1218.
Από το αρχ. αφίημι. Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 288. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφίνω).
1) α) Αφήνω (κ.) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1α): αφήνουν τα κοντάρια τους και πιάνουν τα σπαθιά τους Διγ. O 259· από την τρομάρα τους τ’ άρματά τους αφήκαν Κορων., Μπούας 126· βλ. και απολύω Α1α, αφίω, αχαμνώ 2α, εξαφήνω· β) τοποθετώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 2): στεφάνι στα χρυσά μαλλιά ολόχρυσο τ’ αφήνου Ερωτόκρ. Δ΄ 1956· βλ. και ακουμπίζω Β 3α, ακουμπώ Β, ανακουμπίζω Α, απηθώνω α, αποθέτω 1, αποσταίνω 1, αποτίθεμαι, αρμαθιάζω, βάνω· γ) αφήνω κατά μέρος, εγκαταλείπω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1δ): παρέλαβέ μας η χαρά, αφήκε μας η λύπη Λίβ. Esc. 763· μ’ αφείτε την κι έχει καιρό να δέρνεται, να κλαίει Ερωτόκρ. Δ΄ 240· τ’ άλογά ντου ’πόλυκε και τα γεράκι’ αφήνει Ερωτόκρ. Γ΄ 1749· ουδέ ποσώς σ’ αφήνει η θύμησή μου Ch. pop. 286· άφησαν τα σπίτια τους, περβόλια και τόπους Διακρούσ. 10527· δ) επιτρέπω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1β): αν το μάθ’ ο πατέρας μου, ουδέν με θέλει αφήσει| να εξέβω εις αναγύρευσιν ωραίας της Μαργαρώνας Ιμπ. 832· (προκ. για αρχηγό) καθιστώ κάπ. αρχηγό: Καπετάνιον καθολικόν εις όλους τον αφήκε Κορων., Μπούας 30· (προκ. για χρέος) διαγράφω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 9): αφήνει τους το τέλος και το χρέος τους Απολλών. (Wagn.) 839· (προκ. για αμαρτίες) συγχωρώ: Πάγαινε, τες αμαρτιές σου αφήνω Σκλέντζα, Ποιήμ. 122. Βλ. και απαιτώ 3, δίδω· όσων αφήσετε τες αμαρτίες τους, να τους είναι αφημένες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 298v· παρευθύς ο Θεός τον ελέησεν και άφησέ του τας αμαρτίας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 383v. 2) α) Εγκαταλείπω, «παρατώ» (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1δ): … πὀκόμπωσες και φίλησες και ύστερα μ’ έφήκες Ch. pop. 48· β) απαρνούμαι: … δι’ ης την πίστιν άφηκες, δι’ ης και την πατρίδα Διγ. Z 997. Βλ. και αρνούμαι 4α, αρνώ 1. 3) α) Παραδίδω στην εξουσία άλλου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): οι σύβασες α θα γραφτούν, τη χώρα να τ’ αφήσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 54418· βλ. και αναπαραδίδω· β) αφήνω στη δικαιοδοσία κάπ.: δεν κατέχοντας πως ζυγώνουσι τα φουσσάτα τως, ελόγιαζαν πως εφύγασι και εφήκασίν τως την χώραν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402. 4) Κληροδοτώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 6): εις το θάνατό του| μας άφηκε για ψυχικό το πράμα το δικό του Κατζ. Δ΄ 428· βλ. και απαριάζω 2, απαφήνω 4, αποδίδω 2β, αποθέτω 2· φρ. (1) αφήνω τιμήν = τιμώμαι: Ν’ αφήσουν έπειτα τιμήν, πάντες να τους δοξάζουν Κορων., Μπούας 72· (2) αφήνω άνομα ή φήμη = φημίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): ανέν και αποκτήσει| του Αλεξάνδρου τον στρατόν, κάλλι’ όνομα ν’ αφήσει Κορων., Μπούας 31· ηγάπα την αλήθειαν και την δικαιοσύνην (παραλ. 1 στ.), με τες οποίες αφήνουσι φήμην εις κάθε τόπον Λίμπον. 152· (3) αφήνω αγάπην = αφήνω αγαθές αναμνήσεις: αγάπην άφηνε παντού, μη σε ακλουθήσει φθόνος Φλώρ. 1156. 5) Παραλείπω κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1Ϛ): αφήνω, παρατρέχω τα, σιγοπατώ τα τότε Λίβ. Sc. 2708· τα αναγκαία σύντυχε, τα δ’ άκαιρα αφήσε Κορων., Μπούας 34. Βλ. και αργώ A3. 6) Παύω, σταματώ: Ενταύθα γάρ αφήνω εδώ να γράφω και να λέγω| διά εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ Χρον. Μορ. H 2128· εσού βιγλώντα αφήννεις να θρηνίζεις| κι εγώ ποτέ αφήννω να βακρύζω Κυπρ. ερωτ. 7536· βλ. και ανακόπτω 1, αναπαύω Α2, αναχαιτίζω, αποβγάζω, αποδημώ 2, αποκόπτω 5α, παύω, σχολάζω. Φρ. 1) Αφήνω επαινον = επαινούμαι: έπαινον αιώνιον στον κόσμον για ν’ αφήσουν Κορων., Μπούας 70. 2) Αφήνω φωνήν = φωνάζω: στάθη στό σπίτι άντικρυς, μεγάλην φωνήν αφήκεν Διγ. Z 1960. 3) Αφήνω ζωήν = πεθαίνω: Ή να πάρω τους τόπους μου ή την ζωήν ν’ αφήσω Κορων., Μπούας 42. 4) Αφήνω γεια, υγείαν ή πολλή ζωή = αποχαιρετώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): γεια σάς αφήνω δάση Πιστ. βοσκ. I 1, 61. Τότες αποχαιρετισμόν ο αμιράς τώς δίνει,| όσοι τον εσυνόδευσαν υγείαν τώς αφήνει Διγ. O 958. αφήνω σας πολλή ζωή, γιατί θωρώ στη βρύση| εσίμωσε ο Γύπαρης Γύπ. Πρόλ. θεάς 89. 5) Αφήνω νυχτιά καλή = λέω καληνύχτα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφίνω 1γ): απήτις δε σηκώνεστε να ’ρθείτε, αφήνομέ σας νυχτιά| καλή Κατζ. Ε΄ 521.
αφτίον — αφτί(ν)- το, Διγ. Z 3439, Ακ. Σπαν. 46572, Διήγ. παιδ. 678, Θησ. Ε΄ [73], Διήγ. Αλ. V 30, Κορων., Μπούας 48, Χρον. σουλτ. 13732, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 464, Διγ. Άνδρ. 35032, Ευγέν. 205, Αποκ. Θεοτ. (Pern.) 247, Φυλλ. Αλ. 100· απτί(ν), Λόγ. παρηγ. L 632, Σαχλ., Αφήγ. 598· αυθίν, Ακ. Σπαν. 38305, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 17, 20· αφτί(ν), Ακ. Σπαν. 41401, 404, Μαχ. 21624, Γαδ. διήγ. 335, Πένθ. θαν.2 49, Πεντ. Γέν. XX 8, XLIV18, L 4, Έξ. XI 2, ΧVΙΙ14, XXIV 7, XXIX 20, Λευιτ. VIII 23, Δευτ. V 1, XV 17, XXXI 11, 28, 30, Αχέλ. 60, Αιτωλ., Μύθ. 4714, Γύπ. Πρόλ. θεάς 62, Πανώρ. Β΄ 252, Γ΄ 1, Ε΄ 352, Ερωφ. Α΄ 130, Ιντ. α΄ 107, Γ΄ 21, 266, Δ΄ 58, 212, 228, 384, 463, Ε΄ 36, 136, 149, Διγ. Άνδρ. 38933, Ερωτόκρ. Γ΄ 213, 674, Ε΄ 540, 762, Στάθ. Α΄ 148, 150, 190, Γ΄ 255, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [169], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [591], Ε΄ [987, 1539], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 151, Γ΄ 249, 666, Δ΄ 333, Ε΄ 213, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 93, Διγ. O 236, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18115, 20911, 2131, 35612, 51121, 5412· οφτί(ν), Ιατροσ. κώδ. υνε΄, φκε΄· Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 147v· ’πτί(ν), Γεωργηλ., Θαν. 246, 249, Άνθ. χαρ. 28834· ’φθίν, Ακ. Σπαν. 3188· ’φτί(ν), Ιατροσ. κώδ. ρμδ΄, Gesprächb. 9512, Λίβ. Sc. 2928 (έκδ. οπτίν· Πολ. Λ., Πριν Άλ. σ. 103 διόρθ. ’φτίν), Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 373 (έκδ. ’πτί· Πολ. Λ., Μετά Άλ. σ. 70 διόρθ. ’φτίν), Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 149v.
Από τη συνεκφ. τα ωτία >ταουτία >τ’ αφτία >αφτί (Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 322). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αφτί).
1) Το αφτί (ως μέλος του σώματος και όργανο ακοής) (Η χρ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφτί 1): τους μαντατοφόρους επιάσε και έκοψε τα αφτία τους Χρον. σουλτ. 13732· αφτιά να μη τωσε γροικού, μάτια να μη τζι δούσι Ερωτόκρ. Γ΄ 674· γιατί τα ξύλα, το νερό, ασβέστης και το χώμα| τω βασιλιάδων ολωνών έχουν αφτιά και στόμα·| κι αποδεκεί που δε θαρρεί τινάς, τ’ ακούσιν άλλοι Ερωφ. Α΄ 130· σφαλίζει και τα αφτία τως (ενν. ο Θεός) να ακούγουσι και να μην γροικούσι Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 464· βάλε εις τα αφτιά του Ιοσουά ότι … Πεντ. Έξ. XVII 14· επήρεν το χαρτί της διαθήκης και ανάγνωσεν εις τα αφτιά του λαού Πεντ. Έξ. XXIV7· να συντύχει εδά ο σκλάβος σου λόγο εις τα αφτιά του αφεντός μου Πεντ. Γέν. XLIV 18· φρ. (1) λέγω ή λαλώ (ει)ς το αφτί = λέω κρυφά (Πβ. ΙΛ, λ. αφτί 1β φρ.): έρχεται τάχατες κοντά να μου το πεί στ’ απτί μου Σαχλ., Αφήγ. 598· λόγον μυστικόν έχω να πω ν’ αφήσω| κρυφά στ’ αφτί την μάννα μου λόγον να την λαλήσω Αιτωλ., Μύθ. 4714· (2) έχω τ’ αφτιά ανοικτά = προσέχω (Πβ. το σημερ. ανοίγω τ’ αφτιά μου, ΙΛ, λ. αφτί 1β φρ.): πάντα μας κάνει χρεία| όλα τα μέλη του κορμιού να ’χομε εις εργασία.| Τ’ αφτιά θε να ’χομε ανοικτά καθ’ ώρα να γροικούμε| τα πάθη των αγαφτικώ Φορτουν. Γ΄ 249· βλ. και ακοή 2, ακουσμός, αναγράφω 5, ανοικτός 1α φρ. 3, αντιπροσέχω, απαντέχω 8, ασχολούμαι 2β, αφηκρίζομαι 1, βλέπω, ντηρώ, στοχάζομαι· (3) δίνω τ’ αφτιά (Πβ. το μτγν. ώτα χορηγείν, L‑S, λ. ους I) = (α) δέχομαι, καταδέχομαι να ακούσω: Τά δεν κατέχει αφέντης μου δε γνώθει ο δουλευτής του,| μ’ απής τ’ αφτιά του φαίνεται να δώσει τση βουλής του … Ερωφ. Α΄ 228· Όμως παρακαλώ σου το, από τα υψηλά σου| να δώσεις εις τους στίχους μου τους ταπεινούς τ’ αφτιά σου,| να χαμηλώσεις με τον νουν σ’ εκείνους Αχέλ. 60· βλ. και συγκατεβαίνω· (β) ακούω με προσοχή: Πετρούτσο, γύρισε εδεπά, τ’ αφτιά σου εμένα δώσε Στάθ. Α΄ 148· Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 151· (γ) δίνω προσοχή: μη θε να δίδεις εύκολα στα ψόματα τ’ αφτιά σου Στάθ. Α΄ 190· (4) φτάνει ή μπαίνει κ. στ’ αφτιά μου, σεβαίνει (ή εισβαίνει) λόγος στ’ αφτιά μου = πληροφορούμαι κ. τυχαία (συνήθως προκ. για κ. μυστικό ή δυσάρεστο) (Βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 242): Τούτα ούλα τα μαντάτα εφτάσαν εις την Φραγκίαν εις τ’ αφτία του ρηγός της Κύπρου Μαχ. 21624· Βλέπουσαι, στο Θεό μου,| το πράμα ετούτο μην εμπεί στ’ αφτιά των αδερφιώ μου Πανώρ. Β΄ 252· Κάποιος λόγος εισέβει εις τα αφτία μου, υιέ του Φιλίππου, ότι έρχεσαι διά ταύτα τα μέρη Φυλλ. Αλ. 100· βλ. και αγροικώ III 3α, ακοή 2, αναμανθάνω, μαθαίνω· (5) κάθομαι μες στ’ αφτιά κάπ. = μιλώ σε κάπ. συνεχώς και επίμονα (προκ. να τον πείσω): ολημερνίς και η μάννα τση κάθεται μες στα αφτιά τση,| αλλά ποσώς ουδέ κεινής κάνει το θέλημά τση Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 333· βλ. και αποτσακίζω 1· (6) μολυβώνω τ’ αφτιά (μου) = αποφεύγω ν’ ακούσω (Πβ. τα σημερ. κλείνω, βουλώνω τ’ αυτιά μου, ΙΛ, λ. αφτί 1β φρ.): τ’ αφτιά εμολύβωνα για να μηδέ γροικούσι| τσι συργουλιές του τσι γλυκειές Ερωφ. Γ΄ 21· (7) γροικώ κ. με τα αφτιά μου = ακούω κ. εγώ ο ίδιος: Εγροίκησές μου στου δουκός σήμερο με τ’ αφτιά σου Στάθ. Γ΄ 255· Πανώρ. Γ΄ 1. 2) Λαβή δοχείου, κλπ., «χερούλι» (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αφτί 2. Πβ. την αρχ. χρ., L‑S, λ. ους II1. Βλ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄ 6, 1955/56, 243): ανίσως και ο τσουκαλάς έχει μεγάλην άδειαν| και κάμνει αγγεία εύμορφα, χυτά με τα σημάδια| και να κολλήσει και το ’πτίν όπου δ’ αν του αρέσει Γεωργηλ., Θαν. 246.
βάρβαρος,- επίθ., Μανασσ., Χρον. 6697, Διγ. (Trapp) Esc. 1679, Ερμον. Ω 63, Βίος Αλ. 4581, Θεολ., Τζίρ. 3574, Δούκ. 21714, Σοφιαν., Παιδαγ. 100, Ιστ. πατρ. 1381, Ιστ. Βλαχ. 2116, Κείμ. αγ. Δημ. 384, Βελλερ., Επιστ. 77, Βακτ. αρχιερ. 136, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 85.
Το αρχ. επίθ. βάρβαρος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τη λ. βλ. και Follieri E., ΕΕΒΣ 39-40, 1972/73, 365/372.
Α´ (Επίθ.) α) Αγροίκος, απολίτιστος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): τριβάρβαροι και την ψυχήν, βάρβαροι και την γνώμην Μανασσ., Χρον. 6697· βλ. και βαρβαρότροπος, τριβάρβαρος· β) βάναυσος, σκληρός, απάνθρωπος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. ΙΙ και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1): Προς άνθρωπον αυτός εγώ βάρβαρον και κτηνώδη Βίος Αλ. 4581. Β´ (Ως ουσ.) άνθρωπος άξεστος, απολίτιστος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β1): πίνουσιν οι βάρβαροι το κρασοπινακάτο Ιστ. Βλαχ. 2116. Βλ. και βαρβαρότροπος· (εδώ προκ. για Τούρκο) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Β2): ο ερχομός του αθέου τούτου βαρβάρου Βελλερ., Επιστ. 77.
βασίλειο(ν)- το, Καλλίμ. 110, Βέλθ. 1076, Εβρ. ελεγ. 166, Χρον. Μορ. H 471, Βίος Αλ. 585, 2508, 6094, Διήγ. παιδ. 891, Φλώρ. 895, 1117, Θρ. Κων/π. B 54, Θρ. πατρ. O 3, Θησ. Β΄ [87, 121], Διήγ. Αλ. V 53, Βεντράμ., Φιλ. 10, Πεντ. Αρ. XXIV 7, Δευτ. III 21, XXVIII 25, Χρον. σουλτ. 659, Κυπρ. ερωτ. 11124, Σταυριν. 422, Ιστ. Βλαχ. 1338, 1435, 1441, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ΄ [34], Ζήν. Β΄ 259, Δ΄ 170, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 16, Διγ. O 2151, Διακρούσ. 1024, κ.α.
Το αρχ. ουσ. βασίλειον. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βασίλειο).
1) Βασιλική κατοικία, ανάκτορο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1α και σήμ., ΙΛ, λ. βασίλειο 1): τον γέρο Αρανίτη τον αφάνισε και τον υιόν του τόν είχε εις τα βασίλεια και έκαμέ τον Τούρκο και τον έλεγαν Σκεντέρη Χρον. σουλτ. 659. 2) Βασιλική επικράτεια (Η σημασ. μτγν., Steph., Θησ. 164 Α και σήμ., ΙΛ, λ. βασίλειο 2): είδετε τα βασίλεια πόσα εξοδιάζουν| εις ρόγες και εις πλερωμές Ιστ. Βλαχ. 1435· να είσαι για τρομάρα εις όλα τα βασίλεια της ηγής Πεντ. Δευτ. XXVIII 25· (μεταφ.): Πόλη μου, το βασίλειον του ουρανού ομοιάζεις Θρ. Κων/π. B 54· στου πόθου το βασίλειον Κυπρ. ερωτ. 11124· του σκότου το βασίλειο θέλει κληρονομήσει Ζήν. Β΄ 259. 3) Το βασιλικό αξίωμα και η εξουσία (Η σημασ. σε επιγρ., Sophocl. στη λ. 1): κρατεί με το βασίλειον και η μεγαλειότης Διήγ. παιδ. 891· να ψηλύνει από τον Άγαγ ο βασιλέας του και να υψωθεί το βασίλειό του Πεντ. Αρ. XXIV 7· τέτοια βασίλεια στον κόσμον έχεις| στον ουρανόν απάνου κι εις την κτίσιν Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ΄ [34].
βασιλεύω,- Κρασοπ. 62, 74, Παράφρ. Μανασσ. 288, Διγ. Z 194, 2749, Βέλθ. 1260, Πόλ. Τρωάδ. 60, Ερμον. Γ 246, Ω 33, 163, Βίος Αλ. 4077, Οψαρ. 3611, Φλώρ. 162, Πανάρ. 615, 646, Απολλών. (Wagn.) 50, Λίβ. Sc. 1268, Λίβ. N 2103, Αχιλλ. L 744, Αλφ. ξεν. 45, Χρησμ. (Βέης) 349, Φυσιολ. (Offerm.) M 157, Θρ. Κων/π. Πολλ. 24818, Δούκ. 1893, 32912, Σφρ., Χρον. μ. 989, Σκλέντζα, Ποιήμ. 414, Γεωργηλ., Θαν. 398, Αλεξ. 2107, 2113, Διήγ. Αλ. V 21 (τρις), Διήγ. Αγ. Σοφ. 1478, Έκθ. χρον. 811, Πικατ. 151, Σκλάβ. 242, Κορων., Μπούας 55, Πεντ. Γέν. XXXVI 31, Κώδ. Χρονογρ. 61 (δις), 68, Χρον. 311, Χρον. σουλτ. 13528, Ιστ. πολιτ. 371, 521, 636, Ιστ. πατρ. 811, 1909, Φαλλίδ. 109, Ιστ. Βλαχ. 1475, 2458 [= Γέν. Ρωμ. 82], 2687, 2695, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 11, Διγ. Άνδρ. 35232, 3749, Βελλερ., Επιστ. 55, Παρθεν., Γράμμ. 228, Ευγέν. Πρόλ. 63, Ροδολ. Ε΄ [319], Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. α΄ [84], γ΄ [13, 85], Ε΄ [475], Ζήν. Β΄ 180, Ε΄ 177, Μαρκάδ. 35, Διγ. O 1237, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2199, 54019, 5895, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 53, κ.α.· βασιλεύγω, Φαλιέρ., Λόγ. 161, Ερωφ. Γ΄ 273, Ερωτόκρ. Α΄ 1219, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 12, 64, Πανώρ. Δ΄ 292, Τζάνε, Κρ. πόλ. 43110, 57514.
Το αρχ. βασιλεύω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βασιλεύω [I]).
1) α) Είμαι ή γίνομαι βασιλιάς (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1α και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεύω [I] 1α, β): Ακούσαντες δε ... ότι βασιλεύει νέος και άπειρος πολέμων Έκθ. χρον. 811· αν έχει σκήπτρο στη δεξιά και βασιλεύει Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. γ΄ [85]· Βασίλειον τον έβγαλαν, γιατί να βασιλεύσει| έμελλεν Διγ. O 1237· Αμή ο ρηθείς Σελίμης επονηρευέτονε και ήτονε ξάγρυπνος διά να βασιλέψει Χρον. σουλτ. 13528· (προκ. για το Χριστό) εξουσιάζω (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. Β2α): δεν ξεύρουν ότι δύνασαι και ζεις και βασιλεύεις Ιστ. Βλαχ. 2687· β) (μτβ.) κυβερνώ, διοικώ κ. (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεύω [I] 1γ): βασιλεύγει (ενν. ο αδελφός) τώρα| τούτη την αξιαζομένη και μπορεμένη χώρα Ερωφ. Γ΄ 273· τσι πλανήτες κυβερνάς και τ’ άστρα βασιλεύγεις Πανώρ. Δ΄ 292· η τύχη χωρίς σκόταμα το Κάστρο βασιλεύγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 43110· Εκείνος ο λογαριασμός όλα τα βασιλεύγει Ερωτόκρ. Α΄ 1219· βλ. και αυθεντεύω, αυταρχώ, αυτοκρατορώ, βασταίνω Α1β, βιγλίζω 2, κυβερνώ· η μτχ. βασιλεύουσα = η Κωνσταντινούπολη (Η σημασ. μτγν., Sophocl. στη λ. 1): η βασιλεύουσα των πόλεων παρεδόθη εις τας χείρας των Τούρκων Θρ. Κων/π. Πολλ. 24818· Ψυχή μου, ...| λυπήσου Πόλιν την βασιλεύουσαν Ιστ. Βλαχ. 2458 [= Γέν. Ρωμ. 82]. Βλ. και ασχολώ 2, βασιλίς, βασίλισσα δ. 2) Επικρατώ, κυριαρχώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεύω [I] 2α): τοις θεοίς ευχόμεθα ...| συ βασιλεύσεις επί γης και πάσης ταύτης άρξεις Βίος Αλ. 4077· Μάιος εβασίλευσεν εις άπαντας τους μήνας Διγ. Z 2749· η καλή βουλή εις όλους βασιλεύει Ιστ. Βλαχ. 1475· αλλ’ ουν εις όλα τα φυτά το κλήμα βασιλεύει Κρασοπ. 74. 3) Δύω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεύω [I] 6. Βλ. και Κριαρ., Αθ. 47, 1937, 79-93, Kriar., Revue Balkan. 6, 1938, 462-8, αλλά και Lindenburg, Πεπρ. ΙΒ′ ΔΒΣ 2, 1964, 385-9· πβ. και Σετάτο, Ελλην. 20, 1967, 250-3): τώρα που βασιλεύει| ο ήλιος από λόγου μας κι εις άλλα μέρη οδεύει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [475]. βασίλευσεν ο ήλιος κι έφθασεν η εσπέρα Διγ. Z 194· Βασιλεύοντος του ηλίου έβαλεν σκοτίδι και εγίνηκεν νύκταν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 353r.
βασιλικός (I),- επίθ., Γλυκά, Στ. 502, Προδρ. III 17, 243, 400 cc (χφφ gCSA) (κριτ. υπ.), Βεν. 74, Παράφρ. Μανασσ. 281 δις, Καλλίμ. 165, 622, 625, 752, 1025, 1773, 2075, Ασσίζ. 1122, 1724, 30810, 4548, Διγ. (Trapp) Gr. 1439, 2004, Διγ. Z 3822, Διγ. A 2877, 3716, Βέλθ. 143, 493, 1160, Πόλ. Τρωάδ. 704, Ερμον. Ψ 216, Act. Xén. 6645, Χρον. Μορ. H 2825, Βίος Αλ. 501, 2920, 4064, 4546, 4569, 5172, Διήγ. παιδ. 250, Φλώρ. 1111, 1133, 1836, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 414, Σφρ., Χρον. μ. 1831, 6812‑3, Θησ. Πρόλ. [113], Δ΄ [243], Ch. pop. 239, Ριμ. Βελ. 90, Αλεξ. 1123, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15031, 1545, 36, Ριμ. κόρ. 677, Έκθ. χρον. 193, Πικατ. 163, Σκλάβ. 187, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 398, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 4, Χρον. σουλτ. 1394, Ιστ. πολιτ. 57, 1117, 6620, Ιστ. πατρ. 1706, Μηλ., Οδοιπ. 638, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 372, Παϊσ., Ιστ. Σινά 425, Π. Ν. Διαθ. φ. 336α 10 (έκδ. βασιλιός· διόρθ. Κριαρ., B-NJ 10, 1934, 406), Δωρ. Μον. XXV, XXXII, Ερωφ. Α΄ 84, Δ΄ 688, Διαθ. ηγουμ. Μακαρίας 164, Ιστ. Βλαχ. 2380 [= Γέν. Ρωμ. 22], Διγ. Άνδρ. 34225, 36426, Ερωτόκρ. Α΄ 1444, Ε΄ 257, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 53, 57, Ροδολ. (Μανούσ.) Ε΄ [223], Βακτ. αρχιερ. 172, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [97], Λίμπον. 302, 307, Ζήν. Ε΄ 33, 184, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 79, Διγ. O 2163, 2778, Τζάνε, Κρ. πόλ. 56719, κ.π.α.
Το αρχ. επίθ. βασιλικός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Που σχετίζεται με βασιλιά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1β): απέθανεν εις την εξορίαν με ορισμόν βασιλικόν Διγ. Άνδρ. 34225· ούτως ορίζει ο νόμος ο βασιλικός Ασσίζ. 30810· σαν να ’τονε βασιλικό (ενν. το άλογο) το είχεν στολισμένο Διγ. O 2778· βλ. και ρηγατικός· β) έκφρ. βασιλικοί άνθρωποι = πρόσωπα της βασιλικής υπηρεσίας (Βλ. Σταυρίδου, Συνάντ. Συμ. σ. 53, 54, 112. Πβ. ΙΛ, στη λ. Α1β): ούτως οι βασιλικοί άνθρωποι υπήγαν τον βίον εις τον βασιλέαν Διήγ. Αγ. Σοφ. 1545· γ) που ταιριάζει σε βασιλιά (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1 και σήμ., ΙΛ στη λ. Α1α): έχεις πανώριαν ηλικιάν, βασιλικόν αέρα Ch. pop. 239· τα λόγια τα βασιλικά έτοιας λογής μ’ επιάσα Ερωτόκρ. Ε΄ 257· έργα δ’ αυτός επιχειρεί βασιλικά και πράττει Βίος Αλ. 2920. 2) Δημόσιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2 Βλ. και Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 320): μηδέν έμπει εις την οδόν την βασιλικήν Ασσίζ. 4548· παραλαμβάνει την βασιλικήν οδόν Act. Xén. 6645. Βλ. και αυθεντικός 5. 3) (Προκ. για εχθρό) θανάσιμος (Πβ. ΙΛ στη λ. Α3): ωσά οχθρός βασιλικός τα τέκνα σου τελεύγει Π. Ν. Διαθ. φ. 336α 10. Βλ. και θανατερός. 4) Εξαιρετικός, λαμπρός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α4): τότε εξέβη μετά φαντασίας και πλούτου βασιλικού πολλού Παράφρ. Μανασσ. 281. Βλ. και αυθεντικός 1γ. 5) α) Πολύς, υπερβολικός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α6): αλλ’ είχον και περίλυπον, βασιλικόν το πάθος Καλλίμ. 1025. Βλ. και βαρύς 7· β) πλούσιος: δωρεάς πολλάς βασιλικάς Παράφρ. Μανασσ. 281. 6) (Προκ. για την ωραία πύλη): Οπόταν σέβεις το λοιπόν την βασιλικήν πύλην Παϊσ., Ιστ. Σινά 425. Βλ. και βημόθυρον. Η λ. και ως τοπων.: Ευγέν. 497.
Βενετσιάνος- ο, Μηλ., Οδοιπ. 641, Δωρ. Μον. XXIX, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 62, Διακρούσ. 11222· Βενετσάνος, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 106, Τζάνε, Κρ. πόλ. 37811, 51218· Βενιτσιάνος, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 299.
Το βενετ. venezian. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Αυτός που προέρχεται από τη Βενετία, ο κάτοικος της Βενετίας, Βενετός (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): τσ’ αφέντες Βενετσάνους Τζάνε, Κρ. πόλ. 51218· την έκτισαν οι Βενετσιάνοι με τείχη σιγούρα Δωρ. Μον. XXIX.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- σύνδ., Γαδ. διήγ. (Αλεξ. Λ.) 380, Πικατ. (Κριαρ.) 182, Κατζ. (Πολ. Λ.) Α΄ 237, Β΄ 15, Ε΄ 462, Πανώρ. (Κριαρ.) Α΄ 77, 181, Γ΄ 253, 587, Ε΄ 389, Ερωφ. (Ξανθ.) Αφ. 11, Πρόλ. Χάρ. 49, Α΄ 83, 297, 581, Β΄ 167, 503, Γ΄ 163, 277, Δ΄ 191, 419, Ε΄ 65, Πιστ. βοσκ. (Joann.) Ι 1, 289· 2, 10, 196· ΙΙ 2, 27· V 2, 56· 4, 52 (έκδ. αμπείς· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 281)· 5, 29 (έκδ. αμπείς· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 281)· 5, 246, Φαλλίδ. (Ξανθ.) 121, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 323, 1097, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 171, 266, 355, Β΄ 77, 1737, Γ΄ 1703, Δ΄ 1091, 2007, Ε΄ 157, 1265, 1418, Θυσ. (Μέγ.)2 75, 647, 879, Στάθ. (Σάθ.) Α΄ 313, Β΄ 47, Γ΄ 239, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Α΄ 133, Γ΄ 19, δ΄ 1, 65, 81, Ροδολ. Αφ. [11, 51], Α΄ [603, 628, 697], Β΄ [173], Ε΄ [159], Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [77, 163, 197, 376], Δ΄ [21, 541], Ε΄ 85, 267], Φορτουν. (Ξανθ.) Α΄ 206, Β΄ 191, 241, Ιντ. β΄ 61, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην.1, Λεηλ. Παροικ. (Κριαρ.) 217, 485, 511, 673, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 1435, 19913, 23929, 25121, 25416, 3314, 3345, 3751, 27, 39913, 40026, 43614, 4481, 45211, 48815, 51921, 5531, 56315, 5795· απή, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1229]· απήν, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 58, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 58, Φλώρ. (Κριαρ.) 628, 678, Ανακάλ. (Κριαρ.) 52, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 519, 612, 909, Ριμ. Βελ. (Wagn.) 940, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 369, 419, Σαχλ., Αφήγ. (Παπαδημ.) 37, 88, 113, 161, 196, 241, 580, 594, 654, 817, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 179, 190, 287, Πικατ. (Κριαρ.) 277, 427, Ιμπ. (Legr.) 163, 564, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 712, Φαλιέρ., Ρίμ. (Ζώρ.) L 2, 3, 19, Αχέλ. (Pern.) 297, 433, 732, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 407, Πιστ. βοσκ. (Joann.) ΙΙΙ 3, 70· αφής, Θρ. Κύπρ. (Μενάρδ.) M 414, 538· αφήν, Ασσίζ. (Σάθ.) 2830, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 520, Ριμ. κόρ. (Pern.) 769· αφή, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) A 581.