Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 11 εγγραφές  [0-11]

  Βιβλ.αναφορά : Πωρικ. (Wagn.) V

  • αγκινάρα  
    η, Πωρικ. (Camar.) S 10516, Πωρικ. (Camar.) P 10613, Πωρικ. (Wagn.) V 61, Ιατροσ. κώδ. (Άμ.) 169 ͵αξη’, Λέοντ., Αίν. (Legr.) I 135, Χρησμ. (Trapp) I 144, 158, Πανώρ. (Κριαρ.) Γ́́ 309.
    Το ουσ. κινάρα με παρετυμ. προς τα αγκύλη, αγκίστρι (Kalits., Erkl. Eust. 109-110). Κατά Buturas (Glotta 5, 1914, 189) από το προθετ. α‑ και το *γκινάρα. Για τη λ. αγκινάρα βλ. και Λαμπρινός (Ελλην. 33, 1981, 252). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Το φυτό αγκινάρα (όπως και σήμ., βλ. και Kalits., Erkl. Eust. 109): Την αγκινάρα την ξερή εγώ ’δα να καρπίσει Πανώρ. Γ́́ 309. 2) α) Ο καρπός του φυτού αγκινάρα (βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Έ́ 94): Οι κουκούτσοι μαγειρεύουν,| αγκινάρας καθαρίζουν Χρησμ. Ι 144· β) ο καρπός αγκινάρα προσωποποιημένος: Ήσαν δε καθήμενοι και οι αληθείς μάρτυρες: ο γέρων Πέπονος, … Αγκινάρα και Μελιτζάνα και κατεδίκασαν την Στάφυλον Πωρικ. P 10613.
       
  • αιματοδόχος,  
    επίθ., Πωρικ. (Wagn.) V 29.
    Η λ. ήδη σε σχόλ. (Δημητράκ.) και σήμ. ως λόγ. στους τ. αιματοδόχος και αιμοδόχος, καθώς και στον τ. ματοδόχος (Πρωίας Λεξ. Συμπλ., λ. αιματοδόχος).
    Που περιέχει αίμα, που συντελεί στη δημιουργία αίματος: Κρόκον τον αιματοδόχον και πνευματόμαχον και Λάθυρον τον ακέφαλον Πωρικ. (Wagn.) V 29. — Πβ. αιματοειδής, αιμοδότης.
       
  • ακανθόρραχος,  
    επίθ., Πωρικ. (Wagn.) V 62, Πωρικ. (Winterwerb) Ι 109 κριτ. υπ., 110, III 110 κριτ. υπ.· αγκαθόραχος, Πωρικ. (Winterwerb) III 110.
    Από τα ουσ. άκανθα και ράχις.
    Που η ράχη του έχει ακανθώδεις προεξοχές, ακανθώδης: Αγκινάρα και Μελιτσάνα η ακανθόρραχος και κακοθεώρητος Πωρικ. (Wagn.) V 62.
       
  • ακέφαλος,  
    επίθ., Πωρικ. (Camar.) S 10424, Πωρικ. (Ζώρ.) Απ. 23, Πωρικ. (Wagn.) V 30, Πωρικ. (Winterwerb) I 51, II 56 κριτ. υπ., III 64, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 6935, Θρ. Κων/π. (Ζώρ.) Βαρβ. 10, Διήγ. Αλ. (Mitsak.) V 40, Δωρ. Μον. (Buchon) XXX, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 2735· ανακέφαλος, Μαχ. (Dawk.) 37633, 3843, 45230.
    Το αρχ. επίθ. ακέφαλος (ΙΛ). Ο τ. από τον τ. ανα‑ του στερ. α‑ και το ουσ. κεφαλή· απ. και σήμ. (Δημητράκ.)· βλ. και Σακ., Κυπρ. B΄ 446. Η λ. και σήμ.
    1) Που δεν έχει κεφάλι (εδώ προκ. για όσπρια): Κουκκίον τον αιμοδότην και πνευματομάχον και Λάθυρον τον ακέφαλον Πωρικ. Απ. 23. 2) α) Που δεν έχει ή δεν παραδέχεται «κεφαλήν», δηλ. άρχοντα, ηγεμόνα (Η σημασ. ήδη στο Θεοφάνη, de Boor, A 38520, βλ. και Steph., Θησ., λ. ακέφαλος 1192Α, και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): αφέντην δεν τιμούν, ουδέ προσκυνούν, μόνον είναι ακέφαλοι, οι οποίοι είναι οι Μανιάτες Δωρ. Μον. ΧΧΧ· ότι οι Αλαμάννοι ευρίσκονται σήμερα εις τον κόσμον| ένας λαός ακέφαλος, όλοι θεληματάροι Χρον. Μορ. H 6935· Σεβήρον τον ακέφαλον και τους αιρεσιάρχας Ιστ. Βλαχ. 2735· Ήλθες να πλανέσεις τον αφέντην μας τον κοντοσταύλην να πάγει εις την Αμόχουστον και να έλθουν οι Γενουβήσοι να μας εύρουν ανακεφάλους, να μας κουρσέψουν Μαχ. 3843· β) που δεν έχει οδηγό, κηδεμόνα, απροστάτευτος (Πβ. την αρχ. σημασ., ό.π.): Τότες επήραν το ρε Πιερ μετά τους ως γιο να είχεν είσταιν σφακτό ... το ορφανόν, το ανακέφαλον Μαχ. 45230. 3) Ασύνετος, ανόητος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): μάνθανε ιστορίας| Ρωμαίων ακεφάλων τε τας ακαταστασίας Θρ. Κων/π. Βαρβ. 10.
       
  • Αμανιτάριος  
    ο· Μανιτάριος, Πωρικ. (Ζώρ.) Απ. 37, Πωρικ. (Wagn.) V 59.
    Προσωποπ. του ουσ. (α)μανιτάριν.
    Προσωποποίηση του φυτού μανιτάρι: παρίστανται και οι μετ’ αυτού βάραγγοι ... Λαγινίδιός τε και ο Μανιτάριος ώσπερ και αληθείς μάρτυρες Πωρικ. V 59.
       
  • Ανακάκαβος  
    ο, Πωρικ. (Camar.) S 15, Πωρικ. (Ζώρ.) A 5, Πωρικ. (Wagn.) V 19917.
    Για τη λ. βλ. Langkavel, Bot. sp. Gr. 1962. Πβ. και Du Cange, Add., λ. ανακακαβέα.
    Προσωποποίηση της ανακακαβέας = του λωτού: Τζιτζύφου τε και Ανακακάβων, των γραμματικών αυτού Πωρικ. (Ζώρ.) A 5.
       
  • αναμυτίζω,  
    Πωρικ. (Wagn.) V 93.
    Από την προθ. ανά και το μυτίζω <μύτη (Πβ. το σημερ. αναμυταλίζω, ΙΛ).
    (Προκ. για χοίρο) σπρώχνω με το ρύγχος: να κοιμώνται εις τας ρύμνας και να εμπηλώνονται, χοιρίδια να τους αναμυτίζουν και κότες να τους γλείφουν Πωρικ. (Wagn.) V 93.
       
  • Ανηθομαλαθρόκουκα  
    τα, Πωρικ. (Camar.) S 1055, Ρ 1076, Πωρικ. 10828, Πωρικ. (Wagn.) V 40, Πωρικ. (Winterwerb) I 69, II 71, III 83 κριτ. υπ.· Ανηθομαλανθρόκουκκα, Πωρικ. (Winterwerb) III 83 κριτ. υπ.· Ανηθρομαλαθρόκουκκα, Πωρικ. (Winterwerb) I 69 κριτ. υπ.
    Από τα ουσ. άνηθον και μαλαθρόκουκα (= μάλαθρα και κουκιά).
    Άνηθος, μάλαθρα και κουκιά ή άνηθος και σπόροι του μαλάθρου (όλα μαζί σε προσωποποίηση) (Για το νόημα των συνθ. βλ. Camariano Ar., Čerčetari Literari 3, 1939, 82, 83): μα τα Ανηθομαλαθρόκουκα, ψευδώς ανήγγειλεν η Στάφυλος προς την βασιλείαν σου Πωρικ. S 1055.
       
  • Άνηθος  
    ο, Πωρικ. 10814, Πωρικ. (Wagn.) V 19918, Πωρικ. (Ζώρ.) Απ. 34.
    Το ουσ. άνηθον ως αρσ. σε προσωποποίηση.
    Άνηθο (σε προσωποποίηση): ο πρωτοσέβαστος Πιπέριος μετά Κυμίνου του κόμητος ... Ανήθου τε και Μαράθου Πωρικ. 19918. — Πβ. και Ανήθιος.
       
  • Απίδιος 
    ο, Πωρικ. (Wagn.) V 3.
    Προσωποπ. του ουσ. απίδι: Απιδίου του πρωτονοταρίου Πωρικ. (Wagn.) V 3.
       
  • αποβγαίνω,  
    Πωρικ. (Wagn.) V 20190, Διγ. (Hess.) Esc. 482, Περί γέρ. (Wagn.) 89 απεβγαίνω, Ασσίζ. (Σάθ.) 44115, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 175, Λίβ. (Μαυρ.) P 2555, Λίβ. (Lamb.) Sc. 453, 611, 1045, 2542, 2947, 3090, Λίβ. (Wagn.) N 1865, 3672· αποβγαίννω, Ασσίζ. (Σάθ.) 822, 6111, 19620, 3359, Μαχ. (Dawk.) 13829, 2109, 25218, 26232, 3308, 37023, 39016, 40216, 5026, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 47, 6919, 883, 1284· αποφγαίννω, Ασσίζ. (Σάθ.) 2545, 31111, 4484, 31.
    Από την πρόθ. από και το βγαίνω. Για την από ως α΄ συνθ. βλ. αποβάφω (ετυμολ.). Η λ. και ο τ. απεβγαίνω και σήμ. (ΙΛ).
    1) Φεύγω, απομακρύνομαι, εξαφανίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): μη απέβγης άπ΄ εμέν, μη ξενωθείς, μηδέ φύγεις Λίβ. P 2555 η πικρία εκ την καρδίτσα μου και φόβος εκ τον νουν μου ου μη απέβγει απ’ εμέν έως του να σε ιδώ Πόλ. Τρωάδ. 175· δώστε της την καρδιάμ μου κι αποβγάτε Κυπρ. ερωτ. 47· φρ. αποβγαίνω αχ τον νούμ μου = χάνω τα λογικά μου: επεθύμουν αχ τον νούμ μου| ν’ αποβγώ να μεν γνωρίζω Κυπρ. ερωτ. 1284. Bλ. και αλαργάρω, αλαργώ, αναφεύγω, αναχωρίζω, απεκβαίνω α. 2) α) Ξεφεύγω, γλυτώνω (από κάποιον ή κάτι): και να απέβγω τα δύσκολα τα πάσχω καθ’ εκάστην Λίβ. Sc. 453· να απέβγω από τα πικραίνομαι, να μη αποθάνω αδίκως Λίβ. N 1865· είμεστεν πολλά πεθυμημένοι ν’ αποβγούμεν τους λας τούτους απού μας εκολλήθησαν Μαχ. 5026· β) ξεφεύγω και βρίσκω το δρόμο μου: και το αίμα σου να πίνουν οι άνδρες να μεθούσιν … Στάφυλε, και από τοίχον εις τοίχον να μηδέν αποβγαίνουν Πωρικ. V 20190· γ) απαλλάσσομαι, απελευθερώνομαι: εποίησεν τούτο διά την απιστίαν του, διά να αποβγεί της δουλοσύνης Ασσίζ. 19620· και το ζήτημαν του κλέφτη απαντά λ΄ έτη και απεβγαίνει εξ αυτόν τους με το κείμενον και κατά τον νόμον Ασσίζ. 44115· ει δε ουκ έχει μάρτυρες … εντέχεται να αποβγεί με ά́ όρκον Ασσίζ. 3359. Bλ. και αλαφρώνω Α4, αναπαύω Β4, αναρρύω, ανασώζω Β. 3) Πεθαίνω: ανίσως κι είμαι ζωντανός ή αποθαμένος| θέλοντας όσα πάθη να μου δώσεις,| γιατί αποβγαίνω κι είμαι αναπαμένος Κυπρ. ερωτ. 6919. Bλ. και αναπαύω Β9, ανθυποκρύπτομαι, απαφήνω 5 Φρ. β, απεκβαίνω γ, απεκδύομαι, απέρχομαι 4. 4) (Προκ. για ρίζες φυτού) βγαίνω πέρα για πέρα, ξεριζώνομαι: έκλινεν κάτου την κορφήν κι οι ρίζες αποβγήκαν Περί γέρ. 89. 5) (Προκ. για όρκο) παραβαίνω, αθετώ: το όμοσες, μάθε, αν τ’ απεβγείς, παράξενον ουκ έναι Λίβ. Sc. 611 (βλ. και αθετώ β). 6) Εκλαμβάνομαι, θεωρούμαι: όσοι θέλου ν’ αποβγούν διά Γενουβήσοι οι ποίγοι να είναι από τόπους γενουβήσικους και δείχνοντα β΄ μαρτυρίες να τους δεκτούν μετά χαράς Μαχ. 13829. 7) (Μέσ.) (προκ. για όνειρο) καταλήγω, πραγματοποιούμαι: και πάλι πώς το εδιάκρινα, εις ποιον να απεβγείται Λίβ. Sc. 2947.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης