Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- Αμανιτάριος
- ο· Μανιτάριος, Πωρικ. (Ζώρ.) Απ. 37, Πωρικ. (Wagn.) V 59.
Προσωποπ. του ουσ. (α)μανιτάριν.
Προσωποποίηση του φυτού μανιτάρι: παρίστανται και οι μετ’ αυτού βάραγγοι ... Λαγινίδιός τε και ο Μανιτάριος ώσπερ και αληθείς μάρτυρες Πωρικ. V 59.
αποβγαίνω,- Πωρικ. (Wagn.) V 20190, Διγ. (Hess.) Esc. 482, Περί γέρ. (Wagn.) 89 απεβγαίνω, Ασσίζ. (Σάθ.) 44115, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 175, Λίβ. (Μαυρ.) P 2555, Λίβ. (Lamb.) Sc. 453, 611, 1045, 2542, 2947, 3090, Λίβ. (Wagn.) N 1865, 3672· αποβγαίννω, Ασσίζ. (Σάθ.) 822, 6111, 19620, 3359, Μαχ. (Dawk.) 13829, 2109, 25218, 26232, 3308, 37023, 39016, 40216, 5026, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 47, 6919, 883, 1284· αποφγαίννω, Ασσίζ. (Σάθ.) 2545, 31111, 4484, 31.
Από την πρόθ. από και το βγαίνω. Για την από ως α΄ συνθ. βλ. αποβάφω (ετυμολ.). Η λ. και ο τ. απεβγαίνω και σήμ. (ΙΛ).
1) Φεύγω, απομακρύνομαι, εξαφανίζομαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): μη απέβγης άπ΄ εμέν, μη ξενωθείς, μηδέ φύγεις Λίβ. P 2555 η πικρία εκ την καρδίτσα μου και φόβος εκ τον νουν μου ου μη απέβγει απ’ εμέν έως του να σε ιδώ Πόλ. Τρωάδ. 175· δώστε της την καρδιάμ μου κι αποβγάτε Κυπρ. ερωτ. 47· φρ. αποβγαίνω αχ τον νούμ μου = χάνω τα λογικά μου: επεθύμουν αχ τον νούμ μου| ν’ αποβγώ να μεν γνωρίζω Κυπρ. ερωτ. 1284. Bλ. και αλαργάρω, αλαργώ, αναφεύγω, αναχωρίζω, απεκβαίνω α. 2) α) Ξεφεύγω, γλυτώνω (από κάποιον ή κάτι): και να απέβγω τα δύσκολα τα πάσχω καθ’ εκάστην Λίβ. Sc. 453· να απέβγω από τα πικραίνομαι, να μη αποθάνω αδίκως Λίβ. N 1865· είμεστεν πολλά πεθυμημένοι ν’ αποβγούμεν τους λας τούτους απού μας εκολλήθησαν Μαχ. 5026· β) ξεφεύγω και βρίσκω το δρόμο μου: και το αίμα σου να πίνουν οι άνδρες να μεθούσιν … Στάφυλε, και από τοίχον εις τοίχον να μηδέν αποβγαίνουν Πωρικ. V 20190· γ) απαλλάσσομαι, απελευθερώνομαι: εποίησεν τούτο διά την απιστίαν του, διά να αποβγεί της δουλοσύνης Ασσίζ. 19620· και το ζήτημαν του κλέφτη απαντά λ΄ έτη και απεβγαίνει εξ αυτόν τους με το κείμενον και κατά τον νόμον Ασσίζ. 44115· ει δε ουκ έχει μάρτυρες … εντέχεται να αποβγεί με ά́ όρκον Ασσίζ. 3359. Bλ. και αλαφρώνω Α4, αναπαύω Β4, αναρρύω, ανασώζω Β. 3) Πεθαίνω: ανίσως κι είμαι ζωντανός ή αποθαμένος| θέλοντας όσα πάθη να μου δώσεις,| γιατί αποβγαίνω κι είμαι αναπαμένος Κυπρ. ερωτ. 6919. Bλ. και αναπαύω Β9, ανθυποκρύπτομαι, απαφήνω 5 Φρ. β, απεκβαίνω γ, απεκδύομαι, απέρχομαι 4. 4) (Προκ. για ρίζες φυτού) βγαίνω πέρα για πέρα, ξεριζώνομαι: έκλινεν κάτου την κορφήν κι οι ρίζες αποβγήκαν Περί γέρ. 89. 5) (Προκ. για όρκο) παραβαίνω, αθετώ: το όμοσες, μάθε, αν τ’ απεβγείς, παράξενον ουκ έναι Λίβ. Sc. 611 (βλ. και αθετώ β). 6) Εκλαμβάνομαι, θεωρούμαι: όσοι θέλου ν’ αποβγούν διά Γενουβήσοι οι ποίγοι να είναι από τόπους γενουβήσικους και δείχνοντα β΄ μαρτυρίες να τους δεκτούν μετά χαράς Μαχ. 13829. 7) (Μέσ.) (προκ. για όνειρο) καταλήγω, πραγματοποιούμαι: και πάλι πώς το εδιάκρινα, εις ποιον να απεβγείται Λίβ. Sc. 2947.
άρχων- ο, Προδρ. III 233, Μανασσ., Χρον. 990, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 344, Πωρικ. V 1997, Ασσίζ. 767, 3607, Διγ. Esc. 256, Βέλθ. 170, Ερμον. Γ 321, Βίος Αλ. 3944, Αρμεν., Εξάβ. A΄ 415, 23, 24, Β΄ 65, Λίβ. Esc. 2333, Θρ. πατρ. Ο 5, Σφρ., Χρον. μ. 768, 1402, 1443, Διήγ. Αλ. V 84, Έκθ. χρον. 2721, Απόκοπ. 314, Κορων., Μπούας 35, Αχέλ. 1270, Ιστ. πολιτ. 3420, 384, 651, Ιστ. Βλαχ. 495, Παρθεν., Γράμμ. 227, Συναδ., Χρον. 33, Λίμπον. 473· άρχων —άρχοντας, Διγ. Gr. V 74, Διγ. (Hess.) Esc. 746, Διγ. Τρ. 1672, Βέλθ. 167, Αχιλλ. N 81, Θησ. IB΄ [312], Διήγ. Αλ. V 23, 44, Έκθ. χρον. 921, Ιστ. πατρ. 1753, Ιστ. Βλαχ. 1356, Διακρούσ. 1129· άρχοντας, Κρασοπ. 1, Πόλ. Τρωάδ. 351, Χρον. Μορ. H 1435, 1833, Χρον. Μορ. P 2075, Διήγ. παιδ. 920, Διήγ. Βελ. (Cant.) 274, Απολλών. 774, 778, Αχιλλ. L 146, Βεν. 47, 83, Ανακάλ. 71, Θρ. Κων/π. διάλ. 111, Παρασπ., Βάρν. C 188, Μαχ. 1021, 1465, 47426, Νεκρ. βασιλ. 1, Ριμ. Βελ. 317, Διήγ. Αλ. V 85, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14837, Απόκοπ. 469, Πικατ. 283, Κορων., Μπούας 86, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 201, Δεφ., Σωσ. 33, Αιτωλ., Μύθ. 1272, Χρον. σουλτ. 305, Αλφ. 11α, Κατζ. Ε΄ 516, Σουμμ., Ρεμπελ. 161, 169, 183, Διγ. Άνδρ. 3564, Βακτ. αρχιερ. 209, Λίμπον. Επίλ. 1, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 27, 88, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17517, 3426, 40716, 452l3, 54026, 58730, Αλφ. (Mor.) III 5.
Το αρχ. ουσ. άρχων. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άρχοντας).
1) Ηγεμόνας, κυβερνήτης (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι· και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α1): Ανεντρανίζω και θωρώ τους άρχοντες εκείνους,| τα φρόνιμα και φουμιστά, εξάκουστα κεφάλια Βεν. 83· Προδρ. ΙΙΙ 233. Βλ. και αυθέντης. 2) Αρχηγός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I): Περί δε το τέλος του έαρος εκστρατεύσας κατά του Ευρίπου ο των ευσεβών άρχων Σφρ., Χρον. μ. 1402. Έκφρ. ο άρχων του κακού = ο διάβολος: αλλά ο άρχων του κακού αναθεματισμένος (παραλ. 1 στ.) τώρα ’πεν οπού δύνομαι κάποιον κακόν να κάμω·| στους σταυρωμένους τους πιστούς τώρα γοργόν ας δράμω Αχέλ. 1270. Βλ. και αρχέκακος. 3) Δικαστής (Βλ. και L‑S στη λ. IΙ1): Μη προχείρως ο άρχων κεφαλικήν τιμωρίαν φερέτω Αρμεν., Εξάβ. A΄ 424. Βλ. και αβογαδόρος 1. 4) α) Ευγενής, προύχοντας (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. Α2): και διά την αφορμήν ετούτην οχτρευτήκανε οι ποπολάροι με τους άρχοντας Σουμμ., Ρεμπελ. 169· β) σημαίνουσα προσωπικότητα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α2): είδα γερόν κι ερρώστησεν κι είδ’ αστενή να γιάνει,| σκλάβον αφέντη και άρχοντα πολλές φορές τον δούλον Φαλιέρ., Ρίμ. AN 201. 5) α) Αξιωματούχος (Πβ. L‑S στη λ. II 1): τρισχίλιοι εκαβαλίκευσαν άρχοντες των κατέργων Διήγ. Βελ. (Cant.) 274· β) αξιωματούχος, ευγενής ακόλουθος: Ο Αλέξανδρος έγυρισε προς τους άρχοντές του και εις τους αυθεντάδες και έσεισεν το κεφάλιν του και είπεν … Διήγ. Αλ. V 85. Βλ. και αρχόντισσα 2γ. 6) Πλούσιος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άρχοντας Α2): έκαμεν ο πατέρας μου μεγάλην τράπεζαν και εφίλευσεν τον αρχιερέα και όλους τους ιερείς και κληρικούς και άρχοντας και πτωχούς Συναδ., Χρον. 33. 7) Ιδιοκτήτης, κύριος: και εάν ο άρχων του πραγμάτου ημπορεί να δείξει με β΄ μάρτυρας … ότι δι’ αφορμήν του καμηλάρη έπεσεν το καμήλι Ασσίζ. 767. βλ. και αυθέντης. 8) (Προσφών.): Σταθείτε, πάντες άρχοντες, να σας ειπώ το τι ’δα Νεκρ. βασιλ. 1. 9) (Με λέξεις που σημαίνουν αξίωμα) τιμητικός χαρακτηρισμός: Άρχον αποκρισιάρη, να σε είπωμεν καλά μαντάτα Σφρ., Χρον. μ. 768. Βλ. και άρχος.
άτοπος,- επίθ., Μιχ. ιερομ. 2, Μανασσ., Χρον. 5383, Πωρικ. Απ. 16, Πωρικ. V 19921, Ασσίζ. 320, Βίος οσ. Αθαν. 241, Εις Θεοτ. 66, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 828, Λίμπον. 227.
Το αρχ. επίθ. άτοπος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Απρεπής, ανάρμοστος (Πβ. L‑S στη λ. 3. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): Ώ! πώς αγνώμων γέγονα και δόλιος οικέτης| φενακισθείς, απατηθείς υφ’ ηδονών ατόπων Μιχ. ιερομ. 2. Βλ. και ανόρεκτος 2, άπρεπος 1, άσχημος 2γ, άτακτος 2, ατόπιος. Το ουδ. ως ουσ., τα άτοπα = παράνομες πράξεις: Περί τείντα εντέχεται να ποίσει ο εμπαλής, και ταύτα αξιάζει η βοήθειά του, και τείντα εντέχεται να ζημιωθεί, όταν πιάσει τα άτοπα Ασσίζ. 320.
Βαλάνιος- ο, Πωρικ. V 18.
Προσωποπ. του αρχ. ουσ. βαλάνιον με αλλαγή του γένους: Κρανίου τε και Βαλανίου των ανυμνητέων Πωρικ. V 18.
Βάτσινος- ο, Πωρικ. S 10415, Πωρικ. V 8, 16.
Προσωποπ. του ουσ. βάτσινον: Σύκου, Βατσίνου, Τζιντζίφου και Κερασίου των γραμματικών Πωρικ. V 8.
Βερίκοκος- ο, Πωρικ. Ϛ΄ 10514, Πωρικ. V 58.
Πρωσωποπ. του ουσ. βερίκοκον: ο Βερίκοκός τε και ο Λουπινάριος και ο Κολοκύνθιος Πωρικ. V 58.
βεστιάριον- το, Act. Lavr. 5968, 6061, Διγ. Z 2079, Οψαρ. 36118, Χρυσόβ. του 1364 σ. 34, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 75, 195, 270, 465, 681 κριτ. υπ., Χρον. στέψ. Μαν. Β′ 3, 45, 97· βιστάριον, Πωρικ. V 46, Διγ. A 2117· βιστιάριον, Πωρικ. S 1057, Διγ. (Trapp) Gr. 1660.
Το λατ. vestiarium (Βλ. L‑S Suppl.). Για το πράγμα βλ. Bréhier, Le monde byzantine B΄ 130-1 και 148-9. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βεστιάριο). Για τον τ. βιστάριν βλ. όμως και Goossens, Byz. 22, 1952, 259-60.
1) α) Το σύνολο των ενδυμάτων, απαραίτητος ρουχισμός (Η σημασ. τον 9. αι., Lampe, Lex. στη λ. 2): βεστιάρια τιμητά πεντακοσίας λίτρας Διγ. Z 2079· β) είδος ενδύματος: βιστάριν έβαλα τερπνόν, καθάριον βαγδαΐτιν Διγ. (Trapp) Esc. 1422. Βλ. και βέστα. 2) Ιματιοθήκη· το σύνολο των ενδυμάτων: φορούντες επάνω των ιματίων αυτών υφάσματα χρυσά εκ του βασιλικού βεστιαρίου Χρον. στέψ. Μαν. Β′ 45. 3) Βασιλικό ταμείο, θησαυροφυλάκιο (Η σημασ. στον Πορφυρογ., Sophocl. στη λ. 2): πάσαν την αυτού περιουσίαν απήρε και εισήξεν εις το βεστιάριον αυτού Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 681 κριτ. υπ. Βλ. και βιαστήρι. 4) Κεντρική οικονομική υπηρεσία (Βλ. και Zakythinos [Χρυσόβ. του 1364 σ. 74] και Ahrweiler, Byz. et Mer 488): η βασιλεία μου και το θεοφρούρητον αυτής βεστιάριον Χρυσόβ. του 1364 σ. 34.
γένειον- το, Μανασσ., Χρον. 591, Πωρικ. V 32, Διγ. (Trapp) Gr. 4, Διγ. (Trapp) Esc. 1193, Ακ. Σπαν. 35235‑6, 36251, Οψαρ. 36241, 44, Λίβ. Esc. 422, Λίβ. (Lamb.) N 299, Αχέλ. 318, Ιστ. πατρ. 988, 1652, Ερωτόκρ. Δ΄ 841, Ε΄ 1055.
Το αρχ. ουσ. γένειον. Η λ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
1) Γενειάδα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2 και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Εξύρα και το γένειον μέχρις επιδερμίδος Μανασσ., Χρον. 591. 2) α) (Προκ. για κρεμμύδι): Ευθύς δε εξεπήδησε και ο κύρης Κρομμύδιος μετά κόκκινης στολής, δισέντυτος, τρισέντυτος, το γένειον αυτού χάμαι συρόμενον Πωρικ. V 20032· β) (προκ. για ψάρι): ήφεραν ψαλίδιον και έκοψε το γένειον του Τσίρου Οψαρ. 36241.
γένι(ν)- το, Πωρικ. V 94, Ασσίζ. 20327, 4564, Ακ. Σπαν. 283, 10, 3075, 79, 33151, 39363, 42453, 43467, 47593, Ιατροσ. κώδ. υμς΄, υμθ΄, Διήγ. παιδ. 434, 470, Πτωχολ. N 96, Απολλών. 459, Λίβ. (Lamb.) N 299, Χρον. Τόκκων 1808, Μαχ. 20637, Θησ. Δ΄ [283], Χούμνου, Π.Δ. XIII 40, 55, Ριμ. Βελ. 346, Σαχλ., Αφήγ. 108, Σκλάβ. 36, Δεφ., Σωσ. 178, Βίος γέρ. V 92, Αιτωλ., Μύθ. 417, Στ. Βοεβ. 27, Βίος Δημ. Μοσχ. 555, Ερωτόκρ. Δ΄ 841, Ε΄ 1055, Στάθ. Β΄ 256, 291, Συναδ., Χρον. 35, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 396, Δ΄ 463, Ζήν. Α΄ 113, Διακρούσ. 9410, 10516.
Από το αρχ. ουσ. γένειον. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γένειον).
α) (Συν. στον πληθ.) γενειάδα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γένειον 2): γέροντες εθλίβονταν, τα γένια τους τραβούσι Διακρούσ. 9410· γιατ’ ήβλεπε τα γένια μου τόσα πολλά μεγάλα Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 463· β) (προκ. για ζώα) μακρύ τρίχωμα κάτω από το σαγόνι (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S, λ. γένειον 2 και Δημητράκ., λ. γένειον 3): η αίγα με τα γένια ή ο τράγος με την κούτσαν; Διήγ. παιδ. 434.
γλείφω (I),- Σπαν. (Ζώρ.) V 392, Πωρικ. V 94, Πωρικ. Z 41, Ακ. Σπαν. 36259, Πουλολ. Z 328, Νεκρ. βασιλ. 24, 30, Αλφ. (Μπουμπ.) II 28, Απόκοπ. 50, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 597, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 246, 358, Πένθ. θαν.2 80, 96, Αιτωλ., Μύθ. 813, Αιτωλ., Βοηβ. 295, Ιστ. Βλαχ. 2057, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 98, Β΄ 292, 399.
Από το αρχ. εκλείχω (Χατζιδ., Αθ. 43, 1931, 189). Η λ. στο Du Cange (λ. γλείφειν) και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Γλείφω (Η σημασ. στο Du Cange, λ. γλείφειν και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Το χοιρομεροκόκκαλο, οπού ’χα στη μπουζνάρα,| να γλείψω δεν εμπόρεσα Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 292. 2) Κατατρώγω, καταστρέφω (Πβ. Δημητράκ. στη λ. 4 και λ. γλειμμένος 2): δυο, μ’ εφάνην, ποντικοί το δένδρον εγυρίζαν,| άσπρος και μαύρος, με σπουδήν τού εγλείφασιν την ρίζαν Απόκοπ. 50· τώρα γυμνά κόκκαλα είναι στην γην γλειμμένοι Αλφ. (Μπουμπ.) II 28. 3) (Μεταφ.) βασανίζω, «τριβελίζω»: οι έννοιες και οι μέριμνες τον νουν σου να τον γλείφουν Αιτωλ., Βοηβ. 295. 4) (Προκ. για εκμετάλλευση προσ.) αφαιρώ όλα τα υπάρχοντα κάπ., «απομυζώ»: απήτις φα (ενν. η πολιτική) και γλείψει σε, τότ’ αποκουντουρίζει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 246.
Γλιστρίδας- ο, Πωρικ. V 47.
Προσωποπ. του ουσ. γλιστρίδα.
Γογγύλιος- ο, Πωρικ. S 1053· Γογγύλης, Πωρικ. V 39.
Προσωποπ. του ουσ. γογγύλι(ν): Μα τον αδελφόν μου Σκόρδον ... και υιόν μου τον Ταρκόν και Γογγύλην τον δεύτερόν μου υιόν Πωρικ. V 39. O τ. και ως επών. (Steph., Θησ.).
γραμματικός- ο, Act. Lavr. 1656, 2734, Προδρ., Στ. δεητ. 5, 47, Προδρ. IV 82, 175, Μανασσ., Αρίστ. I β΄ 7 [= Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 251], Καλλίμ. 2298, Πωρικ. V 9, Ασσίζ. 1711, 14313, 22816, 2641, Βέλθ. 1022, 1024, Εβρ. ελεγ. 164, Ωροσκ. 399, Διήγ. παιδ. 403, Περί ξεν. A 402, Απολλών. 621, Ιμπ. (Lambr.) 300, Notizb. 150, Μαχ. 29623, 40631, 50821‑2, 61010, 67016, Σφρ., Χρον. μ. 9415, 21, 9830, 14028, Αλεξ. 2817, 2839, Ιστ. πολιτ. 2621, Έγγρ. του 1565 (Ευαγγελάτος, Θησαυρ. 7, 1970, 216), Επιστ. Αδελφ. 5216, Κατά ζουράρη 184149, Βίος Δημ. Μοσχ. 592, Ιστ. Βλαχ. 2211, Βακτ. αρχιερ. 170, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2518, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 1824.
Η λ. στον Ιπποκράτη και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Γραμματοδιδάσκαλος (Η σημασ. στον Ιπποκράτη, L‑S στη λ. II1. Βλ. σχετικά Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Α΄ 468 και Κουκ., ΒΒΠ Α1 105, 109, 136): Έχουν το οι γραμματικοί και πάντες οι σκουφάδες Διήγ. παιδ. 403. 2) Γραμματέας (Η σημασ. μτγν., Sophocl. στη λ. 3b): Περί του γραμματικού των διαθηκών και τις εντέχεται να το ποιεί Ασσίζ. 2641· Ακομή ορίσετε τον γραμματικόν να πέψει τον λογαριασμόν Μαχ. 50821‑2· Όρισε πάλι Αλέξανδρος γραμματικόν και κράζουν| και διαθήκην έκαμε Αλεξ. 2817.
δαιμονίζομαι,- Σπαν. B 370, Σπαν. (Ζώρ.) V 462, Κομν., Διδασκ. Δ 236, Πωρικ. V 89, Πωρικ. Z 40, Ελλην. νόμ. 52618, 55424, Ερωτοπ. 532, Επιστ. του ± 1460 (Μανούσ., Κρ. Χρ. 11, 1957, 307), Ιστ. Βλαχ. 2067, Εγκ. αγ. Δημ. 111214, Συναδ., Χρον. 37, 47, Βακτ. αρχιερ. 139, 147, 149, 183, 187, 189, Διγ. O 100, 146, 328, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 7716.
Το αρχ. δαιμονίζομαι. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Κατέχομαι από δαίμονα, από πονηρό πνεύμα (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III. Βλ. και Lampe, Lex.): εκ τον πολύν φόβον του δαρμού οπού αγροίκησε εδαιμονίσθη Εγκ. αγ. Δημ. 111214· φωνάζουσι με άγριες και μεγάλες φωνές ωσάν δαιμονισμένοι Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 7716· β) πάσχω από επιληψία, σεληνιάζομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Περί χωρίσεως ανδρογύνου οπού δαιμονίζεται η γυνή Βακτ. αρχιερ. 187. 2) α) (Συνεκδοχ.) εξοργίζομαι, γίνομαι έξω φρενών (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): πολεμάται πάσχοντα όπως δαιμονισθείη Σπαν. B 370· β) παραφρονώ, τρελαίνομαι, χάνω το μυαλό μου (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 4): να δαιμονισθείς κι εσύ, κυρά μου, δι’ εμένα Ερωτοπ. 532.
Δαμάσκηνος- ο, Πωρικ. V 1995.
Προσωποπ. του ουσ. δαμάσκηνον: συνεδριάζοντας δε ... Ροδακίνου του πρωτοστάτορος, Δαμασκήνου του πρωτοβελλισίμου Πωρικ. V 1995.
Δαύκος- ο, Πωρικ. V 48.
Προσωποπ. του ουσ. δαύκος: Δαύκο και Σέλινε Πωρικ. V 48.
Δενδρολίβανος- ο, Πωρικ. Απ. 14, Πωρικ. V 19.
Προσωποπ. του ουσ. δενδρολίβανον: Κολιάνδρου και Δενδρολιβάνου Πωρικ. V 19.
δισένδυτος,- επίθ., Πωρικ. Απ. 25· δισέντυτος, Πωρικ. V 32.
Από το επίρρ. δις και το ενδύω.
Που είναι ντυμένος διπλά, που φορά πολλά ρούχα: ευθύς ουν εξεπήδησεν ο κυρ Κριμμύδης δισένδυτος Πωρικ. Απ. 25.
Δισυκάμινος- ο, Πωρικ. S 10414, Πωρικ. V 19915.
Προσωποπ. του ουσ. δισυκάμινος: δέσποτα, βασιλεύ Κυδώνιε, γνωστόν έστω τῃ βασιλείᾳ σου ότι ο πρωτοσέβαστος Πιπέριος δε μετά … Δισυκαμίνου … των σων προσταγμάτων καταφρονούσιν Πωρικ. S 10414.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο· Μανιτάριος, Πωρικ. (Ζώρ.) Απ. 37, Πωρικ. (Wagn.) V 59.