Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 473 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)

  • απαντέχω,
    Σπαν. (Hanna) A 49, 515, Λόγ. παρηγ. (Λάμπρ.) L 273, 281, 536, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 280, 444, 552, Διγ. (Καλ.) Esc. 1421, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 406, 411, Περί ξεν. (Wagn.) V 264, Λίβ. (Lamb.) Sc. 2664, 3005, Λίβ. (Lamb.) Esc. 4173, Αχιλλ. (Hess.) N 1091, 1094, Αχιλλ. (Λάμπρ.) O 484, Ιμπ. (Κριαρ.) 621, Βησσ., Επιστ. (Λάμπρ.) 367, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι 24, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 195, Συναξ. γυν. (Krumb.) 631, Πένθ. θαν. (Knös) S 332, Δεφ., Σωσ. (Legr.) 301, Πεντ. (Hess.) Γέν. VIII 10, 12, XLIX 18, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 38, 346, 536, 9018, 10110, Αλφ. (Κακ.) 113, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 728, 1018, Σταυριν. (Legr.) 301, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 732, 773, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 32922, 34123, 35228, 38726, 31, 38813, 39033, 39228, Ευγέν. (Vitti) 808, 1253, 1261, Ροδολ. Α΄ [374, 494], Β΄ [513], Φορτουν. (Ξανθ.) Γ΄ 461, Ζήν. (Σάθ.) Α΄ 100, Γ΄ 102, Δ΄ 303, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 15910, 24930, 54814, 5642, Διακρούσ. (Ξηρ.) 7211, 732· ’παντέχω, Κομν., Διδασκ. (Λάμπρ.) Δ 59, Ασσίζ. (Σάθ.) 15812, 20018, Διγ. (Καλ.) Esc. 167, Ερμον. (Legr.) ΙΙ 230, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 3571, 8519, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 2116, 2882, 6230, Σπαν. (Ζώρ.) V 32, 46, 47, 50, 402, Περί ξεν. (Καλιτσ.) A 263, Χρον. Τόκκων 435, 626, 725, 1139, 1151, 1849, 2102, Μαχ. (Dawk.) 4413, 1063, 34231, 3569, 10, 37825, 42014, 5483, 58030, Θησ. (Βεν.) Γ΄ [782], Ϛ΄ [47], Θ΄ [672], Θησ. (Schmitt) 335 ΙΙΙ 75, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 73, Βουστρ. (Σάθ.) 424, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 471, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 9513, 1317‑8, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 28810, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 2145, Αλφ. (Μπουμπ.) Ι45, Κυπρ. ερωτ. (Pitsill.) 10426, Αιτωλ., Μύθ. (Λάμπρ.) 3412, 4314, 34, 7212, 7710, 1097, 10, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 1313 , Σταυριν. (Legr.) 405, 627, Ιστ. Βλαχ. (Legr.) 1514, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 35410, 36712, 3701, 3791, 5, Διήγ. πανωφ. (Φιλαδ.) 56, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ΄ [1247], Μαρκάδ. (Legr.) 114, 282. Διγ. (Lambr.) O 1767, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 14628, 32712· ’μπαντέχω, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1319 (κριτ. υπ.)· υπαντέχω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 380v.
    Από το αρχ. *υπαντέχω (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ κε. και 297 [πβ. και Χατζιδ., Παρνασσ. 16, 1894, 335-351], όπου απορρίπτεται γνώμη του Κοραή, Άτ. Β΄ 52, δεκτή όμως από το Wagn. Le rοman de Imbérios 58). Βλ. και Georgac., Glotta 36, 1957, 186, 186. Κατά Τραχίλη, Αθ. 45, 1923, 225, η λ. από συμφυρμό του υπαντώ και του δέχομαι· βλ. και Blanken, Dial. Cargèse 210. Για τον τ. υπαντέχω βλ. Georgac., Glotta 36, 1957,186. Ο τ. ʼπαντέχω, καθώς και τ. μαντέχω, και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 713, λ. παντέχω, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 416). Η λ. και σε κείμ. του 13. αι. (Βλ. Trapp, ΕΕΦΣΠΚ 5, 1989, 189)
    1) Βρίσκομαι σε κατάσταση αναμονής, περιμένω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): επαρήγγειλέν τους να απαντέχουν εκεί έως ου να τους μηνύσουν Διγ. Άνδρ. 38726· το μεσονύκτιον έρχομαι, κόρη, απάντεχέ με Αχιλλ. O 484. Βλ. και αγαλώ, ακροκαρτερώ, αναμένω 1α. 2) Ελπίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1β· πβ. Χατζιδ., Αθ. 25, 1913, 207): και τα τειχιά μου ερίξανε κι είντα καλό απαντέχω Τζάνε, Κρ. πόλ. 54814· και την τιμήν απάντεχεν γλήγορα να ακούσει Αιτωλ., Μύθ. 9018· όσο που σύρνει τον καιρό τον γλυτωμό απαντέχει Ζήν. Δ΄ 303. Βλ. και αναμένω 1β. 3) (Με εμπρόθ. προσδιορ.) έχω εμπιστοσύνη (σε κάποιον): μηδ’ απαντέχει εις συγγενήν ότι ήλλαξεν ο κόσμος Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 195· μόνον τα λόγια έχασες ’παντέχοντα εις εκείνον Σπαν. V 402. 4) Σκοπεύω να ... : επάντεχε να τους κατηχήσει και να τους γροικήσουν Μαχ. 35610. Βλ. και αναμένω 2. 5) Φοβούμαι (κάτι) (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1γ): παραβλέπεις τον κριτήν, κρίσην ουκ απαντέχεις Αλφ. I 24. Βλ. και ακροδειλιάζω. 6) α) Υπομένω, εγκαρτερώ, αντέχω: νύκτας και ημέρας απαντέχει να πολεμεί Διγ. Άνδρ. 34123· βλ. και αντέχω· β) (αμτβ.) κάνω υπομονή: Απάντεχε, παιδάκι μου, και ώρες δεν παιρνούσι| που λέγω πως τα μάτια σου βλέπου τό ’ποθυμούσι Ευγέν. 1253· γ) στέργω, ανέχομαι (κάτι): Ωσάν τον είδεν ο Ερμής την γνώμην όπου έχει| και την δικαιοσύνη του, τ’ άδικον δεν ’παντέχει·| τα τρία τα τσικούρια τότε εχάρισέν τα Αιτωλ., Μύθ. 4314· βλ. και αναφέρω Α 5. 7) Έχω τη γνώμη, υποθέτω, νομίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): έτσι πως είμεστα κι εμείς θαρρούσι κι απαντέχου,| γιατί θαρρεί τα έργα του πως όλοι ο κλέφτης έχου Φορτουν. Γ΄ 461· ’παντέχοντα ο πρίντζης ότι ήτον λυμένη η καρδία της ρήγαινας διά τον όρκον Μαχ. 5483· να ξεύρει πως ρίμεστεν υποτακτικοί του, μηδέν ’παντέχει ότι ερεβελιάσαμεν Μαχ. 37825· εις την ψυχή του φέρνασι πολλά μεγάλη ζάλη,| γιατί δεν ήτον δυνατόν τον πόθον του να έχει| ωσάν οπού ’τον Οβριά, δύσκολον τό ’παντέχει Μαρκάδ. 114. Βλ. και αγροικώ Ι 3α, αναθιβάλλω Β2. 8) Προσέχω: και απαντέχων προς αυτήν τι ένι το θέλει ορίσειν Λόγ. παρηγ. O 444· και τώρα ας ’παντέξομεν μη λαθαστούμε πάλι Αιτωλ., Μύθ. 10910. Βλ. και αγροικώ ΙΙΙ 1δ, αγρυπνώ 2.
       
  • όργητα
    η, Διήγ. Βελ. χ 328, Φαλιέρ., Ιστ.2 28, Συναξ. γυν. 208, Δεφ., Λόγ. 308, Πανώρ. Β΄ 402, Γ΄ 614, Δ΄ 340, Ε΄ 178, 280, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 342, Πιστ. βοσκ. Α΄ 5, 36, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 230, Β΄ 944, Γ΄ 1298, Δ΄ 750, Ε΄ 1282, Ευγέν. 338, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 107, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 182, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [598], Χορ. β΄ [6], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 273, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 202, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20725, κ.α.
    Από το ουσ. οργή αναλογ. με τα ουσ. σε ‑(τ)ητα (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 9). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
    1) Θυμός, οργή· έχθρα: του κυρού μου η όργητα σε σπλάχνος να γυρίσει| και να τελειώσει η κάκητα και να τον αγαπήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 81· Ήστεκεν ο Ρωτόκριτος πάντα σιμά στου ρήγα| κι οι όργητες επάψασι κι οι μάνητες εφύγα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1224· όπου ορίζει ο έρωτας, πάσ’ όργητα τελειώνει| και πέφτει η μάνητα η παλιά όπου η νια αγάπη σώνει Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 725· (μεταφ.): όποιος σε φτωχότητα αναθραφεί (παραλ. 2 στ.) του ριζικού την όργητα ποτέ δεν την φοβάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 620· (σε μεταφ.): Διώξε τα νέφη τσ’ όργητας απού το πρόσωπό σου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 423· η όργητά του η κακή ν’ άπτει σαν το καμίνι Τζάνε, Κρ. πόλ. 16722· (ως σύστ. αντικ.): αυτόν ο Κύριος, λέγω, επαίδευσέν τον,| οργίσθην του όργηταν πολλήν διά την ’δωλολατρίαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2135· εκφρ. όργητα θυμωμένη = (για έμφαση) υπερβολική οργή: τάχατες μου τυχαίνει| ν’ αρματωθώ σκληρότητα κι όργητα θυμωμένη; Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1008]. 2) (Προσωποπ., προκ. για τις θεές της οργής): Τσ’ Όργητες τες σεμνές θεές, Ουρβίκιε, θες στολίσεις Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 41. 3) Απέχθεια, αποστροφή: Οι ασπριλάδες τω μαλλιώ κι οι δίπλες του προσώπου| με βάνουσι στην όργητα πάσα λογής αθρώπου Πανώρ. Α΄ 262· όχι τον πόθο από με βγάνοντας, από κείνη| την όργητα, για να μπορεί ταίρι μου ν’ απομείνει Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 56. Φρ. 1) Βάνω κάπ. σ’ όργητα = κάνω κάπ. να οργιστεί: καλλιά ’τονε να βάλει (ενν. ο έρωτας)| ’ς τόση περίσσαν όργητα και κάκητα μεγάλη| την κόρη μου την όμορφη θάνατο να μου δώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 342. 2) Είμαι στην όργητα κάπ. = υφίσταμαι το θυμό κάπ.: δεν είχα μπόρεση να ζήσω διχωστάς σου,| να ’μαι στην καταφρόνεση, να ’μαι στην όργητά σου Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 232. 3) Έχω όργητα σε κάπ. = είμαι οργισμένος με κάπ.: να ’χει όργηταν ο Γύπαρης είναι πρεπό σ’ εσένα| γιατί περίσσα βάσανα τον έχεις αξιωμένα Πανώρ. Ε΄ 213. 4) Κατέρχομαι σ’ όργητα = γίνομαι θύμα της οργής κάπ.: Είπεν ατός του μέσα του, είτις μπορεί να πάθω| και για τον Απολλώνιον σ’ όργητα να κατάρθω Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [268]. 5) Μπαίνω σ’ όργητα = οργίζομαι, θυμώνω: ο Καίσαρης ζιμιό εμπήκε πάλι| σαν πρώτας σ’ όργητα πολλή και κάκητα μεγάλη| και τον Πιλάτο όρισε πάραυτας να φλακιάσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 4607. 6) Πέφτει η όργητα = ξεσπά οργή και (συνεκδ.) αποδίδεται τιμωρία: Σ’ ετούτο (ενν. το δοξάρι) ας πέσει η όργητα και μοναχό ας πλερώσει| ετούτην την θανατερήν πληγήν που μου ’χε δώσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1445]. 7) Πιάνω όργητα = οργίζομαι: γυρίζω πάλιν| αντίδικά του κι όργητα πιάνω πολλά μεγάλην Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [740]. 8) Σβήνω την όργητα = παύω να είμαι οργισμένος, ηρεμώ: Αιώνιοι κι αθάνατοι θεοί την όργητά σας| ακόμη δεν εσβήσετε, δεν παύει η μάνητά σας; Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [335]. 9) Στέκει η όργητα = σταματά η οργή: Πάψε, Θεέ, τη μάνητα κι η όργητά σου ας στέκει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 169. — Βλ. και οργή.
       
  • ορδινιάζω,
    Ασσίζ. 9412, Συναξ. γαδ. (Pochert) 305, Αχιλλ. L 222, Μαχ. 2623, 9220, 10637, Θησ. Ζ΄ [1014], IB΄ [803], Χούμνου, Κοσμογ. 685, 1236, Βουστρ. 418, 427, Αλεξ. 461, Κορων., Μπούας 27, 141, Πεντ. Γέν. XIV 8, Λευιτ. I 7, Αχέλ. 49, 119, Κατζ. Β΄ 131, Ε΄ 250 Βοσκοπ.2 195, Σταυριν. 705, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2282, Δ΄ 1943, Θυσ.2 515, 764, Ευγέν. 1474, Στάθ. (Martini) Α΄ 51, Γ΄ 86, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 51, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1167], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 535, 776, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 119, Ε΄ 33, 61, Λεηλ. Παροικ. 161, Διγ. O 213, 949, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21523, 23723, 53416, κ.π.α.· αρδινιάζω, Φαλιέρ., Ιστ.2 132 κριτ. υπ., Χούμνου, Κοσμογ. 2311, Αλεξ. 16, 1703, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1205], Κορων., Μπούας 87, Ευγέν. 1032, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 120, Ε΄ 209, Διγ. O 478, 785, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19019, 45321, 4774, κ.α.· αρδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 461 κριτ, υπ., 1295 κριτ. υπ., 1777 κριτ. υπ., 2311 κριτ. υπ.· ορδενιάζω, Byz. Kleinchron. A΄ 21110· ορδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 685 κριτ. υπ., 738 κριτ. υπ., 795 κριτ. υπ., 948 κριτ. υπ., 1224 κριτ. υπ., 1236 κριτ. υπ., 1244 κριτ. υπ., 2447 κριτ. υπ.· οροδινιάζω, Άλ. Κύπρ. 390· παρατ. ερδίνιαζα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 435· αόρ. ερδίνιασα / ερδινιάστηκα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, 401, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 4620, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390.
    Από το ουσ. όρδινος (<λατ. ordo, ‑inis) και την κατάλ. ‑ιάζω· βλ. όμως και Triand., Lehnw. 123. Ο τ. ορδενιάζω σε έγγρ. του 17. αι. (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64). Τ. (ε)ρdινιάζω σήμ. στη Ρόδο και τη Χάλκη (Τσοπ., Ροδιακά 149), όπου και τ. ορτινιάζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 455). Τ. ορντινιάζω σε ελληνο-εβραϊκά τραγούδια των Ιωαννίνων (Schwartz-Athanassakis, MGSY 3, 1987, 198). Η λ. στο Meursius (λ. —ειν), σε έγγρ. του 16.-17. αι. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 37, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 252, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 445, κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Γιαννουλέλλης, Ιδιωμ. λ. δάν. 82, Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 79, Meyer, NS III 50, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 183, λ. ‑ομαι).
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Τοποθετώ στη σειρά, στοιχίζω, αραδιάζω: Στάρια πολλά περμάζωξεν, αλώνευτα ορδινιάζει| και μαγατζάδες έκτισε, σ’ αυτούνους τα σοδιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1777· έχτισεν εκεί ο Αβραάμ το θεσιαστήρι και ορδίνιασεν τα ξύλα Πεντ. Γέν. XXII 9· β) φέρνω στο ίδιο επίπεδο, εξισώνω: αδειάζουν τάβλες και βουτσά κι όλη τη γη εσιάσαν| και με τα παραχάντακα τρίγυρα τ’ αρδινιάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 30314. 2) α) Τακτοποιώ, συγυρίζω, ευτρεπίζω: ορδινιάζει το οσπίτιν της και το κραβάτι στρώνει Σπαν. (Ζώρ.) V 594· να βάλω ν’ αρδινιάσουσι εκείνο το παλάτι Σταυριν. 1072· επίασε τότε να τα σιάζει,| τους τόπους, τα μελίσσια να τα ορδινιάζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 856· β) διαμορφώνω, διευθετώ (ένα χώρο): έναν όμορφο περβόλι ν’ ορδινιάσω Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 52· τάφον ορδίνιασ’ έμορφον, μέσα να μ’ αναπάψεις Αλεξ. 1388· γ) στολίζω, διακοσμώ: όλη η αυλή να είναι στολισμένη και ορδινιασμένη με μεταξωτά και χρυσά ρούχα Μπερτόλδος 30· ήτον η γη με το ψηφίν εύμορφ’ ορδινιασμένη Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 443. 3) Κάνω (κάπ. ή κ.) έτοιμο (για κ.), ετοιμάζω, προετοιμάζω: Ορδίνιασέ το γλήγορα, ντύσε το να κινήσει Θυσ.2 405· τα ξύλα τσ’ ολοκάρπωσης, την ’στίαν ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1244· ο μάστορας οπού ’ξερε τη μίνα ν’ αρδινιάσει| και να τρυπήσει το τειχιό κι όλο να το χαλάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 48825. 4) α) Εφοδιάζω, εξοπλίζω· οργανώνω: Πριν να μισεύσει ορδίνιασε τόσα πολλά σπιτάλια| να κυβερνούν τους ασθενείς σαν πρέπ’ αγάλι’ αγάλια Άλ. Κύπρ. 1568· οι Τούρκοι απού τα Χανιά βγαίνουσι κι ορδινιάζουν| ένα φορτί αντίπερα και σέρνου κι ανεβάζου| λουμπάρδες και του βάνουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4899· δεν ημπόρεσεν να τους νικήσει, διότι ήτον το ταμπόρι τους υπέρκαλα ορδινιασμένο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23r· β) συγκροτώ (στρατιωτικό σώμα): ήλθα στην αυθεντία σου φουσσάτο ν’ αρδινιάσω,| χιλιάδες δέκα στρατηγούς, να πα να τονε πιάσω Αλεξ. 983. 5) Ετοιμάζω, παρασκευάζω· παραθέτω (γεύμα): Κάνομεν μην να την ορδινιάσουν (ενν. την γιατρείαν) τώρα τώρα Μπερτόλδος 65· ο δείπνος απού ερδίνιασα, πότε θα τονε φάμε; Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390· τράπεζα ορδίνιασεν βασιλική Διγ. O 2163· (με σύστ. αντικ.): να φέρεις το τραπέζι και να ορδινιάσεις το ορδίνιασμά του Πεντ. Έξ. XL 4. 6) α) Κατασκευάζω, φτιάχνω: τον αλιφιέρη τού Μαντζά γή εκείνο του Γιλντάσου| θα βρω, δυο φελλοπάπουτσα να πα να μ’ ορδινιάσου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 46· τα ρούχα τση να πιάσει,| να πάτε στση μαστόρισσας, να δει να τα ορδινιάσει| καθώς τα ζάρου και φορού τη σήμερον ημέρα Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 500· β) επινοώ, εφευρίσκω: ορδίνιαζε (ενν. ο βασιλεύς) καινούργιους μόδους να τους βασανίζει και να τους θανατώνει (ενν. τους χριστιανούς) Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3224. 7) α) Τακτοποιώ, διευθετώ (υποθέσεις): εζήτησεν γράσαν τάρμε οκτώ μέρες διά να πάγει έσσω του να ορδινιάσει τα καμώματά του Άνθ. χαρ. 29630· Παρεκαλώ σε, Χάρο, κάμε μου μία χάρη: έλα να πάμε εις το σπίτι μου, να σταθείς ν’ αρδινιάσω τα παιδιά μου, το σπίτι μου, καταπώς έναι η τάξη, κι απεκεί με έπαρε Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 30· Εισέ καιρόν μιας βδομαδός όλα τα ορδινιάσαν| και παλληκάρια δυνατά ’κοσπέντε ετοιμάσαν Μαρκάδ. 275· β) (με διαθήκη): όπως διά της τούτου γραφής διαθήσομαι και ορδινιάσω είτι άρα έχω και εξουσιάζω Διαθ. Πασχαλίγ. 78· τυχαίνει καθαένας να το λογιάζει διά να ορδινιάζει την ψυχήν και το πράμαν του διά αποθάνοντός του καθώς είναι η γιόρεξίν του Διαθ. 17. αι. 15. 8) Κανονίζω, ρυθμίζω: Ο λέων τον γαΐδαρον είπε να τους μοιράσει,| του καθενού το μερτικόν εκείνος ν’ αρδινιάσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 378· τα πράγματα δεν γίνονται καθώς ημείς θέλομεν, αλλά καθώς τα ορδινιάζει η πρόνοια Χίκα, Μονωδ. 174. 9) α) Σχεδιάζω, οργανώνω, κανονίζω: να βρει μόδο κιανένα| να ’χε ξηλώσει τη δουλειά ετούτη π’ ορδινιάζου Κατζ. Β΄ 413· ό,τι κι αν μου είπες, παρευθύς όλα εκουρμάσθηκά τα| κι ας πα να τα ορδινιάσομεν, να βάλομεν σε στράτα,| να παν να την σκοτώσουνε οι δούλοι οι εδικοί μου Ευγέν. 376· γύρω τση χώρας τα τειχιά τσι φύλαξες κοιτάζει| και τέχνες περισσότερες αρχίζει κι ορδινιάζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 47024· β) (προκ. για τελετή, γιορτή) διοργανώνω: τους γάμους ορδινιάζουν,| μικροί, μεγάλοι άρχοντες εις την χαράν κοπιάζουν Διγ. O 543· εσύ Άρτεμη άθλια … (παραλ. 1 στ.), μη τράπεζαν να καρτερείς, μηδέ φωτιά εξ εμένα (παραλ. 1 στ.), ουδέ παιγνίδια τίποτες διά σένα μη ορδινιάσω| να γίνονται διά την τιμήν της υψηλότητάς σου Θησ. (Foll.) I 61. 10) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Πάλι και λάχει και έρθει μου θάνατος εις την Στίαν θέλω και ο έγγονάς μου … να ορδινιάσει να με βάλει εισέ ντεπόζιτο εις την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου Διαθ. 17. αι. 355· πηγαίνω εις το ναό να κάμω ν’ αρδινιάσου| ’ς τόπο ψηλό και ξανοιχτό αυτόνο ν’ ανεβάσου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 143. 11) Εκτελώ, πραγματοποιώ: τ’ άλλα τά ορδίνιασε και τις να τα θυμάται| και τα καλά τά έκαμε και τις να τα ξηγάται; Γεωργηλ., Θαν. 320· Φαίνεται ο Μύρτζας άνδρας μου να είχε καμωμένα| στον κόσμον αμαρτήματα, κακά ορδινιασμένα,| να ’καμε φόνους περισσούς, πολλές παρανομίες Αιτωλ., Βοηβ. 267. 12) α) Δίνω εντολή, προστάζω (κάπ. να κάνει κ.): Ο κύρης εκατέβηκεν στο στάβλος· ορδινιάζει| τρία άλογα να στρώσουσιν Βεντράμ., Φιλ. 287· έναν της δούλον έκραξε για να τον ορδινιάσει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1214]· Ο γενεράλες κάτεργα ορδίνιασε να βγούσι| γεμάτα ανθρώπους, μπόλμπερες κι εις τα Χανιά να μπούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1597· β) ορίζω, παραγγέλλω: θέλω να σου δώσω μίαν ιατρείαν, την οποίαν ορδίνιασεν ο ιατρός να σου δώσω Μπερτολδίνος 149· γ) (σε διαθήκη) αφήνω εντολή, παραγγελία, ορίζω: να ’ναι κρατημένοι οι κομεσάριοί μου … οι οποίοι θέλω να έχου εξά να κάνου και να τελειώσου ό,τι εδώ θέλω ορδινιάσει Διαθ. 17. αι. 140· δ) συμβουλεύω, καθοδηγώ: τότε, όταν εγνώρισε ’τι έναι ώρα να σκολάσει,| αρχίνησε η ερωτική για να τον ορδινιάσει.| Και λέγει του: «Με την γνώση σου σέβα στο περιβόλι,| ’πιδέξια και φρόνιμα γιατί κοιμούνται όλοι» Τριβ., Ρε 264· τούτο ορδινιάζω σας, όλοι, μικροί μεγάλοι,| οποίος ακούσει φυλακήν, κανείς μηδέν γελάσει Σαχλ., Αφήγ. 428· ε) αποφασίζω: Θεωρώντα οι καβαλάρηδες τον θάνατον του ρε Πιερ, ορδινιάσα να βάλουν ρήγα τον σινεσκάρδον Μαχ. 5942. 13) α) Έχω (κάπ.) στις διαταγές μου· διευθύνω, ηγούμαι: τους φαμέγιους του σπιτιού εσύ τους ορδινιάζε| κι αν έναι φταίσιμον σ’ αυτούς συγκεραστά τους σάζε Δεφ., Λόγ. 321· αξαπολύθησαν και δεν είχαν καπετάνον να τους ορδινιάζει Μαχ. 19025· είπε του ο Φίλιππος: «Στρατιά καλά την σιάζεις| και όλον το φουσσάτο μου εσύ να τ’ ορδινιάζεις» Αλεξ. 252· β) διοικώ, κυβερνώ: το βασίλειο ορδίνιασε (ενν. ο Θησέας), ως επρεπε με τάξη Θησ. Β΄ [87του Κορνάρο έδωκε την εξουσίαν δικήν του,| για ν’ αρδινιάζει το λαό, να ’ναι στη δούλευσίν του Τζάνε, Κρ. πόλ. 49224· ελπίδαν έχω στον Θεόν, τα πάντα που κοιτάζει| και με την θείαν πρόνοιαν τον κόσμον ορδινιάζει Παλαμήδ., Βοηβ. 94· (εδώ προκ. για συναισθήματα) ελέγχω: Έχεις τον κόσμον το λοιπόν καθάρια να ’ξεικάζεις| και μετ’ αυτά τα πάθη σου με γνώση ν’ αρδινιάζεις Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 122· γ) επιβλέπω· φροντίζω, περιποιούμαι: το οποίον αμπέλι θέλει απού την σήμερον και ομπρός να το κρατεί ο ευλαβέστατος αφέντης πατέρας ο Χαλκιόπουλος … και να τ’ ορδινιάζει κάθα χρόνο, να το γοβερνάρει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1086· δεν έδιδε των ομματίων του ύπνον … διά να ορδινιάζει τόπους του Κυρίου και κατοικήσεις του Θεού Χίκα, Μονωδ. 71. 14) α) Διορίζω: διά τούτον εφάνην μας όλους αντάμα και ορδινιάσαμεν κουβερνούρην τον αδελφόν του ρηγός Μαχ. 4814· την αυτήν ημέραν ορδινιάσαν τον Νικολό τε Μοραπίτον διά βισκούντην Βουστρ. 484· β) χειροτονώ: ήρτεν ο βαχλιώτης του πάπα και έφερεν το σκιάδιν τού γαρδενάλλη και τες βούλλες διά να ορδινιάσουν τον πρωτονοτάρην γαρδενάλλην Μαχ. 67424. Β´ Αμτβ. 1) Δίνω, αφήνω εντολή: Ο αυτός ρε Πιερ ορδινίασεν και έδωκεν τα ’φίκκια του ρηγάτου τα χηράτα Μαχ. 8824· θέλει ο άνωθεν κυρ Φίμις να ορδινιάσει πρώτον διά το πράμαν του και δεύτερον διά την ψυχήν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 608. 2) Ορίζω, καθορίζω: εμέν επαρακάλεσεν ίνα επιγράψω και να τελειώσω την παρούσαν τση και ύστερον διαθήκην, καθώς αυτείνη ορδινιάζει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 156· οπόταν πιστοί άνδρες θέλουσι καταστένεσθαι εις την κυβέρνησιν, καθώς ο άγιος Παύλος εις την προς Τιμόθεον επιστολήν ορδίνιασε Χριστ. διδασκ. 133. 3) Διοικώ, κυβερνώ: εκάθισε ο Ρωτόκριτος εις το θρονί και ορίζει.| Με φρόνεψη πορεύγεται, με γνώσην ορδινιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1505· όλοι γοι αφέντες ήτον ’κεί στον τόπο πασαένας| κι εκείνοι κι ορδινιάζανε, δεν ήλειπε κανένας Τζάνε, Κρ. πόλ. 4816. 4) Ενεργώ: καταπώς τον όρισεν, αυτούνος ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 795. IΙ. Μέσ. 1) α) Ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι (για κ.): ν’ αρδινιαστεί η γυναίκα του κι οι υιοί του κι οι νυφάδες,| να μπούσιν εις την κιβωτόν Χούμνου, Κοσμογ. 461· τους ελάφους έβλεπα απέσω εις το άλσος| και ορδινιαζόμουν να εμπώ ίνα τα πολεμήσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1370· ας πάμε τώρα, άρχοντες, όλοι ν’ αρδινιαστούμεν| κι εις το κυνήγι την αυγή όλοι μας να βρεθούμεν Ευγέν. 277· Έλα, Μπερτολδίνο, ορδινιάσου, διατί εσύ κάνει χρεία να ’λθεις μαζί μας Μπερτολδίνος 101· β) (προκ. για στρατιωτικό σώμα) ετοιμάζομαι για μάχη, συντάσσομαι, παρατάσσομαι: έκαμεν και ορδινιάστησαν ως εξακόσοι τότε,| οπού ’σαν όλοι διαλεκτοί και άξοι στρατιώται Αχέλ. 583· ο γενεράλες … όρισε να εμπούσι| στα κάτεργα τα τσούρματα κι όλοι ν’ αρδινιαστούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 33712· Ορδινιαστείτε το λοιπόν να πάμε στους εχθρούς μας,| για να τους καταλάβομεν Αλεξ. 465· γ) Παίρνω, μέτρα, μεριμνώ, φροντίζω: Πώς η βασίλισσα Ιππόλυτα γροικώντας πως έρχεται ο Θησεύς απάνου της, ορδινιάσθη διά τον αποκλεισμόν Θησ. (Foll.) I πριν στ. 86· πάσα γνωστικός άνθρωπος δε κατέχοντας πότες έχει να του έλθει αυτός ο θάνατος, πρέπει και τυχαίνει να ορδινιαστεί πρώτον διά την ψυχήν του και δεύτερον διά το πράμαν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 146· δ) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Τριάντα αργύρια σού δίδομεν και να τα και ορδινιάσου| γοργόν με δίχως κόμπωσιν τον Ιησούν να πιάσου Μυστ. παθ. 13· ωσάν αποθάνω η άνωθέ μου θυγατέρα και κομμισσάρια να ορδινιαστεί να με θάψουσι στο μοναστήρι Διαθ. 17. αι. 536. 2) (Απρόσ.) δίνεται εντολή: τότε ορδινιάστηκεν όλοι τους να μισεύσουν Διακρούσ. 722. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = προετοιμασμένος, έτοιμος: σαν άνδρα πεινασμένον,| οπού να τρώγει μ’ όρεξιν φαγίν ορδινιασμένον Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 644· τ’ άλογά τους πήρασιν ως ήσαν στολισμένα,| με σέλες και με άρματα για στράτ’ ορδινιασμένα Μαρκάδ. 552.
       
  • παμπλούμιστος,
    επίθ., Λίβ. Esc. 1569.
    Από το α΄ συνθ. παν‑ και το επίθ. πλουμιστός.
    α) Που έχει πολλά στολίδια· πολύ ωραίος: ευγενικόν μαγνάδιν ως κουρτίναν| χρυσογνημάτην, θαυμαστήν, παμπλούμιστον, ωραίαν Καλλίμ. 1879· υαλόκτιστος φισκίνα,| εξαίρετος και έμορφος, παμπλούμιστος, ωραία Λίβ. P 1020· Λουλούδι μου παμπλούμιστο Ch. pop. 522· β) πολύ ευχάριστος, ευτυχισμένος: ζωή μου η παμπλούμιστη, χρυσή και κοσμημένη Ανάλ. Αθ. 59· γ) (για πρόσωπο ή ζώο) γεμάτος χάρη, ομορφιά: παμπλούμιστα κάλλη ως της Ροδάμνης Λίβ. Esc. 2383· παμπλούμιστον κοράσιο Θησ. Δ΄ [56ένα μικρό πουλάκι,| όμορφο και παμπλούμιστο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 2149.
       
  • πανωραιωμένος,
    μτχ. επίθ.· πανωριωμένος.
    Από το α΄ συνθ. παν‑ και τη μτχ. παθητ. παρκ. του ωραιώνω.
    1) Πανέμορφος: εβγάνει (ενν. το δεντρουλάκι) απάνω στην κορφή ρόδο πανωριωμένο,| στη μέση κάνει κόντυλο θεοχαριτωμένο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 2162. 2) (Προκ. για συντροφιά) πολύ ευχάριστη· (εδώ ειρων.): εποσώσασι δυο κάτες αγριωμένοι,| και βρήκασιν τη συντροφιά την πανωραιωμένη (έκδ. πανεραιωμένη· διορθώσ.).| Οι μποντικοί ετρομάξασι Κάτης 88. 3) (Προκ. για φωνή) εξαιρετικά δυνατή, βροντερή: Ως λέων εβρυχίστηκεν (ενν. ο Αχιλλές), επήδησεν ως πάρδος,| μόνο εκ την φωνίτσα του την πανωραιωμένην| τριακοσίους έδειρεν ως ιέραξ τα περδίκια Αχιλλ. (Smith) O 561.
       
  • παραγγέλλω,
    Λόγ. παρηγ. L 149, 165, 308, 339, Καλλίμ. 1946, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1708, Χρον. Μορ. H 2453, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 215, Απολλών. 656, Λίβ. P 2682, Λίβ. Sc. 1772, 2517, Λίβ. Esc. 2930, 3684, Αχιλλ. L 157, Αχέλ. 980, Κυπρ. ερωτ. 135, Αλφ. 1523, κ.α. παραγγείλνω, Πεντ. Δευτ. XIII 19· παραγγέλνω, Λίβ. P 1648, 2015, 2382, 2437, Λίβ. Esc. 1438, Λίβ. N 1225, 1909, 3129, 3216, Αχιλλ. N 235, Αχιλλ. (Smith) O 164, Μαχ. 41225, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 58r, 321v, Πεντ. Γέν. XII 20, XXVII 8, XXXII 18, Έξ. IV 28, XVI 32, XXIX 35, XXXIX 43, Λευιτ. VII 36, XVI 34, XXIV 2, Αρ. II 34, XXVI 4, XXVII 23, XXXII 25, Δευτ. ΧΙ 28, XV 11, XIX 7, XXX 11, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21418, κ.π.α. παραγγένω, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 411, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6615, 9213, 1404, 6, 1638· παραγγέρνω, Πανώρ. Β΄ 509 κριτ. υπ., Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3836, Διαθ. 17. αι. 3141, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 491, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 2208· ενεργ. παρατ. επαρέγγελα, Ερωτοπ. 424· αόρ. επαρέγγειλα, Λίβ. Esc. 1375, Αχιλλ. L 176, 1048· επαρήγγειλα, Σπαν. U 1, Χρον. Μορ. H 563, Λίβ. Sc. 1424, Λίβ. Esc. 2573, Αχιλλ. (Smith) O 247, Χρον. Τόκκων 1241, 1343, Διγ. Άνδρ. 36236-3631, 37315, 21, 37834, κ.α.· παθ. αόρ. επαραγγείλθηκα, Πεντ. Λευιτ. VIII 31, 35, X 13· επαραγγείλθην, Πεντ. Αρ. III 16, XXXVI 2, κ.π.α.
    Το αρχ. παραγγέλλω. Ο τ. παραγγέλνω, για το σχηματ. του οποίου βλ. Ανδρ., Λεξ., στο Somav. (στη λ.), σε έγγρ. του 17. (Σερεμέτης, Έγγρ. Ινστ. Βεν. 174) και 18. αι. (Τουρτόγλου, ΕΚΕΙΕΔ 15 1968/72, 31) και σήμ. Ο τ. παραγγένω σε δημ. τραγ. (Τραγ. Αληδ. 282321, 290452 και Ακ. Αθ., Δημ. τραγ. Α′ 14123). Ο τ. παραγγέρνω, για το σχηματ. του οποίου βλ. Αναγνωστ., Αθ. 38, 1926, 159, στο Βλάχ. (στη λ.), σε δημ. τραγ. της Θράκης (Προμπονάς, Ακριτικά Α′ 208) και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 196). Η λ. και σήμ.
    1) α) Στέλνω μήνυμα, μηνώ, κοινοποιώ, λέω κ. σε κάπ.: Απόκοπ.2 461· Πάλιν δε παραγγέλνω σας και τούτο λέγω σάς το:| είτιναν εύρω πρόθυμον έμπροσθεν του πολέμου,| ευθύς δωρήματα πολλά να τον φιλοτιμήσω Αχιλλ. (Smith) O 164· εσίμωσαν όλα τα παιδιά του Ισραέλ και επαράγγειλέ τους το όλο ος εσύντυχεν ο Κύριος μετ’ αυτόν εις το όρος του Σινέ Πεντ. Έξ. XXXIV 32· β) προειδοποιώ: Τούτο δε πάσι προφωνώ και πάσι παραγγέλνω:| είτις δειλιάσει και στραφεί, τα πίσω του γυρίσει … Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 271· επαράγγειλεν ο Αβιμελέκ όλο το λαό τού ειπεί· οπού ’γγίξει εις τον ανήρ ετούτον και εις τη γεναίκα του θανατωμό να θανατωθεί Πεντ. Γέν. XXVI 11. 2) α) Διαβιβάζω εντολή, παραγγελία: την κόρην επαρήγγειλα άλλην στολήν να φέρει Διγ. Z 2953· β) (προκ. για γιατρό) ορίζω τρόπο θεραπείας: απέθανεν, διατί ουδέν εκράτησεν την δίαιταν οπού τον επαράγγειλεν ο ιατρός Ασσίζ. 1791· γίνεται ο ηγούμενος ιατρός και ταύτα παραγγέλλει:| «Ημέρας τρεις ας κείτεται …» Προδρ. (Eideneier) IV 589. 3) α) Διατάζω κάπ. να κάνει κ., δίνω διαταγή, προσταγή: Προδρ. (Eideneier) IV 505, Έκθ. χρον. 346· Παράγγελνε τους δούλους σου και τους χαρατζαρέους| μην αδικούσι τους πτωχούς Ιστ. Βλαχ. 1521· επήγαν όλοι οι δικοί του και επαράγγειλέν τους (ενν. ο αμιράλλης) και εδώκεν πασανού την δουλείαν του να την πολομά Μαχ. 15417· β) (προκ. για το Θεό): επορτόμησεν ο Αβραάμ τον Ιτσχάκ τον υιό του …, καθώς επαράγγειλεν αυτόν ο Θεός Πεντ. Γέν. XXI 4· τη στράτα ος σε επαράγγειλεν ο Κύριος ο Θεός σου να πας εις αυτήν Πεντ. Δευτ. XIII 6· Κύριος ο Θεός σου παραγγέλνει σε να κάμεις τους τύπους ετουτουνούς Πεντ. Δευτ. ΧΧVI 16· (με σύστ. αντικ.): ετούτες οι παραγγειλές ος επαράγγειλεν ο Κύριος τον Μοσέ προς τα παιδιά του Ισραέλ εις το όρος του Σινέ Πεντ. Λευιτ. XXVII 34· γ) (προκ. για τη μοίρα): Παντές το ριζικόν μου| της τύχης παραγγέλλει| τούτα τα ’μμάτια να καμμύσω κλιόντα Κυπρ. ερωτ. 932· δ) (προκ. για τους προγόνους) αφήνω δ1) υποθήκη, συνήθεια για να τηρείται: Ήτον από τους παλαιούς τούτο παραγγελμένο Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1993· Να κοινωνώ μίαν φοράν κάθεν σαρακοστή σου| καθώς επαραγγείλασι πατέρες οι εδικοί σου Διήγ. ωραιότ. 90· δ2) διαθήκη: ο άνωθεν κυρ Γεώργης … την ώραν του θανάτου ενθυμούμενος … έκαμεν και έκραξαν εμέν, τον κατωγεγραμμένον νοτάριον, ίνα γράψω και να τελειώσω ό,τι αυτός παραγγένει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1404. 4) α) Συμβουλεύω, συνιστώ: παραγγέλλω σου μηδέν βάλεις το κορμίν σου και την βασιλείαν σου εις δικιμήν και παρακαλώ τον Θεόν να σε αποβγάλει απέ τα χέρια τούς Σαρακηνούς Μαχ. 6446· Τούτο να κάμεις σου μηνώ, έτσι σου παραγγέλλω,| γιατί ωσάν μητέρα σου, ξεύρε, καλό σου θέλω Διγ. O 623· αφότου τον εσύντυχα, τότε επαρήγγειλά τον (παραλ. 1 στ.) μη ως άνθρωπος πολύπονος τό επιθυμείς αν ίδεις| θορυβηθείς και ταραχθείς Λίβ. Sc. 2619· β) διδάσκω, κηρύττω: έτσι το ευαγγέλιον λέγει και τους μαθαίνει (ενν. τους μοναχούς)| και τον μισθόν εν ουρανοίς ελπίζειν παραγγέλνει Ιστ. Βλαχ. 1826· Εκεί οπού έστεκεν ο σταυρός και εγώ έβαλα θρονίον, εις το οποίον ανέβηκα και επαράγγειλα τα θεϊκά λόγια και όχι τα εδικά μου Διαθ. Νίκωνος 23· γ) υποδεικνύω, καθοδηγώ: παραγγέλλει το αυτόν βιβλίον το πώς να κερδέσουν οι άνθρωποι τες αρετές και τα κουστούμια τα ηθικά Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73. 5) Παρακαλώ, δέομαι: ικετεύων και παραγγέλλων την άπειρον αυτού (ενν. Ιησού Χριστού) ευσπλαχνίαν διαμέσου της παναχράντου αυτού Μητρός … ευρείν έλεος Σεβήρ., Διαθ. 18912. 6) Τιμωρώ, σωφρονίζω: Εάν καλά και εκείνος οπού να θελήσεις να τον κατηγοράς πάντα θέλει είσταιν εις βίτσιον, μη θέλοντα το κατηγόρημά σου … μηδέν αφήσεις διά τούτον να τον κατηγορήσεις και να του παραγγείλεις πάσα ώρα Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 107. Φρ. παραγγέλλω ευλογιά = (προκ. για το Θεό) δίνω την ευλογία μου, ευλογώ: να παραγγείλω την ευλογιά μου εσάς εις τον χρόνο τον έξατο και να κάμει την εσοδιά για τα τρία χρόνια Πεντ. Λευιτ. XXV 21· να παραγγείλει ο Κύριος μετ’ εσέν την ευλογιά εις τα μαγαζιά σου Πεντ. Δευτ. ΧΧΥΠΙ 8.
       
  • Πάσχα
    το, Προδρ. (Eideneier) IV 91, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1809, Byz. Kleinchron. Ά́ 6831, Zygomalas, Synopsis 197 Η 3· Πάσκα, Πεντ. Έξ. XII 11, Λευιτ. XXIII 5, Αρ. XXVIII 16, Δευτ. XVI 1, 5, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 4618, 4621, 4627· Φάσκα· γεν. Πασχάτου, Ασσίζ. 17424, 42710, Μαχ. 9229· Πάσχου.
    [Το μτγν. ουσ. Πάσχα. Ο τ. Πάσκα και σήμ. λαϊκ. Ο τ. Φάσκα η μτγν. (TLG, Steph., λ. Φάσχα). Η γεν. Πασχάτου (πβ. Psalt., Gramm. 155) και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 721, στη λ.). Η λ. και σήμ.]
    1) α) Η εβραϊκή εορτή του Πάσχα σε ανάμνηση του περάσματος της Ερυθράς Θάλασσας και της απελευθέρωσης του Εβραϊκού λαού από του Αιγυπτίους: από της αύριου του Πάσκα εβγήκαν παιδιά του Ισραέλ με χέρα ψηλή εις τα μάτια οληνής της Αίγυφτος Πεντ. Αρ. ΧΧΧΙΙΙ 3· έκφρ. νομικόν φάσκα = το εβραϊκό Πάσχα (σε αντιδιαστολή με το χριστιανικό Πάσχα, βλ. και ά. νομικός 2 και Du Cange, στη λ.): έτους ͵ϚωϞθ́, ινδικτιώνος ιδ́, ... νομικόν φάσκα μαρτίῳ κβ́, χριστιανών Πάσχα Μαρτίῳ κς́ Byz. Kleinchron. Ά́ 6831· β) το πασχαλινό σφάγιο των Εβραίων: να θεσιάσεις πάσκα του Κυρίου του Θεού σου ποίμινιο και βουκόλιο εις τον τόπο ος να διαλέξει ο Κύριος να απλικέψει το όνομά του εκεί Πεντ. Δευτ. XVI 2· εκεί να θεσιάσεις το πάσκα το βράδυ σαν κάτσει ο ήλιος, καιρό του έβγα σου από την Αίγυφτο Πεντ. Δευτ. XVI 6. 2) α) Η περίοδος του χριστιανικού Πάσχα, κατά το οποίο εορτάζεται η Ανάσταση του Χριστού: τα Χριστουγεννόφωτα, τες ’πίσημες ημέρες,| την Αποκρέα, την Τυρινήν και το μεγάλο Πάσχα Σπαν. (Ζώρ.) V 452· εκίνησαν ακούλιθα ως μέσα εις το κάστρο, (παραλ. 2 στ.). Κρατώ να ήτον την Λαμπράν, Κυριακήν του Πάσχου Χρον. Τόκκων 235· β) (ειδικ.) η Κυριακή του Πάσχα: Επτά ημέρας να σχολάζωμεν προ του Πάσχα και επτά ημέρας μετά το Πάσχα Zygomalas, Synopsis 197 Η 5.
       
  • περιβολάκι
    το, Προσκυν. Ιβ. 845 398, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 2160, Προσκυν. Κουτλ. 390 1391, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 213· περβολάκι· περιβολάκιν, Γεωργηλ., Θαν. 163, Προσκυν. Ιβ. 535 385, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 345.
    [Από το ουσ. περιβόλι(ον) και την κατάλ. ‑άκι. Ο τ. περβολάκι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 17. αι. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Ο τ. περιβολάκιν σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Τ. περιβολάτσι σήμ. στο τσακων. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.]
    Μικρό περιβόλι: ’ς περβολάκι| βρίσκω βαγιά και κόφτω ένα κλαδάκι Βοσκοπ.2 137.
       
  • περιδιαβάζω,
    Καλλίμ. 1156, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. Παράρτ. Β́ 616, Χρον. Μορ. P 2495, Φλώρ. 319, 1468, Σαχλ. N 370, Σαχλ., Αφήγ. 44, 97, Λίβ. Sc. μετά στ. 2047, Θησ. Δ́ [125], Έ [314], Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 83, Αλεξ.2 431, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 154v, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 855‑6, 871, 13533, Ιστ. Βλαχ. 1169, 2137, Σουμμ., Ρεμπελ. 190, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 631, 933, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [579], Διγ. O 80, 84, 2401, Κονταρ., Ιστ. Αθ. 409.
    Από το παραδιαβάζω με επίδρ. της πρόθ. περί. Η λ. στο Βλάχ., στον Κατσαΐτ., Θυ. Έ 714 και σήμ.
    Ά Αμτβ. 1) Κάνω περίπατο, σερ(γ)ιανίζω: πηγαίνοντας συχνά η νία στο περιβόλι,| πολλές φορές με συντροφία, και πότε μοναχή της.| Εκεί περιδιαβάζοντας, όλο με τα τραγούδια,|πολλές φορές τα μάτια της, εσήκωνε και θώριε| προς το παρεθυρόπουλον Θησ. Γ́ [283την επαρακάλεσε (ενν. του βασιλέως τη θυγατέρα ο μισσέρ Τζεντεφρές) να έβγει έξω εις το κάστρον,| να περιδιαβάσει και να ιδεί τον τόπον,| και να αναπαυθεί ολίγας ημέρας από την ζάλην| της θαλάσσης, και τότε να μισεύσει Δωρ. Μον. XXV. 2) Διασκεδάζω: Όσοι με βλέπουν λέγουσιν ότι περιδιαβάζω| και ’γω με πίκρες, με χολές, την νιότη μου διαβάζω Ch. pop. 559· Δεν ήρθα επά να τραγουδώ και να περιδιαβάζω,| μα ’ρθα θεριά να πολεμώ, άντρες να δικιμάζω| και να ματώνω το σπαθίν εις των οχθρών τα στήθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1281. 3) Περιηγούμαι: αφόντις ήλθεν (ενν. ο άγιος Γεράσιμος Νοταράς) από τους Αγίους Τόπους της Ιερουσαλήμ, και όθεν επεριδιάβασε από τα μέρη της Ανατολής και Ευρώπης, ..., έμεινεν εις αυτόν τον τόπον Ιερόθ. Αββ. 334. 4) Αναμετριέμαι, αγωνίζομαι: ας γένη ρέντα των πεζών και των καβαλλαρίων, (παραλ. 2 στ.) ... και ας δώσουν κονταρέας·| και αφού περιδιαβάσουσιν ομπρός οι εδικοί σου,| εγώ να ειπώ τον Λίβιστρον και συ τον Βερδερίχον| του να καβαλλικεύσωσι να δώσουν κονταρέας Λίβ. N 2863. Β́ Μτβ. 1) α) Κάνω βόλτα σε κάπ. τόπο, σερ(γ)ιανίζω κάπου: Εις τον καιρόν, οπού ετούτη επεριδιάβαζε το θέατρον με τον Αλμπάζαρ (...) με ετήραξε εις το πρόσωπον με ένα γλυκύ βλέμμα Καλόανδρ. (Δανέζης) 51 (16vβ) πηγαίνω κάπ. βόλτα κάπου, συνοδεύω κάπ. σε κάπ. τόπο: Την επεριδιάβασα τριγύρου του θεάτρου Καλόανδρ. (Δανέζης) (18rγ) (προκ. για βοσκό) οδηγώ το κοπάδι (σε κατάλληλο τόπο) για να βοσκήσει: ο ιδιώτης βοσκός πρέπει να βόσκει το μανδρί οπού του εμπιστεύθη, να το περιδιαβάζει, να το φυλάγει και να το κυβερνά Χριστ. διδασκ. 394. 2) Διασκεδάζω κάπ.: Πανώρια, θυγατέρα μου, ...| (παραλ. 1 στ.) εις τα βουνά δεν πρέπει πλιο κι εις δάση να γυρίζεις,| να μη θωρείς τσι λυγερές, ...| ..., να μη τσι συντροφιάζεις| κι εις τό μπορείς κιαμιά φορά να τσι περιδιαβάζεις Πανώρ. Αφ. 6. 3) Περνώ από κάπου, διέρχομαι: ήλθαμεν εις την Ληβαθόν, και επεριδιαβάσαμεν τους τόπους και τες γκρεμισμένες εκκλησίες Ιερόθ. Αββ. 335. 4) (Μεταφ.) α) βιώνω: Κι όποιος χαρές κι ανάπαυσες θε να περιδιαβάσει,| κόπους και κίνδυνα ομπροστά πρέπει να δοκιμάσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [909]· β) ζω, περνώ για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε κάποιο χώρο: Αέρας δεν ευρίσκεται ’ς τση Κόλασης τα μέρη,| για να περιδιαβάσετε τάχα το καλοκαίρι,| περβόλια με τσι μυρωδιές εις τση πικράς τη χλώρη (παραλ. 2 στ.) αντίς σγουρούς βασιλικούς σκουλήκια φυτεμένα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 597. — Βλ. και παραδιαβάζω.
       
  • περιδιάβασις ‑ση
    η, Διγ. A 293, Χρον. Μορ. P 8295, Θησ. Γ́ [87], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2931, Πηγά, Χρυσοπ. 197 (20), Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 857‑8, 18, 22, 878, Hagia Sophia f 60211‑12, Πανώρ. Πρόλ. 14, Γ́ 225, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 62, Β́ 46, Γ́ 118, Δ́ 10, Πιστ. βοσκ. III 3, 135, Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 11636, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 136, Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 12, Σουμμ., Παστ. φίδ. Yπόθ. [29], Ά [52], Έ [1511], Φορτουν. (Vinc.) Ά 3, Γ́ 296, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 26.
    Από το περιδιαβάζω και την κατάλ. ‑σις/‑ση ή από το παραδιάβασις ‑ση με επίδρ. της πρόθ. περί. Η λ. περιδιάβασις στο Du Cange, App. altera, στο Κουμαν., Συναγ. ν. λέξ. και σε έγγρ. του 16. αι (Μέρτζιος, Προσφ. Κυριακ. 478)· βλ. και LBG. Η λ. περιδιάβαση στον Κατσαΐτ., Θυ. Έ 408, 695, Κλ. Γ́ 336 και σήμ.
    1) Περίπατος, σερ(γ)ιάνι: εις όποια τσ’ ήθελε φανεί τση χώρας άλλα μέρη| να ’βγει (ενν. η Ερωφίλη) για περιδιάβαση, δεν ήθελε άλλο χέρι| στη στράτα να τηνε κρατεί, μονάχας το δικό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 158· αφού απογευθείς ή δειπνήσεις, ... μην υπάγεις να κοιμηθείς ..., αλλά ύπαγε εις περιδιάβασιν ή α δεν σου βολεί να έβγεις από τον οίκον σου, σολατσάριζε ολίγην ώραν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 182· το πήρε (ενν. το παιδί) η νένα του μες στη δική τση αγκάλη| να πάει για περιδιάβαση κάτω στο περιγιάλι Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 532. 2) Γλέντι, γιορτή, ξεφάντωση (πβ. ξεφάντωσις ‑ση 1α): Τ’ άρματα ... μπορείς να βγάλεις τώρα,| γιατί μαλιές δε γίνουνται στην εδική μας χώρα·| γάμοι και περιδιάβασες, ξεφάντωσες και σκόλες| γίνουνται ’ς τούτους τσ’ όμορφους τόπους τσι μέρες όλες Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 161· Περιλαμπάνει και φιλεί και δεν τονε χορταίνει| το φίλο του τον ακριβό ...| Λογιάσετε πόσες χαρές ήσαν την ώρα εκείνη| και πόση περιδιάβαση σ’ όλη τη χώρα εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1458· τ’ όνομα αυτουνού, που το μισάς ατή σου| (παραλ. 1 στ.) δεν θες να τόχεις μετά σε, στες περιδιαβασές σου,| ούτε σε μέρος να θωρεί, εις τες ξεφαντωσές σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1243]. 3) α) Ευχαρίστηση, ψυχαγωγία: αφήτε άλλα βιβλία ψευδή τε και μάταια, ..., οπού ούτε την ψυχήν ωφελούσιν ούτε το σώμα σας, και μόνον ετούτο αναγνώθετε διά περιδιάβασιν και διά την υγείαν του σώματος Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 132· β) χαρά, αγαλλίαση: ο νους μου ο φοβιζάμενος, γρικώντας τ’ όνομά σου (ενν. Κασσάνδρα μου ακριβή),| να διώξει την τρομάρα μου, κι από ’δεπά με πλήσο| δρόσος και περιδιάβαση σπίτι μας να γυρίσω; Κατζ. Ά 12. 4) Eρωτικό παιχνίδι: για να μη μπορούσινε πλιο να τση τονε πάρου, (παραλ. 1 στ.) ... μ’ έκαμε ... έναν όμορφο περβόλι να ’ρδινιάσω,| για να μπορεί ... εισέ χαρά μεγάλη| με πλήσες περιδιάβασες τσ’ αγάπης, στην αγκάλη την εδική τση πάντα τση χωσμένο να τον έχει Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 54· (μεταφ. προκ. για τόπο εξαιρετικά ωραίο και ειδυλλιακό που ευνοεί την εκδήλωση έντονης ερωτικής επιθυμίας, πόθου): παντοτινή παράδεισος (ενν. τούτοι οι τόποι) πάσα λογής αθρώπου,| ξεκούραση του λογισμού κι ανάπαψη του κόπου·| του πόθου περιδιάβαση, τσ’ αγάπης περιβόλι, τω κορασώ ξεφάντωση και τω νεράιδω σκόλη Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 77. 5) Αντικείμενο χλευασμού, περίγελος: Τέτοιες ήτον οι εντροπές και ζάλες των Εβραίων,| οπούτον περιδιάβασις και γέλια των Ρωμαίων Μαρκάδ. 618. Φρ. 1) (Ε)παίρνω περιδιάβαση = (α) περπατώ για διασκέδαση ή αναψυχή, κάνω βόλτα: στο περβόλι ηθέλησεν εκείνη την ημέρα| να πάρει περιδιάβαση τ’ αφέντη η θυγατέρα| κι ορέγετο να συντηρά τα δεντρικά που ανθούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1842· (β) δοκιμάζω κάπ. ευχαρίστηση, απολαμβάνω: να δείτε και τσι γάμους της πριχού διαβεί το βράδι·| χαρά και περιδιάβαση να πάρετε μεγάλη Πανώρ. Πρόλ. 79· ελόγιαζα να μην ψηφώ μηδ’ άλλους μηδέ τούτο| και μόνο περιδιάβαση να παίρνω στο λαγούτο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 950· ας μου ήτον μπορετόν, μαζί με τον Μυρτίνον,| χαρές και περιδιάβασες να ’παιρνα μετ’ εκείνον Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά 708. 2) Πιάνω περιδιάβαση = γλεντώ, δοκιμάζω κάπ. απόλαυση (πβ. ξεφάντωσις ‑ση Φρ. 2): στέκει ο Ρινάλδος σε χαρές από ταχύ ως το βράδυ| και τον αθό τση νιότης του δεν του πονεί πως χάνει| σε πλήσες περιδιάβασες οπού όλη μέρα πιάνει Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 4· Τσ’ έγνοιες τυχαίνει ’ς μια μερά ν’ αφήσει όποιος λογιάσει| σε τούτο τ’ ομορφότατο περβόλι να περάσει| και να ’ρδινιάσει την καρδιά να πιάνει απού τη χέρα| του πόθου περιδιάβασες περίσσες κάθα μέρα Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 30. — Βλ. και παραδιάβασις ‑ση.
       
  • περικεφαλώνω.
    Από την προθ. περί και το κεφαλώνω. Πβ. και μτχ. περικεφαλαιωμένα (γρ.: περικεφαλαιμένα) σε έγγρ. του 13. αι. (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 40).
    Περνάω πάνω από το κεφάλι κάποιου· ορμώ, επιτίθεμαι σε κάπ.: εκάμα μουγκρισμό πολύ και τα μαλλιά ετινάξα (ενν. τα θεριά).| Εμένα και το Χάροντα επερικεφαλώσα,| εσμίγασι τσι γλώσσες τως, την πόρτα εκλειδώσα (παραλ. 1 στ.) O Χάρος τως εμίλησε κι επάψα τα θερία,| εσύρθησα εις τσι τόπους τως, τα πίσω πόδια εκλίνα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 141.
       
  • περιμαζώνω,
    Διγ. A 1580, 3295, Χρον. Μορ. P 1058, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 17, Αργυρ., Βάρν. K 289, Ιμπ. (Legr.) 362, Κορων., Μπούας 10, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 144v, Βυζ. Ιλιάδ. 1165, Αχέλ. 1587, Πηγά, Χρυσοπ. 127 (3), 303 (1), 310 (3), Προσκυν. Ιβ. 535 7, Προσκυν. Ιβ. 845 5, 216, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 123, Διήγ. Αλ. Σεμίρ. M 348, Ιστ. Βλαχ. 961, Εγκ. αγ. Δημ. 108107· περμαζώνω, Χούμνου, Κοσμογ. 641, 992, 1097, 1969, 2571, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 458, Ιμπ. (Legr.) 358, Κατζ. Έ 505, Πιστ. βοσκ. III 3, 174, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1266, 2347, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 30, 444, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2393, 50518· πρεμαζώνω, Πανώρ. Πρόλ. 2, Έ 404 κριτ. υπ., Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3121, 384, 9926, 10123‑4, 15018‑9, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 1042, 1464, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14711.
    Από την πρόθ. περί και το μαζώνω. Οι τ. με αποβολή του ‑ι‑ (βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 257, Κριαρ., ΕΕΒΣ 10, 1933, 90). Ο τ. περμαζώνω στον Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 106, Έ 593 και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Ο τ. πρεμαζώνω στον Κατσαΐτ., Ιφ. Επίλ. 2 και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Κονδυλάκης, Κρ. Λεξιλ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Τ. πρεμαζώννομαι σε κυπρ. χφ του 19. αι. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 34, 1970, 106). Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., λ. περιμαζεύω).
    I. Ενεργ. 1) α) Συγκεντρώνω: επεριμάζωξεν όλα του τα φουσσάτα Ιστ. Βλαχ. 133· επεριμάζωξεν απ’ όλην την αρμάδα| σκύφους και βάρκες, κόπανα και πάσα τους φρεγάδα Αχέλ. 1654· όλα τα σεβάσματα τα ειδωλικά εχαλούσαν, και όλον το ασημοχρύσαφον και τα χρήματα οπού ήταν εις αυτά επρεμάζωνεν ο βασιλεύς και εφαμπρικάριζεν εκκλησίες Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13712· (σε προσωποπ. προκ. για το θάνατο): να ιδώ ..., Χάρο, ... (παραλ. 2 στ.) ... αυτούς τούς παίρνεις εκ την γην και ρίκτεις και σκοτώνεις,| τους βασιλείς και άρχοντες πώς τους περιμαζώνεις.| Εις είντα τόπον καταντούν, ’ς ποιαν φυλακήν τους βάνεις Πικατ. 123· (μεταφ.): περμάζωξε τις πονηριές κι όλη τη φρόνεψή σου,| για να μπορώ να βοηθηθώ τώρα με τη βουλή σου Κατζ. Ά 113· περμάζωξε όλη την αντρειά, βάλε τη δύναμή σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1775· β) περισυλλέγω: ήτον τα κορμία τους νεκρά και γυμνωμένα (παραλ. 1 στ.)· ο δε Σερμπάνος ...| εις έναν τόπον όρισε και περιμάζωξέν τους Ιστ. Βλαχ. 316· γ) (προκ. για καρπούς) μαζεύω, σοδιάζω: Στάρια πολλά περμάζωξεν (ενν. ο Ιωσήφ), αλώνευτα ορδινιάζει,| και μαγατζάδες έκτισε, σ’ αυτούνους τα σοδιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1777· δ) συγκεντρώνω και τοποθετώ μαζί· μετατοπίζω: ποιοι επερμαζώξα τα βουνιά κι εμεσοξετελειώσα| τον πύργο εκείνο τση Βαβέλ ...; Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 52· ε) αποταμιεύω, αποθησαυρίζω: Φτωχοί, ...| τά περμαζώνετε σκορπού, τά κτίζετε χαλούσι.| ... τα πλούτη σας σα σκόνη| σκορπούσινε και χάνουνται Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 132· (μεταφ.): πλέα παρά χρυσάφι και πέτρες ατίμητες επρεμάζωνεν εις του λόγου του τον πλούτον της ελεημοσύνης Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13815‑6. 2) (Προκ. για πλήθος) συναθροίζω· συγκαλώ· προσκαλώ: περμαζώνει (ενν. ο Μωυσής) τον λαόν και όλοι απ’ αυτούνο (ενν. το νερόν) πίνου Χούμνου, Κοσμογ. 2753· πρεμαζώνοντάς τους (ενν. ο Ιωάσαφ) όλους τως φανερώνει την βουλήν του Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14734· να περμαζώξει (ενν. ο πατέρας της Μαργαρώνας) τους πεζούς και τους καβαλαραίους,| είτις νικήσει στ’ άρματα ...| ... Μαργαρώνας| άνδρα να τονε δώσουσιν Ιμπ. (Legr.) 885. 3) Αιχμαλωτίζω: τα φουσσάτα εμπήκασι, τη χώρα ενικήσα,| τσι Οβραίους εσκοτώσασι ...| Επρεμαζώξα ζωντανούς ’νενήντα εφτά χιλιάδες Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4664. 4) α) Συνενώνω κ. διαλυμένο ή διασκορπισμένο: θέλει του είσται αδύνατον (ενν. του Θεού) πάλιν από την διάλυσιν των στοιχείων, εις τα οποία διαλύονται και άνθρωποι και ζώα, να περιμαζώξει την φύσιν πασαενός και να αναστήσει πασαένας το σώμα του να το σμίξει με την ψυχήν ...; Πηγά, Χρυσοπ. 148 (63)· β) (προκ. για ύφασμα ξηλωμένο) ενώνω, συνδέω ράβοντας τα ξηλωμένα κομμάτια: οκάποιας γειτόνισσας ρούχον να παρελύθη,| και παρευθύς να με έκραξεν: «μαστόρην και τεχνίτην,| να, κέντησε το ρούχον μου και περιμάζωσέ το» Προδρ. (Eideneier) III 164 χφ P κριτ. υπ. 5) Παρέχω προστασία και φροντίδα, περιθάλπω: να θρέψεις τον πεινασμένον, ... να περιμαζώξεις τον ξένον Πηγά, Χρυσοπ. 145 (54)· Μη μας αφήσεις (ενν. συ, μήτηρ) το λοιπό, μη μας απαντονάρεις·| πρεμάζωξε τα τέκνα σου, τά πολεμά ο πνιγάρης Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5269. 6) Προσελκύω κάπ. ερωτικά, κάνω κάπ. να με ερωτευτεί: να περμαζώξω την ξαθή| σ’ εμέναν τον πολυπαθή,| οπού ’παθα πολλά γι’ αυτή Αγν., Ποιήμ. Ά 17. II. Μέσ. 1) α) Συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι: Εκεί (ενν. εις την Ανάπολην) επεριμαζώχθησαν του κόσμου οι ανδρειωμένοι Ιμπ. 337· Τυχαίνει να πρεμαζωκτού δικοί και φίλοι ομάδι,| ν’ αποδεκτού τον Ισαάκ, πὄρχεται απού τον Άδη Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1099· έφθασαν στην Μισσίνα,| οπού περιμαζώνετον ... στόλος| κι εις ορδινίαν έμπαινεν εις πάσα χρείαν όλος Αχέλ. 593· β) (μεταφ.) συγκεντρώνω το νου μου, συνέρχομαι: ο Αλέξανδρος απιλογήθηκεν, εσκοτίσθην ο νους του,| πάλιν περιμαζώνεται, συλλογίζεται ατός του,| την Σεμίραμην απιλογήθηκεν Διήγ. Αλ. Σεμίρ. Σ 372· φρ. ο νους μου περμαζώνεται = λογικεύομαι: να διώξεις έτοιο λογισμό ...| κι ο νους σου να περμαζωχτεί, νά ’ρθουν τα λογικά σου; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1180. 2) Συγκαλούμαι, συνέρχομαι: ας κάμομεν ένα μεγάλον μάζωμα, να πρεμαζωχθούν συναμάδι οι εδικοί μας φιλόσοφοι και οι χριστιανοί, να διαλεχθούσιν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9916. 3) Επανέρχομαι, επιστρέφω: έπαυσαν οι πόλεμοι ... (παραλ. 2 στ.)· επεριμαζωχθήκασιν οι άνθρωποι του τόπου| καθένας εις το σπίτι του Ιστ. Βλαχ. 103· τους καλογέρους τους εξόρισε (ενν. ο Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος) όλους ... Και μετ’ αυτόν βασιλεύει ο Λέων ... Και μετ’ αυτόν ... ο υιός του ο Κωνσταντίνος ... με την μάννα του την Ειρήνην ... και αυτείνοι ... ήσαν ευσεβείς ... και επεριμαζώχθησαν οι καλόγεροι εις τα μοναστήρια τους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 316v. 4) Εγκαθίσταμαι σε τόπο: να στραφώ σ’ αυτήν την γην, οπού μου θέλει δείξει (ενν. ο Θεός) (παραλ. 1 στ.). Σ’ αυτούνην να περμαζωκτώ, σ’ αυτήν να καταντήσω Χούμνου, Κοσμογ. 627. 5) α) Συγκεντρώνομαι κάπου για να προστατευτώ: αν ιδείς τον λύκον να έρχεται, εσύ να σφυρίξεις, να συσμικτούσιν τα πρόβατα, να περιμαζωκτούσιν στην μάνδραν, να μην αρπάζει ο λύκος κανένα Πηγά, Χρυσοπ. 216 (16)· β) προστατεύομαι· περισώζομαι: εις τούτο το ξύλον ήτονε να βαλθεί να αποθάνει εις τον σταυρόν ο Υιός του Θεού. Και ο Δαβίδ ειστούτο ήτον πολλά χαιράμενος, ... διατί είχε ελπίδα να περιμαζωχθεί (ενν. το ξύλον) και να φυλαχθεί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 196r.
       
  • περιπατώ,
    Σπαν. O 7, Λόγ. παρηγ. L 251, Προδρ. (Eideneier) II 90 χφ H κριτ. υπ., Καλλίμ. 880, 977, 1214, 1467, 1755, Ασσίζ. 286, Διγ. (Trapp) Gr. 1785, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 297, 911, 1086, Βέλθ. 269, 318, 1135, Χρον. Μορ. P 2469, 3041, 6794, Λίβ. P 1091, 2069, 2547, 2600, Λίβ. Sc. 45, Λίβ. (Lamb.) N 508, Λίβ. Esc. 2728, Λίβ. N 2726, 3654, Αχιλλ. (Smith) N 414, Αχέλ. 1511, Διγ. Άνδρ. 32118, 36221, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 718, Ροδινός (Βαλ.) 122, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 3922, κ.π.α.· παρπατώ, Μαχ. 1922, 59034, 64812, Κυπρ. ερωτ. 9523, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 177, 194, 250, 365, 406, 698· περβατώ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά μετά στ. 120 χφ Χ κριτ. υπ., Μπερτόλδος 46, Μπερτολδίνος 101, 105 (τετράκις), 141· περπατώ, Γλυκά, Στ. 155, Λόγ. παρηγ. L 625, Λόγ. παρηγ. O 485, Καλλίμ. 1471, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 821, Χρον. Μορ. H 1051, Χρον. Μορ. P 1051, 5816, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 304, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 175, Λίβ. P 20, 1723, 2592, Φλώρ. 1127, Σαχλ., Αφήγ. 97, Ερωτοπ. 663, Λίβ. Sc. 2354, Λίβ. Esc. 22, 790, Λίβ. (Lamb.) N 667, Λίβ. N 2827, Αχιλλ. L 283, Αχιλλ. (Smith) O 191, Ιμπ. 521, Χούμνου, Κοσμογ. 2531, Πικατ. 206, Κορων., Μπούας 90, Διήγ. Αλ. F (Konst.) 163, Ιστ. πατρ. 1151, Ιστ. Βλαχ. 1990, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 30v, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [97], Διγ. O 2428, κ.π.α.· προστ. αορ. περπάτηξε, Πεντ. Γέν. XVII 1· πορπατώ, Ερωτοπ. 380, 384, 422, Ανακάλ. 27, Απόκοπ. (Παναγ.) 532, Πεντ. Γέν. XXX 14, Αχέλ. 895, Πανώρ. Ά 439, B́ 48, 151, Γ́ 644, Έ 57, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 632, Β́ 215, Δ́ 18, Έ 356, Κατζ. Β́ 213, Βοσκοπ.2 315, 454, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 184, 1738, 1916, Β́ 1414, 1915, Γ́ 938, Δ́ 769, Έ 97, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 740, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 97, Έ 172, Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [16], Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 101, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 156, Γ́ 348, Διγ. O 930, 1164, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 25927, 57024· κ.π.α.· αόρ. επορπάτηξα, Πεντ. Γέν. XXXV 3, Δευτ. I 31, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1719, Δ́ 1099· μτχ. μέσ. ενεστ. (πληθ. ουδ.) πορπατούμενα, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896· προβατώ, Σοφιαν., Παιδαγ. 109, Ερωτόκρ. Ά 1738 χφ Χ κριτ. υπ.· υποτ. αορ. (να) προβατήξω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά μετά στ. 1574 χφ Χ κριτ. υπ.· προπατώ, Χρον. Τόκκων 1092, Rechenb. 7815, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 75, 78, Πιστ. βοσκ. I 5 236, III 6 257, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1512, 1547, 2142, Β́ 1977, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 605, Στάθ. (Martini) Β́ 144, Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 132, Δ́ 570, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20422, 4978, Τζάνε, Κατάν. 110.
    Το αρχ. περιπατέω. Ο τ. παρπατώ (με συγκ. του ‑ι‑ και παρετυμ. επίδρ. της παρά (Hatzid., Einleit. 154) ή τροπή του ‑ε‑ σε ‑α‑ με αφομ. (Μενάρδ., Αθ. 6, 1894, 147, Dawkins [Μαχ. ΙΙ σ. 32]) (βλ. και Φαρμακ., Γλωσσάρ. 195, λ. παρπατητός)) στο Meursius (‑είν) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 719, Λουκά, Γλωσσάρ. 360, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ. Δ́ 258, λ. πορπατώ). Ο τ. περβατώ (με συγκ. του ‑ι‑ και πιθ. επίδρ. των ρ. βαίνω, βαδίζω (Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219, Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214· βλ. και Καψ., ΛΔ 3, 1941, 100, βλ. όμως και Hatzid., Einleit. 158)) και σήμ. λογοτ. (ΑΛΝΕ). Ο τ. περπατώ (με συγκ. του ‑ι‑ (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 257, Hatzid., Einleit.  154, Κοραή, Άτ. Ά 313, Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219)) στο Du Cange (‑είν) και σήμ. Ο τ. πορπατώ (με επίδρ. του ρ. πορεύομαι (Ανδρ., Λεξ., Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214) ή με (συγκ. του ‑ι‑ και) παρετυμ. επίδρ. της πρόθ. προ (Hatzid., Einleit.  154, 158, Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 674], Θαβώρ., Δωδώνη 9, 1980, 407) (βλ. και Hesseling [Πεντ. Εισαγ. σ. xxviii-xxx]) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά, προπατώ, Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., λ. περπατώ, Δράκου, Ιδίωμ. Κάλυμν.) καθώς και στο ΑΛΝΕ. Η μτχ. παρκ. πορπατούμενα (ως ουσ.) και σήμ. ιδιωμ. (Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πορπαταριά· πβ. και Πλατάκης, Κρητολ. 9, 1976, 111). Ο τ. προβατώ (πιθ. με επίδρ. ρ. όπως (προ)βαίνω, βαδίζω (Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 219, Φιλ., Γλωσσογν. 2, 214· βλ. και Καψ., ΛΔ 3, 1941, 100 , βλ. όμως και Hatzid., Einleit., 158)) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.) καθώς και λογοτ. (ΑΛΝΕ)· πβ. και προστ. προβάτα σήμ. ιδιωμ. (Δομένικος, [Ραντεβού] (Γλωσσ.) σ. 123). Ο τ. προπατώ (με παρετυμ. προς την προ (Hatzid., Einleit., 154, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 514, Χαραλαμπάκης (Προμηθεύς Πυρφόρος 25, 1981, 266)), Ξανθουδίδης, [Ερωτόκρ. σ. 674]) στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.), καθώς και λογοτ. (ΑΛΝΕ). Τ. πουρπατώ στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. περπατώ, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πιρπατώ, Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ.). Τ. πιρβατάου, προυβατάου, πραουτώ, πρατώ κ.ά. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 300, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. πιρπατάου, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. πιρπατώ, Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ., πιρπατώ, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.). Η λ. και σήμ. λόγ.
    Ά Αμτβ. 1) α) Βαδίζω, προχωρώ, πορεύομαι, περπατώ· (πεζός): Αχιλλ. (Smith) N 653, το να δει ο αμιράλλης την φούσταν ..., εφοβήθην και απεζεύσαν τον εις την γην, και από τον φόβον του επαρπάτησεν τόσον ότι εποστάθην Μαχ. 2721· Δεν ημπορώ τα πόδια μου καλά να τα πατήσω| μ’ αγάλια αγάλια προπατώ και κάνω ό,τι θελήσω Ζήν. Πρόλ. 152· έτυχεν τα Σάββατα και επέρναν μέσα από τα σπαρτά, και άρχισαν οι μαθηταί του (ενν. του Ιησού) περιπατώντας εις την στράταν να μαδούσι στάχυα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. β́ 23· (εδώ με το επίθ. πεζός για να δηλωθεί φτώχεια): βλέπεις τον δείνα, τέκνον μου, πεζός περιεπάτει,| και τώρα έν’ διπλοεντέλινος και παχυμουλαράτος Προδρ. (Eideneier) III 58· (με το εμπρόθ. στην στράτα): λιοντάρια άγρια να με κατασπαράσσουν,| στην στράτα οπού πορπατώ θεριά να με μοιράσουν Διγ. O 930· (με το επίρρ. κλιτά ως ένδειξη υποταγής, παράδοσης): Δυο Τούρκους πέμπουν τ’ αφεντός, κι οι Φράγκοι να τους δούσι| φλάμπουρο άσπρο να βαστού, κλιτά να πορπατούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38912· (σε παροιμ. φρ.): βλ. λ. παπούτσι· (έφιππος): ο καθείς ανέβηκαν στ’ άλογον το δικόν του (παραλ. 2 στ.). Εκείθεν δ’ εξέβηκαν κι ολονυκτί περπάτουν,| κι εις τα βουνά τα άβατα τ’ άλογά τους επάτουν Κορων., Μπούας 77· πηδούν, καβαλικεύουσιν ώσπερ γοργούς πετρίτες| ... οι θαυμαστοί αγούροι ... (παραλ. 3 στ.). Εκίνησαν, περιπατούν, εφθάσασιν συντόμως Αχιλλ. (Smith) O 515· όρισε ... (ενν. ο αυθέντης) και δέδωκαν ίππον εκ των εκλεκτών, και εκαθέσθη (ενν. ο δεσπότης Δημήτριος) περιπατών έμπροσθεν αυτού Έκθ. χρον. 256·   β1) αρχίζω την πορεία, ξεκινώ: Σκορπάται η ορδινιά απάνω κάτω| να αρχίσει να μαρκιάρει τo φουσσάτο (παραλ. 1 στ.) και όλοι να περπατούσι αρματωμένοι Λεηλ. Παροικ. 44· Προστάσσει τότ’ ο καππικής όλοι να ’ρδινιαστούσιν,| τ’ άλογα και τα ρούχα τους, γιατ’ έν’ να (για τη γρ. αυτή βλ. Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 240) παρπατούσιν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 698· β2) συνεχίζω την πορεία: Εκεί γουν επεδιάβασαν την άπασαν ημέραν,| το καύμα γαρ ουκ ίσχυνεν διά να περπατούσιν Αχιλλ. (Smith) O 191· γ) (με τις προθ. εις, προς και αιτιατ.) πηγαίνω, κατευθύνομαι προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Επαίρνουν οι πραγματευθαί τον Ιωσήφ ετότες| στην στράταν οπού εις Αίγυπτον εκείνοι επερπατούσαν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 459· ο Μιχαήλ, πως είν’ θνητός διατί ήξευρε και εκράτιε,| στον ιατρόν του πνεύματος χαρούμενα επερπάτιε Λίμπον. 346· Μέραν και νύκτα πορπατεί προς της Εδέμ τον τόπον| και σώνει στην παράδεισον μετά μεγάλον κόπον Χούμνου, Κοσμογ. 313· (εδώ σε προστ. ως προτροπή) εμπρός πήγαινε: καν ας με εγεμίζασιν το εμποτόπουλόν μου,| αμή λαλώ, και λέγουν με «περιπάτει εις το πηγάδιν» Προδρ. (Eideneier) IV 301· δ) (με τις προθ. διά και αιτιατ. ή με τελική πρόταση) προχωρώ, πορεύομαι για κάπ. συγκεκριμένο σκοπό: Λέγει (ενν. η αρχόντισσα) «Δεν είναι εδώ στο σπίτι μέσα, αμ’ όξω περπατεί διά τα τορνέσα Λεηλ. Παροικ. 386· Ημέρας τρεις περιπατούν να εύρουν ξενοδοχείον Φλώρ. 1230· ε) φρ. (1) περπατώ/πορπατώ διά να πολεμώ = πηγαίνω στον πόλεμο, εκστρατεύω: να κάθονται (ενν. οι γυναίκες) στο σπίτι τους, να γνέθουν, να κεντούσι·| και οι άνδρες τους ας περπατούν διά να πολεμούσι Ιστ. Βλαχ. 708· Διότι δεν εδόθηκεν των γυναικών στρατεία,| ... ότ’ είναι αταξία| να διαγέρνουν πόλεμο ...|, αλλά ...| να κάθουνταιν στα σπίτια τους να κλώθουν, να κεντούσι| κι οι άνδρες των να πορπατούν διά να πολεμούσι Διγ. O 2910· (2) περιπατώ εις τον πόλεμον/εν πολέμοις = εκστρατεύω: Τούτος ήτον εις τον καιρόν Αλεξάνδρου του βασιλέως, με τον οποίον επεριπάτιεν εις τον πόλεμον, και ήτον από τους ονομαστούς του φίλους Ροδινός (Βαλ.) 170· εποίησαν βουλήν οι γενίτσαροι, όπως αιτήσονται τον σουλτάν Σελίμην αρχηγόν του στρατεύειν και περιπατείν εν πολέμοις, λέγοντες γαρ ότι ο αυθέντης εστί γέρων και ασθενής και ου δύναται στρατεύειν μεθ’ υμών Έκθ. χρον. 5219· στ) φεύγω (από κάπ. μέρος): απήτις μ’ έναι του φτωχού γραμμένο| να πορπατώ από δω, μακρά να πηαίνω,| παραγγελιά σ’ αφήνω να θυμάσαι·| και πάντα ο νους σου μετά μένα να ’σαι Βοσκοπ.2 298· ζ) (με το επιρρ. γλήγορα) επισπεύδω την πορεία μου: πόδια μου, δυναμώσετε, γλήγορα πορπατείτε Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1049 κριτ. υπ.· φρ. περιπατώ σπουδαίως = επισπεύδω, βιάζομαι: επήρεν το πιττάκιν κι εβάλθην εις τον δρόμον·| σπουδαίως επεριπάτησεν εις τον Δεσπότην ήλθεν Χρον. Μορ. P 3738· η) πατώ στη γη, περπατώ: από το ερωτοκίνημα και το χάδιον δεν εφαίνετον (ενν. η κόρη) ποτέ πως περπατεί, μόνον εφαίνετον ως ότι τάχατες πως παίζει και γελά Διγ. Άνδρ. 3155· κατακαημένα| πρόβατα, εκεί απού πορπατώ χόρτο μη φάτε ουδ’ ένα,| γιατί τα φαρμακεύγουσι τα δάκρυα τα δικά μου Πανώρ. Ά 10· (σε μεταφ.): ψυχή γαρ ερωτότρωτος, όσα αν ψυχοπονέσει,| χάνει τους πόνους αν γλυκύν μάθει του πόθου λόγον.| Έλεγα εις γην ου περιπατώ, τον ουρανόν διαβαίνω Λίβ. Esc. 2038· θ) βαδίζω, περπατώ πηδώντας και χορεύοντας: Βαρδαριώται έμπροσθεν αυτών περιπατούντες τραγῴδιον γελοίον ετραγῴδουν αρμόδιον προς την πομπήν αυτών Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 235· Εδόκουν γαρ, ως και η γη, εν ῃ περιεπάτουν,| και αυτή συνετέρπετο περιπατούντων πάντων,| και πας, όστις ετύγχανεν εις την χαράν εκείνην,| άλλος εξ άλλου γέγονεν από της θυμηδίας Διγ. (Trapp) Gr. 1786· ι) (συν. με τα επιρρ. αποπίσω, εξοπίσω κ.τ.ό.) ακολουθώ (κάπ.): το λαμπρό σου πρόσωπο μου δίδει την ημέρα (παραλ. 1 στ.). Για τούτον από λόγου του δεν ημπορά μακρύνω,| μα πορπατώ αποπίσω σου και βλέπω σε κλεφτάτα Πανώρ. Γ́ 565· Υιέ μου, βλέπε από πτωχόν δάνειον μηδέν επάρεις·| ότι αν ου το στρέψεις σύντομα, γοργόν να του το δώσεις,| και περπατεί εξοπίσω σου και τρέχει και φωνάζει Διδ. Σολ. Ρ 145· ια) (συν. με τα επιρρ. έμπροσθεν, εμπροστά, ομπρός) προπορεύομαι: διεχώρισεν χιλίους Αραβίτας| ολολουρίκους και καλούς, χρυσοκλιβανιασμένους,| ως διά να περιπατούσιν έμπροσθεν του αγούρου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 580· επεριπάτιεν (ενν. ο Δαβίδ) ... εμπροστά της κιβωτού χαρούμενος Ροδινός (Βαλ.) 96· Εγώ παγαίνω· φίλοι μου, ομπρός μου πορπατείτε,| το βασιλιά οπού εκάμετε σήμερο να χαρείτε Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 207· ιβ) (με τα επιρρ. αντάμα, μαζί, ομάδι) συμπορεύομαι: Τότε οι δυο (ενν. ο λύκος με την αλουπού) συβάστησαν και συντροφίαν εκάμαν| και μέρα νύχτα ’μόσασι να περπατούν αντάμα Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 36· Σύντροφοι κάπου γίνησαν μαζί να περπατήσουν| μι’ αλεπού και γάδαρος, να παν να κυνηγήσουν Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1151· Ομάδι συνοδεύγομε, ομάδι πορπατούμε| και τα καλά και τα ’μορφα ομάδι πα να βρούμε Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 569· ιγ) (προκ. για ζώο) βαδίζω, περπατώ (με τον τρόπο που χαρακτηρίζει το κάθε ζώο): το λιοντάριν, τσακίζοντας τες πόρτες του θεάτρου, εβγήκεν έξω και επήγεν εις το όρος ωσάν να επερπάτιεν ένα πρόβατον Ροδινός (Βαλ.) 233· είχασι (ενν. οι καρκίνοι) και τα μάτια τους στα στήθη που θωρούσαν,| οκτώ ποδάρια έχανε, στραβά επερπατούσαν Ζήνου, Βατραχ. 452· η γαρίδα τότες επερβάτουνε εμπροσθινά, σαν κάνουν και τα άλλα ζα Μπερτόλδος 45· ιδ) (εδώ σε αντιδιαστολή με τα ρ. κάθομαι, κοιμάμαι, τρέχω): Αν πορπατεί γή αν κάθεται γή αν είναι κοιμισμένη| βρίσκεται με τον έρωτα πάντα συντροφιασμένη Πανώρ. Ά 453· Αν περπατεί, αν κάθηται και νύκτα όντα κοιμάται,| άλλο ουδέν συλλογίζεται, μόνον χρυσόν θυμάται Πένθ. θαν.2 541· Νύκτας ημέρας, άνθρωπε, αν περιπατείς και τρέχεις,| και καβαλάρης και απεζός τον κόσμον ανατρέχεις,| την καλλονήν την άμετρον του κόσμου και εάν την έχεις,| ώραν στιγμήν εχάσες την και τίποτε ουκ έχεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 49· ιε) (εδώ προκ. να δηλωθεί κ. το ασυνήθιστο, αδιανόητο, αδύνατο): τις είδε και τις ήκουσε στην θάλασσαν γιοφύρι,| να περπατούν τα κάτεργα στου Γαλατά τους κάμπους| αγνάντια εις το Σκούταρι, στον Άγιον Κωνσταντίνον; Θρ. Κων/π. B 101· με την ανδρείαν την περισσήν, τήν ο Θεός μού εδώκεν,| στον ουρανόν και αν ανεβεί, εις τα νέφη κι αν δράμει,| στην θάλασσαν και αν περπατεί, η κόρη ουκ εξεγλεί μου Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1398· Όντεν ιδείς εις το βουνί να περπατεί το ψάρι (παραλ. 7 στ.), τότες εμέν και σεν, κυρά, θέλουσιν ευλογήσει Ριμ. κόρ. 587· ιστ) (συν. με προηγ. τα επιρρ. όθεν, όπου, οπού) πηγαίνω, βρίσκομαι: βάσανα να ’χει ωσάν κι εμέ στον κόσμο δεν εκράτου| άλλος κιανείς κι έτσι ήμνογα όθεν κι αν επορπάτου Πανώρ. Ά 42· Η Πίστις ήτον απ’ αυτήν και είχεν το σχήμαν τούτο,| το σχήμαν τό σύρνουν οι ευγενείς όπου και αν περιπατούσι Λίβ. (Αγαπητός) 23· θυμούμαι ... | ... την αγάπη και φιλιά που μετά μένα εκράτιε (ενν. ο φίλος)| με πίστη πάντ’ ατσάκιστη, όπου κι αν επορπάτιε Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 312· Εσάς πάλιν παρακαλώ, ώστε οπού να ζείτε,| κάμνετε διά τον Χριστόν αυτού οπού πορπατείτε Απόκοπ. Επίλ. Ι 532· ιζ) (μεταφ.): Παιδάκι μου, ας εγνώριζες πού πορπατείς και πηαίνεις| και σ’ είντα πέλαγος βαθύ και θυμωμένο μπαίνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 155· κερά μου, πορπατείς σε μπερδεμένη στράτα,| κι έχεις πολέμους κι όχθρητες τα λογικά γεμάτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 181· (σε προσωποπ.): με τση τιμής περιντυμένη (ενν. η Περηφανειά)| τ’ όνομα, πορπατεί και βασανίζει| πλια από θανατικό την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 507· Με τι ρούχα περβατεί ενδυμένον τούτο το καλόν ριζικόν, διά να ημπορέσω εγώ να το γνωρίσω ...; Μπερτολδίνος 101· ιη) (προκ. για άρρωστο ή τραυματία) περπατώ ως ένδειξη του ότι είμαι πια υγιής: Ωσάν εκαλυτέρεψε κι εντύθη κι επορπάτει,| ο βασιλιός αγκαλιαστό με σπλάχνος τον εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 151· έδερεν ανήρ τον σύντροφό του ... και να μην απεθάνει και να πέσει εις πλάγιασμα. Αν σηκωθεί και να πορπατήξει όξω ιπί το ανακουμπιστήρι του και να καθεριστεί ο δάρτης Πεντ. Έξ. XXI 19· ιθ) σέρνομαι, έρπω: Αλήθεια τόσο στους εχθρούς, τόσο σιμά οπού ’σαν,| με την κοιλίαν χαμηλά πάντοτε περπατούσαν,| και διατί ’χαν μπούλμπερη, λουμπάρδες, βόλια, βρώσιν,| στην μάχην αντιστέκουνταν μόν’ να ’χουνε να τρώσιν Διακρούσ. 10726· (εδώ προκ. για τον όφη, το διάβολο): επικατάρατον εσέν τον όφην να λαλούσιν.| Στο στήθος σου να πορπατείς, να τρίβεις την κοιλιάν σου Πικατ. 516· κ) (προκ. για σχοινοβάτες) σχοινοβατώ: κάστρη άλλοι στένου ξύλινα κι άλλοι τα σγουραφίζου (παραλ. 1 στ.)· ψηλά ξαπλώνου άλλοι σκοινιά κι απάνω πορπατούσι,| σαν εις τη γη χορεύγουσι κι ωσάν αετοί πετούσι Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 303· κα) (προκ. για κάτεργο, αρμάδα) πλέω, αρμενίζω: Αλήθεια το δεύτερον (ενν. κάτεργον) ήθελεν πορπατεί ώρες ί και το τρίτον ήθελεν προπατεί ώρες ή Rechenb. 7815· Διεμηνύσατο δε άμα πρωί ο Χαϊρατίνης τον αυθέντην, ότι γνωστόν έστω σοι ως η αρμάδα των Βενετίκων η εις ημάς μη φαινομένη περιπατούσα νυκτός εγύρευε πού αν εύρει την του Τόρια αρμάδα Έκθ. χρον. 809· κβ) (προκ. για ουράνιο σώμα): ταύτην την στήλην άνεμοι πνεύσαντες λίβαι εξανέσπασαν ... και εις την γην έρριψαν του ηλίου τότε εν τῳ ζωδίῳ τῳ ταύρῳ περιπατούντος Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 197· να κοκκινίζει ο ουρανός και ο ήλιος να μαυρίζει,| στην στράταν του να προπατεί και να μηδέν φωτίζει Τζάνε, Κατάν. Ποίημα 110· κγ) συνεχίζω, «προχωρώ» τη διήγησή μου: Ας έρτομεν στον λογισμόν, εμείς να παρπατούμεν,| το πώς επήρεν θέλημαν και τούτον να το πούμεν Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 177· κδ) (προκ. για το Θεό) «κατοικώ» στον άνθρωπο, τον γεμίζω με τη θεία χάρη (πβ. ΚΔ, Παύλ. Κορ. Β́ 6, 16): Θέλω κατοικήσει μέσα εις αυτούς· και θέλω περιπατήσει μέσα εις αυτούς Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2, Παύλ. Κορ. Β́ Ϛ́ 16· κε) (με υποκ. το ανάβλεμμα) = διατρέχω: Στο πρόσωπό τως ολωνώ τ’ ανάβλεμμα επορπάτει| με τη ρηγατικήν εξά που ’τρεμε το παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 1311· κστ) (προκ. για τα δάκρυα) κυλώ, τρέχω: στα ρόδα, στα τριαντάφυλλα τα δάκρυα επορπατούσα,| στα στήθη εκατεβαίνασι, στα μάρμαρα εκτυπούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 649· κζ1) (προκ. για χρόνο, διάστημα χρόνου, ηλικία)· (1) διανύομαι, περνώ: Τρεις μήνες επεράσασι, τέσσερις πορπατούσι| οπού όσοι σ’ εγνωρίσασι, κλαίσι να σε θωρούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 803· πληρουμένης της ενδίκτου| περπατούσης της ογδόης,| αρχομένης της ενάτης Λέοντ., Αίν. I 52· με τη φούστα το παιδί επήρα κι ήρθα απάνω-| δεκάξι χρόνοι σήμερο θα προπατού, α δε σφάνω Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 570· (2) διανύω: Είχεν τάχα μελετημένα ο πατήρ γάμους και χαρές της θυγατρός επειδή δώδεκα χρονών επερπάτει το κορίτσι Πηγά, Χρυσοπ. 233 (7)· φρ. πορπατεί/προπατεί ο καιρός/οι μέρες = περνάει ο χρόνος: Ζύγωσε τά βαραίνουσι, διώξε την τόση πρίκα| κι άφς τον καιρό να πορπατεί, σαν κι άλλες τον αφήκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1626· πούρι ο καιρός ας προπατεί, ας πηαίνει κι ας περάσει,| μήπως και ξελησμονηθεί ο πόθος, σα γεράσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1711· ας πορπατούνε οι μέρες σας κι ο κύκλος θέλει αλλάξει·| με τον καιρό όλα τα νικά η φρόνεψη κι η τάξη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 1323· κζ2) (εδώ προκ. για την αιωνιότητα κατά τη μεταθανάτια ζωή): χρόνοι εδώ δεν περπατούν, μήνες ουδέν θυμούνται,| ουδέ στου Χάρου την αυλήν ώρες ουδέν μετρούνται Πικατ. 148· κη) (μεταφ.) προκ. για υποθέσεις, καταστάσεις· φρ. πορπατεί η δουλειά/το πράμα ή τα πράματα = οι καταστάσεις, τα πράγματα εξελίσσονται: να πορπατεί η δουλειά κουρφά, κιανείς να μη γροικήσει,| ώστε να πάνε στου ρηγός, να τωσε συμπαθήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 877· αν ...| προπατεί το πράμα ομπρός κι έτοιας λογής τ’ αφήσω,| τούτο ’χει να μαθητευτεί, ό,τι καιρός γυρίσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 1706· με τον καιρόν τως πορπατού τα πράματα και πάσι,| του Έρωτα μόνο η δύναμη συχνιά τα μεταλλάσσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 331. 2) Διανύω μια απόσταση· (συν. με την προθ. εκ και γεν. ή αιτιατ. (που δηλώνει αφετηρία) και με επόμ. τα εις, σε και αιτιατ. (που δηλώνουν πρόσωπο ή τόπο τέρματος) μεταβαίνω από ένα τόπο ή πορεύομαι διαμέσου ενός τόπου και πηγαίνω σε κάπ. άλλο τόπο ή πρόσωπο: εκείνος (ενν. ο φαμιλίτης του δουκός) επερπάτησεν απέ την χώραν όλην| εις άρχοντες όπου ήξευρεν ο λόγος του να αξιάζει Χρον. Τόκκων 1355· ούτως εκαβαλίκευεν μετά την φαμελίαν του| και επερπάτει εκ τα χωρία του μέρου της Μονοβασίας| στο Έλεος κι εις τον Πασσαβάν κι εις τους εκείσε τόπους Χρον. Μορ. H 2982· όταν εκ τόπου εις έτερον θέλεις περιπατήσαι,| αγάπην άφηνε παντού, μη σε ακλουθήσει φθόνος Φλώρ. 1155. 3) Πηγαίνω από τόπο σε τόπο, τριγυρίζω, περιφέρομαι, περιπλανώμαι: εκυρίευσε και εδούλωσεν όλον τον τόπον του Μωρέως και τότε επερπάτει από τόπον εις τόπον ως αφέντης και πρίγκηπος οπού ήτον Δωρ. Μον. XXXI· εφοβήθην ο Ξάνθος τον Αίσωπον να μηδέν το ειπεί των ανθρώπων πορπατώντας εδώ και εκεί Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 8019· εις τα βουνά να περιπατεί, σαν λέοντας να φωνάζει,| και διά τα παιδία του κλαίγει και αναστενάζει Θρ. Κύπρ. M 529· απόσταν τση καρδιάς μου| εκάμασινε την πληγή τα μάτια τση κεράς μου,| μέρα και νύχτα πορπατώ σε κάμπους, σε λιβάδια,| σε δάσητα κι εισέ γκρεμνά, σε όρη, σε λαγκάδια Πανώρ. Β́ 157. 4) Ταξιδεύω, επισκέπτομαι διάφορους τόπους: πολλά μεν έμαθα από ανθρώπους πολυμαθείς ... εισέ διαφόρους χώρας και κάστρη όπου επεριπάτησα, και άλλα πάλιν από βιβλία Ιταλών και Ελλήνων φιλοσόφων Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 131. 5) Κάνω περίπατο, σεργιανίζω: Η δέσποινα περιπατεί περί τον κήπον μόνη| και περιτρέχει τα φυτά, παραβιβάζει τάχα Καλλίμ. 2037· Ο βασιλέας των μηνών ο Μας λογιάζω είναι (παραλ. 3 στ.), στολίζει δένδρα με ανθούς, κάμνει τα περιβόλια| να είναι ωριοστόλιστα, γυναίκες και κοπέλια| μέσα σ’ αυτά να πορπατούν και να περιδιαβάζουν Διγ. O 2401· αγάλι αγάλι επήγαινα, σιγά σιγά επερπάτουν| τον κόσμον εξενίζουμου, τ’ άνθη και τα καλά του Απόκοπ.2 17. 6) (Μεταφ.) α) ζω, υπάρχω: Άνθρωπος όταν περπατεί κόσμος μικρός υπάρχει Σπαν. O 141· φρ. (1) περπατώ/προπατώ στον κόσμον/στον δίσκον του κόσμου/εις γην = ζω στη γη: οπὄχει φρόνεσιν και περπατεί στον κόσμον| ας ενθυμείται θάνατον Περί ξεν. (Μαυρομ.) 473· φαίνεταί μου, δύσκολον και αδύνατον υπάρχει| οπού εις τον κόσμον περπατούν να φεύγουν τέτοια πάθη Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1537· Ας μάθει ο νιος οπ’ αγαπά σ’ εκείνο τό γυρεύει,| στον κόσμον όπου περπατεί, με τι τρόπο να οδεύει Φαλιέρ., Ενύπν.2 126· « ... όσοι στο δίσκον», έλεγε, «του κόσμου προπατούσι,| όλοι για μένα ας κλάψουσι κι όλοι ας με λυπηθούσι ...» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1793· (εδώ προκ. για τη διάρκεια της επίγειας ζωής του Χριστού): όταν ήτον ο Χριστός και εις γην περιπάτει Χρον. Μορ. H 809· (2) περβατώ ημέραν από ημέραν = ζω, περνώ τη ζωή μου: ημέραν από ημέραν περβατούν (ενν. οι κουρούνες) ακαρτερώντας να των δοθεί πάλιν η χάρις να μιλούν Μπερτολδίνος 113· β) (με το ρ. ζω για να τονιστεί η σημασ. του) είμαι ζωντανός και κινούμαι: ήδη ζω και περιπατώ και τον αέρα πνέω Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 114· Εμένα ο χρόνος είπε με ποτέ να μη ευτυχήσω| ως πότε ζω και περπατώ και κοσμοαναγυρεύω Λόγ. παρηγ. O 283· δι’ εκείνην (ενν. την Πλάτζια-Φλώρην) ζω και πορπατώ, άλλην χαράν ου θέλω Φλώρ. 785. 7) (Μεταφ.) α) ζω, διάγω, συμπεριφέρομαι: ο πατέρας ο καλός υπομονήν ουκ είχεν,| σκοπώντα πώς να πορπατεί στα ξένα το παιδί του,| μη μάθει στράτες άτακτες και τον Θεόν αφήσει Σπαν. V Suppl.να χαίρω τούτον βλέπουσα εις έτη της ζωή μου,| να περπατεί αφρόντιστος, να χαίρει εις τον κόσμον Διγ. Z 1797· Ίδε, μεταμελήθησε και τήρησε την κρίσιν.| Φέρε τον νουν σου, πρόσεξε, πώς περπατείς, πώς πράττεις Αλφ. (Μπουμπ.) I 81· πρωτύτερα επεθύμει να χορτάσει ψωμί, και τώρα εντύθη εύμορφα και περιπατεί ωσάν ένας από τους πλουσίους Θαύμα αγ. Νικ. 264· Εξέπεσαν οι άνθρωποι, σαν ζώα περπατούσι,| γράμματα δεν ηξεύρουσι και πώς να φωτισθούσι; Ιστ. Βλαχ. 2225· φρ. (1) περπατώ άτυχα = ζω άσχημα, δυστυχώ: όποιος σμίγεται μ’ αυτές (ενν. τες πολιτικές) χρειά κάμνει να ψωριάσει,| κι αν έχει πράγμα τίποτες, όλον να το ξοδιάσει.| Και μερικοί ιατρεύουνται ...| και περπατούσιν άτυχα πάντα καθήν ημέραν Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 345· (2) προπατώ εις/σε οδόν = ζω με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, κάνοντας συγκεκριμένες πράξεις: όλους τους ψευδομάρτυρας οπού ’χασι ’φιορκήσει| για δώσια ή για έχθρητα και ανθρώπους καταλύσει,| να ’ταν τυφλοί και ολόβουβοι τον κόσμον να μη δούσι,| παρά σ’ εκείνην την οδόν πάλιν να προπατούσι Τζάνε, Κατάν. 364· (3) περιπατώ εις την ασέβειαν = ζω μακριά από το Θεό: μεγάλα και θαυμάσια είναι των χριστιανών τα μυστήρια ότι δεν λέγουσι λόγια ανθρώπων αλλά τα του Θεού. Τα δε λοιπά έθνη πλανώνται και πλανώσιν ένα το άλλο περιπατούντες εις την ασέβειαν Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 1741· (4) περιπατώ εις ασελγείες = ζω ακόλαστα, διάγω έκλυτο βίο: φθάνει μας ο απερασμένος καιρός της ζωής να εκάμαμεν το θέλημα των εθνών περιπατώντες εις ασελγείες, επιθυμίες, μέθες ... Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. ά Δ́ 3· (5) περιπατώ εις καλήν βουλήν = ακολουθώ την καλύτερη γνώμη, συμβουλή: απ’ όλους έπαιρνε βουλήν και την δικήν σου κράτει,| όποια σου φανεί καλή σ’ εκείνην περιπάτει Ιστ. Βλαχ. 1468· (6) περιπατώ/πορπατώ όμορφα/ορθά = διάγω, συμπεριφέρομαι σωστά, δίκαια: Ήφηκες τσ’ έγνοιες του σπιτιού και τα νοικοκεράτα,| πολλά επορπάτιες όμορφα, μα εδά άλλαξες τη στράτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 806· το φίδι πάντα δίδασκε (ενν. ο κάβουρας) να ’χει δικαιοσύνη| και να περιπατεί ορθά, χωρίς ατυχοσύνη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 694· (7) περιπατώ λοξά = ακολουθώ λάθος δρόμο ζωής: Επεί λοιπόν γνωρίζομεν λοξά περιπατούμεν,| πρέπει να την αφήσομεν την στράταν που κρατούμεν Πένθ. θαν.2 569· (8) πορπατώ ευγενικά = διάγω, συμπεριφέρομαι όπως ταιριάζει σε άρχοντα: Δίδει του στάμενα πολλά ... (παραλ. 2 στ.), να πορπατεί ευγενικά εκεί στην ξενιτεία Τριβ., Ρε 96· (προκ. για τη ζωή σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές, τους θεϊκούς νόμους και κανόνες): εις τα περισσότερα να κάμνει ως θέλει, αν έχει την γνώμην του να περιπατήσει ως λέγουν οι θείοι νόμοι Zygomalas, Synopsis 298 Φ 1· να γνωρίσουν όλοι ότι εκείνα οπού άκουσαν διά λόγου σου δεν είναι τίποτες, αλλά περιπατείς και εσύ φυλάττοντας τον Νόμον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κά 24· Όσοι περιπατούσι με το πνεύμα του Θεού, ετούτοι είναι υιοί του Θεού, λέγει ο θείος Απόστολος Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2910· φρ. (1) περιπατώ καλά/κατά δικαιοσύνην = ζω ενάρετα: εάν συ περιπατείς καλά, θέλεις είσθαιν εις τον λαόν σου πρόξενος σωτηρίας Βασιλ. Κεφάλ. Παραιν. 114· τους δικαίους, τους κατά δικαιοσύνην περιπατήσοντας Φυσιολ. 36125· (2) πορπατώ με τον Θεόν = ζω σύμφωνα με το θέλημα του Θεού:  με τον Θεό επορπάτηξεν ο Νόαχ Πεντ. Γέν. VI 9· (3) πορπατώ ομπροστά (ενν. του Κυρίου) = γίνομαι ευάρεστος στο Θεό: ο Κύριος ος επορπάτηξα ομπροστά του ν’ απεστείλει τον αγγελό του μετ’ εσέν Πεντ. Γέν. XXIV 40· β) συναναστρέφομαι, κάνω παρέα με κάπ.: άλλος έλεγεν ότι « από την σήμερον εάν ιδούμεν ή εις την εκκλησίαν ή έξω στο Κάστρον να περιπατεί πάλιν με τους χριστιανούς τον σκοτώνομε ...» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 61V· με τους καλούς συνόδευε, με τους καλούς περπάτει Σπαν. V Suppl. 26· Ορέγομουν να περπατώ με τους τραγουδιστάδες,| με τους παιγνιώτας τους καλούς, τους παραδιαβαστάδες Σαχλ., Αφήγ. 57· εκρέμασαν οι Τούρκοι τον Αλεξανδρή τον Ταταρχάνη, δι’ αιτίαν τοιαύτη· με το είναι νεκπετής και ακαμάτης επήγεν με τον βοϊβόδα και επεριπάτεν με τους χασάσηδες, και έτσι επάτησαν ένα οσπίτι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v· γ) συμβαδίζω: κατά αλήθειαν δεν δύνεται να περιπατεί η κακία ομού με την αρετήν Βίος Ιωσήφ 269. Μτβ. 1) βαδίζω, προχωρώ, πορεύομαι, περπατώ α) (συν. με αντικ. τις λ. δρόμον, οδόν, στράτα(ν)): φαίνεται εις την θείαν Γραφήν πως δεν επεριπάτησαν (ενν. οι Εβραίοι) ένα ίσον δρόμον μήτε γλήγορον, αλλά επάγαιναν εμπρός και πάλιν εγύριζαν οπίσω προς το Σίναιον όρος Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 52· εν τοις τοσούτοις λογισμοίς και τοις τοσούτοις λόγοις| περιπατούσι την οδόν, πληρούσι μόλις ταύτην Καλλίμ. 1378· τα χέρια ενούς τ’ αλλού μας εκρατούμα,| πασίχαροι τη στράτα επορπατούμα Βοσκοπ.2 136· το ταχύ εσηκώθηκεν και ευρίσκει μονοπάτιν.| Ώραν πολλήν περιπατεί την στράταν μοναχή της Ιμπ. 571· την προς δρακοντόκαστρον οδόν επεριπάτουν Καλλίμ. 2547· επεί εν ονείρῳ σου σε το είπεν ο προγνώστης,| την στράταν οπού εις Αίγυπτον υπάγει ας περιπατούμεν Λίβ. N 2367· (εδώ με σύστ. αντικ.): έρχεται ακόμη αντάμα του η μάνα του και είναι εδώ ογλήγορα, διατί αυτή περβατεί καλόν περβάτημα Μπερτολδίνος 104· φρ. (1) περπατώ μίαν στράταν = ακολουθώ τον ίδιο δρόμο, συμπορεύομαι: απήν ενταμωθήκαμεν μίαν στράταν περπατούμαν| και ένας τον άλλον μας θωρώ και όλοι μοιρολογούμεν Διήγ. ωραιότ. 455· (2) (μεταφ.) προπατώ ένα ζάλο = (προκ. για ερωτευμένους) αισθάνομαι το ίδιο ερωτικό συναίσθημα: το πράμα πλιο δεν είν’ κρυφό στον ένα κι εις τον άλλο,| γιατί εγνωρίσασι κι δυο πως προπατού ένα ζάλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 2142· β) (εδώ σε προτρεπτική υποτ.) αρχίζω, ξεκινώ την πορεία: λοιπόν απάρτι την οδόν σύρε ας περιπατούμεν| και α λάχει να επιτύχομεν κάστρον να ερμηνευθούμεν Λίβ. Esc. 2726· γ) βαδίζω, πατώ στη στεριά, στη γη: ως είδα ότι την θάλασσαν επ’ αληθείας εξέβην| και την στερέαν περιπατώ ...|, ίδ’  ούτως νεύω τον Λίβιστρον να έμπει να περάσει Λίβ. Sc. 1888· εκείνη δε ουκ εγνώθει τον (ενν. τον δάον) να περπατεί τον δρόμον Λίβ. N 2237· δ) (εδώ προκ. για κ. αδύνατο, ακατόρθωτο) ανεβαίνω: Δέντρο ροζάρικον στραβόν να ’σάζεις με τα λόγια| και δίχως σκάλες θέλω ’γώ να περβατώ τ’ ανώγια Δεφ., Λόγ. 118· ε) (μεταφ. με αντικ. το κάστρον, τον πύργον της καρδίας, της ψυχής κάπ.) ανταποκρίνομαι στον έρωτα κάπ.: Πότε το κάστρον να περπάτησες το της εμής καρδίας!| πότε τον πύργον της εμής ψυχής περιπατήσεις; Λίβ. P 1364, 1365· Πότε να επεριεπάτησες το κάστρον της ψυχής μου; Λίβ. Sc. 278. 2) α) Διανύω μια απόσταση, διαβαίνω, διατρέχω, περνώ: ωσάν επεριπάτησα πολύ διάστημα,| έφθασα εις ένα κάμπον λιβαδιαίον Διγ. Άνδρ. 36732· όρη επερπατήσαμεν, τά ενέγγιζαν εις νέφη Λίβ. P 1876· Καβαλικεύουσιν και οι δυο ...| Όλην την νύκταν περπατούν λιβάδια, ποταμίνες| και την ημέραν άπασαν λαγκάδια και βουνίτσια Ιμπ. 511·     β) περιτρέχω, διατρέχω, διανύω την περίμετρο κάπ. χώρου: Αν εξ’ οικείων των χειρών φυτεύσει τις αμπέλιν| και σκάψει και κλαδεύσει το, φράξει τον γύρον όλον (παραλ. 1 στ.) και την ημέραν στήκεται με την σφενδόνην πάσαν| να φοβερίζει τα πτηνά να μη το καταλούσιν,| την νύκταν πάλιν περπατεί τον γύρον και φυλάσσει ... Καλλίμ. 2462· Ο Αλέξανδρος επιστεύθην τους λόγους του και υπάγει προς το νησίν ... Και επερπάτησε το γύρον και μέσα ουδέν ετόλμησε να κοιτάξει Διήγ. Αλ. E (Konst.) 471·  γ) πηγαινοέρχομαι, βαδίζω πάνω κάτω: την τσάμπραν της περιπατεί, άνω και κάτω υπάγει·| συχνά ετήρει και έβλεπεν από μικρόν τρυπάριν Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 463. 3) α) Περιέρχομαι, διατρέχω:  Εις τούτο επεριπάτησεν όλην την Αλαμάνιαν,| όλους επαρακάλεσεν τους αρχηγούς κι αφέντες (παραλ. 1 στ.) να τον βοηθήσουν να υπάν μετ’ αύτον εις την Πούλιαν Χρον. Μορ. P 6794· β) (με αντικ. τη λ. κόσμος) πηγαίνω από τόπο σε τόπο, περιπλανώμαι: γονείς του απεστράφηκεν διά την εμήν αγάπην.| Εξέβην απ’ την χώραν του και κόσμον επερπάτειν.| Δίχρονον επερπάτησεν, πικριάς πολλάς υπέστην Λίβ. P 2182· γ) τριγυρίζω, περιφέρομαι ψάχνοντας: Περιπατεί τον αιγιαλό μη νά ’βρει να περάσει·| μη νά ’βρει βάρκαν πούπετε εις το νησίν να υπάγει Ιμπ. 554· Τούτος ο δαίμων, λέγω σε, του ζήλου και του φθόνου| ακαταπαύστως περπατεί την οικουμένην όλην,| να ψηλαφά όσον δύνεται να ευρίσκει απολεσμένους Ντελλαπ., Ερωτήμ. 314· δ) πηγαίνω να συναντήσω κάπ.: πάλιν εκ την τέντα μου πρόσχαρος εσηκώθην,| εβγαίνω εις τους αγούρους μου, περιπατώ τους όλους Λίβ. Esc. 832· ε) περιφέρω κάπ. προς χλευασμό: τῃ δε άλλῃ ημέρᾳ επρόσταξε και τον εκάθησαν απάνω εις ένα μικρόν και πενιχρόν καμήλι με ένα παλαιόν και ξεσκισμένον φόρεμα ... και τον επεριπάτησαν από όλες τες ρούγες της χώρας Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 425. 4) α) Ταξιδεύω, επισκέπτομαι κάπ. τόπο: οπού έναι φρόνιμος και βλέπει και επεικάζει| τον κόσμον ουδετίποτε και πλάνον ας τον κράζει,| διατί, αν επερπάτησεν Ανατολήν και Δύση,| ο Χάρων εξευρίσκει τον, όπου και αν κατοικήσει Νεκρ. βασιλ. 79· Ξεύρεις πολλά καλότατα πως εγώ πολλά κάστρη| και χώρες επερπάτησα σαν τ’ ουρανού τα άστρη| και γράμματα εδιάβασα πολλών λογιώ και γλώσσες Διγ. O 1044· β) ταξιδεύω, μετακινούμαι από τόπο (προκ. για τους πραματευτές): είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι απ’ άλλους τόπους, (παραλ. 1 στ.), και περπατούν την Βενετιάν, την Πόλιν, την Λεχίαν Ιστ. Βλαχ. 2157. 5) Κάνω περίπατο: Τη στράτα επορπατούμα· ’ς περβολάκι| βρίσκω βαγιά και κόφτω ένα κλαδάκι Βοσκοπ.2 137· Είχεν γαρ (ενν. ο Κύρος) και συνήθειαν τες εορτές ημέρες| αμάξι να ευτρεπίζουσιν και να καθίζει απάνω| και να τον σύρνουν τα φαρία, να περπατεί τον δρόμον Ντελλαπ., Ερωτήμ. 572· 6) (Μεταφ.) ζω: Στου κόσμου τούτη τη ζωή οπού την πορπατούμε,| όπου θωρούμενε χαρές πλήσες και τραγουδούμε ... Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 33416· 7) (Μεταφ.) ζω, διάγω, συμπεριφέρομαι με ορισμένο τρόπο: Άκουσε ... να σου ειπώ το τι βουλήν κρατούσι (ενν. οι αβουγαδούροι)| και εις τι νουν, εις ποίον σκοπόν και στράταν περπατούσιν Σαχλ., Αφήγ. 351· πιάνει και γράφει (ενν. ο Ιωάσαφ) μίαν επιστολήν προς τον λαόν, γεμάτην φιλοσοφίαν και ανακηρύττουσαν πάσαν την ευσέβειαν ... και είντα ζωήν να περιπατούσι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 14718· εκεινού οπού μέλλει να περιπατήσει καμίαν δύσκολην στράταν τού κάνει χρεία τινάς οπού να τον παρηγορά και να του δείχνει με έργον πως και άλλοι πολλοί την επεριπατήσασιν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 306, 8· πορπατείς δρόμο κακό και τον καλόν αφήκες; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 812· φρ. περιπατώ την ίσαν στράταν = (εδώ για τους κριτές) εφαρμόζω τους νόμους, κρίνω σύμφωνα με το δίκαιο: Τό εντέχεται να ποίσουν οι κριτάδες ..., και πώς δει περιπατείν την ίσην στράταν Ασσίζ. 49· (προκ. για τη ζωή σύμφωνα με τις θεϊκές εντολές, τη χριστιανική ζωή): πάντες οι άγιοι δεν λείπουν να μας δείχνουσι την απλανή ταύτην οδόν, αν ίσως και εισίν και ολίγοι εκείνοι οπού την περιπατούσι Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6922· αυτή είναι η στράτα της αληθείας, η οποία χειραγωγεί και φέρνει όσους την περιπατήσουν εις βασιλείαν αιώνιον Αγαπ., Βίος Ιωάσ. = Αγαπ., Δαμασκ. Βαρλαάμ 17232· δώσε του (ενν. του αμαρτωλού) κανόνα τον πρέποντα της μετανοίας ... να τον βαστά διά να ισάσει και να περπατήσει την ίσην στράταν της σωτηρίας Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 244113· την πίστην την αληθινήν, και αυτήν να την κρατείτε,| της σωτηρίας την οδόν καλά να περπατείτε Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 53· οι μεν (ενν. άγιοι) με πολλά μαρτύρια βασανισθέντες εχύσασι το αίμαν τως διά να αντισταθούσι της αμαρτίας, οι δε ηγωνίσαντο ασκητικώς περιπατούντες την στενήν και τεθλιμμένην οδόν Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2920 (πβ. ΚΔ, Ματθ. 7, 14). 8) (Μεταφ. με αντικ. που δηλώνει χρόνο, ηλικία) διανύω, διατρέχω: απεδά εξέβημαν τους παραπίσω χρόνους,| τούς επεριεπατήσαμεν μυριοκαταθλιμμένοι Λίβ. Esc. 4072· Σαράντα χρόνους πορπατώ, αμέ τα βασανά μου| ασπρίσανε παράκαιρα, σα βλέπεις, τα μαλλιά μου Πανώρ. Γ́ 303. Φρ. 1) Εις τούτον πορπατώ = θεωρώ κ. ως δεδομένο (βλ. και Vincent [Φορτουν. σ. 244]): πάντα μου σ’εκράτου| πως είσαι ντόπιος αποδώ, κι εις τούτον επορπάτου Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 288. 2) Πορπατώ τον κάβον = σέρνω το χορό· βλ. ά. κάβος (I) 2φρ. Ο σύντεκνος ο μποντικός τον κάβον επορπάτει| και εις κάθα λόγον ήλεγε: «Αλί χαημός τον κάτη! ...» Κάτης (Χόλτον) 81. Η μτχ. πορπατούμενα ως ουσ. = ζώα που πορεύονται μόνα τους (βλ. και Bakker-v. Gemert [Βαρούχ. σ. 842]): θέλει και αφήνει του κυρ-Κωσταντή, ..., ό,τι πράμα και αν έχει έτις στάμπελε ωσάν και μόμπελε, συρνούμενα πορπατούμενα, και τούτο διά να έναι οπλεγάδος να πλερώσει ό,τι χρέη θέλει φανεί και έκαμεν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5896.
       
  • περίσσια,
    επίρρ., Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2124, 2306, Θησ. Γ́ [502], Αλεξ.2 165, Τριβ., Ρε 166, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 5812, 12815, Πανώρ. Γ́ 56, Δ́ 202, Κατζ. Έ 251, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά 130, Β́ 129, Γ́ 56, Δ́ 20, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, 164, 166, 190, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 58, 330, 635, 1081, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [228], Γ́ [357], Δ́ [475], Διγ. O 18, 95, 230, 1511, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18119, 2136, 25120, κ.π.α.· περίσσα, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1051, 2412, 2528, 5136, Αχέλ. 294, Πανώρ. Πρόλ. 6, Ά 145, Β́ 89,  Γ́ 92, 249, Δ́ 10, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 23, Β́  146, Γ́ 28, Δ́ 12, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 213, 434, Β́ 327, 1423, Γ́ 887, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 14, Ά 79, Β́ 13, Γ́ 284, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 12, Δ́ 19, Έ 543, Φορτουν. (Vinc.) Ά 11, Γ́ 613, Έ 98, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23728, 3195, 46217, κ.π.α.
    Από το επίθ. περίσσιος. Ο τ. περίσσα στο Βλάχ. (περίσα, λ. περίσια) και σήμ. (ΛΚΝ, λ. περίσσιος). Τ. περίττα σήμ. στο κρητ. ιδίωμ. (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Η λ. στο Βλάχ. (περίσια) και σήμ.
    Παρά πολύ, υπερβολικά: Κι εγώ μια κόρη από μικρός αγάπησα περίσσα Πανώρ. Δ́ 235· Την θυγατέρα τ’ Απτουλά Αϊσέ την ελέγαν·| τα κάλλη του Ευδόξιου περίσσια την εφλέγαν Διγ. O 2240· ώρες γλυκύς μου φαίνετο κι ώρες πρικύς περίσσα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 29· Λύκος επεριπάτιε περίσσια πεινασμένος| κι εις ένα τόπον στάθηκε, σαν ήταν λιμασμένος Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1371· (πλεοναστικά με επίθ. υπερθ. βαθμού, βλ. Κριαρ., Πεπρ. Β́ ΔΚρ. Σ Δ́ 1969, 269): Εκαβαλίκευγε άλογο αγριότατο περίσσα,| οπού το φοβηθήκασι στο φόρο όσοι κι αν ήσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 335· μ’ αυτείνη δεν τον ήθελε και πάντα τον εμίσα,| γιατί ήτον άσκημος πολλά κι αγριότατος περίσσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 466· (σε σύγκρ., με επόμ. τις προθ. από, παρά) πιο πολύ, περισσότερο από κάπ. ή κ.: Τ’ απεθαμένου ζήλευε τότε ο λαβωμένος,| γιατί απ’ άλλους ήτονε περίσσα πλακωμένος Διακρούσ. 8920· Ξένοι, δικοί το ρέγονται το τέκνο, όσοι το δούσι,| γιατί περίσσα γνωστικό παρά άλλο το κρατούσι Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 686. — Βλ. και περισσά.
       
  • περιστεράκι
    το, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2164, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1191, 4· περιστεράκι(ν)· περιστεράκιν.
    Από το ουσ. περιστέρι και την υποκορ. κατάλ. ‑άκι. Τ. πελιστεράκι σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.). Η λ. στο Somav. και σήμ.
    Μικρό περιστέρι: Στράφου σ’ εκείνο το κλαδί. ’Δέ δυό συντροφιασμένα| περιστεράκια πώς φιλού περίσσ’ αγαπημένα Πανώρ. Γ́ 92· (σε ευχή): Περιστεράκιν να γενώ να έλθω όπου κοιμάσαι,| σφικτά να σε περιπλακώ, πάντα να με θυμάσαι Ερωτοπ. 125.
       
  • περιστέρι
    το, Rechenb. 531, 2, 7, 8, Ριμ. κόρ. 584, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 235v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4013, 1001, 2, Προσκυν. Ιβ. 845 135, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1476, 1644, 1833, 1850, 1858, 2433, 4471, 5220, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 81· περιστέργι(ν), Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 533· περιστέρι(ν), Θησ. Ζ́ [638], Πεντ. Λευιτ. I 14, Αρσ., Κόπ. διατρ. [635], Παϊσ., Ιστ. Σινά 1344, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 147, Διακρούσ. 7719, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 7335· περιστέριν, Ασσίζ. 19923, 45029 (έκδ. περιστρέψιν· διορθώσ.), 45031, Διγ. Z 1518, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 518, 521, Αχιλλ. (Smith) N 1191, Προσκυν. Ιβ. 535 133· περιστέριον, Διγ. Άνδρ. 34712· πληθ. περιστέργα, Θρ. Κύπρ. M 489.
    Από το αρχ. ουσ. περιστέριον. Ο τ. περιστέριν στο Du Cange και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Σακ., Κυπρ. Β́ 728). Τ. πελιστέρ(ι), πιλιστέρι, πιριστέρι και πλιστέρ σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ., Κουσαθανάς, Λεξ. Μυκόν., λ. πελιστέρ(ι), Σβαρνόπ., Γλωσσ. Βέρ. 73, λ. πιριστέρι, Ζαφειρίου, Ιδίωμ. Σάμ., λ. πλιστέρ, κ.α.). Τ. πιριστέργια τα σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 301, Χριστοδούλου, Κουζιαν.). Η λ. πιθ. τον 15. αι. (LBG), στο Βλάχ. και σήμ.
    Το πουλί περιστέρι: εάν η όρνιθα ή η χήνα ή το περιστέριν τό μου έκλεψεν, έχρηζεν απαί τα ιβ́ τραχία και άνω, κρινίσκει το δίκαιον ... Ασσίζ. 19924· (σε μεταφ.): Πώς είναι μπορεζάμενο τ’ άχολο περιστέρι| να θέλει να ’χει ο κόρακας ογιά δικό του ταίρι; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 411· (σε παρομοίωση): Τις είναι τούτος ο φρικτός, ο φοβερός και μέγας, (παραλ. 4 στ.) τες κόρες ... τες εύμορφες κρατεί ως περιστέρια; Διγ. A 175· Η τύχης γαρ ηθέλησεν να τονε μεταφέρει (ενν. τον Ιμπέριο),| εφάνην έναν άρμενον βαθιά σαν περιστέρι Ιμπ. (Legr.) 810· (προκ. για το Άγιο Πνεύμα): το Πνεύμα το Άγιον εκατέβη με σωματικόν είδος, ωσάν περιστέρι, απάνου εις αυτόν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. γ́ 22. Ο τ. Περιστέριν ως τοπων.: Σφρ., Χρον. (Maisano) 1481314.
       
  • περιτοπλέας,
    επίρρ., Πηγά, Χρυσοπ. 57 (16), 232 (5)· περιτοπλείας, Πηγά, Χρυσοπ. 283 (18)· περιτοπλιά, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 11· περιτοπλιάς, Πηγά, Χρυσοπ. 51 (6), 59 (19), 156 (24), 254 (10), (11), 338 (15), Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4834, Πανώρ. Β́ 12, Γ́ 19, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 461, Β́ 414, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ́ 34, Κατζ. Ά 89, Γ́ 301, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 3530, 7915‑16, Πιστ. βοσκ. I 2, 38, 4, 236, Στάθ. (Martini) Ά 117, Β́ 92, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 735, Β́ 221, Γ́ 381, Φορτουν. (Vinc.) Ά 232, Β́ 137, Ιντ. β́ 37, Γ́ 414, 593, Δ́ 257, Λεηλ. Παροικ. 242.
    Από συμφ. των επιρρ. περίτου (βλ. ά.) και πλέα ή από το επίθ. περιττός και το επίρρ. πλέα (Georgac., Glotta 31, 1951, 234), αναλογ. με τα επιρρ. σε ‑ς. Ο τ. περιτοπλιάς (από συνίζ.) σε έγγρ. του 16. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 252) και του 17. αι. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 252, Vincent A., Θησαυρ. 4, 1967, 64), στον Κατσαΐτ., Ιφ. Γ́ 597 και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., λ. περιττοπλιάς).
    α) Κυρίως, ιδιαιτέρως, προπαντός: η γενεά η κάκιστος, ...,| πραματευτάδων και αλλών δίδει πολλήν ζημίαν,| περιτοπλέας εκεινών που παν στην Βαρβαρίαν Αχέλ. 110· Την παίδα δίδουν τα παιδιά, γιαύτος παιδιά τα λέσι·| περιτοπλιάς τα θηλυκά Πανώρ. Δ́ 106· τα λόγια ...| ... κινούσι| στον πόθο πλια παρά ποτέ, περιτοπλιάς ’πωμένα| να ’ναι με τέχνη κι όμορφα περίσσα σοθεμένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 329· (έναρθρ.): Οι αποστόλοι εκλάψασι πρικιά, φαρμακεμένα,| το Γιούδα ετοιμάζασι κι ελέγα τ’ ωχ, οϊμένα.| Ο Πέτρος το περιτοπλιάς, αν ήτο μπορεμένο,| το Γιούδα έτρωγέν τονε σύψυχο το σφαμένο Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2954· β) επιπλέον, εκτός απ’ αυτά: Ξεκαθαρίζοντας (ενν. το σκρίτο) περιτοπλέας και να μπορεί ο λεγόμενος αφέντης Βεργίτσης και οι κλερονόμοι του ’ς κάθα καιρό να δίδου τα άνωθεν υπέρπυρα τα χίλια του λεγομένου αφέντη παπά Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 10429· η κερά Εργίνα ... θέλοντας ... να δείξει την αγάπη οπού βαστά του άνωθεν παπά κυρ Γεώργη και να του πλερώσει εις μερτικόν τα πολλά όπλιγα οπού τση έχει και για πολλές χάρες ... από λόγου του και περιτοπλέας βάνοντας το θάνατον εις το νουν τση ... ήρθεν ... και επαρακάλεσέ με να γράψω πως ... χαρίζει του άνωθεν παπά κυρ Γεώργη ... Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1785· γ) (με επίθ.) ακόμη περισσότερο, πάρα πολύ: Τελειότερος είναι εκείνος ο λόγος, ο οποίος συντίθεται και γίνεται ένας από πολλούς και περιτοπλιά τέλειος Πηγά, Χρυσοπ. 313 (2)· Μα βλέπεις με πως βρίσκομαι με γερατειά περίσσα| ανήμπορος περιτοπλιάς και πρικαμένος ίσα Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 170.
       
  • περίτου,
    επίρρ., Ασσίζ. 721‑22, 817, 3726, 414, 5, 551‑2, 6011, 782, 1042, 10931, 1447, 14819, 1505, 15224, 15426, 1582, 17120, 3109, 10, 32429, 3253, 33411, 34222, 36011, 3865, 4765‑6, Μαχ. 4212, 2582, 43621, 25, 48828, 49035, 55618, 20, 62634, 64213, Βουστρ. (Κεχ.) 1216, 249‑10, 887, χφ Β 28513, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73, 75 τρις, 80, 81, 86, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) V 779, 1406, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 628, Ανων., Ιστ. σημ. ρμ́, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 67, 361, Κυπρ. ερωτ. 293, 9232, 37, 9318, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4530, Κανον. διατ. Α 351, Β 433, Παλαμήδ., Βοηβ. 544, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 38, κ.α.
    Κατά Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 138 από υπέρ τι> υπέρ το> περίτο> περίτου· για ετυμ. από το περιττός, ‑ώς ή από έκφρ. εκ περιττού βλ. Χατζ., Διασπ. 521, Georgac., Glotta 31, 1951, 228 (για την απλοποίηση του διπλού ττ βλ. Χατζ., Διασπ. 521, Χατζ., Διασπ. 234). Τ. πιρίτου (πιρίττου) σήμ. στη Μακεδονία (Andr., Lex., λ. περιττός) και πουρούτου σε δημ. τραγ. της Ρόδου (Παπαχριστοδούλου, Λαογρ. 19, 1960-61, 144). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ., Φαρμακ., Γλωσσάρ. 88, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 504, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. (‑ττ‑), Καρανικόλας Αλ., Συμ. 3, 86, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ. (‑ττ‑)).
    1) Περισσότερο (σε ποσότητα, ένταση): σκορπίζοντα, διαμοιράζοντα και διδόντα τες χάριτές του περίτου χαίρεται (ενν. ο Θεός) και αγάλλεται παρά εκείνον οπού τες περιλαμβάνει Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 445· ο ρήγας δεν είχεν τινάν απού τον αγάπαν περίτου του αποστολέ Βουστρ. (Κεχ.) 3614· (για χρον. διάστημα): τους υί Χριστού ήλθεν άλλον θανατικόν όπου ’πάντησεν περίτου παρά ά χρόνον Μαχ. 6224· (για έκταση σε χώρο): αν γίνεται  ... το εξωπέταστον να εμπαίνει εις τον στενόν το ρηγάτικον περίτου παρά το τρίτον του στενού ... Ασσίζ. 20315· όσον/ώσπου περίτου ... οτόσον/τόσον = όσο περισσότερο ... τόσο: Όσον περίτου, πόθε, με παθιάζεις| οτόσον πεθυμώ να σ’ ακλουθήσω Κυπρ. ερωτ. 381· Όντας σ’ εμέν γυρίζουν (ενν. τα ’μνοστα ’μμάτια) και θωρούμ με,| νιώθω κι άφτει καρδιά μου μαρτυρώντα| κι εκείνα νιώθουν κι αξανά βιγλούν με| κι ώσπου περίτου πάσκει πολεμώντα (παραλ. 1 στ.) τόσον εκείνα στέκω πεθυμώντα Κυπρ. ερωτ. 612· όσα ... τόσον περίτου = όσο ... τόσο περισσότερο: όσα ’πό ’ξαυτόν της ’ξωμακρίζω| τόσον περίτου αξάφτω και βακρύζω Κυπρ. ερωτ. 648. 2) α) (Με επόμ. επίθ., μτχ. επίθ. ή επίρρ. θετ. βαθμού σχηματίζει περιφραστικό τ. του συγκρ. βαθμού· βλ. και Συμεων., Ιστ. κυπρ. διαλ. 213) πιο: καλλιότερον και περίτου αρεστόν του Θεού, ... το πάσα άνθρωπος θεοσεβής και φιλόχριστος να καθαρίζεται απατός του με πάσα αγαθοεργίαν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 503· δεν έν’ θαύμα, αν είσαι| αξαύτου μου περίτου αγαπημένη| παρά που ’σαι γλυκιά Κυπρ. ερωτ. 8716· εθέλησεν ο πάπας να μάθει περίτου καθαρά Μαχ. 149· (με επίθ. συγκρ. βαθμού για επίταση της σημασ. του): είναι περίτου μεγαλύτερον το διλίτιν το γνωστικόν παρά το αισθητόν του κορμιού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 80· β) (με άρθρο και επόμ. επίθ. θετ. βαθμού σχηματίζει περιφραστικό τύπο του υπερθ. βαθμού): ήτον ο περίτου δυνατός και ομορφόττερος καβαλλάρης οπού ευρίσκετον εις την Κύπρον Μαχ. 7229· εποίκα ως γιον εκείνον οπού ένι εις ένα λιβάδιν μεγαλότατον εις το ποιον ένι διάφοροι και παράξενοι αθθοί και διαλέγει πάντα τες περίτου άξιες κορφές διά να ποίσει το στεφάνιν του Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 73. 3) Ως ουσ. (συν. με το άρθρο) α) η πλειονότητα, οι περισσότεροι: το δίκαιον ... ορίζει ότι εκεί οπού οι περίτου συμπαύγουν εκείνο να ένι στερεωμένον Ασσίζ. 17626· εβουλεύσαν τον οι συγκριτικοί να συντύχῃ με τον ρήγα, και .. να ελευθερώσει τους λας τους περπεριάρηδες, όπου ήσαν ... περπεριάρηδες, οι περίτου του συγκρίτου και ούλον το αρχοντολόγιν Μαχ. 14017· β) ο πληθ. ουδ.: τα περίτου = τα υπόλοιπα, τα επιπλέον: Περί εκείνου οπού πουλεί το αμάχιν του εγγυητή του περίτου παρά του εχρώστεν, και πώς να στρέψει τα περίτου Ασσίζ. 817‑18· γ) (με επιρρ. σημασ.) τες περίτου = τις περισσότερες φορές: Ελάφιν τόσα γλήγορα στην στράταν| δεν τρέχει ..., (παραλ. 3 στ.) γιον φεύγουν ταύτης της ζωής οι χρόνοι.| Ω ψευδείς και προσωρινοί μας χρόνοι,| που τες περίτου λείβγιετε την στράταν Κυπρ. ερωτ. 1078· δ) το περίτου (με επιρρ. σημασ.) = ο κυριότερος λόγος, κυρίως: η βασίλισσα επήγεν μοναχή της εις τον καθέναν και επαρακάλεν το να τελειωθεί, ότι το περίτου τό ήλθεν, ήλθεν διά να το τελειώσει Μαχ. 32828· ε) ? ούλοι οι περίτου / ούλοι ή περίτου = η πλειονότητα, οι περισσότεροι/όλοι ή οι περισσότεροι (βλ. Dawkins [Μαχ. σ. 261]· βλ. και Κεχαγιόγλου [Βουστρ. σ. 285 κριτ. υπ., 481]): ο αφέντης μας ο ρήγας ... και ο αφέντης μας ο πρίντζης και ούλοι οι περίτου καβαλλάρηδες, δεν τους ακανεί; Μαχ. 37231· ούλοι ή περίτου ήτον αρμασμένοι και με παιδία Βουστρ. (Κεχ.) χφ Μ 28513· στ) διά περίτου = για περισσότερα χρήματα: εάν το σπίτιν πουληθεί διά περίτου παρά όσα ένι το χρείος, η αυλή ένι κρατημένη να περιλάβει τα περίτου και να τα στρέψει εκείνου ού εκείνης οπού ήσαν τα σπίτια Ασσίζ. 28931. 4) (Ως επίθ. με επόμ. ουσ.) περισσότερος, μεγαλύτερος: διά περίτου στερέωμαν στέλλω σου οκτώ καραβοκυρούς εις την συντροφιάν σου να τους κρατείς διά σιγουρτάν εις το κάτεργόν σου Μαχ. 50229· Γροικώντα το κουμμούνιν της Βενετίας τα μαντάτα της Αλεξάνδρας, επικράνθησαν πολλά, διότι το περίτου διάφορος των πραματείων ήτον εκεί Μαχ. 15613· (εδώ με άρθρο και ουσ. στον εν. = το μεγαλύτερο μέρος από): Κυρά μου, ... να ηξεύρει η αφεντιά σου, ότι η περίτου τζούρμαν των καραβίων εθελήσα να σας θανατώσουν Μαχ. 39628· (εδώ με β́ όρο σύγκρισης): περίτου παρά είκοσι ...| στον άδην έπεμπεν εχθρούς Παλαμήδ., Βοηβ. 607· αναμίκτησαν και εσυμπιάστησαν περίτου παρά γ́ χιλιάδες άνδρες καβαλλάρηδες Μαχ. 37227. Εκφρ. α) ή περίτου ή παρ(α)κάτω (βλ. και Χατζ., Διασπ. 521) = ή περισσότερο ή λιγότερο: Ώδε λαλεί το δίκαιον εκείνου οπού δανείζει το εδικόν του ετέρου ανθρώπου, και όταν του το ζητήσει, εκείνος απολογάταί του ή περίτου ή παρακάτω οπού του ζητά, και διά τούτο έρχεται εις την κρίσιν Ασσίζ. 5213· β) περίτου και περίτου (βλ. και Λουκά, Γλωσσάρ. 369) = όλο και περισσότερο: καθημερινόν περίτου και περίτου με βλέπουν και διαφεντεύγουν με να μεν έβγω αππώδε Μαχ. 3802.
       
  • περνώ,
    Ασσίζ. 4554, Διγ. (Trapp) Gr. 3053, Διγ. A 2783, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1263, Βέλθ. 1064, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 442, Χρον. Μορ. H 322, Χρον. Μορ. P 59, Φλώρ. 32, Απολλών. (Κεχ.) 384, Λίβ. P 1904, Λίβ. Sc. 1851, Λίβ. Esc. 3005, Λίβ. N 2577, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 373, Αχιλλ. L 21, Φαλιέρ., Ιστ.2 374, Byz. Kleinchron. Á 50938, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 95, Αλεξ.2 145, Απόκοπ.2 98, Κορων., Μπούας 12, Γεωργηλ., Θαν. 409, Πεντ. Γέν. XXXII 23, Πορτολ. A 516, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 468, Αχέλ. 259, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 59, Ιστ. πατρ. 9510, Πτωχολ. (Κεχ.) P 63, Κυπρ. ερωτ. 8630, Πανώρ. Ά 131, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 149, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 182, Κατζ. Ά 150, Βοσκοπ.2 305, Παλαμήδ., Βοηβ. 59, Ιστ. Βλαχ. 1092, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Διγ. Άνδρ. 31611, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 103, Στάθ. (Martini) Ά 187, Διαθ. 17. αι. 3314, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 167339, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [428], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423, Φορτουν. (Vinc.) Ά 179, Ροδινός (Βαλ.) 218, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 72, Διγ. O 782, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2327, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. ζ́ 13, Hagia Sophia ω 5164, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Γ́ 6911, κ.π.α.· απερνώ, Σπαν. (Ζώρ.) V 602, Διγ. Z 2384, Διγ. A 2425, Χρον. Μορ. H 409, Χρον. Μορ. P 46, Θρ. Κων/π. B 58, Θησ. (Foll.) Ι 19, Θησ. Β́ [252], Ch. pop. 469, Αλεξ.2 542, Κορων., Μπούας 51, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 67r, Πεντ. Γέν. XL 47, Πορτολ. A 3212, Αχέλ. 1686, Χρον. σουλτ. 2626, Παϊσ., Ιστ. Σινά 363, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12310, Δωρ. Μον. XXXVI, Παλαμήδ., Βοηβ. 799, Ιστ. Βλαχ. 75, Σουμμ., Ρεμπελ. 190, Διγ. Άνδρ. 40038, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 13324, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 90102, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [58], Ροδινός (Βαλ.) 84, Πτωχολ. B 126, Διγ. O 2815, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. ιϚ́ 1, κ.π.α.· απερώ, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Υπόθ. ΙΓ́· επερώ, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068· περώ, Ασσίζ. 31230, Βίος Αλ. 4812, Ιστ. Ηπείρ. XVIII5, XL4, Δούκ. 358, 6515, 8922, 11117 κ.π.α., Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΆ [474], Νομοκ. 38517· αόρ. επήρασε, Διήγ. ωραιότ. 931· μτχ. ενεστ. (άκλ.) περνών, Παρασπ., Βάρν. C 316· μτχ. απεραζόμενος, Τριβ., Ρε 14· περαζόμενος, Χούμνου, Κοσμογ. [1687], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 524, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 183, 383, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 19, Έ 1357, Φορτουν. (Vinc.) Ά 349, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 37126· μτχ. αορ. (άκλ.) απεράσοντας, Πορτολ. B 1120, Χρον. σουλτ. 6211· περάσαντα, Ιστ. πατρ. 10515· περάσοντα, Ιστ. πατρ. 1409· περάσοντας, Κορων., Μπούας 6, Εκλογής χειρόγρ. 24522, Χρον. σουλτ. 3411, 30, 5231, 625, 11831-32, 11910, 1263, 13921, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 10938, 1131, Δωρ. Μον. XVIII, Διαθ. 17. αι. 357, 224, 1140, 194, Διήγ. πανωφ. 56, 57, 59· μτχ. παρκ. απερασμένος, Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 23, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354v, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΚΒ́ [135], Χρον. σουλτ. 14019, Σουμμ., Ρεμπελ. 176, 184, 192, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 65r, Σουμμ., Παστ. φίδ. Υπόθ. 4, Ά [260], Έ [708], Ροδινός (Βαλ.) 91, 142, 146, 161, 216, 229, Διακρούσ. 1189, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πέτρ. Καθ. Επ. Ά δ́ 3, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Ά 4616· περασμένος, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 12, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 324, Μαχ. 23, Θησ. Δ́ [416], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2191, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 356, Αχέλ. 19, Χρον. σουλτ. 1047, Πανώρ. Ά 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 396, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ά 21, Φαλλίδ. (Παναγ.) 158, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 11, Ιστ. Βλαχ. 56, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά 539, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 1127, Διαθ. 17. αι. 46, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 406, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [375], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422, Φορτουν. (Vinc.) Ά 12, Λεηλ. Παροικ. 513, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3641, Τζάνε, Φιλον. 58314, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Κορ. Ά ζ́ 36, κ.α.
    Από τον αόρ. του αρχ. περάω (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 292). Ο τ. απερνώ στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 432 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Β́ 9, Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ., στη λ.), όπως και τ. απερνάω (Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Ο τ. περώ και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. περνώ, όπου και τ. περού και απερού). Διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Ά 53, λ. απιρνάου, Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., λ. απιρνάου ‑ώ, Χριστοδούλου, Κουζιαν., λ. πιρνώ/απιρνώ). Η υποτ. αορ. επεράσω σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 292, 299). Η μτχ. περαζόμενος (για το σχηματ. βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά, 13, 17) σε έγγρ. του 16. αι. (Μανούσ., Κρ. Χρ. 22, 1970, 295)· μτχ. περαζούμενος στο Somav. λ. απερασμένος και σήμ. ιδιωμ. (Ψάλτ., Θρακικά 35, 82). Η μτχ. περάσοντα το 14. αι. (Χρυσόβ. του 1364, 85) και σήμ. ως επίρρ. στο τσακών. ιδίωμα (Κωστ., Λεξ. τσακων.)· μτχ. περάσοττα σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Πρακτ. Β′ Κυπρ. Σ 3, 256). Η μτχ. περάσοντας σε έγγρ. του 17. αι. (Παπαδάκη, Θησαυρ. 19, 1982, 145), το 18. αι (Στεφανόπ., Βιβλ. Στεφανοπ. 75, 76, 99) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.). Η μτχ. απερασμένος στο Βλάχ., σε έγγρ. του 18. αι. (Σερεμέτης, Ηπειρωτική Εστία 19, 1970, 37, 433, 434, 435) και σήμ. ιδιωμ. (Μάνεσης, Λεξ. μυκον. ιδιώμ.· πβ. και Μιχαλαριά-Βογιατζή, Λεξ. Σύμης, λ. απερασμένες). Η μτχ. περασμένος στο Βλάχ. και σήμ. H λ. τον 8-9. αι. (TLG· για πιθ. παλαιότ. μνείες βλ. αυτ. και Jannaris, Hist. Gramm. 272) στο Βλάχ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) α) Διαβαίνω, διασχίζω ένα μέρος (και πηγαίνω σε άλλο): Και πάραυθα εσέβησαν εις την Τρανσυλβανίαν,| κι έτσι την επεράσασιν κι ήβγασιν στην Ουγγρίαν Παλαμήδ., Βοηβ. 1080· με την βοήθειαν του Θεού, την τρίτην την ημέραν| επέρασεν (ενν. ο Σερμπάνος) τα σύνορα κι ευρέθη από πέραν Ιστ. Βλαχ. 162· Αφού δε αποστάθηκαν (ενν. ο Μερκούριος και οι συντρόφοι του) εκ τον κομμόν που ’ποίκαν| την γέφυραν απέρασαν και εις την χώραν μπήκαν Κορων., Μπούας 62· (προκ. για θάλασσα ή ποτάμι): Και να περάσομεν ομού την θάλασσαν τήν βλέπεις,| να πάμε στην Ανατολήν, εις τον καλόν τον τόπον Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 82· Είναι δε το γένος τούτο των Τατάρων μαθημένοι να περνούσι με τα άλογά τως καβαλάροι τα μεγάλα ποτάμια κολυμβώντες Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· β) διέρχομαι, περνώ από ένα μέρος/σημείο: Εγώ πολλές χώρες και κάστρη είδα και επέρασα, και είδα γραφές πολλές και ανέγνωσα εις ετούτον τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 33633· και μικράν θύραν επεράς την κεφαλήν κυρτῴαν Παϊσ., Ιστ. Σινά 1068. 2) Διαπερνώ (με αιχμηρό όργανο), διατρυπώ κάπ. ή κ.: Και ηβλέποντας ο Σαούλ ότι οι εχθροί εσίμωναν να τον πιάσουν, βάνει το κοντάρι του και ακουμπάγει το εις ένα δένδρον και το ξίφος το βάνει εις την κοιλίαν του και αμπώνει το και απέρασέ τον έως την ράχην Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 192r· ένας άνθρωπος των αρμάτων ... είδεν τον υιόν του Τακκά ... και με το σπαθίν επέρασέν τον απέ την μίαν μερίαν ως την άλλην και απόθανεν Μαχ. 6629· (σε μεταφ.): και την καρδίαν μου δεινή επέρασε ρομφαία Θρ. Θεοτ. 64· (μεταφ., προκ. για  το κρύο): Και όταν είναι ψύχρα μεγάλη, μη δουλεύεις πολλά, διατί το κρύος ευρίσκει τότε τους πόρους ανοικτούς, όταν είσαι ιδρωμένος, και σε περνά ευκολότατα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 176. 3) Οδηγώ/μεταφέρω κάπ. κάπου· (συν. στην απέναντι όχθη/ακτή): Βάρκες ορθώθησαν λοιπόν δώδεκα για να πιάσουν/ την νύκτα την ερχόμενη τσ’ ανθρώπους να περάσουν Αχέλ. 889· Ο δε Σελήμ ... έδραμεν ευθύς κάτω εις το ποτάμι, και έβαλε τους τουφεξήδες μέσα εις κάποιες μικρές βάρκες και τους επέρνα εις την πέραν μεράν του ποταμού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 423· το πλοίον διεσκόρπισεν, επνίγησαν οι πάντες,| μόνον ο Απολλώνιος μέσα εις μικρόν σανίδιν| το κύμαν τον επέρασεν της Τρίπολης τα μέρη Απολλών. 139. 4) α) Μετακινώ κάπ./κ. σε σχέση με (μέσα από, πάνω από κ.τ.ό.) κ. άλλο· (σε μαγικές πράξεις): περούσι τα παιδία των από στόμα λύκου, τάχα διά να ζήσουν Νομοκ. 38518· Μη ευρεθεί εις εσέν απερνάει τον υιό του και τη θεγατέρα του εις την ιστιά, μαντεύγει μαντειές ... Πεντ. Δευτ. XVIII 10· β) (εδώ) σουρώνω: έπαρε νερόν από περιστερών, τούτο το χόρτον, οπού το λέγουν φράγκικα μπέρμπενα, από πήγανον, από χελιδόνιον, τριαντάφυλλα και από αλόην και τούτζια πρεπαράτα από πάσα ένα μισήν δράγμα, κοπάνισε και πέρασέ τα από ψιλόν μανδήλιον και φύλαξέ τα εις μίαν αγαστέρα υαλίνην Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 229. 5) (Χρον.) διανύω, διάγω ένα χρον. διάστημα (κατά ορισμένο τρόπο): και δίχως πρίκες κι όχθρητες, δίχως ζηλειές και φθόνους| περνούσι (ενν. οι γιαθρώποι) τσ’ εβδομάδες τως, τσι μήνες και τσι χρόνους Πανώρ. Πρόλ. 60· Και έτσι με φόβον και τρόμον απεράσαμεν την ημέραν εκείνην και την νύκταν ως νεκροί εις την όψην και μισαπεθαμένοι Ιερόθ. Αββ. 333· Εις τον ποέτα βρίσκομε τον κωμικόν γραμμένο| κι έτσι από τον Τερέντσιο καλά ξεδηγημένο,| πως γιατί αγάπα ο Πάμφιλος την όμορφη Γλυτσέρε| με δίχως ύπν’ ολότελα le notti απέρνα intiere Κατζ. Δ́ 118. 6) (Με αντικ. τη λ. ζωή ) διάγω, ζω: οπού είμαι νέος, ας περάσω καλήν ζωήν, και δεν θέλει λείψει καιρός, διά να δοξάσομεν και τον Θεόν Ροδινός (Βαλ.) 67· Και ως έβλεπε (ενν. ο κύρης Ανδρόνικος) την ασθένειαν αυτού οπού αυξάνει, εδιελογίζετο τι να κάμει και πού να υπάγει και εις τι τόπον να περάσει την ζωήν του ότι το είχεν ως μεγάλην εντροπήν να φαίνεται εις τον λαόν του μετ’ αυτού του ασθενήματος Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 19. 7) Βιώνω, υφίσταμαι κ., υποφέρω μια (συν. δυσάρεστη) εμπειρία: Τῳ αυτῴ χρόνῳ απέθανεν ο Χριστόδουλος ο βαφτισμένος ... και αυτός ήτον Εβραίος και εις την νεότητά του αγάπησεν την πίστιν και εγίνην χριστιανός και πολλά κακά επέρασεν από τους φθονερούς Ιουδαίους Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23v· πολλές πρίκες και βάσανα έχεις περασμένα Μανολ., Επιστ. 1739· Λοιπόν οι δόλιοι Κρητικοί κίνδυνον επεράσαν| μέγαν από τες λουμπαρδιές, αλλ’ ουκ εδειλιάσαν Διακρούσ. 1087. 8) Υπερβαίνω ένα όριο, ξεπερνώ· (χρον.): να ζήσει (ενν. ο άρχοντας) χρόνους εκατόν και να τους απεράσει| με πλούτον και με έπαινον στον κόσμον να γηράσει Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 65· Δεν έναι (ενν. ο μισσέρ Γιαννούτσος) κύρης μου, σα λες, μ’ αλλότες είχε πράσσει| εις τα ταξιδια, και έρχοντας μια φούστα ν’ αγοράσει (παραλ. 2 στ.). Και μετά κείνη τοτεσά μ’ αγόρασε κι εμένα,| και ακόμη χρόνους δυόμισι δεν είχα περασμένα Φορτουν. (Vinc.) Β́ 206· (ποσ.): απερνώντες τα όσα εξόδευσαν (ενν. οι Γαλατιανοί), έχουν την άδειαν να τα μαζώξουν από την μέσην τους, διά να έβγουν από το χρέος Επιστ. Μωάμ. 6725· (τοπ.): όταν έγινεν ο κατακλυσμός οπού ήλθε το νερόν δεν απέρασε την κορυφήν αυτεινού του βουνού (ενν. του βουνού Τερέστρο), καλά και τινές λέγουν ότι το νερόν απέρασεν πάσα βουνόν ένδεκα πήχες Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 70v. 9) Παραβαίνω κ.: δεν ημπορώ να περάσω τον ορισμό του Κύριου να κάμω καλό γή κακό από τη καρδιά μου Πεντ. Αρ. XXIV 13· Ότι να ευρεθεί μεσοθιό σου ... ανήρ γή γεναίκα ος να κάμει το κακό εις τα μάτια του Κύριου του Θεού σου να απεράσει τη διαθήκη του. Και έφυγεν και εδούλεψεν είδωλα άλλα και επροσκύνησεν αυτά Πεντ. Δευτ. XVII 2. 10) Παρακάμπτω, αποφεύγω κ.: εις το νησόπουλον ... έχει ξέρην εις την μερέαν της τραμουντάνας και εβγαίνει εις το πέλαγος μισόν μίλι. Και απεράσοντας την ξέρην και έμπεις μέσα το κανάλιν και την στερέα· ’ράξε όπου θέλεις ότι έχει φούντος όσον θέλεις Πορτολ. B 1120· (κ. δυσάρεστο): παρακαλώ ... να γράψει η αδελφότης υμών του εκλαμπροτάτου αυθεντός βαΐλου των Ενετών οπού ευρίσκεται εις την Βασιλεύουσαν ... να γένει επίμων να πάρει έκδοσιν από τον οικουμενικον πατριάρχην ... να μετατεθούμεν εις την Ζάκυνθον, διά να περάσομεν τους κινδύνους της στράτας του Κωνσταντίνου Βελλερ., Επιστ. 5543. 11) α) Aντιπαρέρχομαι κ., αδιαφορώ για κ.: Αλλά αλίμονον εις εσάς τους Φαρισαίους, ότι αποδεκατίζετε το δυόσμον και το πήγανον και κάθε λάχανον, και περνάτε την κρίσιν και την αγάπην του Θεού· Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Λουκ. ιά 42· α) προσπερνώ, παραλείπω κ.: Ημπόρουν διά την φυλακήν να γράψω ακόμη και άλλα| αμή σχολάζω, αφήνω τα, διαβαίνω και περνώ τα,| διά να ’ρθω εις την υπόθεσιν και των φυλακατόρων Σαχλ., Αφήγ. 485. 12) α) Αντιμετωπίζω κ. ή κάπ. (επιτυχώς): Κι αυτός (ενν. ο δεσπότης Άρτας), ως ήτον φρόνιμος, καλά εδιορθώθη·| τους Φράγκους γαρ ερόγεψεν, τον πρίγκιπα Γουλιάμον| και τον αφέντην Αθηνών και τους Ευριπιώτας·| με αυτούς εβοηθήθηκεν κι επέρασεν την μάχην Χρον. Μορ. P 3084· β) κάνω κάπ. να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες μου, «καταφέρνω κάπ.»: Μα δίχως να το πεις εσύ και να το δικιμάσεις,| να θες με τα διατάματα μόνο να με περάσεις| εδώ με χάνεις και γοργό πάγω να βρω τον Άδη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 860· Εδάρτε συμβουλεύω σας όλες καλές κυράδες,| αμέτε και μαυλίζετε ύπανδρες και χηράδες,| γελάτε τες ανέγλυτες και τες νοικοκυράδες (παραλ. 2 στ.) τους άνδρες με τα λόγια σας όλους να τους πλανάτε.| Έχετε κι αγαπητικούς, μηδέν αδημονάτε,| κι οπού ’γαπούν και φλέγουνται, με λόγια τους περνάτε Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 651. 13) α) Δίνω, μεταβιβάζω κ. (σε κάπ.): Ανήρ ότι να απεθάνει και υιός δεν είναι αυτουνού … να απεράσετε τη κλερονομιά του εις τη θυγατέρα του Πεντ. Αρ. XXVII 8· Ένι καταστημένον με την ασσίζαν των Ιεροσολύμων ότι η αφεντία των πραγμάτων των χαμένων ουδέν πρέπει κανείς να των περάσει εις κανένα έτερον κορμίν, ότι εις όποιον τόπον οπού ο κύρης ημπορεί να εύρει το πράγμαν του κινητόν τό είχεν χάσει, εντέχεται να το αναλάβει διά όρκου τόν να ποιήσει Ασσίζ. 42323· β) προσφέρω, αφιερώνω κ.: να απεράσεις παν άνοιγμα μήτρας του Κύριου Πεντ. Έξ. XIII 12. 14) Θεωρώ, αντιμετωπίζω κάπ. ως ...: Παρακαλώ σας βασιλείς, αυθέντες και ρηγάδες,| ... σοφοί και διδασκάλοι,| μη με κατηγορήσετε εις τἄγραψα και είπα·| περάσετέ με ως άγνωστον ομάδιν με τον νουν μου,| και ψέξετε τον λογισμόν εμού δε και την γλώσσαν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 568. 15) Διηγούμαι, εξιστορώ: η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην και δεν έγραψα ένα πράγμα διά άλλον, μόνον πιστά τα επέρασα, μήτε περισσότερο μήτε ολιγότερο Σουμμ., Ρεμπελ. 193. 16) Δηλώνω, φανερώνω: είπεν (ενν. η Παρθένος) «ηγαλλίασεν» και δεν είπεν ευφράνθη, ή εχάρη. Είναι κάποια διαφορά ανάμεσα εις αυτά τα ρήματα, διότι το εχάρη φέρνει κάποιαν χαράν εις την ψυχήν, αμή δεν περνά τον τρόπον και την διάθεσιν εκείνου οπού χαίρεται Ροδινός (Βαλ.) 93. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω, μετακινούμαι, πηγαίνω   α1) σε κάπ. άλλο μέρος: Πλην όταν απεσώσαμεν εις τον αιγιαλόν ετούτον,| επαίρει (ενν. ο Βερδερίχος) το καμήλιν μου, πεζεύει με απ’ εκείνο| και με την κόρην μόνος του περνά εις γην Αιγύπτου Λίβ. Sc. 1734· άφησε (ενν. ο Ευστάθιος ο Πλακίδας) την αυθεντίαν οπού είχεν και έφυγεν να απεράσει εις άλλον τόπον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390r· ο βάρβαρος εμάνισε και εις ολίγον καιρόν έρχεται πολεμώντας την Ανατολήν και κουρσεύοντας πολλούς τόπους. Επέρασε δε και εις την Θεσσαλονίκην Εγκ. αγ. Δημ. 109162· (στην απέναντι ακτή/ όχθη): Είχε δε μεγάλην αδημονίαν ο μισσέρ Ρομπέρτος και λύπην, πως δεν έβρισκε βάρκαν να περάσει εις τον Μορέαν Δωρ. Μον. XXIV· Και λέγω προς τον Λίβιστρον: «Εύξου με να περάσω,| και όταν με ίδεις επέρασα, στέκομαι εις την στερέαν,| τότε και συ την θάλασσαν άφοβα να την έμπεις,| και να έλθεις όπου με θεωρείς, δίχα τινός ανάγκης» Λίβ. Sc. 1864, 1865· Τούτη η ταραχή όχι μόνον εσύγχισε πολλά τους Τούρκους οπού ήσαν περασμένοι από το ποτάμι, αλλά πολλῴ μάλλον εκείνους, οπού ήσαν ακόμη εκείθεν του ποταμού διά να περάσουσιν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422· α2) (σε κάπ.): Τότε στον αρχιστράτηγον βουλήθη (ενν. τινάς σπαχής) να περάσει Αχέλ. 1200· Η δε, «Ω τρισκατάρατε γέρον», ανταπεκρίθη (ενν. η Μαξιμώ) | «και διά ένα κόπους μοι και τῳ λαῴ παρέσχες,| προς ον μόνη περάσασα, Θεῴ τε καυχωμένη,| άρω αυτού την κεφαλήν και προς υμάς εκφέρω;» Διγ. Z 3469· β) (μεταφ.) σε κάπ. άλλη κατάσταση: στανικώς μου μέλλομαι σε γάμον ν’ απεράσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [914]· και ν’ απεράσει (ενν. ο βοσκός) εις μιαν στιγμήν από τον θάνατόν του,| εις μιαν γλυκύτατην ζωήν, με τον ευτυχισμόν του; Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1460]. 2) Διέρχομαι από ένα μέρος/σημείο: Και περνώντας ο Ιησούς απεκεί, είδεν άνθρωπον οπού εκάθετον εις το κουμμέρκι και τον έλεγαν Ματθαίον Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Ματθ. θ́ 9· εκέντησεν ο Αχιλλεύς τον άσπρον τον φουδούλον,| χαμογελών επέρασεν εμπρός από την κόρην Αχιλλ. L 836. 3) Εκτείνομαι, φτάνω ως ...: Και έχει (ενν. η Πόλις) πόρτο μεγάλο και καλό. Και έχει κόρφον και περνά πέρα εις τον Γαλατά και έναι μίλι ήμισυ Πορτολ. A 23013. 4) Εισέρχομαι, μπαίνω:  ... προβαίνει η Πετρονέλα (παραλ. 1 στ.) και με το γέλιο λέγει μου: «Πέρασε η αφεντιά σου,| κι η μάνα μου λιγοψυχά να ’χει την εμιλιά σου» Φορτουν. Ά 260. 5) (Δια)περνώ: εβάναν του (ενν. του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού) εις το κεφάλι ένα στεφάνι με αγκάθια, τα οποία αγκάθια απερνούσαν εις το κεφάλι του Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 326v· (σε μεταφ.): Αμή όταν θέλει (ενν. ο πόθος) να χωθεί κι εις την καρδιάν να φτάσει| τότες το στήθος σου του κλεις, για να μην απεράσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1166]. 6) Αναχωρώ, αποχωρώ· φεύγω: Αυτού λέγει το δίκαιον περί εκείνων των εγγυτάδων οπού ουδέν έχου να ποιήσουν ως εγγυτάδες, ού αν επέρασαν απέ το ρηγάτον Ασσίζ. 31225· αν δεν αφήσει (ενν. ο Φαραώς) να απεράσει το πλήθος των υιών Ισραήλ, όλα τα νερά της Αιγύπτου θέλω τα κάμει να γένουν αίμα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 158v. 7) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: Οϊμένα, αποκοιμήθηκα κι επέρασεν η ώρα! Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1079· Και δεν επέρασεν ένας μήνας και επάρθη η Θεσσαλονίκη υπό των Τουρκών Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 23· απέρασε το κολατσό κι ακόμη δεν εφάνη (ενν. η θυγατέρα μου) Πανώρ. Β́ 51· (συχνά μτχ. χρον. άκλ.): Και απεράσοντας πολλοί χρόνοι, εκατέβη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, Θεός και άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 12326· Περάσαντα δη μερικός καιρός εσυνάχθησαν πολλοί αρχιερείς, μητροπολίται και επίσκοποι, και έγινε σύνοδος μεγάλη Ιστ. πατρ. 10515· και πάλιν παρευθύς … περάσοντας μίαν ώραν εσήκωσεν πάλιν ωσάν άλλο νέφος πλέον μεγαλύτερον από το πρώτον Διήγ. πανωφ. 56· Περάσοντα δε ολίγος καιρός ηβουλήθη (ενν. ο Ιωακείμ) δευτέραν φοράν να υπάγει εις τον Πούγδανον Ιστ. πατρ. 1409. 8) Παύω, σταματώ, καταλαγιάζω: ωσάν περάσουν οι βροχές, πάλι καλοσυνεύγει Πανώρ. Β́ 256· (εδώ προκ. για υποχώρηση της στάθμης υδάτων): Και εσφαλίστηκαν οι βρύσες της άβυσσος και καταρράχτες του ουρανού και εποκόπην η βροχή από τους ορανούς. Και εστράφηκαν τα νερά αποπάνου την ηγή ... και επέρασαν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 3· (μεταφ.): ο πόνος να περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 620·  ... οι έγνοιες επεράσασι για την καημένη Κρήτη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18314· (με γεν. ή αιτ. προσωπ. αντων.): Το ξύλον οπού αρμένιζε κι εφάνιστή σου εχάθη| σημάδι είν’ Αρετούσα μου, πως σου περνούν τα πάθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 160· Θωρώ κι ο νους σου στο κακό κι εις τό σε βλάφτει ’ράσσει| κι ο λογισμός οπού ’βαλες δε θε να σου περάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 458· και εδιάβην ώρα περισσήν ώστε να τον περάσει| ο θρηνισμός, ο πικραμός όν είχεν εκ καρδίας Βέλθ. 399. 9) Ζω α) διαβιώνω (με ορισμένο τρόπο): Άλλοι να έχουν το φλουρί σεντούκια γεμισμένα,| και άλλοι να περνούν πτωχά και στενοχωρημένα Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 80· Ο δε καλός νεότερος και Διγενής Ακρίτης,| απέρνα μεν χαιράμενος ομού μετά της κόρης Διγ. A 2299· να μαθαίνομε πώς περνά η πανιερότη σου Μανολ., Επιστ. 17336· απέρνα ο νεούτσικος με τούτα και με κείνα,| με κόπους, με αναστεναγμούς και με περίσσιους πόνους Τριβ., Ρε 110· β) αντεπεξέρχομαι σε κ., τα βγάζω πέρα· επιβιώνω: Κι απήτις πέσου τα τειχιά, θα δω τι θα γενούσι (ενν. οι χριστιανοί),| πώς έχου να περάσουνε, πού θε να φυλαχτούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16517· ηξεύρω να περνώ, και όταν έχω και όταν δεν έχω Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Φιλ. δ́ 12 σημ.· Το λοιπόν κάνοντας τόσες μπονάτσες, και μην ημπορώντας οι μύλοι μας να αλέσουν επέσαμεν εις μεγάλη πείνα, και επερνούμαν με μαγέρεμα μόνον και με ό,τι άλλο ηθέλαμεν εμπορεί, όσον οπού ο Θεός ηθέλησεν και ήκαμεν άνεμον, και αλέσαμεν και εχορτάσαμεν και το ψωμί Διήγ. πανωφ. 59. 10) (Σε γ́ πρόσ., για γεγονότα, υποθέσεις κ.τ.ό.) κυλώ, εκτυλίσσομαι, συμβαίνω: Πατριαρχεύοντος δε αυτού, του κυρού Μαξίμου του λογίου, όλα τα της εκκλησίας επερνούσαν ειρηνικά και ασκανδάλιστα Ιστ. πατρ. 11616· εις τον τρόπον ετούτον απέρασε η υπόθεση ετούτη, την οποίαν εδιηγήθηκα με πάσαν αληθοσύνην Σουμμ., Ρεμπελ. 193· Το πράγμα πώς επέρασε κάμε με ν’ αγροικήσω,| και την αλήθειαν ξέσκεπην κι ίσια να την γνωρίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [167]. 11) Έχω ισχύ, λαμβάνομαι υπόψη· γίνομαι (απο)δεκτός: Ο λόγος σου να απερνά εις όλους τους μπασιάδες,| να σκύφτουν να σε προσκυνούν όλοι οι βοϊβοντάδες Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 87· Τότε ωσάν είδε ο Αλή πασάς ότι δεν απέρασε η βουλή του ... έγραψε χαρτί και έστειλε κρυφά του βασιλέως Παλαιολόγου μέσα εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 881· (εδώ προκ. για τη λήψη απόφασης από τη βενετική γερουσία, βλ. και πάρτη 2β): Εσουμπλικάρησα διά την Ζάκυνθον. Ούτως απέρασεν η πάρτε μου εις τας τρεις του Αυγούστου Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 12311. 12) Επικρατώ, υπερισχύω: Και μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 332· (εδώ) υπερέχω (σε κ.): όταν δε εγένηκεν δώδεκα χρόνων κείνος (ενν. Βασίλειος ο Ακρίτης),| ως ήλιος απέλαμπεν εις όλα τα παιδία,| απέρνα εις την δύναμιν ώσπερ ανδρειωμένος Διγ. A 1398. 13) Παραβαίνω (κ.): δεν απέρασα από τις παραγγειλιές σου Πεντ. Δευτ. XXVI 13. 14) α) Θεωρούμαι ως ..., έχω συγκεκριμένη φήμη: Ακούσατε του Μωυσή του προφητικοτάτου,| που ’πέρνα διά φρόνιμος εν μέσῳ των Εβραίων Κρασοπ. (Eideneier) I 89· β) θεωρούμαι κ. που δεν είμαι: Τα ήθη μου τα θηλυκά με δαύτην (ενν. την φορεσία) να σκεπάσω,| εις τους βοσκούς ανάμεσα, βοσκός για ν’ απεράσω.| Για να ’κλουθώ και να θωρώ με την ανάπαυσίν μου,| τον Σίλβιον μου τον όμορφον, την ακριβήν ψυχήν μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ 162. 15) Υφίσταμαι, υπάρχω: επέρνα καλή αγάπη αναμέσον τους Σουμμ., Ρεμπελ. 175. 16) Μεταβιβάζομαι: εκείνος (ενν. ο Ιησούς), ότι μένει εις τον αιώνα, έχει την ιεροσύνην οπού δεν περνάει· διά τούτο και δύναται να σώζει εις το παντελές εκείνους οπού πλησιάζουσι διά μέσου αυτουνού εις τον Θεόν, έστοντας να ζει πάντοτε εις το να παρακαλεί διά λόγου τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. ζ́ 24. II. Μέσ. Ά (Μτβ.) υπερβαίνω κάπ. χρον. όριο: Δεν είμαι γέρος ... (παραλ. 1 στ.) Ακόμη τη σαρανταρά δεν είμαι περασμένος,| μα απού την πρίκα έτσι ψαρός είμαι καταστεμένος Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 365. Β́ Αμτβ. 1) Μεταβαίνω στην απέναντι ακτή/ όχθη, διαπεραιώνομαι: και ούτως εμέτρησε (ενν. ο Τουμούτμπεης) τον καιρόν και την ώραν, από τες βίγλες μαθών, οπόταν είναι περασμένοι σχεδόν οι μισοί Τούρκοι εις το ποτάμι, να είναι και αυτός φθασμένος εις τον τόπον, και ευρίσκοντάς τους μοναχούς, χωριστά από τους άλλους, να πέσει απάνω τους να τους κόψει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 422. 2) (Χρον.) παρέρχομαι, αποτελώ παρελθόν: να μη νυχτώσει ο καιρός και περασθεί το βράδυ Ιστ. Βλαχ. 2141· Τέσσερεις χρόνοι κάτεχε πως είναι απερασμένοι| απού στα φύλλα τση καρδιάς σ’ έχω ζωγραφισμένη Πανώρ. Β́ 285. Φρ. 1) Απερνά (απάνου μου) πνοά ζήλειας = (προκ. για συζυγική πίστη) καταλαμβάνομαι από καχυποψία: ανήρ ... να απεράσει απάνου του πνοά ζήλειας και να ζηλέψει την γεναίκα του ... Πεντ. Αρ. V 14· γή άντρας ος να απεράσει πνοά ζήλειας και να ζουλέψει την γεναίκα του Πεντ. Αρ. V 30. 2) Απερνάγει ο λογισμός μου = ξεχνιέμαι, ξεφεύγω (από την παρούσα πραγματικότητα): Και τούτα άπερ έκαμα και είπα της υμετέρας αγάπης, δεν τα έκαμα διά καύχησιν ή έπαινον, ... αλλ’ έστοντας να ευρίσκομαι εις φυλακήν ... μη έχων τι ποιήσαι εκαθεζόμην και έγραφα τούτα διά να απερνάγει ο λογισμός μου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390v. 3) Απερνώ κάπ. εις τα κάστρα = υποδουλώνω κάπ.: και τον λαό απέρασεν (ενν. ο Ιωσεφ) αυτόν εις τα κάστρα από άκρα σύνορο της Αίγυφτος και ως την άκρα του Πεντ. Γέν. XLVII 21. 4) Απερνώ κ. ’λαφρά/κ. μου απερνά ’λαφρά = δεν υφίσταμαι σοβαρές συνέπειες για μια πράξη μου: Ετούτο δε εσκόπησεν (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) στον λογισμόν του ετότε·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διατό ήτον τάχα θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον του, ’λαφρά να το απεράσει Χρον. Μορ. H 3239· Ετούτο δε εσκόπησε (ενν. ο αφέντης Καρυταίνου) τότες στον λογισμόν του·| ότι, αν λείψει του πρίγκιπος ‒ διότι ήταν θείος του ‒ | να έχει την συμπάθειον, ’λαφρά να του απεράσει Χρον. Μορ. P 3239. 5) α) Απερνώ ξουράφι ιπί το κεφάλι μου = κόβω τα μαλλιά μου, κουρεύομαι: ανήρ γή γεναίκα ότι να χωρίσει να τάξει τάγμα χωρισμένο να χωρίσει του Κύριου ... όλες τις ημέρες τάγμα του χωρισμάτου ξουράφι να μην απεράσει ιπί το κεφάλι του Πεντ. Αρ. VI 5· β) απερνώ ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα μου = ξυρίζω όλο το σώμα μου: Και έτσι να κάμεις αυτωνών να τους καθερίσεις· ράντισε απάνου τους νερά ράντισμα και να απεράσουν ξουράφι ιπί όλη τη σάρκα τους και να σκαμματίσουν τα ρούχα τους και να καθερίσουν Πεντ. Αρ. VIII 7. 6) Απερνώ σοφάρ (βουκίνισμα) = σαλπίζω: και να απεράσεις σοφάρ βουκίνισμα εις τον μήνα τον έφτατο εις τη δέκατη του μηνού, εις την ημέρα των συμπαθημάτων να απεράσετε σοφάρ εις όλη την ηγή σας Πεντ. Λευιτ. XXV 9. 7) (Α)περνώ στον Άδη(ν)/την στράταν της ζωής/από τούτην την ζωήν/από (απού) την ζωήν ετούτη(ν)/του κόσμου = πεθαίνω: Κι ο ’πίσκοπος αρρώστησε ετότες την Τετράδη,| μια μέρα μόνον έζησε κι επέρασε στον Άδη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22218·  ... της άθλιας της ζωής απέρασε (ενν. ο Αρκύτας) την στράταν Θησ. ΙΆ [98με θεϊκόν στόμα εθέσπισαν (ενν. οι πνευματοφόροι πατέρες) και επαράδωκαν τες λειτουργίες, ευχές και ψαλμωδίες και τα χρονικά μνημόσυνα, να γινίσκουνται διά εκείνους οπού περνούν από τούτην την ζωήν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 424· ΡΟΔΟΛΙΝΟΣ: Πώς τούτο; τάχατες δε ζει πλιον ο δικός τση κύρης;| ΤΣΙΜΟΣΚΟΣ: Επέρασε απού την ζωήν ετούτη ο κακομοίρης Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 374· Εις τέτοια πάθη θες εμπεί και τότες να γεράσεις,| χρειά ’ναι το τέλος σου να ’ρθει, του κόσμου να περάσεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 320. 8) Αφήνω κ. να περάσει = δεν δίνω σημασία σε κ.· αντιπαρέρχομαι κ.: μα κείνος οπού δεν πονεί αφήνει να περάσει| το σφάλμα κι ουδέ βούλεται να το καταδικάσει· | παινά το κι ομορφίζει το … Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 137·  ... άφησ’ τα αυτάνα, α μ’ αγαπάς, φίλε μου να περάσου·| θωρώ τη φρονιμάδα σου, γροικώ την πονηριά σου·| κατέχω τούτα, οπού μου λες κι οπού μ’ αναθιβάνεις| κι άφησ’ τα να περάσουσι, γιατί τον κόπο χάνεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 64. 9) Κ. περνά από κάπ./από λόγου κάπ. = η έκβαση μιας υπόθεσης εξαρτάται από κάπ.: ΘΟΔΩΡΟΣ: Αφέντη Λούρα, η δουλειά τούτη περνά από σένα...| ΛΟΥΡΑΣ: Ανέν περνά από λόγου μου, τάξε τα καμωμένα Φορτουν. (Vinc.) Έ 191, 192. 10) Περνώ την αναγκαίαν χρείαν της ζωής μου = εξασφαλίζω τα απαραίτητα για την επιβίωσή μου: μήτε γεωργούσι (ενν. οι Άραβες), μήτε σπείρουσιν αλλά ... ή άγρια ζώα της ερήμου κυνηγούσι και τρέφονται από τα κρέατα τούτων ή παραφυλάττουσι τους δρόμους φονεύοντες τους οδοιπόρους, και με τούτο περνούσι την αναγκαίαν χρείαν της ζωής τως Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 109. 11) Περνώ άνεμο = (προκ. για το Θεό) στέλνω, εξαπολύω άνεμο: Και εθυμήθην ο Θεός τον Νοαχ και όλο το αγρίμι και όλο το χτήνο ος μετά κείνον εις το κιβωτό, κι επέρασεν ο Θεός άνεμο ιπί την ηγή και εκατάπρυαναν τα νερά Πεντ. Γέν. VIII 1. 12) Περνώ από μιαν ορμίδα, βλ. ορμίδα φρ. 13) Περνώ κάπ. από σπαθί/σπαθίου/σπαθιού, βλ. από 17 Φρ. 14) Περνώ εναντία κ. = αντιστέκομαι, πηγαίνω κόντρα σε κ.: έστοντας να αρπάσθει το καράβι και να μην δύνεται να περάσει εναντία τον άνεμον, έστοντας να αφήσομεν το καράβι εις τον άνεμον, εφερόμεσθαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. κζ́ 15. 15) Περνώ εξεφάντωσιν, βλ. ξεφαντωσις ‑ση Φρ. 1. 16) Περνώ το θάνατο = θανατώνομαι, πεθαίνω: Ήτονε ο νόμος Σαλαμό και όποιο καταλύσου| κρασί καλό και όμορφο αυτόνο να ποτίσου,| για να τους παίρνει το κρασί το φόβο, να μην τρομάσσου,| και μετ’ αυτό το θάνατο άφοβα να περάσου Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3561. 17) Περνώ τη φούρκα = απαγχονίζομαι: το effe μόνο εξώφευγες, καημένε, να διαβάσεις,| γιατί της φούρκας ήτονε, μην πα να την περάσεις Στάθ. (Martini) Β́ 154. 18) Περνώ στα χέρια κάπ. = περιέρχομαι στην εξουσία κάπ.: αυτοί δεν επεράσασι στα χέρια των εχθρών τους Διακρούσ. 9522. 19) Τα περνώ καλά = ζω ευτυχισμένα: μόνε να δώσει ο Θεός να ζήσεις, να γεράσεις,| χρόνους πολλούς στον θρόνο σου καλά να τα περάσεις Ιστ. Βλαχ. 1232. Η μτχ. περαζόμενος ως επίθ. = 1) α) Που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: να μη χρωστεί ο άνωθεν Μιχελής να πλερώσει τίβοτας για τα λεγόμενα καταλύματα τσι χρονές τσι περαζόμενες Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 25520· και κλαίει (ενν. η γυναίκα) περαζόμενα βάσανα και θυμάται Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 17825· β) που έζησε στο παρελθόν: κι αυτός ο τόπος (ενν. η Τρανσυλιβανία) δεν ήτον ποτέ του βασιλέως,| μόνον εις την υποταγήν ήτον, όχι αλλέως,| του Τούρκου και τον όριζεν κι επαίρναν ’που την Πόλη| φλάμπορ’ οι περαζόμενοι οι αυθεντάδες όλοι Παλαμήδ., Βοηβ. 690. 2) Στην έκφρ. (εις/σε/με) (η)μέρες περαζόμενες = μετά από λίγο καιρό: Εις μέρες περαζόμενες μαλώνουν δυο Εβραίοι Χούμνου, Κοσμογ. 2105· Σε μέρες περαζόμενες εδιάβη ο Κανδάλης Αλεξ.2 2201· Με μέρες περαζόμενες πήγε (ενν. ο λύκος) να τον γυρεύει| εκεί οπού εσύντυχαν, τον σκύλον να τον εύρει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 3413· Ημέρες περαζόμενες, Φίλιππον πιάνουν πόνοι·| μαντάτα του ηφέρασι, απίστησε Μοθώνη Αλεξ.2 395· ... μέρες περαζόμενες ήλθε να δοκιμάσει| το άλογό του καθαείς, το ποιος για να περάσει Αλεξ.2 331. Η μτχ. παρκ. (α)περασμένος ως επίθ.= 1) α) Που ανήκει ή αναφέρεται στο παρελθόν, που έχει παρέλθει χρονικά, παλιός: ηξεύρουν (ενν. οι άγγελοι) τα πράγματα τα απερασμένα και τα παρόντα και τα μέλλοντα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 27v· Αγκαλιαστή τηνε (ενν. την Αρετούσα) κρατούν ο κύρης με τη μάνα,| την ώρα που τα χείλη της ετούτα ανεθιβάνα·| μ’ αγάπη τη γλυκοφιλού, με σπλάχνος την ευχούνται,| την περασμένην όργητα πλιο δεν τηνε θυμούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1282· Δι’ αυτό εγώ ο πολυπαθής, τέκνον μου ηγαπημένον,| τά έμαθα με πολλή πικριά εις καιρόν απερασμένον,| να σε διδάξω βούλομαι ... Δεφ., Λόγ. 12· Ω κόποι περασμένοι μου, πώς είστε πληρωμένοι| μ’ αντίμεψη πολλά ακριβή!... Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ́ 71· εκφρ. τες απερασμένες ημέρες = τις προάλλες, προ ημερών: τες απερασμένες ημέρες ήλθεν εις το παλάτιον ένας γέροντας άνθρωπος Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 11936· περασμένος από τον καιρόν του = ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας (βλ. και Somav.): Και δεν είχαν (ενν. ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ) παιδίον, διατί η Ελισάβετ ήτον στείρα· και οι δύο τους ήταν περασμένοι από τον καιρόν τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2  Λουκ. ά 7· β) (αμέσως) προηγούμενος: Εγώ Ντιάνα Κορναροπούλα ... ήκαμα το τεσταμέντο μου με το χέρι εσένα του Γιακουμή Κουρτεζά, νοταρίου, την πρώτην του Φλεβαρίου του περασμένου Διαθ. 17. αι. 88· Τούτη ήτον η ξεφάντωση, τούτο το περιβόλι,| οπού μ’ εκάλεσες προχτές, την περασμένη σκόλη; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 798· έκφρ. τον (α)περασμένο(ν) χρόνο(ν)/την απερασμένη χρονιάν = πέρυσι: εμέναν μου έχει τον απερασμένον χρόνον οχτώ δουκάτα, και κάνω λογαριασμόν να μην χάσω τίποτες Μπερτολδίνος 162· Και τις μας το ’θελεν ειπεί τον περασμένο χρόνο,| όντε μ’ αποκαμάρωνεν ο κύρης με τη μάνα| κι όντε με σπλαχνικά φιλιά ’ς τσ’ αγκάλες τως μ’ εβάνα ... Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ́ 592· με το να ασθενήσει (ενν. ο Θανάσης Καπούτζος) βαρέως την απερασμένη χρονιάν Έγγρ. μον. Φιλοσ. 114· γ) που έζησε στο παρελθόν: του Τιβερίου καίσαρος του απερασμένου Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 330v· ο οποίος (ενν. ο Θεός) εις τες απερασμένες γενεές άφησεν όλα τα έθνη να περιπατούν τες στράτες τους Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ιδ́ 16. 2) Που έχει υπερβεί ένα χρον. όριο: Και ως είδεν ο κόντες το γράμμα της συμφωνίας, και τον καιρόν απερασμένον, και την απόφασιν των κριτάδων, εσιώπησεν Δωρ. Μον. XXIV· έκφρ. καιρόν τον περασμένο = για πολύ καιρό, επί μακρό χρονικό διάστημα: τες ελεεινές και ταπεινές ψυχές των πονεμένω| απού στον Άδη κρίνουνται καιρό τον περασμένο,| απού δεν έχουσι τινά για να τους ελυπάται| η ελεημοσύνη σου, Χριστέ, μόνο να τσι σπλαχνάται Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 863. 3) (Ως γραμμ. όρος) παρελθοντικός: «Μεγαλύνει». Δεν λέγει (ενν. η Παρθένος) εις μέλλοντα χρόνον μεγαλυνώ. Μηδέ εις χρόνον περασμένο εμεγάλυνε, αμή εις ενεστώτα, τουτέστι, τώρα. Αυτήν την ώρα μεγαλύνει Ροδινός (Βαλ.) 67. Ο πληθ. αρσ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = οι άνθρωποι που έζησαν στο παρελθόν: Εδιάβησαν οι παλαιοί χρόνοι των περασμένω| απού προυκιό κιανείς βοσκός δεν είχε γνωρισμένο Πανώρ. Έ 239. Ο πληθ. ουδ. της μτχ. παρκ. ως ουσ. = τα συμβάντα του παρελθόντος: Διού θέλω να εξηγηθώ, την ιστορίαν να αρχίσω,| να παύσω θέλω παντελώς τα περασμένα οπίσω Θησ. Πρόλ. (Κακλ.) 134· «Γιε μου, ας πάψουσιν όλα τα περασμένα,| γή εγώ ’σφαλα γή εσύ ’σφαλες, ας είν’ συμπαθημένα| ...» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Έ 1391.
       
  • περό,
    σύνδ., Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3106, Διαθ. 17. αι. 1099, 1192.
    Από το ιταλ. - βενετ. pero. Η λ. σε έγγρ. του 17. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 24, 1981, 458, ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 516, 519, 526, 533, ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 369, Κρ. συμβόλ. 241, 246, Κουρσάρ. 810, κ.α.) και 18. αι. (Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ 448, Αλιπράντης, Αθ. 75, 1974-75, 125) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Λάζαρης, Λευκαδ.).]
    Όμως, αλλά: Λοιπόν την αυτήν Δευτέραν έκαμνεν εκείνον το κακόν (ενν. φωτιές και βροντές) πάντα, περό ολίγες φορές και με ολίγην φόρτσια Διήγ. πανωφ. 58· ο θάνατός της (ενν. της θυγατέρας του ρήγα) ο πικρός εις την καρδιάν μας φέρνει.| Περό, πρώτα διά λόγου μου, να πέσω λιγωμένος,| κι από την όψιν φαίνομαι να είμαι αποθαμένος Ευγέν. 929.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης