Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 22 εγγραφές  [0-20]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Ριμ. κόρ. A

  • πόθος
    ο, Σπαν. (Ζώρ.) V 38, Γλυκά, Στ. Β′ 326, Λόγ. παρηγ. L 753, Καλλίμ. 762, Διγ. (Trapp) Gr. 417, 502, 1396, Διγ. A 1946, 2451, Διγ. Z 540, 647, 892, 1291, 2208, 2413, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 866, 899, 1210, 1773, Rebâb-nâmè 13, Divān 5043, Βέλθ. 397, 1052, Ερμον. Α 297, Ερωτοπ. 480, 507, Λίβ. Sc. 205, 1128, Λίβ. (Lamb.) N 244, 397, Λίβ. Esc. 151, 353, 847, Λίβ. N 776, 1692, 1962, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2448, Αχιλλ. L 506, 936, 976, Αχιλλ. (Smith) N 123, 858, 1162, Αχιλλ. (Smith) O 427, Ιμπ. 290, Φαλιέρ., Ιστ.2 191, 482, Διήγ. Βελ. N2 12, Θησ. Γ́ [426], Θ́ [246], ΙΒ́ [635], Ch. pop. 137, 290, 786 Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 23, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 50, 765, Απόκοπ.2 344, 381, 397, Ριμ. κόρ. A 43, 87, Ριμ. κόρ. V 43, 85, Κορων., Μπούας 22, Κυπρ. ερωτ. 25, 102, 8610, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 177, Β́ 189, Έ 364, Πιστ. βοσκ. I 1, 127, 135, (έκδ. πούθου· διορθώσ.), IV 7, 113, Διγ. Άνδρ. 3242, 3551, 3669, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 68, Γ́ 50, Δ́ 726, Έ 661, Στάθ. (Martini) Ά 65, Β́ 196, Γ́ 343, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [870], Δ́ [580], Έ [1254], Φορτουν. (Vinc.) Ά 7, Β́ 128, Δ́ 10, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 77, Διγ. O 164, 1724, Τζάνε Εμμ., Αφ. 14221, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16015, 27722, 36813, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. πόθος. Η λ. και σήμ.
    1) Σφοδρή, έντονη επιθυμία· λαχτάρα: Σπαν. A 520, Διγ. (Trapp) Gr. 1024, Διγ. Z 2304, Μαχ. 5928· (σε μεταφ.): έρως σαγίταν έσυρεν και κατεχάλασέν τον (ενν. τον πύργον της καρδίτσας μου)| και εις πόθον της αγάπης σου ήφερεν την ζωήν μου Αχιλλ. O 389. 2) α) Σφοδρή ερωτική επιθυμία· ερωτικό πάθος: Καλλίμ. 16, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 362, Ιστ. πατρ. 9721, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 39, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 15· (ως σύστ. αντικ.): οπού τον πόθον μου ποθεί μ’ αληθινήν καρδίαν Θησ. Ζ́ [915(μεταφ.): κλωνάριν πόθου εις την εμήν εφύτρωσεν καρδίαν Λίβ. Sc. 2788· (σε μεταφ.): ο σταλαγμός του πόθου μου την πέτραν της ψυχής σου| χάρβαλον να την έποικεν Λίβ. Sc. 531· ήτον πνιγμένη (ενν. η κόρη) εκ τον βυθόν του πόθου του Λιβίστρου Λίβ. N 1372· (σε προσωποπ.): θαύμασε τον λίθον τον μαγνήτην| πώς έλκει από τον πόθον του την φύσιν του σιδέρου Λίβ. Va 173· (σε όρκο): λάλει με το ορέγεσαι, το θέλεις τώρα ειπέ το,| και μα τον πόθο τον εις σε, γοργά να το πληρώσω Λίβ. Sc. 2211· (σε παροιμ. φρ.): Ο έρως τίκτει το φιλίν και το φιλίν τον πόθον Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 702· Αμ’ η γιαγάπη κλάηματα τρώγει και δε χορταίνει| γιαταύτος κακορίζικος είν’ όποιος ’ς πόθο μπαίνει Πανώρ.2 Δ́ 150· φρ. (1) βάλλω κάπ. εις πόθον = κάνω κάπ. να νιώσει ερωτική επιθυμία: μην εύρῃ χώραν ... το βέλος της αγάπης| και τρώσῃ την καρδίαν της και βάλῃ την εις πόθον (ενν. την κόρην) Διγ. Z 90· εκαλέσασιν εντίμως (παραλ. 5 στ.) την χρυσήν γαρ Αφροδίτην,| όπως γαρ εις πόθον βάλει| τους νεόνυμφους γαρ τότε Ερμον. Α 219· (2) βάνω πόθο, βλ. βάνω (Ι) Ά 52· (3) εισβαίνει/συμβαίνει πόθος (με αιτιατ. και γεν. προσώπου) = ερωτεύομαι κάπ.: πόθος με εσυνέβηκε, πάτερ μου, του Λιβίστρου Λίβ. P 892· πόθος γαρ με εσέβηκεν, πατήρ μου, του Λιβίστρου Λίβ. Esc. 2228· (4) έχω/ρίχνω (τον) πόθον εις άλλον/‑ην/αλλού = είμαι ερωτευμένος με κάπ. άλλον/ην: Καλή μου, αν εμετάγνωσες και έχεις αλλού τον πόθον,| ειπέ μου την αλήθειαν, κυρά, να υπαγαίνω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 881· Πιστεύω, αυθέντη μου ευγενή, να μη έβγω από τον νουν σου| και αλλού να ρίξεις πόθον σου κι εμέν να λησμονήσεις Φλώρ. 1033· όμοσες και μὄλεγες ποτέ μη με ’ξαφήσεις,| κι εδά θωρούν τα μάτια μου, εις άλλην πόθον έχεις Ερωτοπ. 26· β) (συνεκδ.) το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας (η χρ. ήδη μτγν.): και νυν εμέ χωρίζουσιν εκ τον εμόν τον πόθον,| ζωήν να ζω επώδυνον, πάντοτε πονεμένην Φλώρ. 1010· Ο πρώτος πόθος ήτον της καρδιάς μου| η όμορφη, οϊμέ, Ερωπρικούσα Πιστ. βοσκ. III 6, 208· (εδώ σε προσφών.): αναπλοκή μου, κρεμασμέ και ενήδονέ μου πόθε Λίβ. P 1493· γ) (προσωποπ.) ο Έρωτας (η χρ. ήδη αρχ.): Φαλιέρ., Ιστ.2 630, Κυπρ. ερωτ. 10041· δ) το ερωτικό πάθος ως αρρώστια: μην τον αφήσεις να χαθεί (ενν. το Γύπαρη), μα δώσ’ του το βοτάνι| και τη γιατρειά του πόθου του σαν τὄρχεται να γιάνει Πανώρ.2 Γ́ 218· Άλλο δεν είν’ το γιατρικό του πόθου, οντέν αρχίσει| παρά ζιμιό να βρει αφορμή να του ξελησμονήσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 707· ε) ο πνευματικός έρωτας (για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex., στη λ. 1): έπεσεν ο πόθος αυτού (ενν. του πατριάρχου) και η αγάπη εις την μελέτην της Αγίας Γραφής Ιστ. πατρ. 1975. 3) Αγάπη, στοργή α) για συγγενικό ή αγαπημένο πρόσωπο: και κατησπάζοντο αυτόν (ενν. τον αμιράν) μοιράζοντες τον πόθον| εντεύθεν μεν οι συγγενείς, εκείθεν δε η μήτηρ Διγ. (Trapp) Gr. 733· Εμέναν ο πατέρας μου μικρόθεν με είχεν πόθο·| τώρα με κατεχόρτασεν, θωρώ παραβαρώ τον Ιμπ. 174· φίλο αγαπημένο| θέλομε σ’ έχει πάντα μας με πόθο εμπιστεμένο Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ́ 112· (στον πληθ. προκ. για εκδηλώσεις αγάπης): Εκείνοι (ενν. οι θείοι μου) με ανέθρεψαν με αμετρήτους πόθους Διγ. A 519· β) προς τον γενέθλιο τόπο: Στην Καλομάτα εδιέβηκεν (ενν. ο πρίγκιπας Γυλιάμος) όπου είχεν μέγαν πόθον| διατί εγεννήθηκεν εκεί κι ήτον ιγονικόν του Χρον. Μορ. H 7761· γ) (θεολ.): εκδίδομαι παρά μητρός εις Αραβίτας θείους,| οί με και αναθρέψαντες εις Μωάμετ τον πόθον Διγ. Z 483. 4) Προθυμία, ζήλος: ούτως ο άγιος, με πόθον πολύν, έκτισε την αυτήν μονήν εις το όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου της Αντιφωνήτριας Σουρούμης, Ιωάνν. Ξέν. Κ 46· κάλλια βαλθείν ήθελα την άμμο| με ίδρωτα, με πόθο να μετρήσω| παρά τέτοιο βοσκό να μη βουηθήσω Βοσκοπ.2 79. 5) Διάθεση για φαγητό, όρεξη: εμένα, κακοτύχερε, τον γερανόν υβρίζεις,| τόν τρώγουσιν οι βασιλείς μετά πολλού του πόθου …; Πουλολ. (Τσαβαρή)2 84. 6) Ευχαρίστηση: Διήγησις παιδιόφραστος περί των τετραπόδων,| ίνα αναγινώσκωνται και χρώνται τούτα παίδες,| οι φοιτηταί και νεαροί διά την ευνοστίαν·| γέγραπται γαρ εις ένωσιν μαθήσεως και πόθου Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 4. Η λ. ως κύρ. όν.: Notizb. 26.
       
  • πράξις
    η, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 359, 360, 361, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 121, 675, Διγ. (Trapp) Gr. 2289, Φλώρ. 1075, 1176, 1364, 1366, Ιστ. Ηπείρ. XV5, XXII2, Δούκ. 12726, 16111, 2359, 2554, Σφρ., Χρον. (Maisano) 15610, Έκθ. χρον. 5011, Μπερτόλδος 51, Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά 85· πράξη, Ασσίζ. 863, Ερμον. Η 362, Χρον. Μορ. H 200, 376, Χρον. Μορ. P 379, 385, Χρον. Τόκκων 1645, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 273, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 228, Sprachlehre 84, Μαχ. 61624, Θησ. Β́ [247], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 804, Συναξ. γυν. 466, Ριμ. κόρ. A 135, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 23, Σκλάβ. 59, Δεφ., Λόγ. 525, Τριβ., Ρε 12, Ιστ. πατρ. 1369, Λαυρ., Οπτασία Σ. 115, Άλ. Κύπρ. 1709, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 142, Πιστ. βοσκ. II 4, 54, Παλαμήδ., Βοηβ. Εισαγ. 7, 13, Σουμμ., Ρεμπελ. 173, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 132, 964, Στάθ. (Martini) Ά 127, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 310, Λίμπον. 140, Φορτουν. (Vinc.) Ά 57, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 120, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 46, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13415, κ.π.α.· πράξις ‑η, Σπαν. P 4, Καλλίμ. 64, Διγ. Z 1343, Ιμπ. 686, Γεωργηλ., Θαν. 600, Βίος Αισώπ. (Παπαθωμ.) Β́ 564, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 11, Κορων., Μπούας 8, Πένθ. θαν.2 359, Πτωχολ. α 386, Κώδ. Χρονογρ. 60, Δωρ. Μον. XXXV, Ιστ. Βλαχ. 222, Διγ. Άνδρ. 3316, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 148, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1041], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 322, Διγ. O 15, Διακρούσ. 11324, Σοφιαν., Γραμμ. 85, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. πράξις. Ο τ. πράξη σε έγγρ. των 14. (Caracausi, λ. πράξη, Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ.2 314), 17. αι. (Κρ. συμβόλ. 213, 247, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 1, 1948, 98, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 23, 1980, 516) και σήμ.
    1) Εμπορική συναλλαγή: Μαχ. 6307, Ωροσκ. 4027. 2) Δράση, πρακτική εφαρμογή α) σε συσχετισμό με αφηρημένες έννοιες, όπως λόγος, όνομα, γνώμη, κ.τ.ό.: Σπαν. (Λάμπρ.) Va 59, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 125, 199, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 172· β) σε σχέση με τη θεωρία: Τότ’ είς εκ πάντων άριστος εις θεωρίαν και πράξιν (παραλ. 1 στ.) ανίστατο δε ταπεινώς κι αφόβως τούτο λέγει Κορων., Μπούας 53· πράξιν τε και θεωρία Ζήνου, Πρόλ. Πένθ. θαν.2(ειδικ. ως θεολ.): Η ρομφαία η δίστομος, πράξις και θεωρία,| σκουτάρι τα βαγγέλια και η θεολογία Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά 143· Ω συ, οπού ευρίσκεσαι στο τάγμα των αφρόνων,| επιθυμίας σαρκικής δούλος όλον τον χρόνον (παραλ. 2 στ.) Δεν έχεις συ απάνω σου πράξιν ου θεωρίαν· | ωσάν το φύλλο βρίσκεσαι σ’ ανέμου φυσημίαν Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. β́ 7. 3) α) Έργο, ενέργεια: Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1014, Διγ. (Trapp) Gr. 2289· κάμνοντας έργα ευγενικά και τιμημένες πράξες Λίμπον. Αφ. 30· (συχν. με γεν. αφηρημένου ουσ. με ηθ. περιεχόμενο): ανάθεμα το λογισμό και της ζηλειάς την πράξη! Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 710· πράξη λύπησης κρατείς τάχα να με σκοτώσεις; Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 416· β) σχέδιο/τρόπος δράσης: εζήτησε ο μισσίρ Ντζεφρές βουλήν των κεφαλάδων,| ωσαύτως και των αρχιερέων, εκείνων των επισκόπων,| το πώς να καταστήσουσιν και πώς να κατορθώσουν| την πράξιν και την αφορμήν, το πώς … (παραλ. 1 στ.) ... τον τόπον να φυλάττουν Χρον. Μορ. H 1972· Ομού γαρ εσυντύχαιναν και έπαιρναν βουλήν τους,| την πράξιν όπου ήθελαν να ποίσουν διά την μάχην Χρον. Μορ. P 8903· γ) (συν. στον πληθ.) κατορθώματα: Διγ. Z 605, Κι αν αγαπάς διά να ακούς πράξες καλών στρατιώτων, … Χρον. Μορ. P 1349· δ) δόλος, πανουργία: ουκ επιστάμην άτυχος την συσκευήν και πράξιν,| τρόπον τον κακομήχανον της γυναικός ο τάλας Προδρ. (Eideneier) III 273-42 χφ P κριτ. υπ.· Ην γαρ πανούργος (ενν. ο Θεολόγος Κόρακας) ως ουδείς των άλλων τῳ τότε καιρῴ και εις τας των Τούρκων πράξεις και διαβολάς πονηρότατος Δούκ. 22919· ο ρήγας με τη ρήγισσα πολλή χαράν επαίρνα,| να του γροικού να τραγουδεί κι έτσι γλυκιά να λέγει| του Έρωτα τσι πονηριές, τσι πράξες του να ψέγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 422· ε) (προκ. για τα μέλη του σώματος) λειτουργία: Καθώς εις ένα κορμί έχομεν πολλά μέλη, και όλα τα μέλη δεν έχουσιν την αυτήν πράξιν, έτσι οι πολλοί είμαστεν ένα κορμί εις τον Χριστόν, και καθένας είμαστε μέλη, ένας του άλλου Χριστ. διδασκ. 116· στ) συμπεριφορά, συνήθειες: επήγα εις χώρες όμορφες κι εθώρουν άλλες διάξες,| άλλους ανθρώπους και μιλιές πολλώ λογιώ και πράξες Ροδολ. (Αποσκ.) Ά 110· ζ) (συνεκδ., προκ. για το βιβλίο της Κ.Δ. που περιέχει τις Πράξεις των Αποστόλων): ώσπερ το λέγει και ο άγιος Λουκάς εις τες Πράξες εις κεφάλαιον δεύτερον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 303v· Δι’ αυτήν (ενν. την Αγία Μαρία) γράφει ο άγιος Λουκάς εις τες Πράξες των Αποστόλων κεφ. ιβ́ και εις τες πράξες του αγίου Βαρνάβα, γραμμένες από κάποιον Αλέξανδρον Μοναχόν Ροδινός (Βαλ.) 191. 4) Κατάσταση, θέση: Πτωχολ. (Κεχ.) P 262. 5) Γνώση, πείρα, ικανότητα αποκτημένη από την εμπειρία: είτις έχει πράξη του τόπου εκείνου, εμπαίνει από την μπούκα του πουνέντη Πορτολ. A 31012· Τότε συμβούλιον έκαμαν (ενν. οι βεζίρηδες) και απέστειλαν … ταχυδρόμον, εις τον σουλτάν Μουράτη, οπού ήτο εις την Μαγνησίαν και έγραφαν προς αυτόν ότι ο υιός σου είναι νέος και πράξιν πολέμου δεν έχει Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 26· εις μικρόν σημείον της ευλαβείας, οπού έχω προς την σην λογιότητα, ηθέλησα να της αφιερώσω ετούτο το μικρόν βιβλίον παρακαλώντας την να το ερευνήσει ως έμπειρος και πρακτικότατος, να το διορθώσει, εάν έχει τίποτες σφάλμα, και να αναπληρώσει με την πολλήν πράξιν οπού έχει εις την ιατρικήν, όσα εγώ αφήκα άγραφα διά την ολίγην μου μάθησιν Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 128· Και τις ηξεύρει να μας πει όλες τες τεχνοσύνες,| τά κάμναν τα χεράκια των (ενν. των Ροδιτισσών) και τες ευμορφοσύνες;| Πλουμάκια και πλατύφυλλα με τέχνην και με πράξιν Γεωργηλ., Θαν. 172. 6) Διδασκαλία: λέγει και ο Δαμασκηνός εις την δικήν του πράξη| ότι: «όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξη» Σκλάβ. 219· Ως και ζγουράφος ήμαθε (ενν. ο Ρωτόκριτος) δίχως δασκάλου πράξη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1351. 7) Ενότητα θεατρικού έργου (βλ. και ά. άττο(ν) (I), άττος): Πράξη πρώτη Πανώρ.2 Ά τίτλ.· Τέλος της εγλογής και του άττου,| ήγου τση πράξης πέμπτης Πανώρ.2 Έ μετά στ. 422. Έκφρ.  πράξη και ορμή, βλ. ορμή 5 έκφρ. Φρ. 1) Βάνω πράξη = χρησιμοποιώ: Γνωρίζω το καθώς το λες· μα βάλε τώρα πράξη| της ’πείκασής σου τ’ άρματα, η λύπη πριν σε σφάξει.| Ο άντρας εις τον πόλεμον στέκεται σαν λεντάρι| κι εις την αγάπη ο άνθρωπος βαστά τ’ αρνιού τη χάρη Φαλιέρ., Ιστ.2 307. 2) Βάνω κ. εις πράξιν = πραγματοποιώ: αφόντις ελογίασεν (ενν. ο Μπερτόλδος) μίαν όμορφην πανουργίαν, επήγεν να κοιμηθεί ακαρτερώντας την ημέραν διά να την εβάλει εις πράξιν Μπερτόλδος 16. 3) Έχω πράξη = ξέρω να κάνω: εις το παλάτι εφτάσασι όλοι κατά την τάξη,| και πασαένας έπραξεν εκείνον τό ’χε πράξη Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1782. 4) Κάνω πράξιν και ορμήν, βλ. ορμή 5 φρ.
       
  • προδίδωμι,
    Βίος Αλ. 1592, 4650, Δούκ. 13110, 18927, 41728· προδίδω, Σπαν. V 122, Καλλίμ. 1355, Σαχλ. N 246, Λίβ. διασκευή α 1501, 2163, Λίβ. Esc. 2014, Αχιλλ. L 862, Αχιλλ. (Smith) O 484, Λίβ. Va 1652, Φαλιέρ., Ιστ.2 550, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2841, 3453, Βεντράμ., Γυν. 112, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 277r, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 11511, Πιστ. βοσκ. I 2, 101, Παλαμήδ., Βοηβ. 1108, Προσκυν. Μπεν. 54 16127, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 433, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 239121, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 96, Διακρούσ. (Κακλ.) 574, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21912, 23424, κ.α.· γ́ πληθ. αορ. επροδώκα· προδώσα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1451· γ́ εν. υποτ. αορ. (μη) εμπροδώσει, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 615· μτχ. παρκ. προδομένος, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 12177, Πιστ. βοσκ. III 8, 85, Σουμμ., Παστ. φίδ. Á [506], Γ’ [1336], Έ [1588].
    Το αρχ. προδίδωμι· για το μεταπλ. σε προδίδω βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 307 κε., Jannaris, Hist. Gramm. 774-5, 936-7. Ο τ. τον 6. αι. (LBG, TLG), στο Βλάχ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Ά Μτβ. 1) Παραδίδω κ./κάπ.: Τώρα εις εσένα, φίλε μου, προδίδω το κορμί μου· |εσύ γαρ μόνος δύνασαι ζήσαι και θανατώσαι Φλώρ. 1542· (συν. σε εχθρό/αντίπαλο): Δούκ. 3672. 2) Καταδίδω κάπ.: Απήτις εποφάγασι, ο Ιησούς μιλεί τως «Γείς από σας προδίδει με» των μαθητών λαλεί τως Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2895. 3) Παραβαίνω μια ηθική υποχρέωση, δέσμευση κ.τ.ό.: Δούκ. 2712· Εκείνοι δε οι μακάριοι υπέμειναν ανδρειωμένοι και γενναιότατα όσας βασάνους τους έδωσαν και δεν επρόδωσαν την ευσέβειαν Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 164122. 4) Ενδίδω, υποχωρώ: Τον πόθον είχα μέσα μου ωσάν ένα παιγνίδι· | τινός ουδέν επρόδιδα χωρίς το δακτυλίδι Ριμ. κόρ. A 186. 5) Παρασύρω: Ακόμη κι ο Ρωτόκριτος στην ξενιτιά γυρίζει| και τις κατέχει αν ήλαχε ’ς τόπο που δεν ολπίζει,| γή σκλάβο τον επιάσασι και θάνατο του δώκα,| γή κι άλλα κάλλη λυγερής πάλι τον επροδώκα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1718. Β́ Αμτβ. 1) Παραδίνομαι στον εχθρό, συνθηκολογώ: Αμέ ο αφέντης ο Μολής και τα καράβια τ’ άλλα| σιμώνοντας, τα τούρκικα φλάμπουρον άσπρο εβάλα· | έξι καράβια κι ο πασάς προδίδουνε και πέφτου| στα χέρια τότες τω Φραγκώ και τ’ άρματά τως θέτου| Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 46117. 2) Ενδίδω, υποχωρώ: Για τούτον εποφάσισα την κοπελιά να πάρω| ετούτη τση κερά Μηλιάς, ογιά να κάμω θάρρος, (παραλ. 2 στ.) Η μάνα τση με διχωστάς δύσκολο μου τη δίδει, | μα εκείνη δε συβάζεται, μηδε ποσώς προδίδει Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 312. 3) α) Ενδυναμώνομαι, επιμένω, αντέχω: Για ’δε, κυρά μου, ’στόρησε και βάλε με τον νουν σου| πόσους δαρμούς μ’ εδείρασιν οι έρωτες διά σένα, | και αν είσαι πέτρα, υπόμενε, ή κάστρον, να προδώσεις· | ει δε ’σαι τήν πολλαγαπώ, έλα στο θέλημά μου Ερωτοπ. 628 (για τη σημασ. βλ. Κριαρ., Κρ. Χρ. 1958, 101)· β) αυξάνω, εξελίσσομαι αυξητικά: Για τούτο πρέπει εις τες αρχές να βλέπει οπού ’χει γνώση,| να μην αφήσει το κακό μέσα του να ριζώσει· | ετούτες οι κακές αρχές που ’πίβουλα προδίδου| εις το κορμί με τον καιρό πρίκες και πάθη δίδου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 719 (για τη σημασ. βλ. Κριαρ., Κρ. Χρ., 100). IΙ. Μέσ. 1) Παραδίνομαι, υποκύπτω στον εχθρό: καθήν ημέραν πολεμούν (ενν. οι εχθροί) εις του καστελλίου την πόρταν,| και ημείς ουδέν προδιδόμεσθε ώσπερ πιστότατοί σου Αχιλλ. (Smith) N 436· Ην γαρ ο δεσπότης (ενν. της Σερβίας) προ ημερών ικανών εν Ουγγρίᾳ περάσας συν πάσῃ τῃ οικίᾳ αυτού και οι μεγιστάνες αυτού πανοικί· τα δε κάστρα οχυρώσας και τον λαόν άπαντα κελεύσας εντός αυλισθήναι, εκέλευσε μη δειλιάν και προδίδοσθαι, αυτός γαρ ήξειν μέλλει συν δυνάμει πολλῄ ως εν ολίγῳ Δούκ. 39729. 2) Ενδίδω, υποχωρώ: Λοιπόν, μαλαματένη μου, τούτον ο νους σου σφάνει,| κι ας φάμε την αγάπη μας με διχωστά στεφάνι! | Κι ας πιούμεν από της φιλιάς το δροσισμένο μέλι,| κι αυτά τ’ αρρεβωνιάσματα ο νους σου μην τα θέλει! (παραλ. 4 στ.) Προδώσου το λοιπονιθές και άφες το δακτυλίδι Ριμ. κόρ. A 103. — Βλ. και προδώνω.
       
  • προσκεφαλάδιον,
    το· προσκεφαλάδι, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 92, Ριμ. κόρ. A 146, Ολόκαλος 13712, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1649, Δ́ 583· προσκεφαλάδιν, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 648, Περί ξεν. (Μαυρομ.) 91 κριτ.υπ., Ολόκαλος 4213, 6413, Επιστ. Barozzi 360· προσκεφαλάδι(ο)(ν), Ολόκαλος 120, 37, 512, 67, 710, 910, 136, 668, 7410, 828, 8323, 8812, 11316, 14515, 1997, 20017, 20220, 33, 2207, 2233, 23710, κ.π.α.
    To μτγν. ουσ. προσκεφαλάδιον (Rohlfs, Et. Wört.· βλ. και Preisigke-Kiessling Suppl. 1, L‑S Suppl. και TLG). Ο τ. προσκεφαλάδι στο LBG, στη λ., σε έγγρ. του 16. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1978, 35) και 17. αι. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 12, 1990, 482, Έγγρ. Σαντορ. 879), στο Βλάχ. (λ. προσκέφαλον) και σήμ. λαϊκ. (Κριαρ., Λεξ., λ. προσκεφάλι)· πολλ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Δ́ 582, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ., λ. προσκέφαλο, Σύρκου, Μεγαρ. ιδίωμ.). Ο τ. προσκεφαλάδιν στο LBG, στη λ., σε έγγρ. του 11. αι. (Act. Lavr. 2215) και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, λ. προσκεφαλά(δ)ιν). Ο τ. προσκεφαλάδι(o)(ν) σε έγγρ. του 15. (Act. Doch. 6017, 22, 36), 16. (Σάθ., ΜΒ Ϛ’ 68819, Γρηγορόπ., Έγγρ. 1115, 5053, 5249‑50, 89, 98, Κασιμ., Έγγρ. 24 (102-03), 132 (219), 157(246), 238 (334), 261, Μαράς, Κατάστιχο 149 Α′ 617, 17013, Β́ 1215, 9641, Γ́ 2109, κ.π.α.) και 17. αι. (Κωνσταντουδάκη, Θησαυρ. 12, 1975, 123). Διαφ. τ. σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., στη λ., Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. πορκιλαφάδι(ν)). Η λ. προσκεφαλάδιον στον Ευστ. (TLG), σε έγγρ. του 11. αι. (Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ.2, Caracausi, όπου και τ. προσκεφαλώδιον σε έγγρ. του 12. αι.), του 16. αι. (Γρηγορόπ., Έγγρ. 1417) και στο Du Cange, App., λ. προσ(κ)εφαλάδιον.
    α) Προσκέφαλο· (γενικ.) μαξιλάρι (βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β́ 2, 73-74, ΕΕΚΣ 3, 1940, 36): Η Μαργαρώνα ακούμπησεν στα γόνατα του Ιμπέρη| μη ν’ ανασάνει ολιγοστόν, να κοιμηθεί καμπόσον.| Εβγάνει (ενν. ο Ιμπέριος) το ποδάριν του, προσκεφαλάδιν βάνει Ιμπ. 533· είχε (ενν. το νήπιον) προσκεφαλάδιον ατίμητον μεγάλον| μετά σαπφείρου και σαρδού και σμαραγδουμαργάρου Βυζ. Ιλιάδ. 147· Λουλούδι μου παμπλούμιστο και δροσερό λιβάδι,| τα δυο να ξεψυχήσομε σ’ ένα προσκεφαλάδι Ch. pop. 523· βγαίνουσιν έξι κορασίδες και η μια βαστά ένα ταπέδο κι η άλλη προσκεφαλάδια και ξαπλώνουν τα χορεύγοντας εις τη σένα Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ μετά στ. 62· (μεταφ.): σύντροφος με το σύντροφο να ξεψυχούν αμάδι,| το αίμαν είναι η κλίνη τως κι η γης προσκεφαλάδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 1082· (σε προικοσύμφωνα και διαθ. ως μέρος της λινοσκευής· βλ. Αλιπράντης, Λεξ. Πάρου, λ. προσκεφαλάδι· πβ. ά. προσκεφαλάδα): Αφήνω τση Ζαμπέτας τση μαστόρισσάς μου χίλια πέρπυρα κι ένα στρωμάτσο, ένα πάπλωμα, ένα ζευγάρι σεντόνια, δυο προσκεφαλάδια με τα ψίδια τως Διαθ. 17. αι. 9134· παραλαμβάνει ... προυκίον ... δύο προσκεφαλάδια γεμάτα Ολόκαλος 118· β) καθετί που χρησιμοποιείται σαν προσκέφαλο: ο μεν Βασίλειος έπεσεν και εκοιμάτον εις έναν πεζούλιν μάρμαρον ούτως έρημος και είχεν πέτραν προσκεφαλάδιν Χρονογρ. (Λαμψ.) 232.
       
  • προσκέφαλον
    το, Σταφ., Ιατροσ. 11315, Καλλίμ. 571, 577, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1707, Σπανός (Eideneier) B 123, Διήγ. σεβαστ. Θωμά 220, Κρασοπ. (Eideneier) ΑΟ 106, L 72, Ριμ. κόρ. A 150, V 132, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) V 328, Βυζ. Ιλιάδ. 305· πρεσκέφαλον, Κρασοπ. (Eideneier) O 106 (βλ. Eideneier [Κρασοπ. σ. 155])· προσκέφαλο, Εβρ. ελεγ. 162, Λεξ. Μακεδ. 138, Πανώρ.2 Β́ 212, Γ́ 580, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 994, Β́ 71, Έ 1045· προσκέφαλο(ν), Αχιλλ. (Smith) N 1858, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 3514, 17, Πεντ. Γέν. XXVIII 11, Μπερτόλδος 64· προυσκέφαλον, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Μάρκ. δ́ 38.
    To μτγν. ουσ. προσκέφαλον. Ο τ. προσκέφαλο και σήμ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. προσκεφάλιν, Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. προσκέφαλο(ν)· (με διαφ. σημασ.) Πασπ., Γλωσσ.).
    1) α) Προσκέφαλο, μαξιλάρι (ύπνου): Ει δε και έχεις εις τα ομμάτια ασθένειαν, μη κοιμηθείς πρίμυτα ..., αλλά βάλε ένα προσκέφαλον ελαφρόν και λεπτόν εις το στήθος σου Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 178· ήτον και το προσκέφαλο τα δάκρυα τση γεμάτο,| οπού εφοβάτο κι ήκλαιγε στον ύπνο που εκοιμάτο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 89· γράψον τους ψαλμούς ημέραν Κυριακήν μετά μόσχου και ροδοστάματος και κρόκου, και θες το εις το προσκεφαλόν του και θέλει κοιμηθεί Ιατροσ. 24186· φρ. πίπτω εις προσκέφαλον = ξαπλώνω, πλαγιάζω: Εις στένωσιν, όταν δεν ηπορεί να πέσει εις προσκέφαλον Ιατροσ. κώδ. φκς́· (σε μεταφ.): Χιλιδονάκι να γενώ, στην κλίνην σου να έλθω,| να κτίσω την φωλίτσα μου εις τα προσκέφαλά σου Ch. pop. 242· ο άνθρωπος που περπατεί τα ξένα, (παραλ. 1 στ.) πάντα θλιμμένος περπατεί και παραπονεμένος (παραλ. 1 στ.) και βρέχει το προσκέφαλον, ποτέ δεν ανασαίνει Αλφ. ξεν. Αθ. (Μαυρομ.)(μεταφ.): Ώχου, και κείτονδαι όμορφα κορμιά στους κάμπους ξαπλωμένα (παραλ. 2 στ.). Ώχου, κι είχαν τη πλάκα προσκέφαλο τα γνέφη για σενδόνια Εβρ. ελεγ. 160· Άτυχε Απολλώνιε, ... (παραλ. 1 στ.) Πού ’ναι το στρώμα τ’ όμορφον, οπού ’σου μαθημένος (παραλ. 1 στ.) κι έχεις το βράχος συντροφιά, τη θάλασσα κοντά σου,| προσκέφαλο να κείτεσαι απάνω στα μαλλιά σου; Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 328· β) καθετί που χρησιμοποιείται σαν προσκέφαλο: ο Ιακώβ ενύκτωσε εις την στράταν και όταν εσκοτεινίασεν καλά και έγινε νύκταν, έπεσεν εις έναν κάμπον έμορφον διά να κοιμηθεί και βάνει μίαν πέτραν διά προσκέφαλον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 144v· ο Αλέξανδρος εγδύθη την φορεσίαν του και την μπερέττα του, οπού είχεν ωσάν προσκέφαλον τάχα ότι εκοιμάτον Διήγ. Αλ. V 76· (εδώ σε υπερβολή): και κλίνη έποισα ληνόν και πάπλωμαν τη σκάφη,| πισσάσκιν το προσκέφαλον, εγκόλπιον πιθάρι Κρασοπ. (Eideneier) V 102. 2) (Με τοπ. χρ.) α) (προκ. να δηλωθεί το τμήμα που βρίκεται στην περιοχή του κεφαλιού): Δύο αγγέλους έκλαμπρους εσκιάστηκες καθάρια,| έναν εις τα προσκέφαλα, άλλον εις τα ποδάρια Σκλέντζα, Ποιήμ. 1150· β) (προκ. για δήλ. εγγύτητας): ο Ηλίας, ο ένδοξος προφήτης, ... εξυπνηθείς, εύρε το ψωμί ... και το κανάτι το νερόν εις το προσκέφαλόν του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 113.
       
  • ρόδον
    το, Καλλίμ. 339, 816, Ιερακοσ. 4015, 13, Ορνεοσ. 56327, Διγ. (Trapp) Gr. 1717, 1797, 1803, Βέλθ. 477, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 286, 804, Ιατροσ. κώδ. ͵αριβ́, Χρον. Τόκκων 3461, Λέοντ., Αιν. (Brokkaar) O VI3, VII3, 4 δις, 7, 12, Φαλιέρ., Ιστ.2 311, Ch. pop. 148, Αιτωλ., Βοηβ. 135, 371, Προσκυν. Ιβ. 535 193219, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ́ 169, 504, Ψευδο-Σφρ. 29222, Διγ. Άνδρ. 35220, 39816, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [848], [1051], Β́ [130], [244]· ρόδο, Φαλιέρ., Ιστ.2 406, Ch. pop. 378, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2162, Πανώρ.2 Β́ 407, Γ́ 81, 149, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 554, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 85, 87, Βοσκοπ.2 207, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 368, Διγ. O 1755, 2398, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 57013· ρόδο(ν), Φλώρ. 125, 1592, Αχιλλ. (Smith) N 1048, 1240, Ιμπ. 813, Θησ. Γ́ [94], Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά 372, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1396, Δ́ 649, Προσκυν. Ξηρ. 27 (Σινά) 1492.
    Το αρχ. ουσ. ρόδον. Ο τ. και σήμ. Η λ. και σήμ. στο κυπρ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ.).
    1) Το λουλούδι τριαντάφυλλο: Καλλίμ. 1905, Διγ. (Trapp) Gr. 3164, Ονειροκρ. Ιβ. 44· Δέτε το ρόδο, το ταχύ, πώς δροσερόν αρχίζει| να φαίνεται στ’ αγκάθι του και να μοσκομυρίζει Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 75· (πλεοναστικά): απήλθομεν, της μεν οδού πάσης κατεστρωμένης πάντων ανθέων και ευκοσμίας και από τα εκ δεξιών και αριστερών οσπίτια πάντων ραινομένων διά ροδοσταμάτων και ρόδων και τριακονταφύλλων Σφρ., Χρον. (Maisano) 6217· Τι ρόδα, τι τραντάφυλλα, τι κόκκινη όψις άλλη,| ή φυσικήν ή τεχνικήν οπού κανείς να βάλει.| Όλα τα υπερβαίνουσι τἂμορφα μάγουλά της,| οπ’ εντροπή τα εσκέπασε κι αύξαινε η ευμορφιά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [1488]· (ως εύοσμο αντίδοτο κατά της λιποθυμίας) Εκ την λακτάραν έπεσαν κάτω στην γην εδάφου| και σαν επίληψις αυτές ήταν έως κροτάφου (παραλ. 6 στ.) Πλείστα ευώδες έφεραν λουλούδια και ρόδα,| στα πρόσωπά των έραναν με μύρα και ευώδα Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 839· (για φαρμακευτική χρ.) Όταν ο άνθρωπος κενώσει και άνω και κάτω χολήν μετά ανάγκης, ποίησον θεραπείαν τοιαύτην ... Ρόδα ξηρά βράσον με το κρασίν το αυστηρόν, και βάλε και οινάνθην, και ας το πίνει Σταφ., Ιατροσ. 4108· Εάν υπό θέρμης ο ιέραξ πάσχῃ ... Ρόδον αληθινόν ψυκτόν μετά ελαίου ισπανικού και μέλιτος και οίνου καλού μίξας και τρίψας, ούτως ιέρακα θρέψεις Ορνεοσ. 53515· (σε προσωποπ.): Κλαίτε με, βρύσες, ποταμοί, λίμνες κι ορυάκια κι όλα,| όρη και κάμποι και βουνά, ρόδα και πάσα βιόλα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5522· (σε μεταφ.): ας είμεστεν ελεύθεροι στου πόθου το λιβάδι,| οπού ’ν’ τα ρόδα τα πολλά, τα λούλουδα και τ’ άνθη Ριμ. κόρ. A 107· ’ποθυμώ πολλά να σκίσει η μέρα,| τη μυρισμένη ανατολή ν’ αρχίσει| στον ουρανό τα ρόδα να σκορπίσει Πιστ. βοσκ. I 3, 195· (σε παρομοίωση· πβ. και Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ Β́ 6, 1955/6, 308): ο δε νέος εκάθητο ως ρόδον πεπλησμένον Διγ. Z 1530· Η χιονάτη η πρόσοψή σου| βλέπω εχάθη κι εμαράθη| ωσά ρόδο δίχως φύλλα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 51· κόκκινα χείλη και πτενά, το κόκκινον ως ρόδον| όταν ανοίγει την αυγήν να δέξεται δροσίαν Λίβ. διασκευή α 2562· ’μμάτι γοργόν και γλήγορον, ξανθά τα μαλλιά της,| οφρύδια κατάμαυρα, το πρόσωπον ως ρόδον Διγ. Z 1745· τα μήλα του προσώπου των να φαίνονται ως ρόδα Φλώρ. 811. 2) (Mεταφ.) α) ροδαλότητα του γυναικείου προσώπου· ροδαλά μάγουλα, χείλη: το πρόσωπό τση εχλόμιανε, τα ρόδα τση εχαθήκα,| το στόμα τση εβουβάθηκε, τα μάτια εσφαλιστήκα Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 371· β) ως προσφών. ή χαρακτηρισμός β1) αγαπημένων γυναικών (με τα επίθ. ευθαλόφυτον, πάντερπνον, ξεφούντωτο, περνοκοκκάτο, κ.α.): Ρόδον μου ευθαλόφυτον, μήλον μου μυρισμένον Διγ. Z 2878· Ανάστα, ρόδον πάντερπνον, μεμυρισμένον μήλον Διγ. Z 1842· ρόδο μου ξεφούντωτο Ch. pop. 380· ρόδο μου περνοκοκκάτο Αγν., Ποιήμ. Ά 66· Η γνωστική του μισσέρ Στάθη, η Φέντρα,| το ρόδο των αλλών ανθών και των καρδιώ η γιαφέντρα Στάθ. (Martini) Ά 34· β2) ένδοξων, σεβαστών και άξιων εκτίμησης ανδρών: Βασίλειος ο Διγενής και θαυμαστός Ακρίτης,| των Καππαδόκων το τερπνόν και πανευθαλές ρόδον Διγ. Z 3768· Αλλ’ ω κομνηνοβλάστητον από πορφύρας ρόδον,| βασιλευόντων βασιλεύ και των ανάκτων άναξ, (παραλ. 1 στ.) εισάκουσόν μου της φωνής και της δεήσεώς μου Προδρ. (Eideneier)2 Γ́ 274· Κερά μου, ... (παραλ. 4 στ.) να παντρευτείς, να τιμηθείς σαν καταπώς σου πρέπει (παραλ. 2 στ.) να πάρεις ρόδον όμορφο και μοσκομυρισμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 448·   γ1) η ομορφιά, η χάρη, τα φυσικά θέλγητρα (για τη σημασ. βλ. και Hunger, Trav. et Mém. 3, 1968, 408-9): Αν πέσεις εις το στρώμαν σου βασιλικώς επάνω,| παραμονήν τον μισθαργόν και φύλαξιν ευρήσεις| και τρυγητήν των ρόδων σου και των φυτών δραγάτην Καλλίμ. 2087· Δέσποιναν εσέν η Τύχη γράφει,| εμέ δε πάλιν έδωκεν το να τρυγώ τα ρόδα Καλλίμ. 2083· Ένας και μοναχός μόν’ εχαιρότουν| γδυμνά και ζωντανά ρόδα του πόθου| και με ζωή γλυκύτατη ευφραινότουν Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [47]· γ2) τα φυσικά χαρίσματα: και συ παις δωδεκάχρονος ήβης εκτός υπάρχεις,| ανάξιος παντάπασι πολεμείν τα θηρία.| Μη, γλυκύτατον τέκνον μου, τούτο εις νουν εμβάλῃς| μηδέ ρόδα σου τα καλά προ καιρού εκτρυγήσῃς Διγ. (Trapp) Gr. 1039· δ) (σε ευχή): Ας είναι ρόδο η μοίρα σου, χρυσό το ριζικό σου Στάθ. (Martini) Γ́ 507· Κόπιασε, αφέντη, στο καλόν και στην καλήν την ώρα,| οπού να γέμει η στράτα σου τραντάφυλλα και ρόδα Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 290.
       
  • ρωμαίικα,
    επίρρ., Χρον. Μορ. H 4130, Χρον. Μορ. P 4130, Ριμ. κόρ. A 192, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 283v, Σουμμ., Ρεμπελ. 191, Στάθ. (Martini) Γ́ 196, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 32· ρωμαίκα, Gesprächb. 274, Ριμ. κόρ. 763, Ροδινός (Βαλ.) 209, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19817· ρωμαικά, Μυστ. 60.
    Από το επίθ. ρωμαίικος. Ο τ. ρωμαίκα στο Βλάχ. Η λ. και σήμ. (Μπαμπιν., Λεξ.).
    1) Σύμφωνα με τις συνήθειες των Ρωμαίων (βλ. ά. Ρωμαίος (I) σημασ. 2): ορίζω τους αγούρους μου και φέρνουν μου φαρία,| τέσσερα φέρνουν φοβερά πουλάρια εκ των φαρίων| και ήσαν και τα τέσσερα ρωμαίκα κουρεμένα Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1424. 2) (Για γλώσσα) στη(ν) (δημώδη) ελληνική γλώσσα (της εποχής): Κι αφότου αποσώσασιν εκείσε εις τα Σέρβια,| λαλεί ο Μελίκης Τούρκους δύο φρόνιμους όπου ήσαν,| όπου εσυντυχαίνασιν ρωμαίικα την γλώσσαν (παραλ. 1 στ.). Στον πρίγκιπαν τους έστειλεν εκεί στην Ανδραβίδαν| να τον ειπούν ... ότι έρχονται προς αύτον Χρον. Μορ. P 5207· Έγραψαν τα καπίτολα σ’ όλους φχαριστημένα,| ρωμαίικα και τούρκικα, να ’ναι βεβαιωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1758· CALONIDE: Sì, sì t’ intendo. Egli sta qui, ma non s’ alloggia alcuno.| FILOCRATE: Κυρά, λέγε ρωμαίικα.| CALONIDΕ: Εδώ στέκει· τι μ’ ερωτάς; Τι θέλεις παρ’ εκείνου;| FILOCRATE: Kάτελθε κάτω να σου είπω τι θέλω και γυρεύω Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 42· (εδώ προκ. για αρχαία ελληνικά): Γράψας δε γραφήν ο Πιλάτος ρωμαικά, λατινικά και συρικά: «Ο βασιλεύς των Ιουδαίων», επίθες ταύτην επάνω της κεφαλής αυτού (ενν. του Ιησού) Μυστ. 60. — Βλ. και ρωμαϊκά.
       
  • σβήνω,
    Ερωτοπ. 285, Φαλιέρ., Ιστ.2 259, 348, κ.α. Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 171, 326, Μαχ. 6729, Χούμνου, Κοσμογ. 2736, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4799, Ριμ. κόρ. A 147, V 25, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 119v, Μορεζ., Κλίνη φ. 191v, 289r, v, Κυπρ. ερωτ. 8312, 1494 κ.α., Πανώρ.2 Ά 227, Β́ 483, Δ́ 306, κ.α., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 79, 133, Γ́ 24, κ.α., Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 17, κ.α., Πιστ. βοσκ. III 6, 36, IV 5, 69, κ.α., Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15414, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 1131, 1964, Δ́ 641, κ.α., Στάθ. (Martini) Ά 6, κ.α., Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μέλλ. 41, Β́ 28, Δ́ 98, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [809], Γ́ [440], Έ [1410], κ.α., Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 194, 214, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 214, Δ́ 22, Έ 44, κ.α., Λεηλ. Παροικ. 541, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3559, κ.π.α.· εσβένω, Φλώρ. 1809· εσβήνω, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 901, Δεφ., Λόγ. 432, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 173, 186 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά 116, Γ́ 905· σβένω, Θησ. Γ́ [434], Ριμ. κόρ. V 129, Κορων., Μπούας 152, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 63, Μορεζ., Κλίνη φ. 140r, Πιστ. βοσκ. II 1, 307, Διγ. Άνδρ. 3277, 4048, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 260, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [321], Λίμπον. 456, Προσκυν. α′ 11222, 24, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 161, Ροδινός (Βαλ.) 78, κ.α.· σβήννω, Κυπρ. ερωτ. 855, 15116, Θρ. Κύπρ. M 546· μτχ. παρκ. σβεμένος, Θησ. Δ́ [726σβημένος, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 757, Στάθ. (Martini) Ά 10, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [999].
    Από το γ́ πληθ. έσβησαν του αόρ. έσβην (> έσβησα> ενεστ. σβήνω κατά τα ρήμ. σε) του αρχ. σβέννυμι με μεταπλ. (Ανδρ., Λεξ., Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 55, 288, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 202, 511, Β́ 576, 597). Ο τ. εσβήνω (με διατήρηση της αύξησης ε‑, Hatzid., Einleit. 70) σε κείμ. του 17. αι. (Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 105, 114) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ. λ. σβήνω, Τσικής, Γλωσσ. Χίου, λ. σβη’ω). Ο τ. σβένω (<αόρ. έσβησα και αναλογ. προς τα ρήμ. σε –αίνω/‑ένω, Χατζιδ., ΜΝΕ Ά 295, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 157, Jannaris, Hist. Gramm. 902) τον 11. αι. (TLG, βλ. και LBG λ. σβέν(ν)ω), στο Βλάχ. (λ. σβήνω), στο Κατσαΐτ., Ιφ. Έ 128, Θυ. Γ́ 138 κ.α., σε κείμ. του 18. αι. (Προσκυν. β′ 136) και σήμ. ιδιωμ. (Ζώη, Λεξ. Ζακ.2 Β′, Καλαντζάκος, Λεξ. ρουμελ., Δημητρίου, Λεξ. Σάμ. (τ. σβένου) λ. σβω)· πβ. τ. ησβένω το 17. αι. (Αγν., Θρησκ. δράμ. 285). Ο τ. σβήννω σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. B́ 777, Χατζ., Γραμμ. κυπρ. διαλ. 161, 166). Η μτχ. σβημένος (<σβησμένος με ανομ., Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 490) στο Somav. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
    Ά Μτβ. 1) Κάνω κ. να πάψει να καίει, να λάμπει ή να φωτίζει: αν είχεν μείνειν το λαμπρόν, ούλη η χώρα εκαίγετον, αμμέ εσβήνναν το οι χριστιανοί τέσσερα μερόνυκτα Μαχ. 6729 χφ O· Έρχεται ο πορτάρης του Αγίου Τάφου και σβένει όλα τα κανδήλια Προσκυν. α′ 11220· (σε μεταφ.): Το πνεύμα μην το σβήνετε Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Θεσσ. Ά έ 19· ήριχνε σπίθες στην καρδιά ο πόθος να με κάψει,| με λογισμούς κι εντήρησες τες σπίθες ήσβηνά του Στάθ. (Martini) Β́ 211· πώς παράκαιρα εχάθης και έσβησες των οφθαλμών μας το φως! Διγ. Άνδρ. 32221. 2) (Μεταφ.) κάνω λιγότερο έντονο, καταπραΰνω, καταπαύω (κυρίως για οργανικές εκδηλώσεις, αισθήματα και συναισθήματα): με γλυκό και κρύο νερό την δίψα του να σβήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 317· περί τας ημέρας του χρόνου ..., πότε να φλεβοτομεί ο άνθρωπος ... Εις τας κδ́ σβήνει την χολήν Σταφ., Ιατροσ. 15418· όλα σου τα πεισματικά κι όλες οι όργητές σου| δε θέλουσι μπορεί ποτέ τον πόθο μου να σβήσου Πανώρ.2 Β́ 403· να κάμεις με τα δάκρυα σου μια πρικαμένη βρύση| να τρέξει, και τη μάνητα την πλήσα να του σβήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 418· (σε υπερβολή): ήτονε ο πυρετός απού είχεν τόσα πολύς, απού όλα τα νερά των βρυσών δεν εδύνουντανε να της τονε σβήσουν Μορεζ., Κλίνη φ. 191r. 3) Εξαλείφω κ. γραμμένο, ζωγραφισμένο, χαραγμένο: από τες εκκλησίες έσβησε (ενν. ο Κοπρώνυμος) τους αγίους και έγραψε άλογα και κυνήγια Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 316v. 4) (Μεταφ.) εξαφανίζω, εξαλείφω, σταματώ κ.: να σβήσεις (ενν. Δέσποτά μου) και να παύσεις ετούτον το σκάνδαλον οπού μέλει να ξάψει του άνωθεν μοναστηρίου Βλαστού, Επιστ. 17732· αρχίζει με γνωστικά λόγια να τόνε νουθετά (ενν. η τιμία γυναίκα) ... αναθυμίζοντάς του και την αιωνίαν κόλασιν απού του προξενά αυτείνη η πονηρά επεθυμία, ... και να τηνε σβήσει να μην τον αφήσει να τονε νικήσει Μορεζ., Κλίνη φ. 68v· τον παπα-Μάρκον ..., του οποίου οι δέκα χρόνοι απού είναι απόσταν εκοιμήθην δεν εδυνηθήκασι να του σβήσουσι την θύμησιν Μορεζ., Κλίνη φ. 491r· το κακό, ως κι αν είν’ μικρό κι άφαντο στην αρχή του,| α δεν το σβήσεις, γίνεται πολύ στην τέλειωσή του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 282 κριτ. υπ.· φρ. σβήνω το βιο/τη ζωή κάπ.= σκοτώνω κάπ.: τσ’ οχθρούς όλους θα τους νικήσω,| τον ’να να θάψω ζωντανό, τ’ αλλού το βιο να σβήσω Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 112· οι αναστεναγμοί μας| μίνα να δώσου στην καρδιά να σβήσουν τη ζωή μας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1958. 5) Βυθίζω κ. πυρακτωμένο σε υγρό: να πίνει νερόν ή κρασί οπού να σβησθεί σίδηρον ή τζελίκι εις αυτό πολλές φορές Νικ. Ιερόπ., Εκδ. ιατρ. 25· Το όμοιον κάμνει και η πέτρα να την πυρώνεις να την σβήνεις εις το ξίδι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 244. 6) Διαλύω ασβέστη σε νερό: Ασβέστην άσβηστον σβήσε εις το νερόν, ανακάτωσέ τον, βάλε τον εις το βαρέλι Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 171· Στούπισε τον χόρτον, οπού λέγουν υπερικόν ..., και με τον ζουμόν του σβήσε ασβέστην και τρίψον τας τρίχας σου μετ’ αυτόν να ψοφήσουν (ενν. οι κόνιδες) Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 248. Β́ Αμτβ. (ενεργ. και μέσ.) 1) Παύω να καίω, να φωτίζω, να λάμπω: Προστάσσει ο Θεός ... τα ξύλα από το θυσιαστήριον να μην λείψουσι, και η φωτία ποτέ να μην σβέσει Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 61· ωσάν ψηλώσει τση φωτιάς η φλόγα τση η μεγάλη,| και ξύλα δεν τση ρίξουνε, σβήνεται αγάλι αγάλι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52718· πολυτίμητον διαμάντι (παραλ. 20 στ.) κι είχεν ένα σκωληκάκι| οπού το ’διδε την λάμψην· (παραλ. 18 στ.) και ψοφίσθη το σκωλήκι| και τυφλώθηκεν ο λίθος (παραλ. 6 στ.) Και περάσαν δύο μήνες αφού σβήστηκεν ο λίθος Πτωχολ. A 183· σε σχ. αδυνάτου: όντε το φέγγος τ’ ουρανού πέσει στη γη να σβήσει,| τότες εσέν, αφέντη μου, θέλω γλυκοφιλήσει Ριμ. κόρ. A 25· (σε προσφών.): ήλιε μου, μαυροφόρεσε, οι ακτίνες σου ας σβήσουν Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 378· ω λύχνε φωταυγέστατε, πώς εσβέσθηκες και μας άφησες; Χίκα, Μονωδ. 179· (σε παρομοίωση): αγάλια αγάλια εχάνετο, σαν το κερί όντε σβήνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ 923· Ως γαρ ένα κηρίν μικρόν την νύκτα αναμμένον,| όταν λαμπάδα φέρουσι, κείνο μένει σβεσμένον,| τούτῳ τῳ τρόπῳ η περισσή ανδρεία του Μερκουρίου, (παραλ. 1 στ.) ανδρείαν των άλλων σκοτεινήν και εις ουδέν την δείχνει Κορων., Μπούας 145· (σε μεταφ.): να θρηνήσεις τον ήλιον της εκκλησίας οπού έσβεσε σήμερον Χίκα, Μονωδ. 142· Το δέντρον όπου μ’ έσκεπε πούρου τσακκίστη,| κι η φωτεινή λαμπάδα μου μοναύτα σβήστην Κυπρ. ερωτ. 1468· προκειμένου για το αιώνιον/ατελεύτητον πυρ· βλ. και ά. πυρ 2 εκφρ. (1): στο σκότος το εξώτερον και εις το πυρ, στην φλόγα,| οπού ποσώς δε σβήνεται ποτέ εις τον αιώνα Περί ξεν. (Μαυρομ.) 472· προκ. για τα μάτια, για να δηλωθεί ότι κάπ. είναι νεκρός: Τα μάτια τως εσβέσασιν τα ωραιοπλουμισμένα·| το χώμαν τα εσκέπασεν κι είναι κατακλεισμένα Απόκοπ. (Vejleskov) Α 497. 2) (Μεταφ.) ηρεμώ, καταπραΰνομαι, καταλαγιάζω: την ίδιαν ώραν εκείνην της σβήνει όλη η καΐλα και ιατρεύεται το θανατερόν νόσημα Μορεζ., Κλίνη 191v· η πεθυμιά τση γδίκιας ..., ξεύρε, ποτέ δε σβήνει Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 49· Τυραννισμένη μου καρδιά ...,| ..., ζήση μου πρικαμένη, (παραλ. 2 στ.) πότε να πάψου οι πόνοι σας ...,| ... να σβήσουν οι καημοί σας; Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 368· να βρούμ’, Αφέντη, την οργή και το θυμό σβησμένο| της αφεντιάς σου, να μπορού τα δάκρυα τα δικά μας| να κάμου να ’χεις λύπηση στον πόνο τση κεράς μας Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 424. 3) (Μεταφ.) εξαφανίζομαι, χάνομαι: Ωσάν ξυράφι η γλώσσα του ήσφαξε την καρδιά μου,| οπού μου εχάθη η εμιλιά κι εσβήστη η αναπνιά μου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 184· η δύναμις οπού του έδιδε την ζωήν εσβήσθηκε, τα μέλη του όλα ενεκρώθησαν Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 11530· Ω, γιάντα τόσες αρετές κι ύψιστα τόσα κάλλη (παραλ. 2 στ.) να σβήσου, να ψυγούσινε κι άδικα να τελειώσου; Ροδολ. (Αποσκ.) Έ 562· Δε θέλ’ αφήσει να χαθεί, ουδεποτέ να σβήσει| το γένος μας από την γην Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1095]· (σε υπερβολή): λουμπάρδες τότες άρχισαν ... (παραλ. 2 στ.) Από το τόσον βρόντισμα πολύς καπνός, εσβέστη ο κόσμος Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1303· φρ. σβήνει η ζωή μου = πεθαίνω: Φρικτός πόλεμος έγινεν ...| και η ζωή τως έσβηνεν του κόσμου του παρόντος Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 6546. Φρ. 1) Άφτω και σβήνω ή η όψη άφτει και σβήνει = το πρόσωπό (μου) κοκκινίζει και χλομιάζει εξαιτίας ψυχικής ταραχής (πβ. σήμ. φρ. αλλάζω χρώματα): Άφτει και σβήνει, δέρνεται και απού τη μάνητάν του,| απ’ την πολλήν του ανάγκαση και την αγριότητάν του,| ένα μαχαίρι ελόγιασε στα χέρια του να πιάσει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1934· Ως ήκουσ’ είντα τση ’πα, άφτει και σβήνει·| ωσάν το σφακολούλουδον εγίνη·| τα ρόδα τση επληθύνασι κι εφάνη| ωσάν εις το σκοτίδι πυροφάνι Βοσκοπ.2 205· το γέλιο του ’δωκε τση κακοσύνης τόπο| κι η όψη του άψε κι έσβησε, να λέγει σ’ τέτοιο τρόπο (παραλ. 4 στ.) «Σκύλε, ...,| γδίκια να πιάσω απάνω σου ...» Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Έ 66. 2) α) Σβήνω το όνομα, βλ. Επιτομή όνομα Φρ. 7α· β) Σβήνει/σβήνεται το όνομα, βλ. Επιτομή όνομα Φρ. 7β. 3) α) Σβήνω την οργή/όργητα, βλ. Επιτομή οργή Φρ. 2, όργητα Φρ. 8· β) σβήνει η οργή, βλ. Επιτομή οργή Φρ. 15. 4) Σβήνεται η όψις κάπ. = χάνεται η ζωντάνια της έκφρασης του προσώπου κάπ. εξαιτίας φόβου κλπ. (πβ. Επιτομή όψις II 2γ φρ.): κι από τον φόβον τον πολλύν η όψις του εσβήσθην Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 76.
       
  • σημαντήριον
    το, Σταφ., Ιατροσ. 1948· σημαντήρι, Τζαμπλάκ. (Λαμπ.) 15, Ριμ. κόρ. Aσημαντήριν, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 635· σημαντήρι(ο)(ν), Επιστ. Μωάμ. 6715, Ιμπ. (Legr.) 1027, Ψευδο-Σφρ. 58831.
    Το αρχ. ουσ. σημαντήριον. Ο τ. σημαντήρι τον 9.12. αι. (LBG, στη λ.), στο Βλάχ., σε έγγρ. του 17. αι. (Μαυρομάτης, Θησαυρ. 20, 1990, 486, 488) και σήμ. (Κριαρ., Λεξ., Μπαμπιν., Λεξ.)· βλ. και LBG.
    Ξύλινη σανίδα ή πλάκα από μέταλλο που κρούεται ρυθμικά (συν. σε μοναστήρια, για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ ΣΤ́ 81· πβ. και ά. σήμαντρον): τας εκκλησίας κτίζομεν μέσα στης γης το βάθος| από τον φόβον των Τουρκών εις μήκος και εις πλάτος.| Καμπάνες δεν σημαίνομεν, μηδέ τα σημαντήρια,| τα ξύλα κάπου κρούουσιν έξω στα μοναστήρια Ιστ. Βλαχ. 2659· εσήμανε (ενν. ο μοναχός) το σημαντήριον κι εσυμμαζώχθη όλος ο λαός της χώρας εις τον ναόν του αγίου Διαθ. Νίκωνος 260· (σε επωδή): ύπαγε εις του Αραράτ το όρος, όπου σημαντηρίου φωνή ουκ ακούγεται, όπου αλέκτορος φωνή ουκ ακούεται· εκεί να φας, εκεί να πιεις, εκεί τον θυμόν σου να διαβάσεις Σταφ., Ιατροσ. 1715· (εδώ μεταφ.): Κόρη και νέος δικάζεται από ’να παρεθύρι,| μίαν νύκταν όσο ’πόδωσεν τσ’ αυγής το σημαντήρι.| Ο νεότερος ζητά φιλί κι η κόρη δακτυλίδι·| κι ο νέος το δακτυλίδι του της κόρης δεν το δίδει Ριμ. κόρ. V 2.
       
  • σιχαίνομαι,
    Διήγ. σεβαστ. Θωμά 405, 408, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 230, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4916, Ριμ. κόρ. A 88, Ριμ. κόρ. V 86, Σκλάβ. 151, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 354r, Δεφ., Λόγ. 594, Πεντ. Γέν. XXVII 46, Έξ. Ι 12, Λευιτ. XX 23, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 6712, Μορεζ., Κλίνη φ. 86r δις, 161v, 165r, 262r, Ιστ. Βλαχ. 856, Σουμμ., Ρεμπελ. 186, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12232, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 504, É 238, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 17917, 1499 νά 1, νβ́ 1, 1519 ζ́ 3, 1520 ζ́ 9, κ.α., Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [28], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 44117, Τζάνε, Κατάν. 30, Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 25121, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Επιστ. Γαλ. δ́ 14, Τιμ. Ά ς́ 20, Αποκάλ. Ιω. κά 8· σιγχαίνομαι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 AZ 19, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 100, 824, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 348v, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 260, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 76, Μαργουν., Βίοι2 273, Κανον. διατ. Β 980, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13927, Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 21315, 21831, 2209, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 176107, 108, 110, 112, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 3192, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Επιστ. Ρωμ. ιβ́ 9· σικχαίνομαι, Ορνεοσ. αγρ. 55927· σχαίνομαι, Στάθ. (Martini) B́ 254· ενεργ. σιχαίνω, Πεντ. Λευιτ. XI 11, 13· μτχ. σιχαϊμένος, Άνθ. χαρ. 29921.
    Από το μτγν. σικχαίνω. Ο τ. σιγχαίνομαι ήδη μτγν. (TLG, γρ. συγχαίνομαι)· για την τροπή του κ σε γ βλ. Jannaris, Hist. Gramm. 59b, αλλά και Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 434. Διάφ. τ. και σήμ. ιδιωμ. (Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, λ. ασκαίνουμι, Τσιτσέλη, Γλωσσάρ. Κεφαλλ., σκαίνομαι, λ. σκασιά, Δημητρίου, Λεξ. Σάμ., λ. σ’χαίνουμι κλπ.). Η λ. το 12. αι. (LBG), στο Βλάχ. (γρ. και συχ-) και σήμ.
    1) Απεχθάνομαι, αποστρέφομαι: Ούτως ποιεί και η χάρις της αγάπης· ουδέν εβλέπει κανένα ελάττωμα, αμή πάντοτε σιχαίνεται πάσα πράγμα άτυχον και απομένει με την χάριν και με το καλόν Άνθ. χαρ. 29115· Να κάμεις άνθρωπον να σιχαθεί ένα φαγί Ιατροσ. κώδ. 163 χκβ́· (με σύστ. αντικ.): τα πελεκητά των ειδώλων τους να κάψετε εις την ιστιά, μη πεθυμήσεις ασήμι και μάλαμα απάνου τους και να πάρεις εσέν ...· σιχαμό να το σιχάνεις και εβδελιασμό να το εβδελιάσεις, ότι αφόρεσμα αυτό Πεντ. Δευτ. VII 26. 2) (Αμτβ.) νιώθω αίσθημα αποστροφής (για κάποια δραστηριότητα), χάνω το ενδιαφέρον μου για κ.: Εάν ο ιέραξ σικχανθῄ και το κυνήγιον αποστρέφηται … Καύξον μετά υδρομέλιτος συντετριμμένον εις ποτόν τῳ ιέρακι δος, και την σικχασίαν επαίρει Ορνεοσ. αγρ. 56314. 3) Αισθάνομαι έντονη δυσαρέσκεια ή απογοήτευση: Διατούτο εσιχάθηκα την γενεάν εκείνην και είπα: Αυτοί πάντα πλανώνται εις την καρδίαν Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Παύλ. Εβρ. γ́ 10 (πβ. ΚΔ, Παύλ. Εβρ. 3, 14: δυσηρεστήθην εις την γενεάν εκείνηνΧαρτί σε πέμπω, μάτια μου· ψυχή μου, ανάγνωσέ το,| μη σιχαθείς τα γράμματα, μη ψέξεις το μελάνι Ερωτοπ. 332. 4) Καθιστώ κ. σιχαμερό, βρομερό· (εδώ μεταφ.): μη σιχάνετε τις ψυχές σας εις το χτήνο και εις το πουλί και εις όλο ος να σερπετεύγει ηγής ος εχώρισα εσάς να μαγαρίσετε Πεντ. Λευιτ. XX 25. 5) (Εδώ) φοβάμαι κάπ.: όταν είδαν (ενν. τα παιδία) τον Αίσωπον εσιγχάθησάν τον και έβαλαν φωνήν και έκλαυσαν Βίος Αισώπ. (Eideneier) I 25114. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) (Εδώ προκ. για ζώο) βρόμικος, σιχαμερός: βλέπει τον ουρανόν ανοικτόν, και ένα αγγείον οπού εκατέβαινεν εις αυτόν ωσάν σεντόνι μεγάλον, … εις το οποίον σεντόνι ήταν όλα τα τετράποδα της γης … Και φωνή ήλθε προς αυτόν και έλεγεν: «Ω Πέτρε, σήκω και σφάξε και φάγε». Και ο Πέτρος είπεν: «Όχι, Αυθέντη, διατί ποτέ δεν έφαγα τίποτες σιχαμένον και ακάθαρτον» Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ.2 Πράξ. ί 14. 2) Αηδιαστικός, αποκρουστικός: ο σαπρός ετούτος και σιγχαμένος (ενν. ο Αίσωπος) έκαμε πλέον φρονιμότερα από όλους Βίος Αισώπ. (Eideneier) D 21332. 3) Που προκαλεί ηθική αποστροφή, αισχρός: τους φοβιτσάρηδες και απίστους και σιχαμένους και φονείς και πόρνους και μάγους ... το μέρος τους είναι εις την λίμνην οπού καίεται με φωτίαν Χριστ. διδασκ. 112.
       
  • σκλάβα
    η, Ελλην. νόμ. 54030, Ασσίζ. 1729, 4218, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Εsc. 359, Βέλθ. 888, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 328, 489, Χούμνου, Κοσμογ. 586, Ριμ. κόρ. A 119, Ριμ. κόρ. V 117, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 7r, Δεφ., Σωσ. 269, Πεντ. Γέν. XII 16, Έξ. XXIII 12, Δευτ. V 14, Πηγά, Χρυσοπ. 103 (36), Διήγ. Αλ. E (Lolos) 30310, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 407, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ́ 112, Σταυριν. 483, Διγ. Άνδρ. 33115, 3967, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Έ́ 327, Στάθ. (Martini) Ιντ. ά́ 3, Φορτουν. (Vinc.) Δ́ 582, Έ́ 354, Λεηλ. Παροικ. 146, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18110, 25911, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 761, 833, κ.α.
    Το θηλ. του ουσ. σκλάβος (βλ. λ.). Η λ. τον 12. αι. (LBG, TLG), στο Meursius και σήμ.
    α) Υπόδουλη· αιχμάλωτη: είς αισχρός και βδελυρός γέρων απέ την χώραν| χρυσίνους δίδει εκατόν κι επαίρνει με διά σκλάβα,| εις το πορνείον μ’ έστειλεν με άλλες οπού είχεν,| γράφει και τίτλον άνωθεν στ’ ανώφλιον της πόρτας:| όστις την πρώτην νύκταν κοιμηθεί μετά μέναν,| χρυσάφιν λίτραν ήμισην να έναι η τιμή μου Απολλών. (Κεχ.) 733· αρχόντισσες μεγάλες,| ευγενικές και φρένιμες, ακριβαναθρεμμένες (παραλ. 1 στ.) και καλογριές ευγενικές, παρθένες, ηγουμένες (παραλ. 2 στ.) ηρπάγησαν ανηλεώς ως καταδικασμένες.| Πώς να τες πάρουν στην Τουρκιά, σκλάβες να πουληθούσιν| και να τες διασκορπίσουσιν Ανατολήν και Δύσην. (παραλ. 3 στ.) και το βραδί να μένουσιν με τους μουσουλουμάνους| και να τες μαγαρίζουσιν, μπαστάρδια να γεννούσιν Ανακάλ. 78· Τες σκλάβες φέρνου στου πασά ομπρός να τσι περάσου,| γιανίτσαροι κι άλλοι πολλοί Τούρκοι να τσι μοιράσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2077· (μεταφ. για δήλωση απόλυτης υπακοής και υποταγής): Θωρώ, με δίχως αφορμήν αγριεύγεις και μανίζεις,| παιδί σου είμαι και σκλάβα σου και τη ζωή μου ορίζεις,| μπορείς να κάμεις εις εμέ τό βούλεται η καρδιά σου,| ο θάνατος κι η ζήση μου βρίσκεται στην εξά σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 416· « … Σκλάβα σου έγινα τώρα και πίστευσόν μοι.» Ετούτα τα λόγια έλεγεν η κόρη προς τον έρωτα Διγ. Άνδρ. 31717· (σε προσωποπ.): Το πνεύμα, ήγουν η ψυχή, απομένει θλιμμένη, πικραμένη, ασθενημένη, σκλάβα του κορμιού, και κάμνει είτι θέλει εκείνο Ροδινός (Βαλ.) 83· Σκλάβαν γαρ κάμνει πάντοτε (ενν. ο έρως) την γνώμην των ανθρώπων,| υποτάσσει τον λογισμόν ως χαλινός το ζώον Διγ. Ζ 1736· β) υπηρέτρια, δούλα (για τη σημασ. και το πράγμα βλ. και Τσαβαρή [Πουλολ.2 σ. 357] και Κουκ., ΒΒΠ Β′2 206): εκατέβην η θεγατέρα του Φαρώ να πλυθεί ιπί το ποτάμι ... και είδεν το κιβωτό ... και απέστειλεν τη σκλάβα της και επήρε το Πεντ. Έξ. II 5· λυπήσου κι αφουκράσου μου, τση σκλάβας του σπιτιού σου| και μπιστικός βλεπάτορας και νένα του παιδιού σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 531· Χήρα γυναίκα ήτονε κι αγάπα την δουλεία| και είχε σκλάβες περισσές διά υπηρεσία·| νύκτα πολλά τες σήκωνε πάντα εις την δουλεία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 792.
       
  • σπείρω,
    Κομν., Διδασκ. Δ 366, Metrol.2 5918, 24, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 682, Φυσιολ. (Legr.) 402, Θεματογραφία 14, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1382, 1383· σπείρνω, Πεντ. Δευτ. XXI 4· σπείρω ή σπέρνω, Απολλών. (Κεχ.) 487, Πεντ. Έξ. XXIII 16, Λευϊτ. ΧΙ 37, ΧΙΧ 19, XXV 3, 4, Δευτ. XXIX 22, Μαλαξός, Νομοκ. 391, Πιστ. βοσκ. I 1, 394, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 933, Επιστ. Κρ. 1574 148, Σουμμ., Παστ. φίδ. Á́ [309], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 35· σπέρνω, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 13722, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 447, 448, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 677, Συναξ. γαδ. (Βασιλ.) 362, Σαχλ. N 5, Σαχλ., Αφήγ. 127 (έκδ. να περνώ· διόρθ. Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 362 σε: να σπέρνω), Λίβ. διασκευή α 1140, 1169, Λίβ. Esc. 1081, 1083, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 319, 2371, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 653, Ch. pop. 49, Μαχ. 60431, Λίβ. Va 917, 941, 944, Δευτ. Παρουσ. 348, Ριμ. κόρ. A 11, Ριμ. κόρ. V 9, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1151, 1845, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 104r, 256r, 361r, Δεφ., Λόγ. 98, Θεματογραφία 14, Μορεζ., Κλίνη φ. 52r, 68r, 147r, 267v, Ιστ. Βαρλαάμ 144, Ολόκαλος 324, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1262, Γεργαν., Εξήγ. Αποκ. 85, 128, 168, Κυπρ. ερωτ. 2011, 368, Πανώρ.2 Πρόλ. 28, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 284, Γ́ 275, Ιντ. κρ. θεάτρ. (Μανούσ.) Γ́ 5, κ.α., Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 19014, 61418, κ.π.α., Σουμμ., Ρεμπελ. 162, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3215, 9639, 12032, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Δ́ 309, 494, Διήγ. πανωφ. 57, 60, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 463 ρλβ́ 2, 8, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [571], χορ. Έ́ [2], Νεκταρ. Ιεροκοσμ. Ιστ. 356, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 197, Έ́ 134, Ιντ. β́ 109, Μετάφρ. Ακάθ. Ύμν. 14013· σπέρω, Μανασσ. Ποίημ. ηθ. 621 σημ. 5· γ́ πληθ. υποτ. παθητ. αορ. να σπερτούν, Ασσίζ. 15614.
    Το αρχ. σπείρω. Ο τ. σπέρνω (από το σπείρω αναλογ. με τα ρ. σε –νω, Jannaris, Hist. Gramm. 903, Χατζιδ., Γλωσσ. ερ. Β́ 394) στο Βλάχ., σε κείμ. του 18. αι. (Πρωτοπ.-Μπουμπ., Θέατρ. Ζακ. 96) και σήμ. Ο τ. σπέρω τον 8. αι. (LBG· για πιθ. παλαιότερη μνεία (4. αι.) βλ. Pern., Ét. linguist. II 345 και TLG), σε έγγρ. του 13. αι. (Caracausi, λ. σπέρνω) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ. (όπου και μέσ. σπε(ί)ρκο(υ)μαι, σπάρκουμαι), Μηνάς, Λεξ. ιδιωμ. Καρπάθου, Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας (σπέρου), Παπαϊωάννου, Γλωσσάρ. Γρεβ. (σπέρου), Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 406). Τ. π̒είρου σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ., όπου και μέσ. π̒ειρκ̒ούμενε). Μτχ. παρκ. (από το θ. σπερμ‑) σπερμένος (Σακ., Κυπρ. Β́ 793 (λ. σπέρνω), Papadopoullos, Momum. litt. popul. 127) και σπερμένο/σπιρμένο (με κώφωση ε>ι, Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ., λ. σπέρνω, σ. 473) σήμ. ιδιωμ. Τ. σπέρρω (με αφομοίωση ρν>ρρ· πβ. και αρχ. σπέρρω, L‑S, στη λ.) σήμ. ιδιωμ. (Καραν., ό.π. (όπου και τ. εσπέρνω, ισπέρνω, ισπέρρω), Rohfls, Et. Wört., λ. σπέρνω, Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 128). Τ. σπρένω σε έγγρ. του 18. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 428). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Jannaris, ό.π.)· πβ. και τ. σπείρνου (Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 261).
    1) (Αμτβ. και μτβ.) α) Φυτεύω, ρίχνω, σκορπίζω σπόρους σε κατάλληλα προετοιμασμένη γη (ή τους τοποθετώ μέσα στο έδαφος) για να φυτρώσουν, να βλαστήσουν και να αναπτυχθούν φυτά: μήτε αροτριάν, μήτε σπείρειν, ούτε των πόλεων εξιέναι εδύναντο επί έτος έν και μήνας δέκα Ψευδοσφρ. 17223· Θερίζω γης γεννήματα, τά έσπειρα μετά κόπου Λίβ. Esc. 1058· και έσπειρεν ο Ιτσχακ εις την ηγή εκείνη και ευρήκεν εις το χρόνο εκείνο εκατό μόδια και ευλόγησέ τον ο κύριος Πεντ. Γέν. XXVI 12· να σπείρεις την ηγή σου και να μαζώξεις την εσοδιά της Πεντ. Έξ. XXIII 10· τα χωράφια μου να σπαρτούν εις τον καιρόν του σπόρου Ασσίζ. 40726· μη σπείρεις το αμπέλι σου δίλογο Πεντ. Δευτ. XXII 9· (εδώ προκ. για τα δόντια του δράκοντα): τα δόντια του (ενν. του όφεως) όλα εξέβαλε και εις την γην τα σπείρε· (παραλ. 1 στ.) να ιδείς ευθύς να γεννηθούν εκ την γην καβαλλάροι,| αρματωμένοι δυνατά, πολέμου ευτρεπισμένοι Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 574· (σε παρομοίωση): Ωσάν να σπέρνεις, λυγερή, βασιλικά στην γάστραν,| και βάλεις τα εις τον κόρφον σου, και όπου διαβείς μυρίζεις, (παραλ. 1 στ.) έτσε ανέσπασα κι εγώ στίχους εκ της καρδιάς μου Ερωτοπ. 157· (με σύστ. αντικ.): να σπείρετε εύκαιρα το σπόρο σας και να το φαν οι οχτροί σας Πεντ. Λευιτ. XXVI 16· Αν δώσεις τίποτε τινάν, μηδέν το ονειδίσεις,| και χάσεις και το δώρον σου και την ευχαριστίαν|και ομοιάσεις γεωργόν άπορον κατά πάντα,| αφότου σπείρει την σποράν και κλείσει το χωράφιν,| αποστερείται τον καρπόν και χάνει και τον σπόρον Σπαν. A 380· β) σε παροιμ. φρ.: Ο γαρ εις αχαρίτωτον κακεντρεχή καρδίαν| λόγους προτείνων νουθετών και λέγων και διδάσκων,| έοικε γράφειν γράμματα καθ’ ύδατος θαλάσσης, (παραλ. 1 στ.) ή σπείρειν αυ κατά πετρών, ή τον αέρα παίειν Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 621· (μεταφ.): Όποιος σπέρνει τα ακάνθια, ας μην περιπατεί χωρίς παπούτσια Μπερτόλδος 22· γ) συχν. σε αντίθ. με το ρ. θερίζω· (εδώ μεταφ.): όμως τελειώνω σε εδώ και θέλω να γυρίσω·| διατί απ’ εκείνο, τό έσπειρα, θέλω διά να θερίσω Συναξ. γυν. 174· Αλί τούς καρτερεί το δολερόν μαντάτον,| οπού στον Άδην έπεψαν μιαν νύκτα, μιαν εσπέραν| τούς είχασιν παρηγοριάν, δυο υιούς και θυγατέραν!|Τον Χάρον τους εσπείρασι, θάνατον εθερίσαν Απόκοπ.2 407· (εδώ σε παροιμ. φρ.· βλ. και Πολ. N., BZ 7, 1898, 161-162): Ο σπείρων γαρ εν δάκρυσι μεθ’ ηδονής θερίζει Γλυκά, Στ. 325· καθείς κοιμάται ως έστρωσεν, ως έσπειρεν θερίζει Γλυκά Στ. 365· Όποιος σπέρνει ανομίαν, θερίζει κακά Μπερτόλδος 22. 2) α) Προκ. για τη συμμετοχή του άνδρα στη διαδικασία της τεκνοποίησης (πβ. νεοελλ. φρ. σπέρνω παιδιά): Όταν ουν πάλιν γεννηθεί παιδίον και τινάς δεν το ηξεύρει ποίος πατέρας το έσπειρεν, ... λέγεται σκότιον Μαλαξός, Νομοκ. 328· από έναν πατέρα και δύο μητέρες γεννώνται δύο παιδία και λέγονται αδέλφια και δεν έχει να ειπεί, ότι αδελφός μου δεν έναι, επειδή από άλλην μητέρα εγεννήθη, εάν και ένας πατέρας έσπειρεν ημάς Μαλαξός, Νομοκ. 290· Πατήρ μου, λέγει, εγώ ειμί ον έσπειρας εις Κίρκην,| την βασίλισσαν την καλήν οπού πολλά σε ηγάπα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 14028· μάννα ουκ έτεκεν παιδίν απάνω εις γης την όψιν,| μάννα ουκ εσυνέλαβε άλλη εις τον παρόντα,| κύρης γαρ ουκ ηκούστηκεν να σπείρει τέτοιον ξένον,| εξάκουστον παράδοξον έξωθεν εκ της φύσης Βυζ. Ιλιάδ. 469· (εδώ με σύστ. αντικ. και σε μεταφ.): Οι πατριάρχαι σπέρματα σωματικά εζήτουν σπείραι,| οι δε απόστολοι τα νοερά τέκνα και πνευματικά Φυσιολ. (Zur.) XXXVI 15· Οι πατριάρχαι σπέρμα σωματικόν εζήτουν σπείραι, οι δε απόστολοι τα νοερά τέκνα Φυσιολ. (Kaim.) 28a9· β) τεκνοποιώ, δίνω γέννηση σε κάπ.: Η Σάρρα, που ’τον άκαρπη και γρα κατά τη φύση| μηδ’ ήτο για να γαστρωθεί και τέκνο να ποιήσει,| ο Κύριος την ευλόγησε, και μετά σένα ομάδι| τον Ισαάκ εσπείρετε κι εκάμετε ομάδι Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 670· ποίον να θυμηθώ μεν πρώτα| και να παραπονεθώ περίσσα·| τον πατέρα και μητέρα,| οπού μ’ έσπειραν οι άθλιοι· (παραλ. 1 στ.) ή τον ακριβόν μου άνδρα·| που μ’ αγάπ’ αυτός περίσσα Λουκάνη, Άλ. Τροίας [896]· (εδώ σε προσωποπ.): Τα γέλια με τα κλάηματα, με την χαράν η πρίκα| μιαν ώραν εσπαρθήκασι κι ομάδι εγεννηθήκα·| γιαύτος μαζί γυρίζουσι και το ’να στ’ άλλο αλλάσσει,| κι όποιος εγέλα το ταχύ, κλαίγει πριχού βραδιάσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ́ 2. 3) (Μεταφ.) α) σκορπίζω, διασκορπίζω, απλώνω, διαχέω: τις των Αγαρηνών αλάστωρ της θαλάττης (παραλ. 2 στ.) ... έγενεν επί την Αφρικήν, την εις την Βαρβαρίαν. (παραλ. 1 στ.) κι ευθέως Τούρκοις εν αυτῄ ῳκίσαντα και σπείρας,| σπευδόμενος σουλτανικήν κράτησιν ενδυθήναι| και πλείσθην γην αραβικήν ιδιοποιηθήναι Αξαγ., Κάρολ. Έ́ 894· Δεν έχει εκεί να εύρει έλεος, παρά όποιος έχει σήμερον έλεος σπαρμένον εδώ· μη μου ελπίσεις τότε να εύρεις συμπάθειαν, τώρα την γύρεψε. Εκεί τότε έλεον δεν σε πουλιέται, μηδέ αγοράζεται Πηγά, Χρυσοπ. 140 (41)· όπου διαβαίνεις και πατείς ήθελα σπέρνει μόσχον| και να μυρίζει η στράτα σου κι εσύ να μην το ξεύρεις Ερωτοπ.β) διαδίδω, διδάσκω, μεταδίδω κ. σε μεγάλη έκταση: Των παλαιών οι ποίησες, που μ’ αρετή εγινήκαν (παραλ. 1 στ.) πάντ’ από τους ενάρετους ήτασιν κρατημένες| εις μεγαλότατην τιμήν, και πλείστα παινεμένες.| Διά τούτο από τους ίδιους εμεταγλωττιστήκαν,| κι εις γένη διαφορετικά μ’ όφελος εσπαρθήκαν Σουμμ., Παστ. φίδ. Προσφ. [6]· Τα μαντάτα εγλήγορα σπέρνονται εις τον κόσμον Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1744· διά μεν του λόγου αυτού έσπειρε την αλήθειαν ο παντοδύναμος και αόρατος Θεός εν Ιερουσαλήμ, διά δε του πνεύματος αυτού εφώτισε και ενίσχυσε τους αποστόλους αυτού, ίνα σπείρωσιν αυτοί την αλήθειαν και εις πάντα τον κόσμον Ψευδοσφρ. 45049, 4521· γ) (προκ. για κ. κακό) προκαλώ και διαδίδω σε μεγάλο βαθμό: ο Θεός έσπειρε λογισμόν απωλείας εις την καρδίαν Φαραώ και εις τον λαόν του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 35· να τελειωθεί ο πόνος| εκείνος, οπού έσπειρε (ενν. ο Διγενής) βεβαίως στας ψυχάς μας Διγ. Z 3213· (σε προσωποπ.): όπου βάλει| τα πόδια τση, ζηλειές και πάθη σπέρνει (ενν. η Περηφανειά) Ερωφ. Β́ 514. Φρ. 1) Σπέρνω στον άμμο, βλ. άμμος Φρ. α. 2) Σπείρω ζιζάνια, βλ. Επιτομή, ά. ζιζάνιον. 3) Σπέρνω χολόκοκκα πικρά, βλ. πικρός 2α. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = (προκ. για χωράφι) που έχει σπαρθεί: αφήνω της θυγατέρας μου της Καλής την σποράν, σπαρμένα και άσπορα, να τα ορίζει ... και ωσάν αποσπείρει, να έναι το ένα του μοναστηρίου, το νεότερον το ρούσιον, και το άλλο να πουληθεί Ολόκαλος 22211· Η μτχ. παρκ. ως ουσ. = (περιληπτ.) τα φυτά που σπάρθηκαν, τα σπαρτά: όποιαν ώρα θερίσει ο λεγόμενος πουλητής το σπαρμένο όπου έχει στο άνωθεν χωράφιν, τότες να είναι και ν’ απομένει ο άνωθεν αγοραστής νοικοκύρης εις εκείνο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 29311.
       
  • σπουργίτας
    ο, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 162 κριτ. υπ., Μπερτόλδος 30· ασπούργιτας, Ριμ. κόρ. Vσπούργιτας, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Εξήγ.· σπρουγίτας.
    Από το ουσ. σπουργίτης. Ο τ. σπούργιτας στο Meursius (γρ. σπούργητας), σήμ. ιδιωμ. (Κόμης, Κυθηρ. Λεξ., Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 62) και στο ΑΛΝΕ λογοτ. Τ. σπόργιτας σήμ. ιδιωμ. (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.).
    Σπουργίτης (βλ. ά.): Εις ένα, λέγουν, παλαιόν μαντείον οπού ήταν| επήγεν ένας άνθρωπος κι εκράτιε σπρουγίταν,| και τον θεόν ηθέλησε να τονε δοκιμάσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 162· (εδώ σε σχ. αδύνατον): όντεν ιδείς ασπούργιτα να διώχνει το ξιφτέρι,| όνταν η θάλασσα σπαρθεί σιτάρι και κριθάρι (παραλ. 2 στ.), τότες εμέν και σεν, κυρά, θέλουσιν ευλογήσει Ριμ. κόρ. A 10· (σε παροιμ. φρ.): Κάλλιον είναι να έχει ένα σπουργίτα εις τον κόρφον παρά δέκα εις το λογικόν Μπερτολδίνος 116. — Βλ. και σπουργίτης.
       
  • συγγενικόν
    το, Διγ. (Trapp) Gr. 1404, 1413, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 483 κριτ. υπ., 530, 871, 1045, Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 291· συγγενικό, Φορτουν. (Vinc.) Β́ 218· συγγενικό(ν), Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 280, Ριμ. κόρ. A 173, Ριμ. κόρ. V 76, Ιμπ. (Legr.) 536, 868, Δεφ., Λόγ. 532.
    Το ουδ. του επιθ. συγγενικός ως ουσ. Η λ. σε έγγρ. του 16. αι. (Sérémetis, Actes du XIIe Congrès International des études byzantines, tome II, Beograd 1964, 516). Ο πληθ., καθώς και πληθ. συενικά, και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. συγγενικός σημασ. 2).
    1) (Εν. και πληθ.) το σύνολο των συγγενών, οικογένεια, σόι: ει μεν εισέλθει ο πόθος σου εις την ψυχήν μου απέσω,| ο πατήρ σου ο στρατηγός και το συγγενικόν του| και άπαντες οι μετ’ αυτού, εάν γένονται βέλη| και ξίφη απαστράπτοντα, ου δύνανταί με βλάψαι Διγ (Trapp) Gr. 1288· πεθυμώντας ... να μη μπορεί ποτέ ό,τι πράμα και αν έχομε στεκάμενο να αλιεναριστεί και να βγει απού το σπίτι και συγγενικό μας, διατούτο ήρθαμεν εισέ τούτο το ινστρουμέντο ... και θέλομεν και τα λεγόμενά μας στεκάμενα να πηαίνου εις τα παιδία μας τα ασερνικά έως ασερνικά εγγόνια μας και τεσετέντζια μας ... αιωνίως Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1304· Είντα κακό θες να γροικώ, κυρά, στην ευγενειά σου,| και τι κακό μπορώ να πω προς τα συγγενικά σου;| Ο κύρης σου έναι ευγενικός, μάλλον κι η μητέρα,| και συ ’σαι αστέρας λαμπιρός, νύκτα και την ημέρα Ριμ. κόρ. A 78· Εξενιτεύθ’ Ιμπέριος από τα γονικά του,| κλαίσιν τον οι γεννήσαντες και τα συγγενικά του Ιμπ. (Legr.) 266. 2) Ο συγγενής: τα τρία μου παιδιά οπου επάντρεψα σε συγγενικά μου, με όλον απού τα πάνδρεψα με ντεσπένσες, δεν εχαρήκασιν το στεφάνιν τως, μα εποθάνασιν λιγόχρονα Διαθ. 17. αι. 3160· ορδινιάζω, εξορτάρω και προτεστάρω όλους εκείνους απού θέλουσιν κατεβαίνει από εμένα, ήγουν όλους μου τσι ντεσεντέντους, ... να μη βαλθούσιν ουδέ να λογιάσου ποτέ να πανδρέψουσιν παιδίν τως εισέ συγγενικόν τως ως το τέταρτο βαθμό Διαθ. 17. αι. 3168. 3) Συγγένεια, δημιουργία συγγένειας, συνοικέσιο: πολλά εφοβούμουνε μήπως και θε να στέσου,| σε τούτο το συγγενικό, βρόχια να μας μπερδέσου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 516.
       
  • συγελώ.
    Από το αρχ. συγγελάω. Η λ. και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Andr., Lex., λ. συγγελώ, Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) Χαμογελώ: ... βλέπω μια λαμπάδα| χιονάτη και γλυκότατη ήλθε με μια γλυκάδα (παραλ. 1 στ.) κι έναν απίδιν όμορφο, βασιλικόν εκράτει| κι έδειχνε με το χέριν της κι ελάλιε κι εσυγέλα Φαλιέρ., Ιστ.2 399. 2) Κοροϊδεύω, εξαπατώ: Από πολλούς να βρεις τινά να την ευλογηθούσι (ενν. τη γυναίκα),| μα πλέα είν’ επίβουλοι οπού τη συγελούσι,| αρνούσι και τους όρκους τως ... Ριμ. κόρ. A 194· ... η τύχη μου η κακή μάθε το τι μ’ εποίκε·| απήν και επήρε τα πολλά και τα μισά με αφήκε,| τότε ήρχισεν η τύχη μου τάχα να με συμβουλεύει,| κλεπτάτα να με συγελά και να με αζιγανεύει Σαχλ., Αφήγ. 90.
       
  • συμβίβασις
    η, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 11282, Χρον. Μορ. H 1626, 1785, 6323, 7247, 8027, Χρον. Μορ. P 49, 2475, 8813, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 57, Λίβ. διασκευή α 3321, Λίβ. Esc. 696, Λίβ. Va 2957, 3946, Δούκ. 11715‑16, Σφρ., Χρον. (Maisano) 566, 1228, Χούμνου, Κοσμογ. 1578, Παράφρ. Χων. (v. Dieten) III 3, 106, Επιστ. κλήρου Καλλιπ. 15442, 45, Έκθ. χρον. 2012, 7228‑29, Ολόκαλος 22, Ψευδο-Σφρ. 54816· συβίβασις, Λίβ. Va 607· συμβίβαση, Χρον. Μορ. Η 432, 3367, 5932, Χρον. Μορ. P 2537· συνέβασις Ασσίζ. 825, 8· συνήβαση, Ριμ. κόρ. A 104· συνήβασις, Χρον. Μορ. P 473, Θησ. (Foll.) I 123, Ριμ. κόρ. V 32, 102, Αχέλ. 1172, Ολόκαλος 5024, 724, Ιστ. Βλαχ. 1439, Ψευδο-Σφρ. 17825, 1982, 21628, 2221635013, 41017, κ.α.
    Το μτγν. ουσ. συμβίβασις (TLG). Ο τ. συβίβασις, από τον αόρ. του τ. συβιβάζω του συμβιβάζω (βλ. ά.), σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 57, 249, 298). Ο τ. συμβίβαση και σήμ. Ο τ. συνέβασις από τον αόρ. του τ. συνεβάζω του συμβιβάζω (βλ. ά.). Ο τ. συνήβασις, από τον αόρ. του τ. συνηβάζω του συμβιβάζω (βλ. ά.), σε έγγρ. του 18. αι. (Αλιπράντης, Αθ. 75 (1974/5) 129).
    1) Συνεννόηση, αμοιβαία κατανόηση: ήλθεν του νόμου ηλικίας κι εγίνετον γυναίκα,| άντραν της εδώκασιν μισσίρ Νικόλαον εκείνον (παραλ. 1 στ.)· ποτέ καλήν συμβίβασιν ουκ είχασιν τα δύο Χρον. Μορ. H 8036· την φήμην σου εγνωρίζουν την και την ανδρείαν σου πάλε| ο κόσμος όλος γέμει την και οι πάντες την ηξεύρουν,| και μετά συμβιβάσεως ο πόθος σου να γένει Λίβ. διασκευή α 771· λαός πολύπλοκος εις διαφόρες γλώσσες| ποτέ καλήν συμβίβασιν ουκ έχουσιν αλλήλως Χρον. Μορ. P 3842. 2) α) Συμβιβασμός μεταξύ δύο αντίθετων πλευρών· συμφωνία, συνθήκη: Έρων, απάρτι αρνούμαι σε και ψεύτην σε ονομάζω,| κόπτω και την συνήβασιν τήν έποικα μετά σεν Λίβ. Va 3674· μαντατοφόρους έστειλαν (ενν. οι αρχηγοί) στον πρίγκιπα Γυλιάμον,| συμβίβασιν εζήτησαν τού να έχουσιν εγκούσιον Χρον. Μορ. H 3025· Πώς η βασίλισσα Ιππόλυτα εμετεχειρίσθη συνήβασιν με τον Θησέον, και πώς επαραδόθη εις αυτόν Θησ. (Foll.) I μετά 123· ο αμιράς έχει ορέξεως απελθείν εις εκείνον τις των αρχόντων σου, και γενήσεται συμβίβασις μέσον υμών αγάπης Σφρ., Χρον. (Maisano) 16618· φρ. έρχομαι εισέ/εις, κάνω συμβίβασιν/συνήβασιν = συμβιβάζομαι, συμφωνώ: Ημείς, ο Παύλο Καλούτζης και ο Δημήτρη Καλούτζης, υιοί του ποτέ Αντωνίου ... ήλθαμεν εισέ συμβίβασιν οδιά δύο περβόλια οπού μας εφηκεν ο πατέρας μας ... να πάρει καθαείς το ένα Ολόκαλος 454· πολλών πολέμων εμφυλίων γεγονότων και φόνων και πάλιν εις συνηβάσεις ήλθον Ψευδο-Σφρ. 17810· Το να τους δουν οι αδελφοί (ενν. τους πραγματευτάδες), τρέχουσι να μιλήσουν,| να κάμουσι συνήβασιν, τ’ αδέλφιν να πουλήσουν Χούμνου, Κοσμογ. 1578 κριτ. υπ.· κάμνουσι συμβίβασιν, πιστά να του ποιμαίνει| τα πρόβατα του Ραγουήλ και να ’ν’ ηγαπημένοι Χούμνου, Κοσμογ. 2137· β) (εδώ) γραπτό συμφωνητικό: θέλουσι (ενν. οι αδελφοί Βαρούχα) ωσάν καλά αδέλφια και συβάζουνται με τη λεγόμενη κερα-Ζαμπέτα, την αδελφήν τως ..., και κάνουσι την παρούσαν συβίβασιν, η οποία θέλουσι να είναι στερεά και βέβαια και ατσάκιστη πάντα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6376. 3) Κοινωνική σύμβαση, συμφωνία: ΒΑΣΙΛΕΥΣ: Ω τι μυαλά διαβολικά (ενν. οι γυναίκες) να στοχασθούν πως εγώ επρόσταξα ότι κάθε άνθρωπος να παίρνει εφτά γυναίκες, πράγμα οπού ποτέ μου δεν το ελογίασα μήτε το ονειράσθηκα ... ΜΠΕΡΤΟΛΔΟΣ: Εσύ ηξεύρεις τες συνήβασες, οπού έχομεν ανάμεσόν μας Μπερτόλδος 20. Φρ. πίπτω/πέφτω εις συμβίβασιν/‑εις, βλ. ά. πέφτω φρ. 26. — Βλ. και σύμβασις.
       
  • συντροφία
    η, Ασσίζ. 49, 305, 8419, 1637, 17610, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 598, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 613, 3670, Χρον. Μορ. Η 304, 2279, 2414, Χρον. Μορ. P 2312, 2432, 4209, Φλώρ. 30, Χρον. Τόκκων 2093, 3911, Rechenb. 81, 911, 101, 2, Μαχ. 303, 567‑8, 1082, 11427‑28, 14623, 24, 25, Θησ. Β́ [38], [177], Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1642, 1733, 3941, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 72r, 179v, 214v δις, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 372, Χρον. σουλτ. 255, 8415, 10531, Μορεζ., Κλίνη φ. 6v, 138r, 258v, 421v, Ολόκαλος 1024, Ιστ. Βλαχ. 502, 665, 2848, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 163, Διγ. Άνδρ. 34736, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1011, Μπερτόλδος 20, Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 4221, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1491 μβ́ 1, 3, 5, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 64, 76 δις, 79 δις, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 195, κ.π.α.· συντροφιά, Βέλθ. 148, 1095, 1103, Σαχλ. Β́ (Wagn.) P 196, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 134, 266, Φαλιέρ., Ιστ.2 360, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 696, Μαχ. 1503, 17017, Βουστρ. (Κεχ.) 1884, Βουστρ. (Κεχ.) Μ 7315, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1640, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 78, 92, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 245, Θρ. Κύπρ. Μ 507, 543, Πανώρ.2 Αφ. 48, Β́ 596, Γ́ 557, 597, 635, Έ́ 327, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 162, Βοσκοπ.2 368, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 73, 824, Δ́ 332, 739, Έ́ 1135, Στάθ. (Martini) Γ́ 442, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 353, 458, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 1283, Β́ 308, 643, Δ́ 525, Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 77, 292, 398, Ιντ. β́ 17, Ροδινός (Βαλ.) 100, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 62, Λεηλ. Παροικ. 348, 508, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20113, 22023, κ.π.α.· πληθ. συντροφές, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) Ε 159.
    Το μτγν. ουσ. συντροφία. Τ. συνδροφία σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 94). Η λ. και ο τ. και σήμ.
    1) α) Σχέση, επαφή· συναναστροφή: … διατούτο θέλουσι γένει μάλιστα φιλότεκνοι (ενν. αι μητέρες), και πρεπόντως, διότι η καθημερινή συντροφία και συναναστροφή σύρνει μάλιστα την αγάπην Σοφιαν., Παιδαγ. 99· β) (συνεκδ.) β1) σύντροφος στη ζωή, ταίρι: Απήτι η Άννα εγέννησε κι ήκαμε την Μαρία,| επόθανε ο Ιωακείμ τόν είχε συντροφία.| Τότε εξαναπαντρεύτηκε τση Δέσποινας η μάννα ... Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2481· β2) (για ζώο) ταίρι: Και ποια ποτέ λεόντισσα το αρσενικόν λεοντάρι| αγάπησε διά να το ιδεί σφαμένο με κοντάρι;| Γνώτε, θηρία τ’ άγρια φυλάγουν την συντροφιά τους| και οι γυναίκες οι πονηρές θέλουν τα ενάντιά τους Βεντράμ., Γυν. 153. 2) (Συνεκδ.) α) ομάδα φίλων, παρέα: επήρε (ενν. ο Ρώκριτος) φίλους κι εδικούς να πα να ξεφαντώσει.| Σύρνει γεράκια και σκυλιά με συντροφιά μεγάλη| κι ο κύρης του αναγάλλιασεν ωσάν τον είδε πάλι| πως με τσ’ αγαπημένους του επήγε στο κυνήγι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 817· Τη νύκταν, ωσά θέσω εγώ, απού το σπίτι βγαίνεις (παραλ. 1 στ.)· με συντροφιές πολλά κακές γλακάς και λεβεντεύγεις| οληνυχτίς, και μαριολιές και αντραγαθιές γυρεύγεις Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 41· β) ακόλουθοι, συνοδοί· φίλοι: Άρχοντες θέλομεν γενεί ενδυμένοι με ορμιζία,| στον φόρον να παγαίνομεν με πλήσια συντροφία Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 440. 3) α) (Γενικ.) ομάδα, σύνολο (συν. με γεν.): το κείμενον ορίζει, … εκείνον τον κριτήν να τον διώξουν απέ την συντροφίαν των άλλων κριτάδων Ασσίζ. 27830‑31· εκφρ. (1) συντροφιά των ζωντανών = οι ζωντανοί: οπὄναι νιος, και δεν πατεί στον έρωταν απάνω,| στην συντροφιά των ζωντανών εγώ δεν τονε βάνω Ριμ. κόρ. A 90· (2) συντροφιά του Ισραήλ = οι Ισραηλίτες, το γένος των Ισραηλιτών: Στου Ισραήλ την συντροφιάν ήτον είς προκομμένος,| στην Βαβυλώναν βρίσκετον, κι ήτονε τιμημένος Δεφ., Σωσ. 11· (3) Συντροφία του Ιησού (Γιεζή) = το τάγμα των Ιησουιτών: Βιβλίον συνθεμένον παρά του εξοχοτάτου και αιδεσιμοτάτου Ροβέρτου του Βελλαρμίνου της αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας, καρδινάλεως της Συντροφίας του Ιησού Βουστρ. Μεταφρ., Περί αναβάσ. (Κακ.-Πάνου) 56 τίτλ.· β) (προκ. για ζώα) κοπάδι: Ερίφι έξω έτυχε από τη συντροφιά του| κι έτρεχε το ταλαίπωρον να βρει την κατοικιά του Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 941. 4) Στρατιωτικό (μισθοφορικό) σώμα· έκφρ. Μεγάλη Συντροφία (βλ. και ά. κομπανία) = η Καταλανική Εταιρεία (για το πράγμα βλ. ODB, λ. Catalan Grand Company): Ως ηύραν ότι ήλθασιν ετότε οι Κατελάνοι,| όπου τους ονομάζασι Μεγάλη Συντροφίαν,| εκείσε εις τον Αλμυρόν … Χρον. Μορ. P 7273. 5) Συνεταιρισμός· συνεργασία: εστίν δίκαιον και κείμενον ότι η συντροφία ημπορεί να χωριστεί … όταν ο είς σύντροφος ένι δύσκολος, … ή ποια ζημία της συντροφιάς Ασσίζ. 8323, 26‑27· Συντροφία απλή. Άνθρωποι τρεις σύντροφοι γεγονότες, ο μεν βαλών φλουριά βε’, ο δε γε’, ο δε δβ́́ … Rechenb. 71· Περί συντροφίας ανθρώπων εις πραγματείαν, εις χωράφι, εις κήπον Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 17587. Έκφρ. εις συντροφία = μαζί, παρέα: πάντα ετρέχασι (ενν. τα δάκρυα), ως βρύση κατεβαίναν,| ομοίως όλες έκλαιαν, εις συντροφία με κείνη Θησ. Β́ [344]. Φρ. 1) Κάνω συντροφία, βλ. ά. κάμνω Φρ. 2) Ποιώ συντροφίαν/συντροφιάν, βλ. ά. ποιώ Φρ. 86. 3) Πολομώ συντροφίαν (τινός) = συνοδεύω: Μηδέν έχεις έννοιαν και μεις πολομούμεν σου συντροφίαν ως εκεί όπου μέλλει να πεζεύσεις, και τότε πάμεν την δουλειάν μας Μαχ. 52615· Ως επίρρ. = μαζί, συντροφιά: Με την Αθούσα συντροφιά ήμαστε στο κυνήγι Πανώρ.2 Β́ 129.
       
  • σφάλλω,
    Σπαν. A 94, 253, 326, 642, Σπαν. B 92, 247, 322, Κομν., Διδασκ. Δ 220, Σπαν. P 37, 135, 172, Σπαν. (Μαυρ.) P 251, Χρον. Μορ. H 4253, 4438, 5802,  Χρον. Μορ. P 1731, 3886, 4253,  Φλώρ. 859, 1146, Σαχλ., Αφήγ. 754, Λίβ. διασκευή α 1047, 1233, 1831, Λίβ. Esc. 967, 1980, 1983, Χρον. Τόκκων τίτλ. μετά στ. 3815, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 206 κριτ. υπ., Χειλά, Χρον. 348, Θησ. Ζ́ [35, 7], Καραβ. 4924, 13, 49525, 49615, Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 126, 153, Ριμ. κόρ. V 50, 51, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) E 177, Κορων., Μπούας 18, 31, 46, 141, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 57v, 63v, Δεφ., Λόγ. 47, 149, Κατζ. Β́ 263, Πιστ. βοσκ. V 2, 38, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 867, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 1389 ρνς́ 2, Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 1313, Δ́ 39, Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 6729, 1059, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 77, 161, 214, κ.π.α.· εσφάλλω, Σαχλ. Β́ (Wagn.) P 183, 186· ησφάλλω· σφαίνω, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1052, 2105, Β́ 1552, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 85, Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 121, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ́ 164· σφαίνω ή σφάλλω ή σφάνω, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 872, 2996, Απόκοπ.2 419, Πικατ. (Bakk.-v. Gem.) 384, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 176, 1903, Αχέλ. 2370, Μορεζ., Κλίνη φ. 31v, 116r, 227v, 442v, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ά́ 459, Β́ 267, Γ́ 241, Δ́ 301, Πιστ. βοσκ. IV 8, 92, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 568, 9124, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 229, 2175,  Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 664, 838, Στάθ. (Martini) B́ 69, 187, Ιντ. β́ 63, Ροδολ. (Αποσκ.) Πρόλ. Μελλ. 64, Διακρούσ. (Κακλ.) 1320· σφαίρνω, Τζάνε, Φιλον. 58618 (γρ. σφέρνωσφάλλω ή σφάλνω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 73v· σφάλνω, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 61r, Πηγά, Χρυσοπ. 247 (42) δις· σφάνω, Χούμνου, Κοσμογ. 1215, 2078, Ριμ. κόρ. A 95, Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 177, Μορεζ., Κλίνη φ. 351v τρις, 462r, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 245, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ́ 45 δις, Κατζ. Ά́ 251, 289, Πιστ. βοσκ. I 1, 302, III 5, 310, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9611, 9717, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 951, 1567,  Στάθ. (Martini) Á́ 38, Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 258, 336, 459, Φορτουν. (Vinc.) B́ 178, 354, Δ́ 570, Έ́ 220, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13523, 57919, κ.α.
    Το αρχ. σφάλλω. Ο τ. σφαίνω στο Βλάχ. και σήμ. στο κρητ. ιδίωμα (Andr., Lex., στη λ., Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ́ 308, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.), όπου και τ. σφαίλνω (Andr., ό.π., Παγκ., ό.π., Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ., γρ. σφέλνω). Για το σχηματ. των τ. σε ‑νω (με ανάπτυξη ‑ν‑ αναλογ. με τα ρ. σε ‑νω) βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Ά́ 291 κε., Χατζιδ., Αθ. 22, 1910, 235-6, Jannaris, Hist. Gramm. 229. Η λ. και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Kάνω κ. εσφαλμένα, κάνω κ. λάθος: τα χείλη των κακόγλωσσων, τά σφάνω να σωπούσι,| κι ουδένα εισέ ψέγωση λόγο ποτέ να πούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφιέρ. 19· και λόγιασε σα φρόνιμη, κερά μου, να σκολάσεις.| Ετούτη την κακήν αρχήν και τά ’σφαλες να σάσεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1596· με σύστ. αντικ.: Σκόπησε, ιδέ την την γραφήν, ανάγνωσε τά γράφει, (παραλ. 1 στ.) σκόπησε, ιδέ το σφάλμαν του τό έσφαλεν εις εσένα Λίβ. διασκευή α 2131· β) (με υποκ. λέξεις όπως νους, λογισμός, κλπ.) πιστεύω, νομίζω κ. εσφαλμένα: Ευλόγησεν ο έρωτας τον κουρσεμένον πόθον·| πώς θες ν’ αλλάξω το λοιπόν εκείνον οπού γνώθω;| Λοιπόν, μαλαματένια μου, τούτο ο νους σου σφάλλει·| κι ας φάμε την αγάπην μας με διχωστά στεφάνι! Ρίμ. κορ. V 93. 2) Δεν πετυχαίνω κ., αποτυχαίνω σε κ.: εις έν κοφίνιον έσωθεν τον Φλώριον σεβάζει (ενν. ο καστελλάνος)| και βάνει ρόδα επάνωθεν, σκεπάζει τον καθόλου,| δήθεν ότι να φαίνεται ότι άνθη έναι γεμάτον.| Και εκείνος έσω εκάθετον να τον σκεπάζουν τα άνθη,| να μελετά η καρδία του την ένεδραν μη σφάλει,| μη σφάλει το μηχάνημαν και εις κίνδυνον εμπέσει| και στερηθεί και την ζωήν, χάσει και την φουδούλαν Φλώρ. 1598, 1599· Τό ετρέχαμεν να πιάσομεν ημείς εσφάλαμέν το Φλώρ. 850. 3) Βλάπτω, κάνω κακό σε κάπ., αδικώ κάπ., φταίω σε κάπ.: η οξυθυμία,| που’χει ο σινιόρ Μπαρτολομαίος, σφάλλει τον στην καρδίαν Κορων., Μπούας 119· Και ο αυθέντης ο πικρός οπού εμέναν είχεν,| κανείς ουδέν τον έσφαλεν να μην τον θανατώσει Συναξ. γαδ. (Moennig) 26· δε θέλω να μανίσεις,| μα ό,τι κι α σου ’σφαλε ως εδά να τση τα συμπαθήσεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 286. 4) Προδίδω, απαρνιέμαι, εγκαταλείπω κάπ.: Πολλοί γαρ επροσκύνησαν Ρωμαίοι και Αλβανίται| και ήλθαν και εγίνησαν του δούκα του δεσπότου.| Ευεργεσίες τους έδωσεν, χαρίσματα μεγάλα.| Και ύστερα τον έσφαλαν, έφυγαν εξοπίσω Χρον. Τόκκων 3822· Αρχάρης ήτον ακομή και αχαμνός του τόπου| και δουλοσύνην έδειχνεν ώστε να δυναμώσει·| και όρκους έκαμνεν πολλούς και συμφωνίες του δούκα,| πάντα να έναι φίλος του ώστε εις την ζωήν του.| Και βοηθήματα πολλά είχε από τον δούκα.| Αλλ’ ύστερον τον έσφαλεν Χρον. Τόκκων 852· σε παροιμ. φρ.: Καλλιά του φίλου του κιανείς να σφάλει, παρά να ’χει| απ’ όλους καταδίκαση, πάντα εντροπή και μάχη Ροδολ. (Αποσκ.) Γ́ 213. 5) Ξεγελώ, εξαπατώ κάπ.: Τα μάτια σου τα πλουμιστά, τα χείλη τα βαμμένα,| απού με τη θωριάν τωνε ήσφαλλες κάθα ένα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 441· Πράμα θωρούμε ξυπνητές και πάλι μασε σφάνει| κι εσύ ό,τ’ είδες στον ύπνο σου απαρθινό σου εφάνη; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.2) Δ́ 147. 6) (Με αντικ. το Θεό) προσβάλλω το Θεό κάνοντας κάπ. αμαρτία, αμαρτάνω ενώπιον του Θεού: τις να ηκούσει, να ειπεί ότι εις Χριστόν πιστεύουν| άνθρωποι όπου ουδέν κρατούν αλήθεια ουδέ όρκον; (λείπουν 7 στ.) Φευ γαρ και τι κερδίζουσιν και σφάλλουν τον Θεόν τους;| και πώς τους απετύφλωσεν η αμαρτία που πράττουν Χρον. Μορ. P 1256· ο προφήτης εδειλοσκοπάτονε τίνος να δώσει έτοιον θησαυρόν, τις να είναι άξιος να παραλάβει έτοιαν βασίλισσα. Και οδιά να μην σφάλει του Θεού, επαρακάλεσε τον Θεόν να του δείξει τον άξιόν της φύλακα (ενν. της Παρθένου) Μορεζ., Κλίνη 6v. 7) α) Παραβαίνω νόμο, εντολή: Το δε ομάτζιον και λιζίαν, τό όρισεν να ποίσουν| του μπάιλου εκείνου ντε Σουλή, ποτέ ουδέν το κάμνουν,| διού σφάλλουν τα συνήθια και νόμους του Μορέως Χρον. Μορ. P 7876· Η Εύα επιλογήθηκε: «Κύριε και Θεέ μου,| ο όφης, το κακό θεριό ήρθε κι εμίλησέ μου,| εκείνος μ’ εξαπάτησε κι ήσφαλα τση εντολής σου,| ...» Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1136· β) αθετώ, προδίδω όρκο, φιλία: τον όρκον όπου όμοσεν έσφαλε, επάτησεν τον Χρον. Μορ. P 80· Ήσαν γαρ άνθρωποι ψευδοί και έσφαλαν τους όρκους Χρον. Τόκκων 3824· ήτον ομόσοντα μετά τον βασιλέαν| να στήκουν πάντοτε ενομού, αγάπην να κρατούσιν,| την συντεκνία όπου έποικαν ποτέ να μη την σφάλουν Χρον. Μορ. H 5491· ωσάν την είδε ο βασιλιός εσφάγηκε εις λιγάκι,| γιατί το πιάσε εισέ πολλή πρίκα του και μεγάλη| πως τση φιλιάς σας τση πιστής κι ακράτης είχε σφάλει Ροδολ. (Αποσκ.) Έ́ 506. 8) (Με αντικ. την στράτα(ν), την οδόν, τον δρόμον) εκτρέπομαι από το σωστό δρόμο, χάνω το δρόμο: Εμάς είν’ το ταξίδι μας να πάμε εις την Τάνα,| και θέλει να ’ν’ η πλώρη μας μέσα στην τρεμουντάνα,| εσύ την στράταν έσφαλες κι επήγες περ πονέντε,| κι εγκρέμνισάν μας τα νερά ως μίλια δεκαπέντε Γαδ. διήγ. (Βασιλ.) 163· εσίμωσ’ ο καιρός οπού πολλά πεθύμουν,| όταν μακρά στο πέλαγος και με φουρτούναν ήμουν| κι έτρεμ’ μήπως και γερόν το ξύλον δεν με σύρει (παραλ. 1 στ.) μήτε και σφάλω την οδόν και πού’τρεχα ξεχάσω κι εις άλλα μέρη άτυχα και ξένα να περάσω Αχέλ. 2370· (σε προσωποπ.): Ακτίνα τ’ ουρανού χαριτωμένη, (παραλ. 2 στ.) τον ουρανό στολίζει ...| ... κι όλη τη γη η πορπατηξά σου,| δίχως ποτέ τη στράτα τση να σφάλει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ́ 716· (μεταφ.): Μα είντα μου ’ξάζει να γροικώ και τα πρεπά να γνώθω,| εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον πόθο;| Είντα μου ’ξάζει να γροικώ, τι με φελά να ξεύρω,| απής το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 266. Β´ Αμτβ. 1) α) Διαπράττω σφάλμα, πέφτω σε σφάλμα: Εγώ σφάλμα ουκ έποικα και τις να με έχει μέψει,| έτοιμος να διαφεντευτώ και να τον πολεμήσω| όποιος να ειπεί ότι έσφαλα, άνευ της αφεντίας σου,| όπου είσαι αφέντης μου λίζιος κι ουδέν σε αντιτείνω Χρον. Μορ. H 3886· Μόνον ας έναι ευγενική κι απόκει α σφάνει εις άλλα,| να τ’ απομένεις δύνεσαι, διατί δεν είν’ μεγάλα Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 311· προκ. για ερωτικό παραστράτημα: Σαν είδαμε και στέκανε απάνω είς του άλλου,| πολλά το εθαυμάξαμε αυτείνοι διά να σφάλου,| και δράμαμε να σώσομε να ιδούμε το ποιος ήτον Δεφ., Σωσ. 156· Δεν είναι τούτη μοναχή, μα εσφάλασινε κι άλλες,| πλια φρόνιμες και γνωστικές, πλια άξες και πλια μεγάλες,| νιες και στεμένες του καιρού και γρες, να ’ξαφορμίσου,| κι οι πονηριές του Έρωτα όλες να τσι νικήσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 1597· εις τα πάθη της σαρκός θέλω να σ’ αθιβάλω,| μήπως και δράμει ο λογισμός της νιότης σου και σφάλεις Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 47· προκ. για λάθος στο γραπτό λόγο: όσοι αναγινώσκετε την σύνθεσιν του λόγου,| παρακαλώ σας το πολλά να μη το βαρεθείτε,| όλον το διαβάζετε, τελειώνετε, τον λόγον·| και, αν ησφάλω πούβετις, μη με κατηγορείτε Ψευδο-Γεωργηλ. Άλ. Κων/π. 24· Όποιος δε γράφει ογια καπνό, αμ’ ογιά ν’ αποβγάλει| μέρος απού τα πάθη του, ψέγος δεν έχει, α σφάλει Ροδολ. (Αποσκ.) Τοις αναγν. 32· διήγησιν γαρ βούλομαι υμίν να ανθιβάλω,| αλλ’ ευλαβούμαι μήπως γε ως αδόκιμος σφάλω Παϊσ., Ιστ. Σινά 14· σε παροιμ. φρ.: Όλοι οι αθρώποι σφαίνουσι, μα ο φρόνιμος, σα σφάλει,| το σφάλμα με τη γνώση του θωρεί να σάσει πάλι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β́ 37 δις· β) κάνω λάθος στην κρίση μου, στην αντίληψή μου, στους υπολογισμούς μου: Αν ελογιάζεις λοιπόν πως θεληματικώς εμίσησα το καλόν μου και επροτίμησα τον θάνατον από την ζωήν, φαίνεταί μου πως σφάνεις εις την ορθήν κρίσην Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 9522· δε βλέπεσαι το πως περίσσια σφάλλεις,| και δε θωρείς ποιος είσ’ εσύ, κι ουδεποσώς λογιάζεις| ποιος είμ’ εγώ, μα κάθεσαι κι εύκαιρα λογαριάζεις! Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 222· Ετούτη, δίχως άλλο,| είν’ η λαλιά του αληθινά κι ουδεποσώς δε σφάλλω Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Β́ 428· Οχτώ και τέσσερις και εφτά και δώδεκα, α δε σφάνω,| κάνουσιν όλοι δεκατρείς, και πούρι δεν ξεχάνω Φορτουν. Έ́ 49· Τούτος ο πόθος μου κρατεί το νου διασκορπισμένο,| σαν είναι των αγαφτικών το φυσικό δοσμένο. Μα τούτο δεν είν’ τίβοτσι σιμά σε σφάλματ’ άλλα| οπού με κάνει ολημερνίς και κάνω πιο μεγάλα:| σφάνω τορνέσια όντε μετρώ, σκαρτσούνια μου δε δένω,| σαν αφορμάρης περπατώ ’ς τσι στράτες που πηγαίνω Κατζ. Ά́ 257. σε παροιμ. φρ.: Σφαίνει οπού πει κι οι λογισμοί τ’ ανθρώπου δε γροικούνται,| γιατί με δίχως εμιλιά στο πρόσωπο θωρούνται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Ά́ 1953· Δασκάλοι, αθρώποι φρόνιμοι κομπώνουνται και σφάνου,| σ’ έτοιες δουλειές δεν ξεύρουσι τά λέσι και τά κάνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 313· γ) είμαι εσφαλμένος: Ω λογισμοί, πώς σφάνετε, ω γνώμη τυφλωμένη,| ω των ανθρώπων ολωνών ελπίδα κομπωμένη! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. Χάρ. 121· σφάνουσι τά λογιάζεις,| κακό θεμέλιον έχουσι τούτα που λογαριάζεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Γ́ 171· Τ’ Αφέντη μας οι προφητειές και τ’ άλλα,| οπού δηγούνταν ογι’ αυτόν, ήρθαν και δεν εσφάλα Φαλιέρ., Θρ. (Bakk.-v. Gem.) 272· ανισώς και πάλι| δε γένει τό είπε ο Απόλλωνας, κι η προφητειά του σφάλλει,| εμείς μ’ όλον αυτό ποτέ άλλη δεν καρτερούμε| ελπίδα Σουμμ., Ποιμ. πιστ. Ά́ 648. 2) Φταίω: κι αν ήσφαλες, κατέχω το, δεν ήτονε από σένα,| και χωρίς φταίσιμο ποτέ δε θέλεις βρει κιανένα Στάθ. (Martini) Ιντ. β́ 63. 3) α) Αστοχώ: ρίπτει ο Σαρπηδών το δόρυ| κι έσφαλεν εκ του Πατρόκλου,| αλλ’ έκρουσε τον ίππον τον γοργόν του Αχιλλέως Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙϚ´ [210]· όπου ξαμώνει εκεί ’δωκε κι η χέρα του δε σφάνει| και βροντισμό και ταραχήν η κονταρά του κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.)2 Β́ 1911· β) αποτυγχάνω: Εις όρεξ’ ήλθε μου λοιπόν διαστίχου για να γράψω| πολλά παραπονετική ιστοριά παλαία· (παραλ. 3 στ.) λοιπόν δότε μου δύναμιν, ο κόπος μου μη σφάλει,| ... όσοι την διαβάσουν| με όρεξη και πεθυμιά να την εξετελειώσουν Θησ. (Foll.) I 2· ήλθασιν όσες πορπατούν στην χώρα κι αστοχούσιν| και τους κοπέλους θέλουσιν και κλαιν και ξεψυχούσιν·| κι όταν δεν εύρουν κόπελον και σφάλλουν κι αστοχούσιν,| λιγώνουνται και χάνουνται, πέφτουν, λιγοθυμούσιν Σάχλ. Β́ (Wagn) PM 558· γ) παύω να είμαι στην εξουσία, «πέφτω» (πβ. ιταλ. πρότυπο: falli el sacerdotio Κακουλίδη-Πάνου [Καρτάν., Π. Ν. Διαθ., σ. 323 σημ. 598]): τότες ετελειώθη η πέμπτη γενεά, η οποία εδούρησε επτακοσίους τριάκοντα και ένα χρόνον· ... Και τότες ακόμη έσφαλε η ιεροσύνη της βασιλείας των Ιουδαίων εις την Ιερουσαλήμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 224v. 4) Αμαρτάνω: στείλε τη χάρη σου σ’ εμάς, αγιότατη Μαρία,| να ’χομε μοίρα εις εσέ ως μάννα στα παιδία.| Κι ανέ και σφάλομε κι εμείς ως τέκνα δίχως γνώση,| μπορεί η ελεημοσύνη σου πάλι να μασε σώσει Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 5328· προκ. για το προπατορικό αμάρτημα: Αδάμος πώς εγίνηκε κι η Εύα πώς εσφάλα| και πώς αυτείνοι επέσασι εις κρίματα μεγάλα; Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2308· Όλοι να πάρου θάνατο, καθώς έναι γραμμένο, (παραλ. 1 στ.) καθώς Αδάμης ήσφαλε και η Εύα το βουλήθη Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 968. 5) Αθετώ, παραβαίνω νόμο: εσύ, Πιλάτο, να βρεθείς αντίδικος του ρήγα,| του Καίσαρη τ’ αφέντη μας, ξεύρε, δε σφάνει ελίγα Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 3439· κάμνει χρεία να προσέχουνται, μήπως και καμίαν φοράν παράρθουσι και σφάλλουσιν από τες νομοθεσίες και ορδινίες του ενού μας διδασκάλου Χριστού Χριστ. διδασκ. 139· Το δε ομάτζιο και λιζίαν, τό ορίζει να έχουν ποιήσει| του μπάιλου ... ποτέ ουδέν το κάμνουν,| διότι γαρ εθέλασιν σφάλλει από τα συνήθια,| τά ορίζει ο νόμος του Μορέως Χρον. Μορ. H 7876. 6) Κάνω κακό σε κάπ., είμαι άδικος απέναντι σε κάπ.: εγνωρίζετε καλά ότι έσφαλα μεγάλως| εις τον αφέντην λίζιον μου, τον πρίγκιπα Γυλιάμον Χρον. Μορ. H 5867· προσέχετε μη σφάλετε απάνω εις τας ψυχάς σας Χρον. Μορ. H 7548· του έφταισεν και έσφαλεν προς αύτον Χρον. Μορ. H 3317. IΙ. Μέσ. 1) Σφάλλω· διαπράττω κ. κακό: λέγει· μη κάτι εσφάλθην;| και εμέν με λέγει ο λογισμός κακόν ουδέν εποίκα Φλώρ. 403. 2) Κάνω λάθος, γελιέμαι, απατώμαι: Τούτον που βλέπετεν εδώ …| τούτος ήτον που κάθετον τυφλός στην γειτονιά μας (παραλ. 6 στ.). Όμως πώς εγιατρεύτηκεν κι επήρεν και το φως του,| δεν ξεύρω, γιατί σφάλλομαι Προσοψάς, Δράμα γενν. τυφλού 188. 3) Αποτυγχάνω, ηττώμαι: Σφαλείς δε ο αμιράς και ψευσθείς υπό τας αυτάς ελπίδας έτερα νέα εφευρέματα και μηχανάς εις πολιορκίαν εποίει Ψευδο-Σφρ. 38834· αύθις ο βασιλεύς μεθοδεύων μηχανάς, ίνα παντελώς νικήσει τον Μωσήν, ... έφερε τον ... Ορχάνην και εν τῃ Ευρώπῃ αυθέντην επέβαλε. Και πολέμου γεγονότος, τα του Ορχάνου εσφάλησαν, ... και πιάσας αυτόν ο Μωσής ο και θείος ετύφλωσε Ψευδο-Σφρ. 22627. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) Που έσφαλε· αμαρτωλός: έρχεται ο Ιούδας ο σφαλμένος,| απού απ’ αυτόνο ο Ιησούς ήτονε πουλημένος Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2854. 2) Που δεν έχει την ορθή αντίληψη για το Θεό: Την θείαν δόξαν κάτινες και παντοκρατορίαν| Τριάδος εκατέλαβον, καν σκοτεινόν το ίχνος,| καν εσφαλμένοι ’τύχαννον, αλλ’ όμως εδοξάσαν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 273. 3) (Προκ. για γραπτό κείμενο) που έχει λάθη: Δυο βέρσα που βουλήθηκα στον κόσμον διά να δώσω (παραλ. 1 στ.) και όποιος διαβάσει και ’βρει τα και είναι πολλά σφαλμένα (παραλ. 1 στ.) παρακαλώ τονε λοιπόν εμέ να συμπαθήσει Διήγ. ωραιότ. 7. Το ουδ. της μτχ. παθητ. αορ. και παρκ. ως ουσ. = σφάλμα, λάθος: Ήδη γαρ ο εμός κύριος Μωράτ διά παρακλήσεως των αυτού μεγιστάνων και εμού αφίησι πάντα τα σφαλέντα και παρά σου πραχθέντα και τας αντάρσεις και ων επεχειρίσω κατ’ αυτού και κατά του πατρός αυτού και της ηγεμονίας αυτών και ιλέῳ όμματι προσβλέπει σε Δούκ. 21730· Τότε ο Καραμάν ακούσας την άφιξιν του Μεχεμέτ έστειλε πρέσβεις εκ των μεγιστάνων αυτού, αιτών λύσιν των εσφαλμένων συν αποδόσει των, ων αφείλετο, φρουρίων. Και ο τύραννος κατένευσεν Δούκ. 2935.
       
  • σφαλώ,
    Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 674, Παΐσ., Ιστ. Σινά (Καδάς) 946, Διγ. Άνδρ. 31423, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ιγ́ 15, Αποκάλ. Ιω. γ́ 7· γ́ εν. μέσ. παρατ. σφαλιέτο, Έπαιν. γυν. (Vuturo) 234.
    Από το σφαλίζω (βλ. ά. ασφαλίζω) με μεταπλ. κατά τα ρ. σε ‑ώ. Η λ. στο Somav. και σήμ.
    1) Κλείνω εντελώς· κλειδώνω (πύλη, πόρτα, παράθυρο): Κάτωθεν δε ανεῳκτή θύρα είναι μεγάλη| που φέγγει εις την τράπεζαν, ην και σφαλούσι πάλι Παϊσ., Ιστ. Σινά 950· με τους αναστεναγμούς σφαλά το παραθύρι| κι ομπρός οπίσω εγύρισε του πόθου το ζαφείρι Ριμ. κόρ. A 127. 2) (Προκ. για μάτια) κλείνω: επαχύνθη η καρδία του λαού ετούτου. Και με τα αφτία βαρέως ήκουσαν, και τα μάτια τους εσφάλησαν — μήπως και καμίαν φοράν ιδούσι με τα μάτια τους, και με τα αφτία τους ακούσουσι Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ιγ́ 15· (εδώ συνεκδ. με αντικ. το ουσ. βλέμμα): Δεν πλήσσω γιατί χωρίζει| αχ τα μέλη μου το πνεύμα·| πλήσσω και σφαλώ το βλέμμα| κείνον απού σε βιγλίζει Κυπρ. ερωτ. 12943. 3) (Προκ. για άνοιγμα) αποκλείω, φράζω: αντάν το αρμελίνον εβγαίννει έξω, σφαλούσι το στόμα του σπιτιού του διά να μηδέν εμπορήσει να στραφεί έσσω Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 152. 4) α) Εγκλείω κάπ. στη φυλακή: πολλούς από τους αγίους τους εσφάλησα μέσα εις τες φυλακές, παίρνοντας την εξουσίαν από τους αρχιερείς· και όταν τους εσκότωναν, έδωκα και εγώ την ψήφον μου Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Πράξ. κς́ 10· β) (μέσ.) κλείνομαι, κλειδώνομαι κάπου (για λόγους ασφάλειας): εις τους ͵αφος́ ήρτεν τόση ακρίδα και βρούχος εις το νησί, απού έφαγε ούλα τα γεννήματα του νησίου και τα φύλλα τω δεντρώ. Και εις το μέρος της Χώρας εσφαλούντο αντά να θέλα να πιου νερό Ανων., Ιστ. σημ. (Κακ.-Πάνου) 164. 5) (Μεταφ.) εξασφαλίζω: εις τούτον το έργον φαίνεται (ενν. κανείς) θεομίμητος, παίρνοντα τύπον και μίμησιν από του Θεού, όνταν τας των ετέρων δωρεάς ζητεί ως ιδίας, και ώδε σφαλά τον όρον της τελείας αγάπης και μακαρισμόν πραγματεύεται ευεργετώντα την ιδίαν αυτού ψυχήν αντάμα μετά την του πλησίου αυτού Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.)2 175. Φρ. Σφαλώ το στόμα κάπ. = κλείνω το στόμα, αναγκάζω κάπ. να σωπάσει: έτσι είναι το θέλημα του Θεού, να σφαλείτε το στόμα των αφρόνων και αγνώστων ανθρώπων, κάμοντες εσείς καλά Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Πέτρ. Καθ. Επ. Ά́ β́ 15. H μτχ. παρκ. ως επίθ. = κλεισμένος, κλειδωμένος: απρόσψαυστος … ο θρόνος καθοράται| και έμπροσθεν κανδήλιον ακοίμητον κρεμάται| και λείψανα μαρτυρικά άνωθεν τεθειμένα·| ένδον εις έν κιβώτιον πέλουν ησφαλημένα Παϊσ., Ιστ. Σινά (Καδάς) 574.
       
  • σφικτομανταλώνω.
    Από το α’ συνθ. σφικτο‑ και το μανταλώνω. Τ. σφιχτομανταλώνω –ο(υ)μαι (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ.2 Έ́ 315, λ. σφιχτομαdαλώνω, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.) και σφιχτομανταλώννουμαι (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.) σήμ. ιδιωμ.
    I. (Ενεργ.) κλειδώνω καλά με το σύρτη· (εδώ μεταφ.) προσέχω: Λοιπόν οπὄναι φρόνιμη, ας σφικτομανταλώνει,| διατί ο άνδρας την γυνή πάντα τηνε κομπώνει Ριμ. κόρ. A 189. IΙ. (Μέσ.) κλειδώνομαι, κλείνομαι στο σπίτι αποφεύγοντας τις συναναστροφές: όσες πονούν από καρδιάς και αληθινά χηρέψαν,| κάθουνται εις τα σκοτεινά, άντρα δεν εγυρέψαν.| Απέχουσιν τες εκκλησιές, μισούν τα μοναστήρια| και σφικτομανταλώνουνται, φράσσουν τα παραθύρια Απόκοπ.2 200.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης