Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- αληθεύω,
- Λίβ. (Lamb.) Esc. 1831, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 118, 542, Σοφ. πρεσβ. (Schick) B 174, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 163, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [35, 762]· αληθεύγω, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 111.
Το αρχ. αληθεύω. Η λ., καθώς και ο τ. αληθεύγω, και σήμ. (ΙΛ).
1) Λέω την αλήθεια, είμαι ειλικρινής (Η σημασ. αρχ.): ενιαχού. 2) (Προκ. για πρόσ.) βγαίνω αληθινός, δικαιώνομαι (Η σημασ. στο Μελέτιο Πηγά, Βαλ., Ανθολ. 75, καθώς και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): Τι λοιπόν εγένετο; αλήθευεν η γραία; Λίβ. Esc. 1831· και εξέτασαν το πράγμα και αλήθευσεν ο γέρος Σοφ. πρεσβ. B 174. 3) (Προκ. για γεγονότα) πραγματοποιούμαι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2β): αρέσει μού ’θελε, αν ήτο ν’ αληθέψει Φαλιέρ., Ιστ. V 118· κάτεχε πως τελειώνουσι αν τ’ όνειρο αληθέψει Ερωτόκρ. Δ΄ 163· κι εγώ ανεπίστευτον έχω το ν’ αληθέψει Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [762]· κι απόσταν τότες δε μπορεί ο νους μου να μερώσει,| την ώρα που τα ονείρατα όλα τα πλια ’ληθεύγου Ερωτόκρ. Δ΄ 111. — Πβ. και αληθινεύω.
αρχοντία- η, Χειλά, Χρον. 355, Μαχ. 823, 14023, Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 82, Αιτωλ., Μύθ. 1274, Σοφ. πρεσβ. B 369· αρκοντία, Μαχ. 15228· αρχονδιά, Γερασ., Έτ. στ. 20· αρχοντιά, Θρ. Κων/π. B 56, Άνθ. χαρ. 29228-9, Ιμπ. (Legr.) 36, Κορων., Μπούας 4, Φαλιέρ., Ιστ. V 157, Αχέλ. 504, Σταυριν. 688, Ερωτόκρ. Α. 82, 923, Β΄ 292, 623, 1346, 1686, 1743, 1748, 2121, Ροδολ. Α΄ [580], Φορτουν. Ιντ. β΄ 88, Λεηλ. Παροικ. Αφ. 10, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14510, 56721.
Από το αρχοντεύω (Βλ. και L‑S Suppl., λ. αρχοντεία και Sophocl.). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αρχοντιά).
1) α) Η κατάσταση του άρχοντα, το να είναι κανείς άρχοντας (Πβ. L‑S Suppl., λ. αρχοντεία): Ένας ξυλένιον θεόν είχε κι επαρακάλιε,| να τόνε ποίσει άρχοντα καθημερνώς ελάλιε·| σαν έβλεπ’ ο ταλαίπωρος πως πάγει σε πτωχεία,| ακ τον θεόν τον ξύλινον δεν βλέπει αρχοντία … Αιτωλ., Μύθ. 1274· Να δείχνεις εις τους πένητας πρόσωπον και καρδίαν,| ότι διά τούτο εκ Θεού έχεις την αρχοντίαν Αιτωλ., Ρίμ. Α. Καντ. 82· με την κτητ. αντων. = ο άρχοντας (σε ένδειξη φιλοφρόνησης): το πως δεν έχω μέριτο σιμά στην αφεντιά σου| και ως άτακτο στο ύστερο με διώξει η αρχοντιά σου Λεηλ. Παροικ. Αφ. 10· β) (πιθ.) εξουσία: πηγαίνουν στον Μιχάλη | και προσκυνούσιν εις αυτόν άρχοντες να τους κάμει (παραλ. 4 στ.) «… τί αγαπάτε;| διά την δουλειάν που κάμετε τί άρχοντιά ζητάτε;» Σταυριν. 688. 2) Ευγένεια αισθημάτων, αρχοντική συμπεριφορά (Η σημασ. και σήμ. ΙΛ, λ. αρχοντιά Α4): εις κάλλος και εις αρχοντιάν ήτονε τιμημένη Ιμπ. (Legr.) 36· και τ’ όνομα του νιούτσικου Ρωτόκριτο το λέγα·| ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα Ερωτόκρ. Α΄ 82· Γλυκόστρατος εκράζετο, κοντά ’ρθε που ’σα οι άλλοι·| με σπλάχνος τσ’ εχαιρέτησε και μ’ αρχοντιά μεγάλη Ερωτόκρ. Β΄ 292· δεν τα ’χω για παράξενο, γιατί Σκλαβούνος είσαι| ακάτεχος στην αρχοντιά κι αμάθητος στην τάξη Ερωτόκρ. Β΄ 2121· Μα σύ, οπού μετά λόγου σου γνώση βαστάς μεγάλη,| τάξη, αρχοντιά και φρόνεψη παρά στον κόσμον άλλη Φορτουν. Ιντ. β΄ 88. 3) Πολυτελή αντικείμενα· πλούτη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αρχοντιά Α5): και ηύραν έναν πύργον γεμάτον αξαζόμενα πράγματα και αρκοντίες και πολλές πραματείες και πολύν πλούτον, ασήμιν και χρυσάφιν Μαχ. 15228· ο Θεός πέμπει τες αρχοντιές εις τα χέρια της καλής γυναίκας Άνθ. χαρ. 29228-29. Βλ. και ασημοχρύσαφον 2β, έχει (το), πλουσιότη, πλούτος.
άτι- το, Σοφ. πρεσβ. B 152, 159, 161.
Το τουρκ. at.
Άλογο: έμαθα πως έχεις άτι| και πουλείς το στο παζάρι Σοφ. πρεσβ. B 152. Βλ. και αλογάκιν, άσπρος (II), φαρί, χτήμα.
βασιλεύς- ο, Act. Lavr. 561, 113, 5894, Καλλίμ. 763, 2095, Διγ. (Trapp) Gr. 2014 (γεν. βασιλεώς), 2337, Διγ. Z 2748, Πόλ. Τρωάδ. 364, Ωροσκ. 4419, Χρον. Μορ. H 972, 4216, 8676, Βίος Αλ. 5471, Διήγ. παιδ. 141, 705 (γεν. βασιλεώς), Διήγ. Βελ. 191, 508, Φλώρ. 563, Περί ξεν. V 116 (γεν. βασιλεώς), Απολλών. (Wagn.) 276 (γεν. πληθ. βασιλεών), Αχιλλ. N 72 (γεν. βασιλεώς), Αχιλλ. O 235, Σφρ., Χρον. μ. 448, Γεωργηλ., Βελ. 79, Ριμ. Βελ. 517, 879 (γεν. βασιλεώς), 899 (γεν. βασιλεώς), Αλεξ. 957 (γεν. βασιλιώς), Έκθ. χρον. 264, Κορων., Μπούας 73 (γεν. βασιλιώς), 85 (γεν. βασιλιώς), 101, Ιστ. πολιτ. 1019, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 392, Αλφ. 14107, Διγ. Άνδρ. 36327, Βακτ. αρχιερ. 140, Διακρούσ. 10116, κ.π.α.· βασιλέας, Σπαν. V 58, Χρον. Μορ. H 819, Χρον. Μορ. P 943, 8701, Διήγ. Βελ. 39, 146, 521, Πανάρ. 7414, Λίβ. N 2088, 2397, 2800, Θησ. Πρόλ. [155] (αιτιατ. πληθ. βασιλέους), Πεντ. Γέν. XIV 5 (πληθ. βασιλέοι), Δευτ. XXVIII 36, Αχέλ. 44, Σοφ. πρεσβ. B 322, Ιστ. Βλαχ. 847, 914, Θυσ.2 33, Ροδολ. Α΄ [528], κ.π.α.· βασιλεύ, Χρον. σουλτ. 446, 5116, Παλαμήδ., Βοηβ. 36· βασιλεύς ή βασιλέας, Διγ. Z 4149, Χρον. Μορ. H 921, Διήγ. Βελ. 24, 435, 500, Απολλών. 311, Λίβ. Esc. 690, Αχιλλ. (Haag) L 188, Θρ. Κων/π. διάλ. 32, Θησ. Πρόλ. [208], Διήγ. Αλ. V 38, Διακρούσ. 8422, κ.α.
Το αρχ. ουσ. βασιλεύς. Η λ. και ο τ. βασιλέας και σήμ. (ΙΛ, λ. βασιλεάς).
1) Βασιλιάς (γενικότερα) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι1α και σήμ., ΙΛ, λ. βασιλεάς 1α): εύρεν εκεί την δέσποιναν, ως βασιλεύς εσέβην Καλλίμ. 2095· βλ. και βασιλιάς· (μεταφ.): Τον βασιλέα των μηνών τις βουληθείη λέγειν; Διγ. Z 2748· Έρως παρών ο βασιλεύς εις τους εκείνων λόγους Καλλίμ. 763· (προκ. για τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου) (βλ. Sophocl. στη λ. 2): Εζήτησε δε ο ταλαίπωρος βασιλεύς (ενν. ο Δαυίδ Κομνηνός) Έκθ. χρον. 264· Ο αυτοκράτωρ βασιλεύς Θεόδωρος ο μέγας Αρσ., Κόπ. διατρ.. σ. 392· (προκ. για το σουλτάνο): μετά βαθέας| οργής και δόλου κινηθείς Τουρκών ο βασιλέας| μεγάλον στόλον όρθωσε στην Μάλτα για να στείλει Αχέλ. 44. 2) (Προκ. για το Θεό) (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. IB): άπερ κριτήν παρίσταμαι τον πάντων βασιλέα Φλώρ. 563· Ω βασιλέα τ’ ουρανού, είντα γροικούν τ’ αφτιά μου; Θυσ.2 33. — Βλ. και βασιλιάς.
βουβάλα- η, Διήγ. παιδ. 575, Πτωχολ. Z 119, Συναξ. γυν. 1100, Σοφ. πρεσβ. B 170, Στάθ. Γ΄ 382.
Το θηλ. του ουσ. βούβαλος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βούβαλος).
Θηλυκό βουβάλι: κι έπινε βουβάλας γάλα Πτωχολ. Z 119· (προκ. για γυναίκα υβριστ.): έτσι λέγουν και οι άλλες| οι γυναίκες, οι βουβάλες Συναξ. γυν. 1100· λεμενταρίστρα και γλωσσού, φαγάνα και βουβάλα Στάθ. Γ΄ 382.
βουβαλάρης- ο, Πτωχολ. Z 118, Πτωχολ. N 454, Αιτωλ., Μύθ. 9312, Σοφ. πρεσβ. B 169.
Από το ουσ. βούβαλος και την κατάλ. ‑άρης. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βουβαλάρις).
Βοσκός βουβαλιών (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουβαλάρις): βουβαλάρη το εδώκαν| κι έπινε βουβάλας γάλα Πτωχολ. Z 118. Η λ. και ως επών.: Act. Xér. 16144. — Βλ. και βουκόλος.
γενεά- η, Παράφρ. Μανασσ. 278, Ασσίζ. 19618, 34717, 36327, Ιερακοσ. 44215, Διγ. Z 2150, 2250, Διγ. (Trapp) Esc. 128, 130, 871, Πτωχολ. P 138, Πτωχολ. Z 60, Πτωχολ. N 135, Φλώρ. 29, 1408, Πανάρ. 6923, Απολλών. (Wagn.) 684, Ιμπ. 763, Καναν. 73 B, Rechenb. 121, 541, 551, 561, 643, Σφρ., Χρον. μ. 212, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15613, Έκθ. χρον. 2615, Άσμα σεισμ. 40, Συναξ. γυν. 863, Κορων., Μπούας 107, Βεντράμ., Φιλ. 268, Βίος γέρ. V 143, 522, 853, Αχέλ. 108, Ιστ. πολιτ. 7115, Σοφ. πρεσβ. B 67, Παλαμήδ., Βοηβ. 664, Σταυριν. 1205, Διγ. Άνδρ. 35432, 36632, 37424, 3751, Συναδ., Χρον. 51, κ.α.· γενέ, Θησ. ΙΒ΄ [722], Αλεξ. 1441, Πεντ. Γέν. XII 3, XVII 7, XXVIII 14, Έξ. VI 14, 17, 19, Λευιτ. III 17, VI 11, XXIII 31, XXV 30, κ.α.· γενέα, Διγ. (Trapp) Esc. 131, 151, 853, 1102, 1691, Ερμον. Ζ 145, Ν 280, Τ 216, Χρον. Μορ. H 7365, Θησ. Πρόλ. [113], Γ΄ [626], ΙΑ΄ [768], Συναξ. γυν. 354 (έκδ. γενναίαν· διορθώσ. γενέαν), 950 (έκδ. γενναίαν· διορθώσ. γενέαν· βλ. και Krumbacher [Συναξ. γυν. σ. 425]), Χρον. σουλτ. 3116, 9520· γενία, Θησ. ΙΑ΄ [83], Αιτωλ., Μύθ. 94· γενιά, Ιατροσ. κώδ. χγ΄, Μαχ. 23414 (έκδ. γενία· διορθώσ. γενιά), 26028, 3405, Βεντράμ., Φιλ. 261, Πεντ. Γέν. X 32, Έξ. III 15, XXIX 42, Λευιτ. XXV 41, Αρ. IV 41, XXVII 4, XXXV 29, Δευτ. XXIII 4, XXIX 17, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 214, Διακρούσ. 11724, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14127, 23029, 25015, 4435, 58523· γινεά, Ασσίζ. 4855, 48819.
Το αρχ. ουσ. γενεά. Η λ. και ο τ. γενιά και σήμ. (Δημητράκ.). Οι τ. γενεά και γενέ και σήμ. σε ιδιώμ. (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 256).
1) Σύνολο μελών ενός γένους (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): ο πατήρ μας ήτον ... των Δουκάδων την γενεάν Διγ. (Trapp) Esc. 131· από γενέα βγενική, άξια και τιμημένη Θησ. Γ΄ [626]· είχα γενιές της Βενετιάς δέκα κι αυτές μ’ ορίζαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 58523· ο εκείνου πενθερός συν τῃ γενεᾴ πάσῃ Διγ. Z 2250. 2) (Προκ. για ζώα) το είδος, η ράτσα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ., λ. γενιά 1): η μία ήτον γέροντος, η άλλη νεωτέρου,| η δε μεσαία ήτον όφεως, δράκοντος της γενέας Διγ. (Trapp) Esc. 1102· όρνεα πολλά πολλών γενεών Διγ. Άνδρ. 3751. 3) Φυλή, έθνος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): ποσώς μηδέν υβρίζεις| των Αχαίων την γενέαν Ερμον. Ν 280· τουτέστν να τον πουλήσει χριστιανούς και όχι άλλης γενεάς Ασσίζ. 19618· Σαρακηνός την γενεάν, ήτον μαγαρισμένος Φλώρ. 29. 4) Σύνολο ανθρώπων σε ορισμένη χρονική περίοδο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): ετούτο το όνομά μου εις τον αιώνα και ετούτο το ανάφερμά μου εις γενιά γενιά Πεντ. Έξ. III 15· απατά γενιά δέκατη να μη έρτει αυτωνών εις τη συναγωγή του Κύριου Πεντ. Δευτ. XXIII 4. 5) Συγγένεια (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γενιά 2): με το να ήτον γενεά και τους εκώλυεν ο νόμος· την είχεν τρεις χρόνους και δεν έπεσε με ταύτην ποσώς Συναδ., Χρον. 51.
γεροντάκης- ο, Πτωχολ. Z 8, Σοφ. πρεσβ. B 1, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1312].
Από το ουσ. γεροντάκι. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γεροντάκι).
(Θωπευτ.) γέρος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γεροντάκι): εκουρσεύτηκεν η χώρα,| όπου ’τον ο γεροντάκης Πτωχολ. Z 8.
γεροντάκι- το, Πτωχολ. Z 30, Χούμνου, Π.Δ. IX 37, Θρ. Κύπρ. K 382, Θρ. Κύπρ. M 339, Π. Ν. Διαθ. φ. 244 β 9, Σοφ. πρεσβ. B 259, Πανώρ. Ε΄ 405, Βοσκοπ. 181, 342, Κρ. συμβόλ. 81, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 105, Λεηλ. Παροικ. 346.
Από το ουσ. γέροντας και την κατάλ. ‑άκι. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. (Δημητράκ.).
(Θωπευτ.) γέρος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): Κύρην έχω γεροντάκι Βοσκοπ. 181.
γέρος (Ι)- ο, Διγ. A 3364, Διγ. (Trapp) Esc. 782, Πτωχολ. P 204, Απολλών. 781, 837, 843, Χρον. Τόκκων 3533, Θησ. Β΄ [952], Ζ΄ [203], Χούμνου, Π.Δ. VI 57, Σκλάβ. 260, Κορων., Μπούας 121, Πεντ. Γέν. XIX 4, XXV 8, Πεντ. Λευιτ. XIX 32, Βίος γέρ. V 312, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 415, Σοφ. πρεσβ. B 1, Πανώρ. Γ΄ 243, Ερωτόκρ. Α΄ 833, Γ΄ 982, Ε΄ 1298, Στάθ. Β΄ 265, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 261, 293, Γ΄ 498, Δ΄ 234.
Από το αρχ. ουσ. γέρων (Βλ. Παπαδ. Α., ΕΕΒΣ 23, 1953, 390). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Γέρος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Σα γέρος απορίχτηκες και δεν ψηφάς τη νιότη Ερωτόκρ. Α΄ 833· το γέρο τον ανήμπορο, τον πρικαμένο κύρη Ερωτόκρ. Γ΄ 982.
γιος- ο, Σοφ. πρεσβ. B 79, Ερωτόκρ. Β΄ 834, Γ΄ 879, Δ΄ 11· υγιός, Πεντ. Έξ. VII 7, Βοσκοπ. 381, Ερωτόκρ. Α΄ 77, Γ΄ 789, Δ΄ 1458, Θυσ.2 156, 357, 753, 809, Στάθ. Α΄ 246, Φορτουν. (Vinc.) B΄ 309, Ζήν. Πρόλ. 94, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. υιός. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (Δημητράκ., λ. γιος [1]).
Γιος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γιος [1]): του κύρη την αποκοτιά στον γιο να την πλερώσω Ερωτόκρ. Β΄ 834· είχεν κι αυτός έναν υγιό πολλά κανακεμένο Ερωτόκρ. Α΄ 77.
γλυκά,- επίρρ., Περί ξεν. A 395, Θησ. Ι΄ [253], Σκλέντζα, Ποιήμ. 1128, Κορων., Μπούας 147, Χρον. σουλτ. 817, Σοφ. πρεσβ. B 250, Σταυριν. 545, 1259, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [729], Αλφ. (Mor.) III 21, 68.
Από το επίθ. γλυκός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Με τρόπο γλυκό, με γλυκύτητα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): δεν στέκονται στον λόγον τους, σ’ εκείνο που μιλούσι,| όταν μιλούσινε γλυκά Σταυριν. 1259· β) μ’ αγάπη, με τρυφερότητα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): την μάνναν της ευρίσκει| και γλυκά την χαιρετάει Σοφ. πρεσβ. B 250· γ) εγκάρδια: Τον δε σινιόρ Μερκούριον κάλεσ’ εις το παλάτι| κι ο πρίντζιπος εκ την δεξιάν χείρα γλυκά τον κράτει Κορων., Μπούας 147. 2) Προσεκτικά: απέρασε τα κάτεργα όλα από το πλάγι της στερέας· όλα γλυκά οπού δεν εβλάφτη μηδέ ένα Χρον. σουλτ. 817. 3) Υποτακτικά, πειθήνια: τόσο δούλευσε γλυκά με την ταπεινοσύνη,| ότι έλαβε την χάριταν τήν είχε στον σκοπόν του Θησ. Ι΄ [253].
γονατίζω,- Ερμον. Μ 101, Βεν. 28, Βησσ., Επιστ. 249, Μαχ. 125, 47829, Θησ. Γ΄ [555], Χούμνου, Π.Δ. IV 49, VI 39, Νεκρ. βασιλ. 20, Βουστρ. 474, Ριμ. Απολλων. 35, Βεντράμ., Φιλ. 37, Τριβ., Ρε 121, Πεντ. Γέν. XXII 9, XXIV 11, 26, 48, XLIII 28, XLIX 9, Έξ. IV 31, XII 27, Αρ. XXIV 9, Θρ. Κύπρ. M 564, Χρον. σουλτ. 1045, Αλφ. 1063, Σοφ. πρεσβ. B 337, Δωρ. Μον. XXXVIII, Γύπ. Πρόλ. Διός 79, Ερωφ. Α΄ 307, Ε΄ 641, Πιστ. βοσκ. V 6, 258 (έκδ. γοναδίζω· διόρθ. Kriar., B-NJ 19, 1966, 279 σε γονατίζω), Βίος Δημ. Μοσχ. 359, Ερωτόκρ. Β΄ 1614, 2141, 2368, 2425, Γ΄ 1704, Δ΄ 307, 1619, Ε΄ 1283, 1329, Ευρετ. Ερωτοκρ. 771497, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1430], Ε΄ [357, 396, 1161], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 61, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2262.
Το αρχ. γονατίζω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) (Μτβ.) κάνω κάπ. ή κ. να γονατίσει (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): κι εγονάτισεν τον Ιτσχάκ τον υιό του και έβαλεν αυτόν απάνου εις το θεσιαστήρι Πεντ. Γέν. XXII 9· εγονάτισεν τα καμήλια αποόξω το κάστρο προς πηγάδι του νερού Πεντ. Γέν. XXIV 11. 2) Αμτβ. α) Πέφτω στα γόνατα από πίεση ή πόνο: μωλωπίζει και το γόνυ| και συν τούτῳ γονατίζει| από της οξυπονίας Ερμον. Μ 101· από το σφίμα των ποδιώ τ’ άλογα γονατίσα Ερωτόκρ. Β΄ 1614· β) πέφτω στα γόνατα σε ένδειξη σεβασμού, ικεσίας ή υποταγής (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): να μάθουν να γονατίζουν τους υπερέχοντας και τον πάπαν και τους καρδιναλαίους Βησσ., Επιστ. 249· καθημερόν παρακαλούν κι είναι γονατισμένοι Θρ. Κύπρ. M 564· Τότε εσηκώθη και εδιάβη εις την τέντα του σουλτάν Μεχεμέτη και εγονάτισε ομπρός του Χρον. σουλτ. 1045· γονατίζει να μιλεί κλιτά, με ταπεινότη Ερωτόκρ. Ε΄ 1329.
διαλαλώ,- Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34532, Ιων. 2132, Ασσίζ. 4026, 6321, 23, 11620, 1522‑3, 8, 18514, 1956‑7, 2238, 22910, 23125, 23218, 28922, 3043, 31318, 40330, 47325, 48115, 48711‑2, Διγ. (Trapp) Gr. 1548, Διγ. Z 1964, Χρον. Μορ. H 3901, 8983, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 41, Ιμπ. 327, Καναν. 68 Α, Χρον. Τόκκων 646, 3862, Μαχ. 502, 5214, 14813, 19413, 19613, 29430, 36035, 3647, 37413, 32‑3, 38014, 45433, 45634, 4586, 62823, 6304‑5, 6843, Νεκρ. βασιλ. 56, Βουστρ. 477, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 423, 609, Σαχλ., Αφήγ. 806, 808, 906, Συναξ. γυν. 468, 657, Αχέλ. 1494, Χρον. σουλτ. 13837, Σοφ. πρεσβ. B 34, Δωρ. Μον. XVIII, Διγ. Άνδρ. 35719, Ερωτόκρ. Β́ 5, 105, 1197, 1607, Κρ. συμβόλ. 241, Ευγέν. 226, 1021, 1208, 1301, Διήγ. ωραιότ. 215, Χριστ. διδασκ. 404, Λεηλ. Παροικ. 29, Τζάνε, Κρ. πόλ. 35311.
Το αρχ. διαλαλέω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Διακηρύσσω, ανακοινώνω κ. δημόσια (Η σημασ. και σήμ. στη λογοτ., Δημητράκ. στη λ. 4. Βλ. και Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 539]): Με βούκιν’ απού την αυγή στη χώρα διαλαλούσι,| οι ανήμποροι και τα μικρά παιδιά να φυλαχτούσι Ερωτόκρ. Β́ 105· Παραύτα εδιαλαλήσαν τον ορισμόν του ρηγός Μαχ. 45433· Περί του διαλαλημού τόν διαλαλούν εις την χώραν Ασσίζ. 23125· β) διατυμπανίζω, διαδίδω κ. (Η σημασ. και σε δημ. τραγ., Δημητράκ. στη λ. 4. Βλ. και Πρωίας Λεξ.): οι γειτονίες τα γέμουν,| διαλαλούν τα (δηλ. τες πομπές) ωσάν τραγούδια Συναξ. γυν. 657· γ) (προκ. για καμπάνα) σημαίνω (ένα γεγονός): Λοιπόν την Τρίτη αποσπερού καμπάνες διαλαλούσι,| Τετράδη εάν ξημερωθεί, όλοι να μαζωκτούσι Διήγ. ωραιότ. 215· δ) διαλαλώ κ. που προορίζεται για πούλημα, βγάζω κ. σε δημοπρασία (με νομική χροιά): να ορίσουν με δίκαιον τον διαλαλητήν της αυθεντίας να διαλαλήσει εις την χώραν δύο ημέρες εκείνον το σπίτιν Ασσίζ. 4026. 2) Ανακοινώνω: Της δε φωνής ως ήκουσαν του στρατηγού αι βίγλαι,| διελάλησαν άπασιν εις το καβαλικεύσαι Διγ. (Trapp) Gr. 1548· Όλους τους εδιαλάλησαν ότι να συναχθούσιν Χρον. Τόκκων 3862. 3) Προκηρύσσω, ορίζω κ.: ο Ρήγας εις την Νίνο| γκιόστρα, λέγω, εδιαλάλησε Ευγέν. 1208. 4) Ανακηρύσσω, αναγορεύω κάπ.: εδιαλαλήσαν την ρήγαινα κατά το συνήθιν Μαχ. 6843· ομόσαν του κυρού της Τύρου και εδιαλαλήσαν τον διά κυβερνούρην Μαχ. 5214. 5) Διαπομπεύω, διασύρω κάπ. (Η σημασ. ιδιωμ.σήμ., Κουκ., ΒΒΠ Γ́ 186 σημ. 4): να δω τες τες πολιτικές και να τες γεβεντίσουν (παραλ. 1 στ.) … ν’ ατιμωθούν και να τες διαλαλήσουν Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 423· γεβεντίζοντά τον, τουτέστιν διαλαλώντα ούτως άχρις τον τόπον οπού μέλλει να τον κάψουν Ασσίζ. 2238. Η μτχ. διαλαλημένος ως επίθ. = ξακουστός, ονομαστός (Βλ. Βλαστού, Συνών. σ. 72, λ. δοξασμένος): μέγας κοσμοκράτορας ήμουν διαλαλημένος Νεκρ. βασιλ. 56.
διαμάντι(ν)- το, Θησ. Ζ́ [387], Σοφ. πρεσβ. B 61, Κυπρ. ερωτ. 10936, 13210, Παλαμήδ., Βοηβ. 678, Σταυριν. 524· διαμάντε, Ερωφ. Δ́ 726, Έγγρ. του 1634 (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 7814).
Το ιταλ. diamante <αρχ. ελλην. αδάμας. Για τον τ. βλ. Du Cange (λ. διαμάντε). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Πολύτιμη πέτρα, διαμάντι (Η σημασ. στο Du Cange, λ. διαμάντε και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): από διαμάντι πόρτες του ήσαν και τα καρφία Θησ. Ζ́ [387]· στο στήθος σου έν διαμάντι, όχι χιόνιν Κυπρ. ερωτ. 10936.
δουκάτο(ν)- το, Act. Xér. 11759, 119114, Πουλολ. Z 239, Πουλολ. Αθ. 148, 283, Πουλολ. 331, Διήγ. Βελ. 516, Gesprächb. 581139, Απολλών. 111, 538, Ιμπ. 243, 639, 697, Γράμμα κρ. διαλ. 7, Χρον. Τόκκων 1588, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 947, Μαχ. 833, 1835, 7614, 1366, 1967, 20825, 32814, 67829, Διαθ. του 1486 (Σάθ., ΜΒ Ϛ́ 65516), Χούμνου, Κοσμογ. 2079, Γεωργηλ., Θαν. 319, Βουστρ. 421, 457, Αλεξ. 693, 760, 1438, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 89, 539 κριτ. υπ., Σαχλ. N 190, Ιμπ. (Legr.) 19, 699, 947, Βεντράμ., Γυν. 64, Δεφ., Λόγ. 462, Τριβ., Ρε 351, Έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 1516, 1731), Αλφ. 152, Σοφ. πρεσβ. B 395, Βίος αγ. Νικ. 165, Ιστ. Βλαχ. 1109, Διακρούσ. 934, κ.π.α.· δουκάδο, Χρον. σουλτ. 1019, 10, 18, 10724,1143, 10.
Από το λατ. ducatum (Ανδρ., Λεξ.). Η λ. τον 6. αι. (Sophocl.) και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Χώρα ή περιοχή που εξουσιάζει ο δούκας (Η σημασ. τον 6. αι., Sophocl. Βλ. και Du Cange, λ. δουξ και Meursius): Τα ονόματα των ιβ́ υπογεγραμμένων συμβουλατόρων του δουκάτου Μαχ. 1366· δουκάδο της Αθήνας και της Θήβας Χρον. σουλτ. 10724. 2) Είδος νομίσματος (Βλ. Βαγιακ., ΕΜΑ 3, 1950, 155): Παίρνει δουκάτα αμέτρητα Ιμπ. 243· δύο χιλιάδες δουκάτα χρυσά Μαχ. 67829· έκφρ. δουκάτα κορρέντε = δουκάτα στην τρέχουσα τιμή: Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 71639.
εγγονή- η, Βίος γέρ. V 39, Ιστ. πολιτ. 3318· έγγονη, Απολλών. (Wagn.) 445, Απολλών. 699, Καρτάν., Διαθ. 240· εγγόνη, Ελλην. νόμ. 56610, Αρμεν., Εξάβ. Δ́ 27, 81, 922 σχόλ., Σοφ. πρεσβ. B 281.
Το μτγν. ουσ. εγγόνη (L‑S, λ. έγγονος). Η λ. και ο τ. εγγόνη και σήμ. (Πρωίας Λεξ., λ. έγγονος).
Θυγατέρα του γιού ή της κόρης κάπ., εγγονή (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. έγγονος 1 και σήμ.).
εγγόνι(ν)- το, Ασσίζ. 4419, Συναξ. γυν. 273, Σοφ. πρεσβ. B 13, Ροδολ. Έ́ [349], Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [270]· αγγόνι, Ασσίζ. 36331 δις, Εκατόλ. M 6810· ’γγόνι(ν), Μαχ. 9422 (πληθ. ’γγονία), Χούμνου, Κοσμογ. 234, 236, Ερωτόκρ. Γ́ 1599, Διήγ. ωραιότ. 736, Λεηλ. Παροικ. 286.
Υποκορ. του ουσ. έγγονος (Βλ. Ανδρ., Λεξ.). Η λ. τον 6. αι. (Lampe, Lex.) και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. αγγόνι στον Κατσαΐτ., Θυ. Πρόλ. 156 και σήμ. (Δημητράκ., λ. εγγόνι).
Παιδί του γιού ή της κόρης κάπ., εγγόνι (Η σημασ. τον 6. αι., Lampe, Lex. και σήμ.).
εδώθε(ν),- επίρρ., Χρον. Μορ. H 600, 3167, Πουλολ. 65, Φλώρ. 1305, Λίβ. Sc. 1588, Λίβ. N 2048, Αχιλλ. O 203, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 965, Γαδ. διήγ. 165, Αλεξ. 622, 1115, Κορων., Μπούας 79, Πένθ. θαν.2 30, 525, Φαλιέρ., Ιστ. V 743, Αχέλ. Πρόλ. 4, Παϊσ., Ιστ. Σινά 691, Σταυριν. 537, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́́ [1171], Δ́́ [958], Έ́ [651], Φορτουν. (Vinc.) Γ́ 376, Διακρούσ. 7076· ’δώθες, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 24, 145, Σοφ. πρεσβ. B 162, 262· εδώθες, Συναξ. γαδ. 300, Τριβ., Ρε 145, Σταυριν. 669.
Από το επίρρ. εδώ και την κατάλ. ‑θε(ν) (Ανδρ., Λεξ., λ. δώθε). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. και στη λογοτ. (Δημητράκ., λ. εδώθε(ς) και δώθε και Παπαδ. Α., Λεξ., λ. εδώθε).
α) Αποδώ (Η σημασ. στον Κατσαΐτ., Θυ. Ά́ 13 και σήμ. στη λογοτ., Δημητράκ., λ. εδώθε(ς) και δώθε): Έλα έλα έπαρέ μας και εδώθεν λύτρωσέ μας| απ’ τα βάσανα τα τόσα, τους κινδύνους που πλακώσα Διακρούσ. 7076· β) προς τα εδώ (Η σημασ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., Παπαδ. Α., Λεξ., λ. εδώθε): τι έν’ τό εμποδίζονται και ουκ έρχονται εδώθεν; Αχιλλ. O 203· γ) εδώ: εξενοδόχησες εδώθεν κορασίδα Φλώρ. 1305· να δίδεις έναν πόλεμον κι ημείς εδώθε άλλον Κορων., Μπούας 79.
εκείθεν,- επίρρ., Ελλην. νόμ. 57210‑1, Διγ. Z 4070, Διγ. (Trapp) Gr. 233, 2322, Βέλθ. 1108, Χρον. Μορ. H 731, 1053, Χρον. Μορ. P 360, 1279, 1523, 4528, Λίβ. P 952, Λίβ. Esc. 2737 (κριτ. υπ.), Αχιλλ. L 1175, Γεωργηλ., Βελ. 225, Αλεξ. 547, 611, 1355, 2047, 2849, Πένθ. θαν.2 10, 525, Διήγ. ωραιότ. 653, Διγ. Άνδρ. 34728· εκείθε, Βέλθ. 908, 1194, Πόλ. Τρωάδ. 198, Χρον. Μορ. P 910, Τζαμπλάκ. 98, Θησ. Πρόλ. [224], Αλεξ. 509, 514, Πένθ. θαν.2 20, 32, Πανώρ. Γ́́ 386· εκείθενε, Ευγέν. 884· εκείθες, Χρον. Μορ. P 1920, Συναξ. γαδ. 300, Απόκοπ. 80, Πικατ. 37, Πεντ. Γέν. ΧΙΧ 9· εκείθες ή ’κείθες, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 167, Κατά ζουράρη 28· ’κείθε, Κορων., Μπούας 56, 69, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 755, Σοφ. πρεσβ. B 262· ’κείθεν, Πτωχολ. N 525, Αλεξ. 2037· ’κείθες, Σοφ. πρεσβ. B 162, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2915, 52120.
Το αρχ. επίρρ. εκείθεν. Ο τ. εκείθε στο Somav. (λ. εκεί) και σήμ. (Δημητράκ.). Τ. κείθεν αρχ. (L‑S, λ. εκείθεν). Ο τ. κείθε και σήμ. (Δημητράκ.).
1) α) Αποκεί (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): οι Φράγκοι εξέβησαν εκείθεν εκ την πόλιν Χρον. Μορ. H 731· β) από την άλλη μεριά: τον Γαλατάν τους δίδει,| που ένι σιμά της πόλεως, εκείθεν του λιμιώνος Χρον. Μορ. P 1279. 2) α) Εκεί, πέρα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι2 και σήμ., Δημητράκ., λ. εκείθε 3): Ακόμη δύο εκκλησιές εκείθεν εβρεθήκαν Διήγ. ωραιότ. 653· με δίχως ανακάτωσην πλειά ’κείθες εσταθήκαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 52120· ογιά καμπόση μου δουλειά απ’ έχω εκείθε κάτω Πανώρ. Γ́́ 386· β) έκφρ. εδώθες ή εκείθες, εδώ κι εκείθες, εδώθ’ εκείθεν = εδώ κι εκεί, πέρα δώθε: ο λογισμός τους πάντοτε εδώθ’ εκείθεν τρέχει Πένθ. θαν.2 525· μη πάγει το κεφάλι σου εδώθες ή εκείθες Συναξ. γαδ. 300. 3) Προς τα εκεί (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι3 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): όπου μας οδηγεί ο καιρός εκείθε ας ’κλοθούμεν Πένθ. θαν.2 20. 4) (Χρον.) έκφρ. αποτότε και εκείθεν = αποτότε και στο εξής: Ο δε πατήρ του ο αμιράς αποτότε και εκείθεν των χρόνων δεν τον έμελλεν πλέον διά πολέμους και ανδραγαθίες Διγ. Άνδρ. 34728.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Λίβ. (Lamb.) Esc. 1831, Φαλιέρ., Ιστ. (Ζώρ.) V 118, 542, Σοφ. πρεσβ. (Schick) B 174, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 163, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Β΄ [35, 762]· αληθεύγω, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Δ΄ 111.