Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αλοφάς
- ο, Τάξ. Πόρτ. (Baştav) 34· λουφές, Πτωχολ. B 178, 232· λοφάς, Byz. Kleinchron. Α΄ 259, 849, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 12514, 14110, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1102, 1103· λοφές, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 128, Πτωχολ. A 128, 181.
Από το αραβοτουρκ. ‘ulūfe (Mor., Byzantinot. B΄, λ. αλοφάς). Λ. λοφά στο Du Cange και λ. λουφές στο Somav.· ο τ. λουφές και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄). Βλ. και Ανδρ., Λεξ., λ. λουφές.
1) α) Μισθός: Οι σπαόγλανοι έχουν την ημέραν αλοφάν από δέκα άσπρα έως πενήντα Τάξ. Πόρτ. 34· κι ετιμήθηκεν ο γέρων| και αβγατίσθην ο λοφές του Πτωχολ. Z 128· β) ανταμοιβή: έφη ο σουλτάν Σουλαϊμάνης ότι, αν βασιλεύσω, δώσω σοι λοφάν όσον θέλεις Byz. Kleinchron. Α΄ 259, 846. 2) Φιλοδώρημα: αν φιλεύσει (ενν. ο βδελυρός) τινές άρχοντες, ύστερον να τους παρακαλέσει διά να κάμουσι λοφέ των παιδίων του Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 126.
εντροπή- η, Διγ. (Trapp) Esc. 4, Βέλθ. 923, Χρον. Μορ. H 4983, 6038, Απολλών. 58, Λίβ. Esc. 2186, Λίβ. N 848, Αχιλλ. N 429, Μαχ. 19613, Θησ. Ϛ΄ [128], Γεωργηλ., Βελ.·723, Ριμ. Βελ. 913, Απόκοπ. 266, Κορων., Μπούας 18, Βεντράμ., Φιλ. 298, Πανώρ. Β΄ 326, Δ΄ 25, Ερωφ. Δ΄ 86, 270, Ε΄ 616, Σταυριν. 986, Διγ. Άνδρ. 35617, Ερωτόκρ. Β΄ 1522, 2403, Γ΄ 1195, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1298], Ε΄ [114], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 398, Ιντ. δ΄ 153, Διακρούσ. 11012· ανδροπή, Ασσίζ. 2121, 47711· αντροπή, Ασσίζ. 1874, 1945, 19511, 2277, 39818, 40423, 44524, Μαχ. 468, 20638, 2565, 34617, 4623, 52626, 67230, Βουστρ. 434, 471, 472 δις, 492, 509, Αχέλ. 104, Κυπρ. ερωτ. 1016· ντροπή, Πτωχολ. A 218, Αλεξ. 2546, Βεντράμ., Γυν. 268, Δεφ., Σωσ. 138, Πανώρ. Γ΄ 13, 408, Ε΄ 11, Ερωφ. Δ΄ 627, Ε΄ 80, Σταυριν. 413, Ερωτόκρ. Α΄ 1630, 1741, Β΄ 1951, 2334, Ε΄ 74, 332, Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ 56, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ 206, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1229], Γ΄ [1339], Δ΄ [12], [1084], Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 36, Α΄ 321, Μαρκάδ. 421, 606, Διακρούσ. 859, 10418.
Το αρχ. ουσ. εντροπή. Για τον τ. αντροπή βλ. Μενάρδ., Αθ. 6, 1894, 147. Η λ. και ο τ. ντροπή και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Καταισχύνη (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 2): σε δε, κυρία, εντροπή και ψόγος ουκ ολίγος Βέλθ. 1073· μισσεύγει με την εντροπή, και μπλιό ντου δεν εφάνη Ερωτόκρ. Β΄ 2167· β) ντροπή: Γυμνώσου, μην το ντρέπεσαι να δείξεις το κορμί σου· ότι εντροπή δεν έναι αυτό Πένθ. θαν.2 450· Η κόρη αποκρίθηκεν, λέγει· «πολλ’ εντροπή μου| είναι γιατί ευρίσκομαι με σένα μοναχή μου» Διγ. O 2051. 2) Συστολή (από σεβασμό σε κάπ.). (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): γεννά γαρ σέβας εντροπή, ο φόβος έχει <μίσος> Σπαν. A 316. 3) Τα γεννητικά όργανα (Για τη σημασ. βλ. Κληρίδη, Κυπρ. Σπ. 8, 1944, 112): Κύριε μου, εγυμνώθηκα, φαίνεται η εντροπή μου Χούμνου, Κοσμογ. 85. 4) Προσβολή: ένι αδικιά, την ποιαν κράζουσιν αντροπή, η ποια ένι εις πολλές μανιέρες Άνθ. χαρ. 29812· το δεύτερον έναι ότι να ποίσεις τινός άσκημον, και αυτό λέγεται εντροπή Άνθ. χαρ. 29910.
εξακουσμένος,- μτχ. επίθ., Πτωχολ. A 223, Θρ. πατρ. 59, Θησ. (Foll.) 125, Αιτωλ., Βοηβ. 36, Σταυριν. 946, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5104· ξακουσμένος, Μαρκάδ. 668, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 14, Λεηλ. Παροικ. 398.
Η μτχ. παρκ. του εξακούω ως επίθ. Η λ. στο Somav. (λ. ξακουσμένος). Ο τ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
Ξακουστός, φημισμένος (Η σημασ. στο Somav., λ. ξακουσμένος, και σήμ., Πρωίας Λεξ.): ο Μιχαήλ ο θαυμαστός και ο εξακουσμένος Σταυριν. 632· τείχη ξακουσμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 5822· ξακουσμένην πόλιν Σοφ. πρεσβ. B 22.
ιδιώτης- ο, Ασσίζ. 10811, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1158, 1174, 1436, 2697, 3096, Καναν. 61Β, Δούκ. 14927, Μάρκ., Βουλκ. 34026, Ιστ. πατρ. 13515· ’διώτης.
Το αρχ. ουσ. ιδιώτης. Η χρ. της λ. ως επιθ. αρχ. Ο τ. από μετρ. αν. Η λ. και σήμ.
Α´ Ουσ. 1) Κοινός άνθρωπος του λαού, πληβείος: ει μοναρχήσει ο θηλυδρίας ούτος και βάρβαρος ιδιώτης Δούκ. 2174. 2) Λαϊκός (αντίθ. κληρικός): άνθρωπος κοσμικός, ιδιώτης ουδέν ημπορεί πράγμαν αγιασμένον ... να το δώσει ετέρου ανθρώπου ιδιώτου Ασσίζ. 15515. Β´ Ως επίθ. 1) Κατώτερος, παρακατιανός: σε τον ιδιώτην όντα βασιλέα ποιήσεις Ψευδο-Σφρ. 18629· πάντοτε ιδιώτην εαυτόν απεκάλει και άγροικον Βίος οσ. Αθαν. 257. 2) Άξεστος, αγροίκος: ότι είμαι αμαθής και χωρικός, υπάρχω ιδιώτης Ντελλαπ., Ερωτήμ. 35· είσαι φυσικός χωριάτης| ωσάν ένας ιδιώτης Πτωχολ. A 224. 3) α) Αδαής, αγράμματος: Περί μοναχών ιδιωτών ότι ηγούμενοι να μην γίνουνται Βακτ. αρχιερ. 167· εκείνοι οπού είναι αγράμματοι και υπάρχουν ιδιώτες| αναγελούν τον φρόνιμον Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1169· Ει γαρ και ιδιώτης ην (ενν. ο κυρ Ιερεμίας), αλλά καλώς εκυβέρνει την εκκλησίαν Χριστού Έκθ. χρον. 752· β) άπειρος: ει γαρ και ιδιώτης ην, αλλ’ ηγαπάτο υπό πάντων Έκθ. χρον. 5617· γ) απλοϊκός: ένας ... εξ αυτούς, πολλά ’τονε θλιμμένος,| ήτον ’διώτης εις τον νουν κι έκλαιγεν ο καημένος Αλεξ. 2804.
καλά,- επίρρ., Μαχ. 24220, 26426, 49013, 53828, 66635, Κυπρ. ερωτ. 292, 9011, 981, 10623, Πανώρ. Α΄ 119, 404, Β΄ 5, 295, 318, 393, Γ΄ 542, Ερωτόκρ. Α΄ 1118, Β΄ 43, 547, 795, 1849, Δ΄ 1454, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ 773, 1030, Γ΄ 773, Ε΄ 1346, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22921, 23125 κ.π.α.· υπερθ. καλότατα, Πιστ. βοσκ. I 4, 93.
1) α1) Ορθά, ακριβώς, σωστά: Καλά το λεν κι όντα θωρεί τον ποταμό πως τρέχει| κιανείς σιγά, όσο μπορεί πρέπει απ’ αυτόν ν’ απέχει Πανώρ. Γ΄ 599· λόγιασε τούτη η δουλειά ομπρός καλά πώς πάει Ερωτόκρ. Γ΄ 75· καλύτερα από λόγου του να μάθομε μπορούμε Φορτουν. Δ΄ 448· Άλλους δε βρίσκω σαν αυτούς καλά να σας ταιριάζου Πανώρ. Δ΄ 79· δε θέλοντας τον άνδρα να προδώσει·| και θάνατό ’χε πλια καλά να δώσει Λεηλ. Παροικ. 384· Είναι μιλιές ουράνιες, όπου μ’ αυτές λαλούσι| οι παντοδύναμοι θεοί (παραλ. 4 στ.). Ω τρεις βολές καλότυχος και δέκα ευτυχισμένος| όποιος τες αγροικά καλά Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [990]· α2) ευσυνείδητα: Μα κείνα όλα που μου ’τασσες κάμε να τα θυμάσαι,| γιατί καλά σού δούλεψα Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 504· β) επιμελώς, άρτια: τ’ άλογα στ’ αχούρια τους καλά ορδινιασμένα Κορων., Μπούας 76· είχεν φουσσάτα εκλεκτά, καλά ετοιμασμένος Παλαμήδ., Βοηβ. 580· στον πόλεμο και στ’ άρματα καλά πεπαιδευμένοι Κορων., Μπούας 24· Βρίσκεται γείς παλιός βοσκός τσι χρόνους φορτωμένος,| από μικρός στα μαγικά καλά δασκαλεμένος Πανώρ. Α΄ 266· γ) επιδέξια: Πολλά καλά εσήμανεν εκείνην την κιθάραν Διγ. A 1832· δ) διεξοδικά, λεπτομερώς: όσον ερώτησεν καλά κι επληροφόρεσάν τον Χρον. Μορ. H 1581· άμε, δοκίμασέ τους| και διά ’με τι βούλονται καλά εξέτασέ τους Διγ. O 858· πηγαίνουν και ρωτούν τον| και καλά τον εξετάζουν Πτωχολ. A 49· ε) επαρκώς, αποτελεσματικά: ύστερα τάσσω σου πολλά καλά να τη γεμίσεις (ενν. την πέρδικα) Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 253· στρατηγός εγένετον ατός του στον στρατόν του| όπως πλείον καλύτερα να βλάψει τον εχθρόν του Κορων., Μπούας 68· Δε μου ’πε τίποτε σ’ αυτό, μα λέγει δεν ηξεύρει| εις την βοήθειαν σου καλά τον τρόπον να τον εύρει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [40]· στ) αρμονικά: Πρόσεχε όσον ημπορείς να ζεις καλά μ’ εκείνη Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 235· εικόνες δε περίκεινται λεπτοϊστορισμέναι| έμπροσθεν εις τα διάστηλα, καλά συντεθειμέναι Παϊσ., Ιστ. Σινά 1090· ζ) δίκαια, νόμιμα: εδιαμοίρασε ως πρέπει του καθένα,| ως έπρεπε του καθενός απ’ όλους τους στρατιώτες| μετά χαράς τους το ’δωσε καλά Θησεύς ετότες Θησ. Β΄ [838]· μετά ταύτα καλά ημπορεί ο άνδρας της να απολογάται οδίχα της γυναίκας του Ασσίζ. 16525· ει δε ουδέν ημπορούν να συμπάψουν, καλά εμπορεί το έγκλημαν να στραφεί εις την εξουσίαν της αυλής Ασσίζ. 42918. 2) Σε καλή κατάσταση, χωρίς βλάβη: Χάριτι Κυρίου του Θεού είμεστεν καλά Μαχ. 3021· στην Ερδελιάν ήλθεν καλά με όλους τους ανθρώπους Παλαμήδ., Βοηβ. 548· πέμπει και χώρια του κυρού άλλη γραφή να μάθει| πως είν’ καλά, πού βρίσκεται κι εισέ ποια χώρα στάθη Ερωτόκρ. Δ΄ 792· Το να δει το ξύλον του σταυρού σωστόν και καλά, ως γιον το βάλασιν, έβαλεν φωνήν μεγάλην Μαχ. 7419. 3) Ευχάριστα, με ευημερία: δεν τους εβγήκε καλά το μυστήριό τους, διότι ο αφέντης ... τούς οργίσθη ... και τους άφησε Σουμμ., Ρεμπελ. 186· πολλά καλά εδιάβαζαν οι πάντες τον καιρόν τους Χρον. Μορ. P 3191· να είναι καλά η βασιλεία σου, δέσποτά μου βασιλεύ Διγ. Άνδρ. 3648. 4) Ευνοϊκά, φιλικά: τον εδέχθηκεν καλά μετά χαράς μεγάλης Παλαμήδ., Βοηβ. 1123· άρχεται γουν να τον μισεί (ενν. τον Βελισσάριον ο βασιλεύς), καλά να μη τον βλέπει Διήγ. Βελ. (Neap.) 375· προυμουτιάζομέν σας εις το άγιον ευαγγέλιον να σας έχομεν καλά και αγαπημένα Μαχ. 35414. 5) Τελείως, εντελώς: Σωσμένος δεν ήτον καλά κι απομακρά γροικούσι| σάλπιγγες με τσι νιάκαρες, βούκινα και χτυπούσι Ερωτόκρ. Β΄ 229· ωσάν έφεξεν καλά ο ήλιος την ημέραν Διγ. Άνδρ. 3588· Γνωρίζει τον η Αρετή, καλά τονε θυμάται Ερωτόκρ. Ε΄ 1089· όρισα ... τη στήλη να τρυπήσουν| να δω αν έναι κούφια ....| Κι είδα την με τα μάτια μου κι ήτον καλά γεμάτη Αλεξ. 2583· πολλά είν’ τα κάστρη δυνατά, καλά σωταρχισμένα Χρον. Μορ. H 2087. 6) Σαφώς, ξεκάθαρα, ευκρινώς: Πρίγκιπα, φαίνεται καλά ότι Φράγκος υπάρχεις Χρον. Μορ. H 4304· Φαίνεται καλά πως είσαι ένας ουδιποτένος Μαχ. 48011· Λόγος έβδομος δηγάται| και καλά ανιστοράται Διγ. O 2386· τότε εγνωρίζεται καλά η αγάπη και ο έρως εις εκείνους οπού τον έχουν Διγ. Άνδρ. 37413. 7) Προσεκτικά: Εν τούτοις καλά σκόπιζε το τίνος παραδιδείς το εδικόν σου Ασσίζ. 8125· Όντε μιλώ, αφουκρού καλά, ειδές αλλιώς σού κρούγω Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 40· Σε λίγα λόγια γροίκα μου, ’φουκρού καλά είντα λέγω Ερωτόκρ. Β΄ 897· άμε και μην πικραίνεσαι, θώριε καλά είντα κάνεις Ερωτόκρ. Γ΄ 1677. 8) α) Δυνατά, στερεά: ειδέ και θέλεις να είσαι εδώ, να τρώγεις το ψωμίν μας,| σφίξον καλά τα οδόντια σου και κράτει την φωνήν σου Προδρ. III 365· κράτει τα ρέτενα καλά και κάθου εις την σέλαν Λίβ. Esc. 3899· κάθου εις την σέλαν σου καλά, κράτει το ρέτενόν σου Λίβ. Sc. 2791· Τες ίγγλες των αλόγων των πάντες καλά εσφίξαν Κορων., Μπούας 6324· β) με ασφάλεια: Εισέ λιμιώνα του νησού εμπήκεν (ενν. ο στόλος των Τουρκών), ...| ... όφκαιρα οι Τούρκοι εκεί κοπιάζαν,| διατί δεν έστεκαν καλά κι ευθέως έξ’ εβγήκαν Αχέλ. 225· Δεν ημπορεί, γιατί καλά την έχουν φυλαμένην Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ 165· η κούνια εστέκετον στεγνή, ότι συφιλιασμένες| είχε τες τάβλες και καλά εστέκασι κλεισμένες Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [704]. 9) Ανεμπόδιστα, χωρίς περιπλοκές: εμπήκασι μέσα εις την Πόλη καλά τη νύκτα Χρον. σουλτ. 8211· επολεμήσανε και εγλυτώσανε και εμπήκανε μέσα εις την Ρόδο καλά Χρον. σουλτ. 12038· το δίκαιον ορίζει ότι καλά ημπορούν να μετανώσουν όγιος θέλει Ασσίζ. 1179. 10) Πολύ: δε θες ευρεί κανένα| να σ’ αγαπά σαν κάνει αυτός, καλά και εμπιστεμένα Πανώρ. Γ΄ 26· απόκοτος καλύτερα από τους αδελφούς του Χρον. Τόκκων 2661· Τούτη η βουλή καλά άρεσεν του πρίντζη Μαχ. 2628· καλά πωρνόν ο αυτός πρίντζης επήγεν εις τον πύργον της Πάρου Μαχ. 35827· όμως η κόρη καλά αν και ηγάπησέν τον, ... αμή εφοβείτον Διγ. Άνδρ. 36630. Εκφρ. 1) Καλά + αριθμτ. = ακριβώς, πάνω από: εκείνη πάλιν μού όμοσεν όρκους καλά χιλίους Λίβ. N 2671· έχει Αλλαμάνους εκλεχτούς καλά πεντακοσίους Χρον. Μορ. H 3766· κληρονομίες, κτήματα οι πάντες να τα έχουν,| οπού τους έλειψαν καλά χρόνους διακοσίους Χρον. Τόκκων 3032· αππήδησαν καλά χ΄ καβαλάρηδες Μαμουλούκοι Μαχ. 63626. 2) Καλά και (να) = αν και, μολονότι (βλ. και ά. και, έκφρ. καλά και (να)): Καλά κι εθώρειν ο πασάς μόνον τον χαλασμόν του,| γιατ’ έστελνεν στον θάνατον καθάρια τον λαόν του,| όμως στανιό του στέκετον Αχέλ. 1868· Καλά και ταραχή πολλή μὄδωκε, θυγατέρα,| το σφάλμα σου τ’ αμέτρητο τη σημερνήν ημέρα Ερωφ. Ε΄ 333· Καλά και φαίνεται πλατειά κι ίσα καθώς μας δείχνει Πένθ. θαν. N 573· κινούμενον το νερόν και τρέχοντας από τόπους στενούς γλυκαίνεται, καλά και έρχεται από την θάλασσαν Καρτάν., Διαθ. 248. 3) Καλά και αν = ακόμη κι αν: καλά κι αν πάρομε το κάστρο ετούτο μόνον, και τι ζημιά εποίκαμεν όλων των Αμαζόνων; Θησ. (Foll.) I 84· μη φοβάται θάνατον, καλά και αν αποθάνει Πικατ. 241· Διότις καλά και αν είναι μοναχός, αμή είναι καλός εις τον πόλεμον Διγ. Άνδρ. 388. 4) Ουδέ καλά = μόλις: Ουδέ καλά τούς ήβρισκαν, απάνω σ’ αύτους πέφταν Θησ. Β΄ [781]· ουδέ καλά επάτησε την γην της Εγγλητέρας Γεωργηλ., Βελ. 243.
κανάτα- η, Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 147, Πτωχολ. A 302.
Το μεσν. λατ. cannata (Ανδρ., Λεξ., λ. κανάτα). Βλ. όμως και Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 165 και Αθ. 56, 1952, 315. Η λ. και σήμ.
Δοχείο για νερό ή κρασί: πάλι εδώ σε ακαρτερεί η κούπα και η κανάτα Ευγέν. 1078.
καπνίζω,- Σταφ., Ιατροσ. 358, 11308, Καλλίμ. 326, Ιερακοσ. 38623, 39120, 42911-15, Πουλολ. (Τσαβαρή) 27 AZ, 139, Βίος Αλ. 5663, Πτωχολ. A 167, Ταμυρλ. 79, Πεντ. Έξ. XIX 18, XXIX 13, Λευιτ. I 9, III 5, IV 19, Aρ. V 26, Ερωτόκρ. Β΄ 1857, Στάθ. (Martini) Γ΄ 251, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2443, 27120, 35914, κ.π.α.
Το αρχ. καπνίζω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Εκθέτω κ. σε καπνό: να πιάσεις τα σκουμβρία σου τάχα να τα καπνίσεις Πουλολ. (Τσαβαρή) 143· Γράψον αυτά ... μετά ζαφαράδος και κάπνισον αυτά με μαστίχην Σταφ., Ιατροσ. 21106· β) ενοχλώ με καπνό: απάνω από το ρεμπούρκιο είχε τον καπνό να μην καπνίζουν τους ανθρώπους Δωρ. Μον. (Βαλ.) Α΄ 44. 2) Θυσιάζω: να καπνίσεις όλο το κριάρι εις το θεσιαστήρι· ολοκαύτωμα αυτό Κύριου Πεντ. Έξ. XXIX 18. Β´ Αμτβ. 1) Μαυρίζω από καπνό: κάπνισεν η ράχη σου εκ του καπνού την βίαν Πουλολ. (Τσαβαρή) 178 (κριτ. υπ.). 2) Βγάζω καπνό: μέσ’ άφτει, βράζει η φωτιά, μ’ απόξω δεν καπνίζει Ερωτόκρ. Α΄ 2200· πώς είναι μπορεζάμενο ν’ άφτου και να λαβρίζου| τα σωθικά μιας κορασιάς και να μηδέν καπνίζου; Ερωφ. Α΄ 226. 3) (Μεταφ.) εξάπτομαι: τότε να καπνίσει ο θυμός του Κύριου Πεντ. Δευτ. XXIX 19. 4) Αχνίζω: τα σωθικά ντ’ ως το θερμό βράζου, αναχοχλακίζου (παραλ. 1 στ.), καπνίζουν τα ρουθούνια ντου σαν τ’ άλογο όντε τρέχει Ερωτόκρ. Β΄ 773. 5) (Με σύστ. αντικ.) Καίω λιβανωτό σε θυσία: αυτός να καπνίσει κάπνισμα όμπροστε στον Κύριο Πεντ. Αρ. XVII 5. II. Μέσ. 1) Αναδίνω καπνό, καίγομαι: Πέμματα εκαπνίζοντο παντοία τε και πλείστα Διγ. Z 2804· εκαπνίζουνταν παντοίων λογίων μυρίσματα Διγ. Άνδρ. 37515. 2) Δέχομαι αναθυμιάσεις καπνού: Καπνισθείς (ενν. ο ιέραξ) ογκωμένους φέρει τους οφθαλμούς Ιερακοσ. 40725· Κυδωνόλαδον και λινέλιν ... να τ’ αλειφθεί ζεστά και να τα καπνιστεί Σταφ., Ιατροσ. 9252. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = λερωμένος, μαυρισμένος: αυτό το παλαιοφούστανον τό εφόρεις καπνισμένον Πουλολ. (Τσαβαρή) 433.
καρβουνιάρης- ο· καρβουνάρης.
Από το ουσ. κάρβουνο και την κατάλ. ‑άρης. Ο τ. καρβουνάρης στο κρητικό ιδίωμα (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ε΄ β΄ ημίτ., λ. καρβουνάρις). Η λ. και σήμ.
α) Κατασκευαστής ή πωλητής κάρβουνων: Σ’ έναν βαφέαν διάβηκεν ένας καρβουνιάρης| και τον βαφέα είπε τον: «μαζί σου να με πάρεις» Αιτωλ., Μύθ. 121· β) βρόμικος μουτζουρωμένος, μαύρος: ήλθε γέρων φουρνιάρης| ο χοντρός ο καρβουνάρης Πτωχολ. A 274.
κατεβάζω,- Προδρ. N 255, Περί ξεν. A 427, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 150, Θρ. Κων/π. διάλ. 118, Αλεξ. 1386, Πεντ. Γέν. XLIV 29, Αρ. IV 5, X 17, Κώδ. Χρονογρ. 49, Ιστ. πατρ. 17811, Αλφ. καταν. 7, Πανώρ. Α΄ 373, Β΄ 68, Φαλλίδ. 40, Σουμμ., Ρεμπελ. 1756, Διγ. Άνδρ. 39514, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1490, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 68, Συναδ., Χρον. 46, 65, 66, Βακτ. αρχιερ. 178, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26510, 51626, 53916, 5402· καταβάζω, Πεντ. Γέν. XLIV 21· κατηβάζω, Διγ. O 688.
Από το αρχ. καταβιβάζω. Το ‑ε‑ από τους παρωχημένους χρόνους (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 30). Για τον τ. καταβάζω βλ. Hatzid., Einleit. 153 και για τον τ. κατηβάζω πβ. τον τ. ανηβάζω, ά. ανεβάζω.
Α´ Μτβ. 1) α) Οδηγώ κάπ. ή φέρνω κ. από ψηλότερο σημείο σε χαμηλότερο: οι ποπολάροι ήθελαν να τον κατεβάσουν από το κάστρο κάτου εις την χώραν με τιμή Σουμμ., Ρεμπελ. 174· ανέβηκαν εις το όρος ... επήραν εις το χέρι τους από τον καρπό της ηγής και εκατέβασαν προς εμάς Πεντ. Δευτ. I 25· β) φέρνω από τα μεσόγεια στα παράλια: την αιχμαλωσίαν οπού έκαμναν εις ανθρώπους και εις ρούχα τα εκατέβαζαν κάτω εις τον αιγιαλόν και τα επερνούσαν την ανατολήν Κώδ. Χρονογρ. 529· γ) οδηγώ νοτιότερα: ο Ιοσέφ εκατεβάστην εις την Αίγυφτο Πεντ. Γέν. XXXIX 1. 2) α) Κινώ ή στρέφω προς τα κάτω· (για δάκρυα) χύνω: Ο δε νέος εσήκωσεν την χείραν του υψηλά και εκατέβασέν την ... και έδωσεν την λέαιναν εις την κεφαλήν Διγ. Άνδρ. 34612· τα μάτια καταβάζει, κάθεται χολιασμένη Σαχλ. N 328· αφ’ τα μάτια της ... δάκρυα κατηβάζει Διγ. O 944· β) ρίχνω από ψηλά: όταν έκοψαν τες σκαλωσίες του τούρλου, έβαλαν και εις την εκκλησίαν νερόν πολύν έως οπού εκατέβαζαν (έκδ. ‑ζε· διορθώσ.) τα ξύλα και εκτυπούσαν εις το νερόν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15938· γ) παρασέρνω προς τα κάτω: ο ποταμός ο χείμαρρος εκατέβασεν πολλήν άμμον Μαχ. 109· δ) (με υποκ. το ουσ. ώρα) προκαλώ: κατέχοντας τα κίνδυνα τά κατεβάζει η ώρα Φαλιέρ., Ιστ.2 150· ε) (προκ. για εμπόρευμα) μειώνω την τιμή: σε πολλή τιμή τον λέγεις (ενν. τον γέρο)· μόν’ κατέβασέ τον λίγο Πτωχολ. A 77. 3) α) Αναγκάζω κάπ. να κατεβεί από κάπου: απήραν ξύλα ... και λίθους,| την σκάλαν με εκατέβασαν μετά πολλού του τάχους Προδρ. I 255· ’λάφι ωσάν αυτό άφηκα να μου φύγει (παραλ. 1 στ.)! Πόσες φορές εκ τα βουνιά τούτα εκατέβασά το!| Μα ’τρεχε σαν τον άνεμο Πανώρ. Β΄ 68· β) βοηθώ κάπ. να κατεβεί, αποβιβάζω: Ο καπετάνος ... έρριψεν μίαν βάρκαν από το κάτεργον και έπεψέν την ... με γραφήν| εις τον αμιράν λαλώντα πως: «... ο ρήγας έπεψεν μαντατοφόρους να πάσιν εις τον σουλτάνον και θέλω να τον κατεβάσω εις την γην ...» Μαχ. 2768. 4) Ταπεινώνω, υποβιβάζω: ο θυμός του αφέντη πολομά πολλήν ζημίαν ... και άλλους εμπάζει και άλλους κατεβάζει Μαχ. 24429· Άλλον υψώνει ο καιρός και άλλον κατεβάζει Αιτωλ., Βοηβ. 374· τους μεν ανάγει (ενν. ο κόσμος) προς καιρόν, τους δε άλλους κατεβάζει Αλφ. 147. 5) Αποσυνδέω, λύνω: όταν συνεπάρει το μίσκαν να κατεβάσουν αυτό οι Λεβίμ και όνταν απλικεύγει το μίσκαν να στήσουν αυτό οι Λεβίμ Πεντ. Αρ. I 51. 6) (Προκ. για γενεαλογία) αριθμώ από παλαιότερα προς τα σύγχρονα: απ’ αυτόν κατεβάζει την γενεαλογίαν έως τον Χριστού γενεάς τεσσαράκοντα δυο Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Υπόθ. Ματθ. Β´ Αμτβ. 1) (Με υποκ. το ουσ. νους) επινοώ, είμαι εφευρετικός: Η γλώσσα στίχους να μιλεί κι ο νους να κατεβάζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 39826. 2) (Με υποκ. το ουσ. ουρανός) ρίχνω δροσιά: προς ηγή σιτάρι και μούστο, απατά οι ορανοί του να κατεβάσουν Πεντ. Δευτ. XXXIII 28. Γ´ (Απρόσωπ.) ρέει, τρέχει: Ουδέν γαρ ήφηνεν (ενν. ο δράκων) νερόν ποσώς να καταβάσει| εκ του βουνού της κορυφής, του ποταμού εκείνου| εις του πατρός μου την αρχήν Καλλίμ. 655. Φρ. 1) Κατεβάζω αρμάδα = εκστρατεύω με στόλο: Μ’ επιβουλίαν αρμάδα κατεβάζει Άσμα πολ. 359. 2) Κατεβάζω τ’ άστρα ή τον ουρανό με τ’ άστρα = κατορθώνω με μαγείες τα ακατόρθωτα (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ϛ΄ 321): Τον ήλιο σταίνω ’ς τσ’ ορανούς και τ’ άστρη κατεβάζω Πανώρ. Α΄ 373· Ήτο μια γρα στην Έγριπον, ...| μάισσα που κατέβαζε τον ουρανό με τ’ άστρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 892. 3) (Προκ. για μάτια) κατεβάζω ποτάμια = χύνω δάκρυα: Τα μάτια τση από τη χαρά ποτάμια εκατεβάζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1103.
κατσίβελος- ο, Σπανός (Eideneier) A 490.
Το βλαχ. cacivel <λατ. captivellus (Βλ. Λάμπρ., ΝΕ 1, 1904, 439 και Τριαντ., Άπ. Α΄ 447· βλ. όμως και Ανδρ., Λεξ.).
Τσιγγάνος, γύφτος: ήφεραν οι μελλοπεθερές αυτού ιατρόν κατσίβελον Σπανός (Eideneier) A 481· ο χοντρός ο καρβουνάρης,| ο κατσίβελος χωριάτης| πὄκαμε πολλά γυφτούδια Πτωχολ. A 275.
κλέπτω,- Γλυκά, Στ. Β′ 355, Γλυκά, Αναγ. 161, Ασσίζ. 19915, Πτωχολ. A 846· κλέβγω, Διγ. O 2708· κλέβω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 79, 400· κλέφθω· κλέφτω, Ασσίζ. 930, 723, 18915, 30417, Μαχ. 43214, Χούμνου, Κοσμογ. 1497, Αιτωλ., Μύθ. 704, Χριστ. διδασκ. 414.
Το αρχ. κλέπτω. Οι τ. κλέβω και κλέφτω και σήμ.
Α´ Μτβ. 1) Παίρνω κ. κρυφά ή απρόοπτα, (δι)αρπάζω κ.: τους γειτόνους του τους έκλεφτε σιτάρι| ή πράγμα άλλο που ’χασι Αιτωλ., Μύθ. 1075· πάνε οπίσω στο νησί πρόβατα για να κλέψουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 34811· πώς να κλέψομε από σπίτι του αφεντός σου ασήμι ή μάλαμα; Πεντ. Γέν. XLIV 8· μόνο το μαρουλόφυλλον οπὄχω φαγωμένον| και πούρι δεν το έκλεψα, μα το ’χω δουλεμένον Γαδ. διήγ. 356· διάβηκεν εκεί κάποιος και τον λέγει| ότι το σπίτι το ’κλεψαν Αιτωλ., Μύθ. 396. 2) Καταχρώμαι, σφετερίζομαι: είπε (ενν. ο Ιούδας): «κρίμα στο βότανον ...| να μην το δώσουν στα πτωχά ...»,| διότ’ ήθελεν ο άνομος το δέκατον να κλέψει Σκλέντζα, Ποιήμ. 1127· Περί τους γραμματικούς τους Σαρακηνούς, οπού ένι εις τον φούντικαν ..., αν κλέφτουν το τέλος και το δίκαιον του αυθέντη τους Ασσίζ. 22818. 3) Καταλαμβάνω, κυριεύω: σκάλες εδιόρθωσαν την νύκταν να την κλέψουν (ενν. την Βόδιτσαν) Χρον. Τόκκων 95· το της Λήμνου κάστρον ...| εκλάπη ... και εδόθη προς την αυθεντίαν των Βενετιών Σφρ., Χρον. μ. 1303· (μεταφ. προκ. για αρρώστια· βλ. και v. Gem. [Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 143]): κλέψει σε θέλει το κακό, πράμα τό δε σ’ αρέσει Φαλιέρ., Ιστ.2 61. 4) α) Αρπάζω, απάγω κάπ.: Ρωμαίου παιδίν είμαι και εκλέψασίν με οι Φράγκοι Πουλολ. (Τσαβαρή) 355· Ρωτούν τον ... (παραλ. 1 στ.) ... αν ήτον δούλος των βοσκών και αυτοί τον ενεθρέψαν| ή πάλι αν ήτο ελεύθερος κι εκείνοι τον εκλέψαν Χούμνου, Κοσμογ. 1624· ότι να ευρεθεί ανήρ κλέφτει ψυχή από τα αδέρφια του ... και να καταδουλώσει εις αυτόν και να τον πουλήσει Πεντ. Δευτ. XXIV 7· μήπως με κλέψει ο θάνατος μέραν τήν ου θωρούμεν Ρίμ. θαν. 43· β) πετυχαίνω κ. με «βία»: αρπάζει, κλέπτει το φιλί μετά χαρίτων πόσων Καλλίμ. 1915. 5) Εξαπατώ: τι έκαμες και έκλεψες την καρδιά μου και εδηλαγώγησες τις θυγατέρες μου ...; Γιατί εκρύφτης να φύγεις και έκλεψες εμέν ...; Πεντ. Γέν. XXXI 26. 6) Φρ. α) Κλέπτω τη θέληση κάπ. = πετυχαίνω τη συγκατάθεση κάπ.: τάσσω σου να γυρέψω| τη θέλησήν του, όσο μπορώ, με πονηριά να κλέψω Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [154]. β) Κλέπτω καιρό = εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία: να στέκου κάτω ... να πολεμούσι| είπως και κλέψουσι καιρό για να ξανανεβούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 29616. Β´ Αμτβ. α) Κάνω κλοπή: ω βασιλέα, εσύ ... είσαι άρπαγος και αρπάσσεις, ζεις και κλέβγεις Χρον. σουλτ. 4025· μη πιστέψεις| ποτέ σου τη γυναίκα σου και βάλει σε και κλέψεις Συναξ. γυν. 266· ουδέν σκολάζομεν ... τες αμαρτίες,| μα κλέβγομεν, πορνεύομεν, κάμνομεν αδικίες Διήγ. ωραιότ. 840· β) αρπάζω, λεηλατώ: εβγήκαν από την Κρήτη και ερχόμενοι έκλεφθαν, εσκότωναν Ιστ. Βατοπ. 39· Ετρέχανε στ’ αρχοντικά να βρούσινε να κλέψου Τζάνε, Κρ. πόλ. 56319.
κομμάτιον- το, Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513· κομμάδιν, Θρ. Κύπρ. M 756· κομμάτι, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 634, Χρον. Τόκκων 3237, 3242, Καραβ. 50325, Γαδ. διήγ. 332, Πικατ. 252, Κορων., Μπούας 62, Τριβ., Ρε 74, Πεντ. Γέν. XV 10, XVIII 5, Αιτωλ., Μύθ. 1431, Χρον. σουλτ. 6026, Ιστ. πατρ. 1106, Πανώρ. Γ΄ 550, Ερωφ. Α΄ 493, Δ΄ 201, Κατζ. Α΄ 129, Βοσκοπ.2 18, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1078, 1507, 1883, Στάθ. (Martini) Γ΄ 211, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 58, Λίμπον. 310, Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 53, 55, Λεηλ. Παροικ. 500, Διγ. O 370, 1824, Διακρούσ. 6953, 849, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14310, 16214, 25118, 2617, 31014, κ.π.α.· κομμάτι(ν), Χρησμ. VI 28, VII 14, Θησ. Δ΄ [438], Θ΄ [366], Ch. pop. 375, Καραβ. 4943, Θρ. Κύπρ. M 684, Διγ. Άνδρ. 32222, Διήγ. πανωφ. 57· κομμάτιν Προδρ. I 267, III 103, 104, 159, 206 χφ C, κριτ. υπ., IV 31, Καλλίμ. 1926, Λίβ. Sc. 1281, Λίβ. Esc. 2415, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 168, Βησσ., Επιστ. 3610, Μαχ. 67, 22430, 61231, Καραβ. 49426, 4955, 49815‑6, Βουστρ. 456 κριτ. υπ., 478· κομμάτι(ο)ν, Ιατροσ. 23171, Διγ. Z 293, Χρησμ. (Βέης) 1325, Rechenb. (Vog.) 67, Βεν. κείμ. 225.
Το αρχ. ουσ. κομμάτιον. Ο τ. κομμάτι και σήμ. Ο τ. κομμάτιν στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και στην Κύπρο όπου και ο τ. κομμάδιν (Σακ., Κυπρ. Β΄ 601, λ. κομμάδιν και κομμάτιν).
1) α) Τμήμα, μέρος, τεμάχιο: το λαγούτο εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 527· σχίσε το χαρτί κομμάτια και ρίξε το εις το βυθός Ιατροσ. 22139‑40· κόψε αυτήν (ενν. την προσφορά) κομμάτια και να χύσεις απάνου της λάδι Πεντ. Λευιτ. II 6· β) κομμάτι (από διαμελισμένο ανθρώπινο σώμα): Πήαιννε, γιε μου, στο καλόν, Θεός να σε βοηθήσει| κι ισσίαλλα τα κομμάτια σου τους σκύλους να ταΐσει Άσμα Μάλτ. 19· να μείνουν τα κομμάτια του (ενν. του ρουφιάνου) στη χώρα γύρου γύρου Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1614]· γ) κάτι, κατιτί· λίγο: αλίμονον, Αθούσα μου, δείξε κι εσύ κομμάτι Φαλιέρ., Ιστ.2 680· παρέξω έχει (ενν. το ατυπίν) κόκκινον και κίτρινον κομμάτιν Πουλολ. (Τσαβαρή) 273. 2) Τμήμα γης, κτήμα, τιμάριο: δεν μ’ έδιδες κομμάτι| ή χωρίον διά τιμάρι Πτωχολ. A 307. 3) (Προκ. για ποσότητα): ο μποντικός ...| επήγεν κι ηύρε συντροφιά αρίφνητον κομμάτι Κάτης 56· πόσα εξάγια οφείλομεν αφελέσθαι εκ του αορίστου κομματίου Rechenb. (Vog.) 15. 4) Ψωμί, φαγητό: Ποθές ηύρηκε κουμπαριά κι εκάτσε στο σοπάτι| και δε μισσεύγει αποδεκεί ν’ αφήσει το κομμάτι Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 134· τούτες δεν τως λείπεται ποτέ τως το κομμάτι Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 330. 5) Σύνεργα μαντικής: ο άλλος (ενν. μάντης) έχει κάποια κομμάτια Πηγά, Χρυσοπ. 328(5). 6) (Προκ. για πυροβολικό) μοίρα, τμήμα, μονάδα: επτά κομμάτια αρτελαριά έστειλε για να φέρουν Κορων., Μπούας 99· ποτέ δεν αναπεύετον αλτελαρία κείνη (παραλ. 2 στ.). Εις τόπους δεκατέσσερεις ’βδομήκοντα κομμάτια| τ’ ανθρώπου κωφοτύφλαιναν ωτία και τα μάτια Αχέλ. 1528. Φρ. 1) Άγωμε στα κομμάτια = φύγε, χάσου από μπροστά μου: αφέντη, ’δέ πώς σου μιλεί. [Δάσκ.] —Άγωμε στα κομμάτια,| γιατί με τον αφέντη σου θέλω να ντισκορέρω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 184. 2) Κάνω κομμάτια: βλ. ά. κάμνω, φρ. κάνω κομμάτια· (μεταφ.): τα γλυκά μου μάτια| που την καρδίαν σου ένα καιρόν εκάνασι κομμάτια Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1196]. Ως επίρρ. = λίγο, κάπως: Τα κάρβουνα σκεπασμένα κρατούσιν κομμάτι ζεστήν την στάχτην Μπερτόλδος 52.
κορίτσι(ν)- το, Πόλ. Τρωάδ. 525, Πουλολ. (Τσαβαρή) 334, Φλώρ. 1659, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 278, Σφρ., Χρον. μ. 1186, Θησ. IB΄ [665], Πτωχολ. α 561, Πτωχολ. A 185, Κώδ. Χρονογρ. 63, Πηγά, Χρυσοπ. 118(25), 119(27), Συναδ., Χρον. 60, Βακτ. αρχιερ. 136, Διακρούσ. 7125, Τζάνε, Κρ. πόλ. 29226· κουρίτσι, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 168r.
Από το ουσ. κόρη και την κατάλ. ‑ίτσι(ν). Η λ. στο Meursius (λ. κορίτζη) και σήμ.
1) Ανύπαντρη κοπέλα: έβαλε την θυγατέρα του μέσα με συνοδείαν γυναικώ, κοριτσίων και γεροντισσών Δωρ. Μον. XXV· Παιδιά και νέοι και γέροντες, κορίτσια, πανδρεμένες Πένθ. θαν.2 95. 2) Θηλυκό παιδί: ο Θεός τούς έδωκεν παιδίν και ήτον δε κορίτσιν Χρον. Μορ. P 8460· επεί πατέραν σε εστήσαμεν έχειν και το κορίτσι σου εστήσαμεν λαβείν εις γυναίκα μας, τον τόπον τούτον δος ημίν Σφρ., Χρον. μ. 1185.
κουμάρι- το.
Από το ουσ. κουκουμάριον (Βλ. και Τριαντ., Άπ. Α΄ 382, καθώς και Ανδρ., Λεξ., λ. κουμάρι (II)). Η λ. και σήμ.
Αγγείο πήλινο ή γυάλινο, κανάτι: δεν μ’ έδιδες κομμάτι| ή χωρίον διά τιμάρι,| μόν’ κρασί με το κουμάρι Πτωχολ. A 309.
κούπα- η, Κρασοπ. 29, Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 85, Φλώρ. 1295, 1489, Θησ. ΙΑ΄ [511], Χούμνου, Κοσμογ. 1693, 1865, Αλεξ. 369, 1164, Έκθ. χρον. 7028, Συναξ. γυν. 388, 392, Πεντ. Γέν. XLIV 2 δις, 16, Αρσ., Κόπ. διατρ. [1283], Πανώρ. Δ΄ 62, Ερωφ. Ε΄ 152, Ευγέν. 1078, Στάθ. (Martini) Γ΄ 431, Διήγ. ωραιότ. 681, Πτωχολ. A 89, Πτωχολ. B 123, κ.π.α.
Το λατ. cupa (ή cuppa, coppa, copa, coupa) (Ανδρ., Λεξ. και Niermeyer, Med. Lat. Lex., λ. cuppa) ή από το ιταλ. coppa (Βλ. και Pern., Ét. linguist. Γ΄ 438). Για την επιρρ. χρ. της λ. βλ. Dawk., Αφ. Χατζιδ., 1921, 49 και Κουκ., Αθ. 57, 1953, 218. Η λ. τον 7. αι. (Sophocl.), σε Διαθ. του 15. αι. (Βλ. Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ 6555, 66426 και 66511), σε έγγρ. του 17. αι. (Βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 86 και Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 78) και σήμ.· για τη σημασ. της λ. στην Τήλο βλ. Παπαμανώλη, Παραδ. Κόσμημα, σ. 41. Η λ. με επιρρ. χρ. σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Ποτήρι, κύπελλο: κούπαν εκράτει με κρασί Λίβ. Esc. 1062 κριτ. υπ.· κερνούν και τον Αλέξανδρον, την κούπαν γαρ λαμβάνει·| απήτις έπιε το κρασί, στον κόλφον του την βάνει Αλεξ. 1159· β) το περιεχόμενο του ποτηριού: στ’ άγια δισκοπότηρα κούπες κρασί να πίνουν (ενν. οι άνομοι) Ανακάλ. 70. 2) Αγγείο, μεγάλο δοχείο: δέδωκε τούτῳ κούπας αργυράς τρεις ... Είλκεν ουν η μεν (πρώτη) λίτραν α΄, η δευτέρα λίτρας β΄,η δε τρίτη (λίτρας) δ΄ Rechenb. (Vog.) 936· Κούπαν εποιησάμην εξαγίων ν΄ Rechenb. (Vog.) 51. 3) α) Πήλινο πιάτο: Κυπρ. χφ. 159· β) πιατέλα (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 154): θέτουν με (ενν. τον λαγωό) εις τα χρυσά και αργυρά σκουτέλια| και βάνουν με εις έμορφας κούπας με πιπεράδες Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 300. 4) Λύχνος, «ποτήρι» καντήλας: να κάμεις λυχνιά μάλαμα καθάριο· σφυριστή να γενεί η λυχνιά· το μερί της και το καλάμι της· οι κούπες της, τα μήλα της και τα άθια της Πεντ. Έξ. XXV 31.
κουτάκι- το.
Από το ουσ. κουτί και την κατάλ. ‑άκι. Η λ. και σήμ.
Μικρό κουτί: είχε σε χρυσό κουτάκι| το λιθάρι εβαλμένον Πτωχολ. A 134.
κρασάκι- το, Συναδ., Χρον. 42, Διήγ. ωραιότ. 803, 913, Πτωχολ. A 89,179, Πτωχολ. B 123, 179, 233, 382.
Από το ουσ. κρασί και την κατάλ. ‑άκι. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
Κρασί: έδωκέ τον ο αφέντης| άλλο ένα παξιμάδι| και δύο κούπες κρασάκι Πτωχολ. A 127.
κρατώ (I),- Προδρ. I 182, III 401, IV 186, Καλλίμ. 661, Διάτ. Κυπρ. 50321, Ελλην. νόμ. 52229‑30, 53319, Ασσίζ. 32715, 37430, Διγ. (Trapp) Gr. 1248, Διγ. Z 774, 777, 1556, Χρον. Μορ. H 7357, Φαλιέρ., Ιστ.2 159, Μαχ. 2030, Απόκοπ.2 326, Πικατ. 461, Πανώρ. Α΄ 124, Ερωφ. Β΄ 64, Δ΄ 38, Ε΄ 308, Σεβήρ., Διαθ. 192100, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 319, Δ΄ 1718, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1162], κ.π.α.
Το αρχ. κρατέω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Κυβερνώ, εξουσιάζω, διοικώ: Έρωτας (έκδ. Έρωτος) με επεσέβηκεν, αγάπη και κρατεί με Λίβ. Sc. 2032· άνθρωπον στήσε να κρατεί την χώραν ως αντί σου Λίβ. (Lamb.) N 584· άνθρωπός μου είσαι λίζιος,| αφόν κρατείς τον τόπον σου από την αφεντία μου Χρον. Μορ. H 1870· εκείνη οπού το σπίτι σου κρατεί και γοβερνάρει Στάθ. (Martini) Α΄ 146· β) ασκώ εξουσία· δικάζω: εις τον φούντικα εντέχεται να έχει ένα εμπαλήν, πιστόν άνθρωπον και καλής ακοής και οπού αγαπά πάσα λογής άνθρωπον δίκαια να τους κρατεί Ασσίζ. 4837· γ) διευθύνω, διαχειρίζομαι, έχω στη δικαιοδοσία μου: Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. I 90· εις το ξενοδοχείον| τό ο Βερδερίχος έκτισεν και εκράτει η Ροδάμνη Λίβ. Sc. 1900· ουδόλως δεν ηθέλησε ...| τα πράγματα της εκκλησιάς άλλοι να τα κρατούσι Κορων., Μπούας 66· Περί εμβατικίου οπού δίδουν οι ιερείς και κρατούν χώρας και ενορεύουν Βακτ. αρχιερ. 153· Περί μοναχών ιερωμένων, ήγουν ιερομονάχων, ότι να μην κατοικούν εις τον κόσμον και ενορίες αυτοί να μην κρατούν Βακτ. αρχιερ. 166· δ) (προκ. για άνεμο) «κουμαντάρω»: ουδέ τρανός ουδέ μικρός ναύτης κανείς ουκ ήτον| να ξεύρει άστρον, να κρατεί αυτήν την τραμουντάνα Πουλολ. (Τσαβαρή) 544. 2) Υπερισχύω, νικώ: Διγ. Z 2677. 3) α) Κυριεύω, καταλαμβάνω: διά την αγάπην της τον πύργον να κρατήσω Φλώρ. 1379· ο ύπνος ο γλυκύς τα μέλη τους εκράτει Μαρκάδ. 549· Άλλοι Γενουβήσοι ήρτα να κρατήσουν τες πόρτες να μεν εβγούν εκείνοι Μαχ. 41816· ως πάλαι παρά των Τούρκων κατεχομένην (ενν. την Αρμενίαν) και υπό των Φράγκων κρατηθείσαν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 135· β) (μεταφ. με υποκ. λ. που δηλώνει πάθος, συναίσθημα, κ.λ.π.): τον Ηράκλη ολημερνίς τρομάρα τον εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1113· Ο φόβος θε να τον κρατεί Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 881· Η πίκρα και η εντροπή τούς Οβριούς κρατούσε Μαρκάδ. 625· μη σε κρατήσει ο λογισμός ο της αποτυχίας Λίβ. Esc. 2996· γ) κυριαρχώ: έμαθα το ύψος να κρατώ, τα άστρα να τα βλέπω| και να προλέγω μαντικώς του άνθρωπου τας πασχίσεις Λίβ. Sc. 1635. 4) α) Κατέχω, έχω στην κατοχή μου, στην ιδιοκτησία μου: οι εκκλησίες κρατούσιν| σιμά το τρίτον του Μορέως Χρον. Μορ. H 2632· όλα να ένι κρατημένα του αυθέντη του τόπου, όλον τούτον τό είπεν εις αυτήν την διαθήκην Ασσίζ. 14413‑4· να χάσεις τά κρατείς, να είσαι ακληρημένος Χρον. Μορ. P 4241· β) είναι η επικράτειά μου, εκτείνομαι: ένι (ενν. η Κόρινθος) το κεφάλαιον όπερ γαρ αφεντεύει| όλην την Πελοπόννεσον όσον κρατεί ο Μορέας Χρον. Μορ. H 1447· το κάστρον επαράδωκεν να το έχουν οι Βενετίκοι| με όλην την διακράτησιν μέχρι κρατεί η Μεθώνη Χρον. Μορ. H 2856· Η Σαλονίκη είναι χώρα μεγάλη και κρατεί αποπάνω από το βουνί έως κάτω εις την θάλασσαν Πορτολ. A 22625· εκρατούσανε οι τέντες του από την μίαν μερέαν της Πόλης έως εις την άλλη Χρον. σουλτ. 606· εμεγαλώναν το φορτί κι εκράτει ένα μίλι Τζάνε, Κρ. πόλ. 45426· κρατεί (ενν. η ξέρη) μισόν πλωρήσι Πορτολ. A 3210· Η Νίος έχει ένα βουνί πλατύ και κρατεί όλον το νησίν Πορτολ. A 9210· γ) κατέχω παράνομα: Περί δούλων οπού τους κρατούν και τους πουλούν Βακτ. αρχιερ. 148· δ) κατέχω, συντηρώ: Κράτει ζαγάρια και σκυλιά κατά την κοντετσό σου Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 217. 5) Υποχρεώνω: εάν χρήζεσαι τίποτις εξ εκείνων (ενν. των φίλων),| έχεις τους κρατημένους σου πάλιν να σε βοθήσουν Σπαν. (Μαυρ.) P 370. 6) Βρίσκομαι: Τώρα τα ζα πιον δεν κρατούν τον ποταμόν,| γιατί νερόν ευρίσκουσιν όπου να παν Κυπρ. ερωτ. 9713· ο νους μου τα βουνιά κρατεί και μες στα δάση μπαίνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 359· να τα φάγουσι τα γίδια| οπού τα βουνά κρατούσιν Λέοντ., Αίν. I 85· Σ’ τσι πόρτες όλες στέκουσι, τσι γειτονιές κρατούσι Κατζ. Γ΄ 313. 7) α1) Ελέγχω: τον ληστήν, τον τας οδούς κρατούντα Διγ. Z 2675· την στράτα των πραγματευτών κρατούσι και σκοτώνουν Διγ. O 1413· εκρατούσαν το τειχόκαστρον από την πόρταν του Φόρου ώς τον πύργον του Αγίου Ανδρέου και εκτίσαν απάνω τούς τοίχους και εκρατούσαν το δυνατά Μαχ. 40416· προς το κρατήσαι πόλεις επιτηδειότατος ην (ενν. ο Ταγγρέ) Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 144· α2) (προκ. για δρόμο) αποκλείω, εμποδίζω τη διέλευση: Διγ. Z 2675, Διγ. O 1413· β) φρουρώ, φυλάγω: να κρατήξετε την εμπασία του παλατιού και μην αφήσετε να έρθει κανένας εδώ από τους ποπολάρους Σουμμ., Ρεμπελ. 189· μένει μ’ εσέν για ’θύμιον η καρδιά μου (παραλ. 1 στ.) κρατώντα την όσον καιρόν ν’ αργήσω| δεν έχεις έννοιαν άλλην ν’ αγαπήσω Κυπρ. ερωτ. 627· φυλακισμένος ων μωρός πάλιν ην λέγων μωρίας ρήματα προς τους κρατούντας αυτόν Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 255· γ) επιβλέπω, επιτηρώ: φύλαττε το κοράσιον, εσέν την παραδίδω·| δι’ αγάπην την εις Φλώριον εξακριβώς την κράτει Φλώρ. 735· Επειδή προσέταξας την κόρην να κρατούμεν (παραλ. 1 στ.) είχε λοιπόν προς σιωπήν (ενν. η κόρη) Καλλίμ. 2402· δ) φρ. κρατώ βλέπηση: βλ. βλέπησις ‑ση 3γ (Πβ. και σημασ. IB 6γ)· ε) (μεταφ. προκ. για δοχείο) συγκρατώ, δεν αφήνω να ξεφύγει κ.: νερόν ο κάδος ου κρατεί, δώσ’ να αγοράσουν άλλον Προδρ. II H 56. 8) α1) Παίρνω ή έχω κ. στο χέρι, βαστώ, πιάνω: εκράτιεν εις τα χέρια του κλαίγοντας το παιδάκι Στάθ. (Martini) Γ΄ 333· οπού κρατώ και οπού φιλώ και οπού περιλαμπάνω (ενν. εσένα, γλυκότατό μου ταίρι) Φαλιέρ., Ιστ.2 519· με το ’να χέριν να κρατεί τάχα το μάγουλόν της Λόγ. παρηγ. L 524· έρχονται (ενν. οι ιατροί), βλέπουσιν ευθύς, κρατούσι τον σφυγμόν του Προδρ. III 403· α2) φρ. κρατώ τ’ άρματα = ετοιμάζομαι να πολεμήσω (Πβ. άρμα I 1 φρ. πιάνω τ’ άρματα): εμείς σταλάρομεν εδώ, τ’ άρματα να κρατούμεν| να χύσομεν το αίμα μας Τζάνε, Κρ. πόλ. 1947· β) φρ. κρατώ στο χέρι μου = (μεταφ.) ελέγχω, εξαρτάται από εμένα: Εις τη βουλή του (ενν. τον ρηγός) βρίσκεται καλό μας και κακό μας| και μες στο χέρι του κρατεί ζωή και θάνατό μας Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 226· Όλα ας κρατεί εις τα χέρια της και ας έχει τα κλειδία| κι εσέν’ ας δίδει την τιμήν να ’χεις καλήν καρδία Δεφ., Λόγ. 302· γ1) σφίγγω: ποτέ μεν να αχαυνίζομεν το χαλινάριν εις τας επιθυμίας, ποτέ δε να το κρατούμεν Σοφιαν., Παιδαγ. 290· γ2) φρ. κρατώ (τα) σκήπτρα = εξουσιάζω: σκήπτρα κρατήσεις, κράτιστε, γης πάσης και θαλάσσης Προδρ. IV 144· (μεταφ.) υπερισχύω, νικώ: Εγώ στρατιώτες ταπεινούς τούς κάνω να γενούσι| μεγάλους κι εις τον πόλεμο τα σκήπτρα να κρατούσι Ζήν. Πρόλ. 84· δ) φέρω, έχω μαζί μου: κάπνισον αυτά με μαστίχην και ας τα κρατεί μετά της Ιατροσ. 21107· ε) φρ. κρατώ δυο μεριές = έχω δύο δυνατότητες, λύσεις: όταν υπάμεν ’ς πόλεμον και εις μάχην να σταθούμεν,| οι Τούρκοι δυο μεριές κρατούν: να διώξουν και να φύγουν Παρασπ., Βάρν. C 284. 9) «Πιάνω», επιχειρώ: ηυρέθη άφωνος πεσών εκ του φαρίου·| ευθύς δ’ εγώ επέζευσα, κρατώ να τον εγείρω Διγ. Z 3040. 10) α) Συγκρατώ, υποβαστάζω· στηρίζω, ενισχύω: ήλθεν και η μητέρα του μετά τις αδελφές·του (παραλ. 2 στ.)· όλοι τούς εκρατούσασιν, ου ημπορούν να στέκουν,| κλαίουν, φωνάζουν, δέρνονται Πόλ. Τρωάδ. 659· πυρ εις τα ξύλα των πουντελίων ανάψωσιν, όπως την ξυλίνην κατασκευήν την κρατούσαν το κάστρον καταφλέξωσιν και άφνω πεσούνται τα τείχη της πόλεως Καναν. 65 D· β) (μεταφ.) ενδυναμώνω, ισχυροποιώ: φόβῳ κατεκρατείσθε,| αλλ’ όμως έν μου βούλευμα πάντων ψυχάς εκράτει Βίος Αλ. 4502· έχε λιγάκι υπομονή και κράτει την καρδιά σου Ευγέν. 940· τούτους έχε πάντως φίλους| εις βουλήν και πράξιν πάσαν,| κράτει, τίμα και αγάπα Πτωχολ. α 387. 11) α) Έχω, διαθέτω (προκ. για γνώμη, βουλή, ψυχή, κ.λ.π.): άφησ’ τη γνώμη απού κρατείς, φρόνιμη α θέλεις να ’σαι Πανώρ. Γ΄ 158· έμαθες τείντα βουλήν κρατούσιν,| την πονηρίαν τήν έχουσιν οι δολεροί κριτάδες Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1093· δήμιου να εβάσταζε ψυχήν, θηρίου να εκράτει Λίβ. P 1583· αγαπημενα πάντα τως μια θέληση κρατούσα Ερωφ. Ε΄ 300· Μα τούτ’ αν ήσα Πνέματα και τω θεριώ κρατούσα| θωριά Ερωφ. Ιντ. β΄ 147· Η φρόνεσή τση, οι τάξε τση και τιμημένες διάξες| οπού κρατεί μπορούσινε τον Άδη να μερώσου Ροδολ. Δ΄ [251]· τσι λογισμούς απού κρατείς ν’ αφήσεις Ροδολ. Β΄ [483]· β1) έχω, διατηρώ μέσα μου, «τρέφω» (για κάπ.): όταν οι κατώτεροι ... χάσουν την υπόληψιν την πρωτύτερην οπού τους εκρατούσαν (ενν. τους μεγαλύτερους) Σουμμ., Ρεμπελ. 181· Τέτοια καμώματα μάχητα δεν κρατούσιν, ουδέ για μάχην τα ’χουσιν αυτείνοι οπού ποθούσιν Ριμ. κόρ. 642· β2) φρ. λογαριασμόν από κάπ. = δίνω σημασία σε κάπ.: ετούτος ο αφέντης εκράτησε όλον τον καιρόν της κυβερνήσεώς του πλέον λογαριασμόν από τους ποπολάρους παρά διά τους άρχοντας Σουμμ., Ρεμπελ. 174· γ) περιέχω: μετ’ αυτήν την ξεδρομήν νοούν και ’μολογούσι| μέσα τως το κορμί και ο νους την φύσιν τήν κρατούσι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 26. 12) α) (Προκ. για παράνομη συμβίωση) συντηρώ (Για τη σημασ. βλ. Μιχαηλίδη, Δωδεκαν. Αρχ. 5, 1970, 87): όποιος την κρατεί κρυφά βιάζεται να του παίρνει| ρούχα και μπότες και φελλούς Σαχλ. N 259· Έάν γίνεται ότι είς άνθρωπος κρατεί μίαν γυναίκα, οπού ουδέν έχει παντός άνδραν, εις το σπίτιν του Ασσίζ. 37727· Περί γάμου ανευλογήτου, οπού κρατεί ο άνδρας γυναίκα εις το σπίτι του φανερώς και τεκνοποιεί εκ πορνείας Βακτ. αρχιερ. 140· β) χρησιμοποιώ κάπ. ως ...: ’ς τούτα της τα καμώματα θα σε κρατεί ρουφιάνο Κατζ. Β΄ 272. 13) α) Διατηρώ, διαφυλάττω: ποτέ μάχην να μη έχουσιν, αγάπην να κρατούσιν Χρον. Μορ. H 4339·· απ’ όλους έπαιρνε βουλήν και την δικήν σου κράτει Ιστ. Βλαχ. 1467· κρατείς μου κακοσύνη Ριμ. κόρ. 624· ένι κρατημένοι να στερεώσουν την κρίσιν τους και να την κρατήσουν Ασσίζ. 17613· οι άγιες εκκλησίες ... να ένι καλά διατηρημένα, και κρατημένες, στερεωμένα όλα τους τα προβελίτζια Ασσίζ. 2804· κανείς να μηδέν σηκώνει ταραχήν κατά τον άλλον, ... αμμέ να συνηθίζουν και να κρατούν καλήν αγάπην μέσο τους Ασσίζ. 45428· β) εξακολουθώ να διατηρώ κ.: Ο πατήρ εχήρευσεν και ηβουλήθη αυτεξουσιάσαι τον υιόν αυτού, εάν θέλει δύναται κρατήσαι την χρήσιν αυτού απέ τους καρπούς των προικιμαίων πραγμάτων Ελλην. νόμ. 5802· γ) εξακολουθώ κ., κάνω κ. να διαρκέσει: Τρεις μήνες την πανήγυριν του γάμου εκρατούσαν Διγ. O 2101. 14) α) Διατηρώ κάπ. ή κ. σε μια κατάσταση: με περίσσα ευγενικούς βοσκούς γυρίζ’ ομάδι| πασίχαρους κρατώντα τσι από ταχύ ώς βράδι Πανώρ. Πρόλ. 46· Λυπήθου με τον ξένον| και πιον μην με κρατείς σιδερωμένον Κυπρ. ερωτ. 9265· καλλιά ’χω να κρατώ τά πάσχω σωπασμένα Φαλιέρ., Ιστ.2 669· όλα τα ζώδια τ’ ορανού η χάρη σου (ενν. Θεέ μου) κρατεί τα| σε σύβαση παντοτινή Πανώρ. Δ΄ 289· εκείνος (ενν. ο ιατρός) ουκ εγίνωσκεν να το ανοίξει (ενν. την πληγήν), αμμέ εκράτειν το ούτως ωσοπού τα οστία τα τσακισμένα εγγίσασιν εις τον μυαλόν Ασσίζ. 1789· β) (τοπ.) διατηρώ κ. σε μία θέση: έφερέν το (ενν. το γεράκιν ή το φαρκόνιν) εκεί οπού ένι συνηθισμένον να πουλούν τα όρνια· και εκράτεν το εις το θέατρον τους λας τρεις ημέρας φανερά Ασσίζ. 2019. 15) α) Διατηρώ, συντηρώ, φυλάγω: να ποιήσω όσον θέλω| να ένι στερκτόν κι ασάλευτον ...| κι εις όσους χρόνους και καιρούς θέλω να το κρατήσω Χρον. Μορ. H 8737· εκείνη οπού μ’ εκήδευγε, θωρώντα με πώς ήμου,| με το ψυχρόν της φύσισμα εκράτιε την πνοή μου Φαλιέρ., Ιστ.2 284· Μόνον ετούτο με κρατεί: ολπίδα και το θάρρος Θησ. Πρόλ. [256]· εκείνον απού μου κρατεί και θρέφει τη ζωή μου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 598· το δε ώδε και σημάδι μου σπουδάζεις να κρατήσεις| και ενέχυρον της αγάπης μου Λίβ. Sc. 668· β) διατηρώ (το ρυθμό): την μουσικήν εκράτησεν, τοιούτον τραγούδιν λέγει Αχιλλ. N 271. 16) α) Τηρώ κ., είμαι συνεπής σε κ.: ποίος να το ακούσει και να ειπεί ότι εις Θεόν πιστεύουν| άνθρωποι όπου ουδέν κρατούν αλήθειαν ούτε όρκον; Χρον. Μορ. H 1248· ουδέν πρέπει ν’ αξιάζει τίποτες εκείνη η διαθήκη με το κείμενον, ουδέ πρέπει να την κρατήσουν Ασσίζ. 39521· Εγώ κρατώ τό είπαμε και είτι βουλή εγίνη Χρον. Μορ. P 3914· β) (προκ. για το δίκαιο) τηρώ, εγγυώμαι, υπερασπίζομαι: να κρατεί (ενν. ο Πάρης) το δίκαιον κανείς μη αδικείται Βυζ. Ιλιάδ. 706· εκείνος ... να θελήσει να βαστάξει τζουίζαν, ήγου ορκωμοσίαν, ει δε ... ουκ ήλθεν ... να κρατήσει την τζουίζαν ..., το δίκαιον κρίνει ότι εντέχεται να ένι αποφγαλμένος απέ την φρουράν Ασσίζ. 47615. 17) α1) Συγκρατώ, χαλιναγωγώ (πβ. 7γ): Αν προς μικρόν εξέβημεν ...,| αύθις του λόγου την ορμήν κρατήσομεν Καλλίμ. 1565· Από σήμερον κράτησον (εκδ. ‑σουν) τον θυμόν σου Αχιλλ. L 1029· οπίσω τον εγιάγερνε κι εκράτιε τον η γνώση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 916· σφίξον καλά τα οδόντια σου και κράτει την φωνήν σου Προδρ. III 365· α2) φρ. κρατώ τα χέρια = είμαι οικονόμος: Οι πατέρες θέλουσι να κρατούσι (υποκ. τα παιδία) τα χέρια και οι κόλακες παραινούσι να εξοδιάζουν Σοφιαν., Παιδαγ. 289· β) περιορίζω, ελέγχω, συγκρατώ: όσοι σφίγξουσι και κρατήσουσι τον λόγον πολύν καιρόν, εάν ποτέ ήθελαν έχει χρείαν να ειπούσι λόγον ..., όμως ήθελαν φυλάξει τον όμοιον χαρακτήρα και οικονομίαν του λόγου Σοφιαν., Παιδαγ. 275· να κρατούν (ενν. οι νέοι) την γλώσσαν τους και να μην οργίζονται Σοφιαν., Παιδαγ. 283. 18) α) Εμποδίζω, αποτρέπω: Τις με κρατεί στη ράχη σας να σπάσω το ραβδί μου; Πανώρ. Δ΄ 98· Μη με κρατείς, απόλυσ’ με να σφάξω την καρδιά μου Πανώρ. Β΄ 541· ο Μεχεμέτ πασάς έκραξε του γιανιτσάραγα και ... εκρατήσανε τους γιανιτσάρους να μην διαγουμίζουν Χρον. σουλτ. 1221· τ’ άρμενα τους κρατούσαν,| εις τον λιμέναν όλοι των καιρόν εκαρτερούσαν Αχέλ. 161· β) επιβραδύνω, καθυστερώ (κάπ. ή κ. από την εκδήλωση μιας δραστηριότητας): τα θηλυκά πανδρεύετε, τ’ αρσενικά κρατείτε Βεντράμ., Γυν. 270· Τσι μίνες τότες κράτησε, για νά ’ρθουσίνε κι άλλοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4577· γ) (πιθ.) κρατώ κ. μακριά (Πβ. πάντως Αλεξίου Στ. [Απόκοπ. σ. 233]): ωσάν τα ζάρια έβανεν τα έξι κι εκράτειν το ’να Απόκοπ.2 298· από δεκάξι το κρατεί στην όκαν πάντ’ αλλ’ άσσο (έκδ. πανδαλάσω· διόρθ. σιωπηρά Κουκ., ΒΒΠ Α΄1, 198, 222-3)| έχασα τα δηνέρια μου και πάλιν ας γελάσω Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 190· δ) ανακόπτω, αναχαιτίζω, σταματώ κάπ.: Πανάχραντέ μου, κράτει την, εμπόδιζε, Χριστέ μου,| μη παίξει κοντογύρισμα Προδρ. I 175· τα άλογα των Μακιδόνων ούδε ποτάμια τα κρατούν ούδε βουνά μεγάλα Διήγ. Αλ. G 28529· πήδησον, κατάδραμε τάχα να την κρατήσεις Προδρ. I 167· ε) αναγκάζω κάπ. να μείνει κάπου, καθυστερώ (κάπ.): Τους άρχοντας εκράτησεν και εγεύθησαν εντάμα Χρον. Τόκκων 275· ει δε συμβεί και κρατηθείς μετά τινος εις δείπνον Σπαν. B 258· σύντομα ας φθάσει, ας στραφεί, μην τον κρατήσεις ώραν Λόγ. παρηγ. O 700· ορίζομεν ότι υιός ή κόρη ... εκείνου οπού κρατηθεί εις πόλεμον έχει άδειαν να ορμαστεί ο άνθρωπος γυναίκα και η γυναίκα άνδρα δίχως να καρτερέσουν τον ορισμόν του πατρός αυτών Ελλην. νόμ. 5547. 19) Προφυλάγω, δίνω άσυλο σε κάπ.: Περί εκείνου οπού κρατεί εις τον οίκον του έναν σκλάβον ή μίαν σκλάβαν κλεψιμίαν Ασσίζ. 1728. 20) α) (Προκ. για εχθρό) συγκρατώ, αποκρούω: πέντε χιλιάδες μάς ηύρηκαν κι ου κατεχώρισάν μας| και πάλιν εκρατούμαν τους, κανείς ουκ εντραλίσθην Διγ. (Trapp) Esc. 1313· β) κρατώ κ. (μυστικό): πώς το κρατεί ο βασιλεύς και ουδέν το φανερώνει; Βυζ. Ιλιάδ. 37. 21) Συλλαμβάνω: εμέ δε πέμπει και κρατεί, σίδηρα με φοραίνει Λίβ. Sc. 1508· εδείμαινον μη νοηθούν και κρατηθούν ατίμως (ενν. η Χρυσάντζα και η Φαιδροκάζα) Βέλθ. 1080· κρατώ σε ένοχο ως κλέπτην! Ασσίζ. 44818· να λάβει την τιμωρίαν τοιούτην ως γιον εντέχεται να λάβει κλέπτης κρατημένος Ασσίζ. 42716. 22) α) Κρατώ κάπ. (ως όμηρο): ήρταν οι καβαλλάρηδες οπού εθέλα να εμπούν να τους κρατούν οι Γενουβήσοι διά να κατεβούν οι μαντατοφόροι Μαχ. 34212· αθθυμίζω σε πόσον κακόν θέλειν γινείν εις τους Γενουβήσους ... εκείνους όπου κρατούν αμάχιν διά λλόγου μου Μαχ. 48017· β) κρατώ κ. ως εγγύηση ή ενέχυρο: κρατούν και την Αμόχουστον, ώσπου να πλερώσομεν Μαχ. 52035· Ώδε λέγει διά τον πουλητήν και τον αγοραστήν οπού να περιλάβει ένα μέρος απού τον αγοραστήν να κρατεί εις αρραβώναν Ασσίζ. 3731· το υπέρπυρον, τό εκράτεις αρραβώνα Πουλολ. (Τσαβαρή) 150. 23) α) Κατακρατώ, αρνούμαι σε κάπ. (κ. που χρειάζεται): το κρασοβόλιν μου κρατούν το νεροκοπημένον Προδρ. III 120· όπου κρατεί του δούλου του την ρόγαν, τον μιστόν του| απιλογίαν τού δίδει ευθέως να υπάγει όπου θέλει Χρον. Μορ. H 5140· Το φυσικόν της αρχοντιάς δεν έναι να κρατήξει| την χρειάν τ’ ανθρώπου περιπλιός όντε τη θε ζητήξει Φαλιέρ., Ιστ.2 159· β) σφετερίζομαι, ιδιοποιούμαι· δημεύω: Περί εκείνου οπού αγκαλεί εις την αυλήν κανέναν κορμίν οπού του κρατεί μίαν κληρονομίαν Ασσίζ. 1821· περιορίσας γουν ο βασιλεύς πάντας εκράτησε και τας αυτών περιουσίας απάσας Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 232. 24) α) Δεσμεύω, περιορίζω, φυλακίζω: Τα πόδια σου ποιες άλυσες δένουσι και κρατούσι; Ζήν. Δ΄ 55· Εδώ κρατώ τούς άπιστους στην φυλακήν απέσω Χρον. Μορ. H 685· σε σκοτεινή φλακή τση φαίνεται εκρατείτο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 571· εις την φυλακήν με απέστειλεν και χρόνον εκρατόμην Λίβ. Esc. 3526· εκεί ευρίσκουνται πιασμένοι| ο υιός και η γυναίκα μου ’κ τους εχθρούς κρατημένοι Παλαμήδ., Βοηβ. 1242· β) «αγκαλιάζω»: εξήπλωσαν οι κλάδοι σου εις όλα μου τα μέλη| και αι ρίζαι σου εκράτησαν πάσαν μου αρμονία Αχιλλ. N 1544. 25) (Μεταφ.) πιέζω, βασανίζω: σκοτώνουντα Αγαρηνοί και Φράγκοι,| άντρες, γυναίκες και παιδιά κι εκράτιε τσι κι ανάγκη Τζάνε, Κρ. πόλ. 16916· Αν αρρωστήσει ο ηγούμενος ή πόνος τον κρατήσει,| ορίζει: «φέρετε ιατρούς τον δείνα και τον δείνα» Προδρ. III 401. 26) (Προκ. για αμαρτίες) δεσμεύω, αφήνω ασυγχώρητο: άν τινων γαρ αφήσετε αυτών τας αμαρτίας,| να είναι αφημένες προς αυτούς δίχως αντιλογίαν·| εί τινος δε κρατήσετε, να είναι κρατημένες Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 636. 27) α) Δέχομαι κ. (από κάπ.): Ουδέ εάν παραδώσει τις προς εμέ χώραν ή κάστρον, άπερ υπό τῃ σῃ βασιλείᾳ ήσαν ποτέ, κρατήσω εγώ ταύτα ως διαφέροντά μοι Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 432· β) κληρονομώ: δώδεκα σκήπτρ’ εκράτησεν, τά είχεν ο πατήρ του Σπαν. A 417· αφέντεψεν ο πάππους του οκτώ εννέα χρόνους,| κατόπι ο πατέρας του εκράτησε τους θρόνους Ιστ. Βλαχ. 452· τ’ Ορφέο το πλήκτρο εκράτουνα και τη δικήν του λύρα Ζήν. Β΄ 34· Περί χηρών ανδρών ..., ότι κρατούν τα πράγματα των γυναικών αυτών των απεθαμένων Βακτ. αρχιερ. 187. 28) α) Δέχομαι, παραδέχομαι, συνηθίζω: Εάν γένηται από κανέναν κακόν ριζικόν, κατά τό ένι κεκρατημένον, ότι καμμία γυναίκα ένι αμαρτωλή διά να της διδούν Ασσίζ. 16218‑9· β) (Με αιτ.) έχω αποκτήσει (από παλιά) και διατηρώ μια νοοτροπία, επιμένω σε κ.: πόθε το κρατεί να μηδέ θε να πάρει| το Γύπαρη ογι’ άντρα τση, πλούσο και παλληκάρι; Πανώρ. Ε΄ 229· Έλληνες είχαν το όνομα ...,| πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακομή το κρατούσιν Χρον. Μορ. H 796· έναν περηφανιάρη| ένα που τόσο το κρατεί περίσσια Πιστ. βοσκ. I 3, 48. 29) α1) Θεωρώ, νομίζω: εκεί χορεύγομε μαζί γή πούρι τραγουδούμε| κι ίδια τα δάση αλλήλω μας παράδεισο κρατούμε Πανώρ. Πρόλ. 52· Τον χάρον δεν κρατώ δύσκολον πράμαν Κυπρ. ερωτ. 10113· δεν το κρατώ για θάμα Στάθ. (Martini) Β΄ 329· σ’ εκράτου γνωστικό, άνθρωπο παιδεμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 169· Μεν πιστεύσεις πάσα λόγον τό να γροικήσεις, μηδέν σε κρατήσουν μωρόν Μαχ. 39027· τον πελλόν κρατούν τον φρένιμον Άνθ. χαρ. 29831· εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος ποντίσει παρθενίαν κορασίου και ουδέν εμπορούν να τον κρατήσουν ένοχον με τοιούτους μάρτυρες Ασσίζ. 34825· εις την αντρειά και δύναμιν την νίκη να κρατούμε| πως έχομε να κάμομε Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 199· α2) φρ. κρατώ κ. εις τιμήν ή κρατώ τιμήν σε κ. = αναγνωρίζω την αξία, εκτιμώ, σέβομαι: των παλαιών οι ποίησες (παραλ. 1 στ.) πάντ’ από τους ενάρετους ήσασιν (έκδ. ήτασιν) κρατημένες| εις μεγαλότατην τιμήν και πλήσια παινεμένες Σουμμ., Παστ. φίδ. Προσφών. [3]· δε νοούν το κρίμα οι οργισμένοι| να μην κρατούν τιμήν στην εκκλησία Λεηλ. Παροικ. 483· β) παραδέχομαι, υποθέτω: Βάσανα να ’χει ωσάν κι εμέ στον κόσμο δεν εκράτου άλλος κιανείς Πανώρ. Α΄ 41· γ) (προκ. για θρησκευτική πίστη) εμμένω σε κ.: άφησ’ την πίστη οπού κρατείς και πιάσ’ την εδική μας Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 60· η ιερά Ρωμαίων εκκλησία ... ούτε κηρύσσει, ούτε δογματίζει τίποτις σήμερον οπού να μην τα εκράτιε και πριν του σχίσματος Ροδινός (Βαλ.) 148. 30) Έχω στο νου, γνωρίζω, συνειδητοποιώ: τούτο κράτιε θαρρετά: εγώ στο μερτικό μου| θέλω να σ’ έχω Φαλιέρ., Ιστ.2 151· μα ο Μιχαήλ πως είν’ θνητός διατί ήξευρε και εκράτιε,| στον ιατρόν του πνεύματος χαρούμενα επερπάτιε Λίμπον. 345. 31) α) Ακολουθώ ορισμένη κατεύθυνση, προχωρώ: κόσμον περιεπάτουν (παραλ. 1 στ.) και ... εκράτησα και εγώ το μονοπάτι| τό εκράτει εκείνος στρατιώτης Λίβ. (Lamb.) N 48· η γης για σένα δε γυρίζει| και μιαν οδό Ορανός κρατεί δική ντου Ερωφ. Α΄ 608· στράταν κρατούμεν της χαράς και ου πρέπει να στενάζεις Λίβ. Sc. 2978· την μέσαν της οδού εκράτησα θλιμμένος Λίβ. Esc. 2572· Ο δε Απολλώνιος κρατεί τας όχθας της θαλάσσης Απολλών. 347· είδεν το φως κι εκράτει (ενν. ο ασκητής)| την κατοικιάν σου ολόγυρα κι είχε να σ’ εξορκίσει,| αν είσαι πνεύμα ή άνθρωπος Σκλέντζα, Ποιήμ. 1198· β) (μεταφ.) ακολουθώ, συμφωνώ· ανήκω (σε κάπ.): αυτών (έκδ. αυτόν· διορθώσ.) εδόθη οπού κρατούν του Πόθου την ομάδα Φαλιέρ., Ιστ.2 109· φρ. κρατώ μερίδι κάπ. = είμαι με το μέρος κάπ.: Διού υπάγει μου κριτής να ’μαι εδώ που στέκω,| ουχί μερίδι να κρατώ τινός απέ τους δύο Θησ. Ζ΄ [136]. 32) α) Συγκροτώ, οργανώνω: εκράτει παρλαμά διά υπόθεσες όπου είχεν Χρον. Μορ. H 7395· εζήτα σε γαρ δίκαιον·| κι εσύ ποτέ ουκ ηθέλησες κούρτην να της κρατήσεις| μόνι αυτεξούσιος έλεγες ότι δίκαιον ουκ είχεν Χρον. Μορ. H 7450· παζάριν εκρατήσασιν ένα ημερονύχθι Σαχλ., Αφήγ. 816. β1) συνάπτω (μάχη ή πόλεμο): να ένι μετ’ αύτον ενομού και να κρατούν την μάχην Χρον. Μορ. H 2566· αν θέλει να κρατεί μάχην με τους Ρωμαίους,| ... θέλει απορήσει ο τόπος Χρον. Μορ. H 8668· εκράτησαν πόλεμον ημέρας τρεις και απήλθαν κατησχυμμένοι Πανάρ. 6817· (Βλ. και Λαμψ., ΑΠ 21, 1956, 326-30)· β2) συμμετέχω σε κ.: να μεράσεις το έπαρμα ανάμεσα οπού κρατούσαν το πόλεμο οπού εβγήκαν εις τη στρατιά και ανάμεσα όλη τη συναγωγή Πεντ. Αρ. XXXI 27· γ) φρ. κρατώ (ή κρατούμαι) δίκην = εμπλέκομαι σε δικαστικό αγώνα, αντιδικώ, ασκώ ένδικα μέσα: μένει σιγός ο κριτής μέχρι και ημέρας δέκα ... και πληρουμένων των δέκα ημερών έρχουνται και κρατούν την δίκην, ήγουν γίνεται ή η άρνησις ή η ομολογία και ομνύουν εις τα άγια του Θεού Ευαγγέλια Ελλην. νόμ. 54715· εκείνος τόν εκατεκρίνασιν εις την απόφασιν κρατεί την δίκην λέγων ούτως διά του αβουκάτου «Αρνούμαι ... και λέγω τα αιτούμενα ουκ οφείλουσιν πληρωθήναι ...» Ελλην. νόμ. 5203· παύει ο κριτής μέχρι και ημέρας ι΄ και μετά τούτο κρατείται την δίκην ο άνθρωπος λέγων: «Αρνούμαι τα λεγόμενα ως λέγουνται ...» Ελλην. νόμ. 57510. Β´ Αμτβ. 1) α1) Κυριαρχώ, ασκώ εξουσία, έχω δικαιοδοσία: εις εγκλήτους και εις ετέρους ο λατίνος αρχιεπίσκοπος κρατείν ώσπερ και τοις ετέροις λατίνοις Διάτ. Κυπρ. 51229· α2) (με την πρόθ. από· πβ. και σημασ. Ι΄ Α΄ 1α) αντλώ εξουσία (από κάπ.): Αυτός ο ρήγας της Φραγκίας, όπου κρατείς απ’ αύτον,| πολλά αγαπά και βιάζεται γοργόν να καταλάβεις Χρον. Μορ. H 1804· β) κυριαρχώ οικονομικά, κατέχω ιδιοκτησίες: οι Συριάνοι εκρατούσαν εις την πλουσίαν χώραν την Αμόχουστον Μαχ. 14019. 2) α) Επικρατώ, επιβάλλομαι: ούτως η θαυμαστή γνώσις του βασιλέως εκατέρωθεν εκράτει Ιστ. πολιτ. 1215· β) (προκ. για καιρική κατάσταση) επικρατώ, εμφανίζομαι: αν τύχει, ως υπαγαίνομεν, αν ου κρατήσει ευδία,| αν ουκ αλλάξουν οι ταροί Προδρ. II H 96f. 3) α) Διατηρούμαι, υφίσταμαι· παραμένω: ήθελες το ’χει θάμασμα το πώς κρατεί η ζωή μου Πανώρ. Α΄ 70· Εις δε τα παθητικά (ενν. ρήματα) εκράτησε μέχρι της σήμερον η μετοχή του παρακειμένου Σοφιαν., Γραμμ. 244· να πολομούν καλήν βλέπησιν μέραν και νύκταν, ώσπου ο λύκος κρατεί εις την Κύπρον, μηδέν εύρει τούς λας κοιμισμένους Μαχ. 50817· β) (προκ. για φυτό) διατηρούμαι, καρποφορώ: Να ποίσεις να κρατήσει η ροδακινέα χρόνους πολλούς Ιατροσ. κώδ. χιβ΄. 4) Διαρκώ· παρατείνομαι, εξακολουθώ: Έλα κι εσύ, Φροσύνη,| τσι γάμους τούτους να χαρείς, γιατί ...| πέντ’ έξι μήνες θα κρατού Πανώρ. Ε΄ 375· είν’ πέντε χρόνοι σήμερο που η όργητά σου εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1341· έναν χρόνον σωστόν εκράτιεν η χαρά εκείνη Αχιλλ. L 6· γιατί ’τον το θανατικό, οπού ’κοφτε κι εκράτει Τζάνε, Κρ. πόλ. 21118. 5) α) Αντιστέκομαι, αντέχω: εις ποίον βυθόν με εσέβασαν οι λόγοι σου του πόθου;| πόσον καιρόν εκράτουνα και ουδέν σε εγροίκουν Λίβ. Esc. 1670· β) εμμένω στην άρνησή μου: Μην ο Φαέθων άλλη μια σ’ το ζήτησε ν’ ανέβει;| κράτει, διά να μην ιδείς τον κόσμο να σαλεύει Χίκα, Επίγρ. 10· γ) μένω σταθερός: Ουρανός κρατεί και ο κόσμος πάλιν στέκει Απόκοπ.2 131. 6) α) (Με τοπ. προσδιορισμό) βρίσκομαι: μ’ από τση νύκτας το σκοπό μακρά πολλά εκρατούσα (ενν. οι καλεσμένοι) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 498· Ετούτος λείπει από καιρό κι εις άλλα μέρη εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1331· Άρχος δεν έμεινε ποθές σ’ αρχοντικόν παλάτι,| αμ’ όξω στα παράτραφα και τες κοπρές εκράτει Σκλάβ. 68· β) παραμένω· εμμένω: ώσπερ η πέρδιξ κρατεί εν τῃ ιδίᾳ φωλείᾳ, ούτως κράτει και συ εν τῃ πίστει σου Φυσιολ. B 1123· γ) φρ. κρατώ με βλέπησιν = παραφυλάγω, ενεδρεύω (Πβ. και σημασ. Ι΄ Α΄ 7δ): τις ξεύρει πώς τ’ ακούσαν| οι Τούρκοι ... κι επήγαν κι εκρατούσαν| με βλέπησιν εδώ κι εκεί να έβγουν να τους σώσουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 1592· δ) (με τις προθ. μετά και με) παίρνω το μέρος κάπ.: Αθούσα: Κατέχω το γιατί κρατούν όλες τως μετά σένα| Φαλιέρος: Το δίκιο δεν παραπονά καλόγνωμον κανένα Φαλιέρ., Ιστ.2 559· όλοι του παλατιού οι άνθρωποι εκρατούσαν με δαύτους και εις ενάντιον των αρχόντων Σουμμ., Ρεμπελ. 185. 7) Κινούμαι, προχωρώ: όρισε Αλέξανδρος ομπρός για να κρατούσι Αλεξ. 673· Έπαρε ... την στράταν ...| και κράτει πάντα σου δεξιά, η οδός σε θέλει εβγάλει| όπου ανατέλλει ο ήλιος Χούμνου, Κοσμογ. 304. 8) Προέρχομαι, κατάγομαι: απ’ τη μερά του Κρητικού γνωρίζω πως κρατείτε Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 959· από την πατρίδα μας κατ’ ευγενειάν κρατούμεν Απόκοπ.2 289. 9) α) Σταματώ, παύω: άλλο παρέκει ου δύναμαι, κρατώ και ουχ υπομένω Γλυκά, Στ. 284· τα δάκρυα της ουδέν κρατούν, τρέχουσιν ως ποτάμι Πόλ. Τρωάδ. 170· β) στέκομαι, προσηλώνομαι: Τούτά ’ν’ τα ’μμάτια τα γλυκιά στα ποια κρατεί το βλέμμα| που πήρεν αντάμ με ’δασιν τέλεια ’πού μεν το πνεύμα; Κυπρ. ερωτ. 1143. 10) Λογαριάζω, τρέφω ελπίδες, περιμένω: Οι λωλοί εις τ’ όνειρό τους| βλέπουσι το ριζικό τους·| φαίνεταί τους ’τι πλουτίζουν| θαρρετά κρατούν, ολπίζουν Αλεξ. μετά στ. 124, κριτ. υπ.· στον Άδην να κατέβομεν ως θαρρετά εκρατούμαν Απόκοπ.2 352. 11) Φρ. κρατώ απάνω μου = βλ. επάνω III Β΄ 1β. 12) Έχω τη δύναμη ή την ιδιότητα να ...: αυτείν’ οπ’ αγαπά δεξά κρατεί ν’ αναβολεύγει Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 27· Τα φυσικά των γυναικών κρατούσι| να δείχνουσι ότι στανικώς συμπέφτουν στό ποθούσι Φαλιέρ., Ιστ.2 541. II. Μέσ. 1) Έχω δύναμη· αντέχω σε κ. (σωματικά): Τώρα να δοκιμάσομε ποίος δυνατά βαστιέται,| ποίος είναι δυνατότερος και πλιότερα κρατιέται·| ή εμένα οι βραχιόνες μου ή εσένα ο λαιμός σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1264]. 2) Ισχύω· έχω νομικό κύρος ή εφαρμογή: ποία δόσις αξιάζει και ποία δόσις ουδέν αξιάζει ουδέν εντέχεται να κρατηθεί Ασσίζ. 14229. 3) Συντηρούμαι, διατηρούμαι: γή εσύ τα κάνεις όλα γή από σένα| θρέφουνται και κρατιούνται και πληθαίνου Ερωφ. Δ΄ 733· σε σένα η καρδιά μου| πάντα της ζωντανή θέλει κρατιέται Πιστ. βοσκ. IV 8, 269. 4) Στηρίζομαι: (μεταφ. με την πρόθ. εις και το επίρρ. επάνω) παίρνω ως ενέχυρο, εξασφαλίζω εγγύηση: εάν τύχει ότι οι εγγυτάδες επεράσασιν εξ αυτού του ρηγάτου, ούτως εντέχεται ο δανειστής ωσαύτως να κρατηθεί εις τα πράγματα τους εγγυητάδες Ασσίζ. 6518· εάν ουδέν ημπορήσει να ξιπλερωθεί απέ τα ευρισκόμενα πράγματα του οίκου, το δίκαιον ορίζει ότι ο νοικοκύρης ημπορεί να κρατηθεί επάνω εκείνου ή εκείνης οπού ενοικίασεν τον οίκον του Ασσίζ. 7510· Περί εκείνου οπού παίρνει έτερον πράγμα εις έφυτον και ουδέν θέλει να πλερώσει το έφυτον και πού μέλλει να κρατηθεί ο αφέντης του πραμάτου Ασσίζ. 2569. 5) Πιάνομαι, σκαλώνω: παίζει (ενν. ο δρωψ) τοις κέρασιν μετά της ερίκης και περιπλακέν κρατείται Φυσιολ. (Offerm.) M 1239. 6) α) Συγκρατιέμαι, κρατιέμαι μακριά από κ.: ’κεί που ’λεγε να κρατηχτεί ...| Έρωτας τσ’ ήφτε τη φωτιά Ερωτόκρ. Α΄ 2157· μαγάρι και αρετή ’ναι| να ξεύρει να κρατιέται| απού (έκδ. οπού· διορθώσ.) το πράγμα εκείνο οπού τ’ αρέσει Πιστ. βοσκ. III 3, 371· β) απέχω: ο ιερεύς οπού τους ευλόγησεν και εγίνωσκεν ότι εσυγγενιάζαν εντέχεται να ένι κρατημένος εις όλας τας ημέρας της ζωής του απού εφφίκιν Ασσίζ. 11419. 7) α) Αναγκάζομαι να μείνω κάπου, καθυστερώ (κάπου): αν πολλάκις κρατηθώ προς δεύτερον ημέραν Καλλίμ. 884· β) βρίσκομαι (κάπου): Στους ουρανούς ευρίσκομαι, ή ’δώ στην γην κρατιούμαι; Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [128]· εζήτησέν του β΄ κάτεργα, τά ήτον το νησσίν της Κύπρου κρατημένα Μαχ. 10022· γ) μένω κρυμμένος: τον δε απ’ εκείνον έβλεπες ότι βαστά λιθάριν| και δέρνει τάχα τον βυθόν μη κρατηθεί το ψάριν Λίβ. Sc. 1347. 8) Διακόπτομαι, σταματώ: Όταν της γυναικός τα συνήθη κρατώνται, ... τι δε να ποιήσουν να κινήσουν πάλιν; Σταφ., Ιατροσ. 5137· Όταν κρατηθεί το ούρος του ανθρώπου Ιατροσ. κώδ. ροδ΄· βαρύνονται τα ομμάτια μου, κρατείται και η φωνή μου Αχιλλ. N 1704· η εμιλιά εκρατήχτηκε κι η όψη απονεκρώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1486. 9) «Πιάνομαι», παραλύω: Τα χέρια μου εκρατήθησαν και όλα μου τα μέλη Αχιλλ. L 1326· νευροχαλαστικόν εις κρατουμένα νεύρα Ιατροσ. κώδ. υλγ΄· εις άνθρωπον να κρατηθούν των ποδαριών τα νεύρα Ιατροσ. κώδ. ψλη΄. 10) Είμαι· γίνομαι, καθίσταμαι: όντα νά ’ρτεις θέλομεν συντύχειν αντάμα και θέλεις κρατηθείν ευχαριστημένος Μαχ. 65437· ποταποί εντέχεται να ένι οι κριτάδες ... και πώς να κρατιέται ο βισκούντης Ασσίζ. 2509· εάν εκείνος ή εκείνη έχουν τέκνα εις τον καιρόν οπού ήσαν ελεύθεροι ή κρατιέται εγγαστρωμένη, ότι αυτά τα παιδία ουδέν εντέχεται να ένι δούλοι Ασσίζ. 14717· αν εκείνος οπού τον έχει αμάχιν ουδέν κρατηθεί πλερωμένος απέ τα δέλοιπα πράγματα ..., εάν εκείνος ουδέν τον πλερώσει, ου μη εξέλθει παντός Ασσίζ. 40121. 11) Προέρχομαι, κατάγομαι: από ποίαν φυλήν είναι| και από τι γενεάν κρατιούνται Πτωχολ. A 15. 12) α) Θεωρούμαι, (αυτο)χαρακτηρίζομαι: ποία μοιχεία γεναμένη εις τα πρόσωπα δεν κρατείται διά μοιχεία Βακτ. αρχιερ. 170· απού το λαλείτε πως επήραμεν πολλά πράματα από τους λας και να κρατηθούμεν πλερωμένοι, τούτα όσα λαλείτε επήραν τα οι λας των αρμάτων και όχι εμείς Μαχ. 4764‑5· εσύ για τούτο κύρης (παραλ. 1 στ.) κρατιέσαι κακομοίρης; Πιστ. βοσκ. V 6, 134· καταπώς ατοί τους εκρατόντανε, έτσι ελόγιαζαν ναν τους έχουν και οι άλλοι άνθρωποι Σουμμ., Ρεμπελ. 184· β) έχω την ιδέα, φαντάζομαι: Εις το σονάρε παρ’ αυτήν κάλλιος κρατιέσαι να ’σαι; Ριμ. Απολλων. 20. 13) α) Έχω την ανάγκη, χρειάζομαι κάπ.: πονεί σου κρατημένος να ’σαι| μιας απού προσκυνά σε Πιστ. βοσκ. II 2, 113· β) εξαρτώμαι, υποτάσσομαι: κρατημένη βρίσκομαι εις τα καμώματά του,| γιατί, ως κι αν είμαι κοπελιά, γνωρίζω τα κρουφά του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 895· Πως είμαι κρατημένος σου καλότατα γνωρίζεις| κι εις πράγμα μεγαλύτερο κάτεχε να μ’ ορίζεις Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 203. 14) α) Αναγκάζομαι, υποχρεώνομαι: ανισώς ότι κάτεργα αρματωμένα γενουβήσικα να έλθουν εις την Κύπρον και να μηδέν έχουν πραματείες, να μηδέν είναι κρατούμενοι να εμπούν εις την Αμόχουστον Μαχ. 13637· Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος πολεμά στοίχημαν με έτερον άνθρωπον ότι να σκοτώσει τον εχθρόν του ... ουδέν ένι κρατημένος να ποίσει εκείνον το στοίχημαν, αν ουδέν θελήσει Ασσίζ. 8520· μέσα εις τείντα καιρόν ένι κρατημένος τού δούναι απόκρισιν Ασσίζ. 9512· β) αναλαμβάνω υποχρέωση, δεσμεύομαι· συμφωνώ: Ώδε λέγει ... το τι ένι κρατημένος εις τους ανθρώπους του και τείντα ένι κρατημένοι οι άνθρωποί του εις τον ρήγαν και εις τον όρκον του ρηγός Ασσίζ. 519· Ας ανακράξομεν το αγκάλεμάν μας έμπροσθεν του πάπα και τό να φανεί της αυλής της Ρώμης να κρατηθούμεν Μαχ. 35614· ήτον χρισμένος (ενν. ο ρήγας) και είστε κρατούμενοι του όρκου του Μαχ. 47437· έτσι ηξεύρει πολεμά ο πόθος κι η γι αγάπη| εις όποιον πλιο για δούλευση του έναι κρατημένος Θησ. Γ΄ [356]· ο Αμόν επήγεν και εκρατήθηκεν να του κόψουν την κεφαλήν του ανισώς και εκείνος (ενν. ο Φίσιας) δεν στραφεί Άνθ. χαρ. 29637· γ) έχω (ηθική) υποχρέωση, χρέος, οφείλω: Δεν είναι κρατούμενοι να διαφεντεύσουν τους πτωχούς απέ τους κλέπτες και αδύνατους απέ τα χέρια τους δυνατούς; Μαχ. 5305· είναι αγάπη σπλαχνική και από Θεού δοσμένη| απού οι κυρούδες στα παιδιά να ’χου είνιαι κρατημένοι Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 286· μπιστεμένα, καταπώς είμεστα κρατημένοι,| θέλομε δει το πράμ’ αυτό Ερωφ. Α΄ 557· θυσία δεν θυσιάσετε, σαν είστε κρατημένοι,| γιατί την νίκη από ’μέ έχετε γνωρισμένη Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 25· είμεστανε κρατημένοι να υποτασσόμεσθεν Μορεζίν., Λόγ. 469· δ) χρεωστώ ευγνωμοσύνη, ανταπόδοση: ώστε να ζείτε είναι πρεπό να τσ’ είστε κρατημένοι| και κάθα χρόνον από σας να ’ναι θυσιασμένη (ενν. η θεά) Πανώρ. Δ΄ 399· τον φίλον μου τον κάλλιστον ...| βεργέτησέ μου ...| και θέλω είσται πάντοτε σε σένα κρατημένος Θησ. Γ΄ [527]· ας τον κανισκέψω| ... να μ’ είναι κρατημένος Σαχλ., Αφήγ. 531. 15) Ενοχοποιούμαι, είμαι ένοχος: διά τα πράγματα τα ριζικάρικα ουδέν ένι τίποτες κρατημένος (ενν. ο δανειστής) εις την αυτήν αμαρτίαν, εάν ου μη γίνεται φανερή Ασσίζ. 464. Η μτχ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ. = κυβερνήτης, άρχοντας: Καλλίμ. 2400. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Ιδιόκτητος (Βλ. Bakker-v. Gemert [Φαλιέρ., Ρίμ. σ. 160]): για το τι να κλαίγομε ...| στα τόσα τά μας έδωκεν ...| και τά μας ευεργέτησεν ογιά φιλανθρωπιά του| ως κρατημένα πράματα Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 275. 2) Διαλεγμένος, ξεχωριστός: επήρεν ο Μωσέ από το μισό των παιδιών του Ισραέλ το κρατημένο ένα από τα πενήντα από των αθρώπων και από το χτήνο Πεντ. Αρ. XXXI 47.
κύριος,- επίθ., Προδρ. IΙΙ 272c χφ g, κριτ. υπ., Ασσίζ. 1335, 21331, Διγ. Z 1182, Βέλθ. 1073, Χρον. Μορ. H 835, Βίος Αλ. 4066, 5343, Απολλών. 343, 775, Αχιλλ. N 650, Ιμπ. 823, Μαχ. 625, Σφρ., Χρον. μ. 11014, Θρ. Κων/π. P suppl. 24823, Χούμνου, Κοσμογ. 85, Σκλέντζα, Ποιήμ. 1206, Γεωργηλ., Θαν. 242, Γαδ. διήγ. 309, Συναξ. γυν. 145, Πεντ. Γέν. IV 1, VIII 21, XIV 22, 'Έξ. VI 3, Πανώρ. Αφ. τίτλ., Πτωχολ. A 325· γύριος, Ιων. 2149, 2158· γεν. εν. κυριού, Σφρ., Χρον. μ. 562· κλητ. εν. κυριέ, Διγ. (Trapp) Esc. 1797· θηλ. κυριά, Πουλολ. Z 98, Αχιλλ. N 48.
Το αρχ. επίθ. κύριος. Η λ. και σήμ.
α) Που έχει ισχύ, εξουσία σε κάπ. ή κ.· ο επικρατέστερος, ο ανώτερος: Βέλθανδρε, πώς την σύγκρισιν, ειπέ μοι, την εποίκες;| Και ποίαν εδώκες το βεργίν να ’ναι κυρία εις όλες; Βέλθ. 673· Με δίκιο πρέπει το λοιπόν να ’ν’ της αρσενικότης| κυριότατον το θέλημα παρά της γυναικότης Φαλιέρ., Ιστ.2 502· Τον λεγάτον τον αποστολικού θρόνου, όν κύριον υπάρχων γνωρίσας …, τιμήσω Διάτ. Κυπρ. 50710· β) κυρίαρχος, δεσπόζων: ταύτην επευλόγησαν πόλιν είναι κυρίαν (ενν. την Κων/πολιν) Θρ. αλ. 8· πάλι καταστήθη| κυρία (ενν. η Βενετιά) ως το πρότερον Κορων., Μπούας 147· (προκ. για θεότητα): Ναι, κύριε Υμέναιε, ως έχεις εξουσίαν,| νυμφίους τούτους ένωσον με πλήσιαν ησυχίαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1524]. Φρ. Είμαι κύριος του ενιαυτού μου = ορίζω τον εαυτό μου: ένι … κύριος του ενιαυτού του να ποίσει το θέλημάν του όπον θέλει Ασσίζ. 1967. Το αρσ. και το θηλ. ως ουσ. = 1) α) Κυρίαρχος, εξουσιαστής: δέομαι κυρίῳ τῳ Θεῴ Μανολ., Επιστ. 1722· τον Χριστόν εσταύρωσαν (ενν. οι Ιουδαίοι) τον κύριον της δόξης Φυσιολ. (Legr.) 425· β) βασιλιάς, άρχοντας: Η μέντοι πόλις των Ιωαννίνων … ουκ είχε πράως της φυσικής κυρίας (ενν. της βασίλισσας Αγγελίνας Δούκαινας της Παλαιόλογίνας) αυτών την στέρησιν ενεγκείν Ιστ. Ηπείρ. XXXVI 5· εάν ακουσθεί ετούτο εις την κυρία μας την Μαξιμώ Διγ. Άνδρ. 38814· γ) αφέντης: Ο ρήγας πάλιν έστρεψε πίσω την Φαιδροκάζαν.| «Πε, λέγει, την κυρίαν σου προικιά πόσα σου δίδει» Βέλθ. 997· Ελευθερίαν ημπορεί να δώσει ο αυθέντης ή η κυρία του σκλάβου Ασσίζ. 1496. 2) α) (Ως τιμητική προσηγορία ή προσφών. σε αυτοκράτορες ή ηγεμόνες, εκκλησιαστικούς άρχοντες και γενικά σε πρόσωπα σεβαστά): του βασιλέως Ρωμαίων κυρίου Μανουήλ του Παλαιολόγου Ιστ. πολιτ. 32· Καλώς ήρθες, κυρία μου (ενν. η Μαξιμού), ανθέντρια ευγενεστάτη Διγ. (Trapp) Esc. 1405· β) (ως προσφών. αγαπημένου προσώπου, κυρίως συζύγου): Είτα παραγενόμενος προς την εμήν φιλτάτην (παραλ. 4 στ.): «Εν άπασιν ευχαριστώ, αντέφη, κύριέ μου …» Διγ. Z 3726· άκουσον, κυρία μου …| Αφού καιρού εμίχθημεν δέκα επεράσαν μήνες Βέλθ. 1063. 3) α) Ο Θεός ή ο Χριστός: θυμός του Κύριου οργίστην εις το λαό Πεντ. Αρ. XI 33· άγιον ξύλον του Τιμίου Σταυρού· έπειτα και κομμάτι από το βεστιμέντο του Κυρίου Σεβήρ., Διαθ. 19187· επεριπάτησεν ο Κύριος σ’ εμένα (ενν. την Ιερουσαλήμ) Θρ. πατρ. Ο 25· β) η Παναγία: Δέσποινά μου πανύμνητε, Κυριά μου ευλογημένη Διγ. (Trapp) Esc. 811· να παρακαλέσουσιν εξόχως την Κυρίαν| να δεηθεί προς Κύριον του να μας δώσει νίκος Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 294· να ’μόσεις πρώτα στον Χριστόν, δεύτερο στην Κυρία Φαλιέρ., Ιστ.2 726· Κυρία μου ολόδοξε Εις Θεοτ. 2. 4) Η ιδιότητα της κυρίας, της δέσποινας: Χαίρε, κορόνα της κυριάς, στέμμα της παρθενιότης (ενν. συ, η Μαρία) Ύμν. Παναγ. 1. 5) α) Ο πατέρας: Ο νεότερος τέτοια την κόρην λέγει:| «ο κύρης μου τον κύριο σου καλά τον εγνωρίζει …» Διγ. (Trapp) Esc. 1039· β) ο σύζυγος: διά τό εποίησεν ο κύριός μου (ενν. εμού, της δαμού Τζουάνας) την διαθήκην του Ασσίζ. 16631· 6) (Με τα ουσ. ναυς, ξύλον) καπετάνιος: τους άλλους κυρίους των νηών αλλάξας στολάς βαρυτίμους … απέλυσεν αυτούς ευχαριστήσας εν ειρήνῃ Δούκ. 22733. 7) Κάτοχος, ιδιοκτήτης: λέγει ότι επλέρωσεν τον κύριον του πραγμάτου Ασσίζ. 7818· ο κύριος της γης Ασσίζ. 20224. 8) Έκφρ. η Κυρία των Αγγέλων, βλ. ά. άγγελος Α 1α Φρ. 9) Φρ. (ως επίκληση στο Θεό) Κύριε, ελέησον: Έκραζον μεγαλοφώνως όλοι οι χριστιανοί το «Κύριε ελέησον» Διήγ. πανωφ. 60· είπε το «Κύριε, ελέησον» και ήρξατο ρουκανίζειν Προδρ. IV 75. Το θηλ. ως τοπων.: Σουμμ., Ρεμπελ. 177.
λιθάριον- το, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15027, 15131, 15734· λιθάρι, Ερωτοπ. 417, Ιμπ. (Lambr.) 275, Φαλιέρ., Ιστ.2 26, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 243, Θησ. Θ΄ [494], I΄ [84], Πικατ. 339, Δεφ., Λόγ. 419, Πεντ. Γέν. II 12, Έξ. XX 25, XXXI 5, Δευτ. XXII 24, Γύπ. Πρόλ. Διός 23, Ερωφ. Δ΄ 724, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 36, Ιστ. Βλαχ. 44, 2663, Ευγέν. 974, Πτωχολ. A 135, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [173], Ροδινός (Βαλ.) 188, Πτωχολ. B 402, Διγ. O Πρόλ. 24, 2864· λιθάρι(ν), Βέλθ. 333, Ανακάλ. 69, Διήγ. Αλ. G 2819, Αιτωλ., Μύθ. 1447, Χρον. σουλτ. 8526, Ιστ. πατρ. 1803, Διγ. Άνδρ. 34712, Στάθ. (Martini) Γ΄ 514, Πτωχολ. A 57, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18125, 28618· λιθάριν, Φλώρ. 497, 958, Διγ. Z 1520, Διγ. (Trapp) Esc. 1473, Λίβ. P 1001, Λίβ. Sc. 1703, Λίβ. Esc. 756, 936, 1701, 2881, Αχιλλ. L 256, 494, 509, Αχιλλ. N 727, 1584, Ιμπ. 296, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 8921, κ.π.α.
Η λ. στο Θεόφραστο. Ο τ. λιθάρι στο Somav. και σήμ. και ο τ. λιθάριν στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) α) Πέτρα: έδερνεν το κεφάλι του με πέτρα, με λιθάρι Διγ. O 2943· με τα δάκρυα έβρεχεν της ηγής τα λιθάρια Διγ. O 2834· (μεταφ.): τα αφτιά μου εστούπωσα με του κέρδους το λιθάριν Σαχλ., Αφήγ. 338· β) φρ. κάνω ή ποιώ λιθάρι κάπ. = πετρώνω, απολιθώνω κάπ.: ότις για κείνα να σκαλέψει χνάριν| βουργά τα μάτια κάμνουν τολ λιθάριν Κυπρ. ερωτ. 418· τον έρωταν απού ’καμεν να νώσει| ο πασανείς …| λιθάριν τον εποίκεν η κυρά μου Κυπρ. ερωτ. 193· γ) φρ. γίνομαι υπομονής λίθάρι = υπομένω, γίνομαι καρτερικός: γίνου προς το δίκαιόν σου υπομονής λιθάρι Σαχλ., Αφήγ. 6. 2) Πέτρινος όγκος, βράχος: Αρχίνησαν τον πόλεμον …(παραλ. 4 στ.) εκεί σ’ εκείνο το βουνόν και το σκληρόν λιθάρι Ιστ. Βλαχ. 900· εις έναν βράχος φοβερόν …| θωρώ καλύβιν χόρτινον απάνω εις το λιθάριν Λίβ. N 2436· (μεταφ.): βοσκοί, λιθάρι του Ισραέλ Πεντ. Γέν. XLIX 24. 3) Οικοδομικός λίθος: όταν ανέβη από το θεμέλιον πήχες δύο (ενν. η εκκλησία), … όσοι ανέβαζαν λιθάριον έπαιρναν από ένα άσπρον Διήγ. Αγ. Σοφ. 15121· οι κολόνες του ναού και τα ξερά λιθάρια,| οπού δεν έχουν αίσθησιν, εβγάνασι καθάρια| δάκρυα πικρά Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [173]. 4) Πολύτιμος λίθος: εβγάνει δακτυλίδιον με ατίμητον λιθάριν Φλώρ. 1187· στεφάνιν εφόριε ολόχρυσον με λιθάρια και με μαργαριτάρια Αχιλλ. L 36· αν ο πατέρας τους ού η μητέρα τους αφήκαν τους πράγματα κινητά ώσπερ βίον ού λιθάρια βαρύτιμα Ασσίζ. 38117· (μεταφ.): ο λόγος τ’ αφεντός είν’ ακριβόν λιθάρι Ιστ. Βλαχ. 1563· Πέρδικα χρυσοπλούμιστη, λιθάριν λυχνιτάριν Ιμπ. (Lambr.) 250. 5) φρ. ρίχνω το λιθάρι = συμμετέχω σε αγώνισμα λιθοβολίας (Για τη σημασ. βλ. και Κουκ., ΒΒΠ 3, 113): εκείνοι πάλι ορέγονται να ρίχνουν το λιθάρι| και πάλι άλλοι στο πάλεμα συμπολεμούν ομάδι Σουμμ., Παστ. φίδ. Πρόλ. [70]. 6) φρ. κινώ άλλο λιθάρι = ενεργώ αλλιώς, ακολουθώ άλλο δρόμο, βρίσκω άλλο τρόπο για να πετύχω κ.: επειδή «ουκ εν τῳ ανθρώπῳ η οδός αυτού», … χρεία να κινήσομεν, ως λέγει ο λόγος, άλλο λιθάρι Ροδινός (Βαλ.) 142. — Πβ. και κινώ III Φρ. 6.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο, Τάξ. Πόρτ. (Baştav) 34· λουφές, Πτωχολ. B 178, 232· λοφάς, Byz. Kleinchron. Α΄ 259, 849, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 12514, 14110, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1102, 1103· λοφές, Πτωχολ. (Ζώρ.) Z 128, Πτωχολ. A 128, 181.