Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 24 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Στ. Αδάμ

  • ανακαλώ,  
    Σπαν. (Λάμπρ.) Va 97, Στ. Αδάμ (Merc. S. G.) 31, Φυσιολ. (Legr.) 816, Χούμνου, Π.Δ. (Marshall) XII 37.
    Το αρχ. ανακαλώ. Η λ. και σήμ. λόγ. και με διάφορους τ. στα ιδιώμ. (ΙΛ).
    Ά́ Ενεργ. 1) α) Προσκαλώ (Η σημασ. αρχ., σε έγγρ. του 1694, ΕΜΑ 3, 1950, 163, και σήμ., ΙΛ στη λ. A1): τότε ανακάλεσε και δέξου αυτόν εις φίλον Σπαν. V 97· —Συνών.: ανακράζω 6α· β) (προκ. για το Χριστό) καλώ κοντά μου: και τον προπάτορα ημών και πάντας τους αγίους| λαβών απεκατέστησες προς την αρχαίαν πατρίδα| και ημάς προς σε ανακάλεσε από της ξενιτείας Στ. Αδάμ 31· επί σταυρού ανυψωθείς πάντας ανακαλέσει Φυσιολ. 816· πβ. ανακράζω 5. 2) Καλώ πίσω: οι εδικοί μας οπού έχασαν την σοφίαν από τον βάρβαρον ζυγόν και έπρεπε να πάθουν και να κάμουν πολλά να ανακαλέσουν την σοφίαν διά την ωφέλειαν του κοινού Μάξιμ. Καλλιουπ., Πρόλ. (Legr.) 366. Β́ (Μέσ.) θρηνώ (Για τη σημασ. βλ. Κριαρά, Ανακάλ. 8 και 8 σημ. 22, καθώς και Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 168 σημ. 7· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. B3· για την παλαιότ. μεσν. χρήση βλ. Σπυριδ., ΕΕΒΣ 20, 1950, 119 και 126 σημ. 7 και Κ. Ρωμαίου, Κοντά στις ρίζες, σ. 370 κε.): Και προς τον τάφον έδραμεν και κλαίει και ανακαλιέται Χούμνου, Π.Δ. XII 37. Πβ. ανακάλημα.
       
  • ανέσπερος,  
    επίθ., Στ. Αδάμ (Merc. S. G.) 35, Διγ. (Hess.) Esc. 472, Διγ. (Καλ.) Esc. 472, Ερωτοπ. (Hess.-Pern.) 127, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 12316, Βίος αγ. Νικ. (Legr.) 4·
    Το μτγν. επίθ. ανέσπερος. Η λ. και σήμ. στη λογοτεχν. (ΙΛ).
    Που δε δύει, που φωτίζει πάντοτε (Η σημασ. ήδη μτγν., Lampe, Lex., και σήμ., ΙΛ): και λαμβάνει ζωήν την αιώνιον και φως το ανέσπερον Ιστ. πατρ. 12316· Σελήνη, φως ανέσπερον, ώσπερ εκείνην λάμπεις Ερωτοπ. 127.
       
  • ανήμερος,  
    επίθ., Στ. Αδάμ (Merc. S. G.) 85, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. (Miller) 155, Διγ. (Καλ.) A 177, Ερμον. (Legr.) Κ 231, Διήγ. παιδ. (Wagn.) 157, Διήγ. Βελ. (Cant.) 207, 219, Φλώρ. (Κριαρ.) 664, 1365, Καναν. (PG 156) 72A, Φυσιολ. (Legr.) 348, Φυσιολ. (Pitra) 37115, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Legr.) 477, Δούκ. (Grecu) 30310, Κορων., Μπούας (Σάθ.) 100, Βεντράμ., Γυν. (Knös) 61, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 31533, Διακρούσ. (Ξηρ.) 8822.
    Το αρχ. επίθ. ανήμερος.
    1) α) (Προκ. για ζώα) άγριος, ατίθασος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ω πάθος πὄναι αγιάτρευτον (έκδ. αγιάτρευθος) και ανήμερον θηρίον Βεντράμ., Γυν. 61· ώσπερ θεριά ανήμερα ούτως επολεμίζαν Διήγ. Βελ. 207· β) (προκ. για ανθρώπους) άγριος, φοβερός, κακός (Για τη χρήση βλ. ΙΛ στη λ. 1, Φρ.): κακός, δεινός, ανήμερος, φιλίαν ου θέλει φίλου Φλώρ. 1365· γ) (προκ. για φωνή) άγριος: φωνάς αγρίους και ανημέρους Καναν. 72Α. — Πβ. αμέρωτος, ανημέρωτος. 2) (Προκ. για ψυχικά χαρακτηριστικά) υπερβολικός (Πβ. ΙΛ στη λ. 2): Είτα βλέπων ο Σαρπήδης| την ανήμερον κακίαν Ερμον. K 231· —Συνών.: άμετρος 1. — Πβ. και αγέρωχος 1, αγριογνώριμος, αγριοθεώρητος, αγριόθωρος, αγριοκάρδιος, αγριόπνοος, αγριόσκυλος, αγριώδης, άγροικος 1, αλύπητος 1, αμέρωτος.
       
  • ανώδυνος,  
    επίθ., Μιχ. ιερομ. (Merc.) 38, Στ. Αδάμ (Merc. S. G.) 117, Λόγ. παρηγ. (Lambr.) O 544, Λίβ. (Μαυρ.) P 1417, Λίβ. (Lamb.) Sc. 1765, Λίβ. (Lamb.) Esc. 313, Λίβ. (Lamb.) N 452, Ιμπ. (Legr.) 47, 364, Σκλάβ. (Μπουμπ.) 270.
    Το αρχ. επίθ. ανώδυνος. Το ουδ. ως ουσ. σε γλωσσάρ. (Σάθ., ΜΒ Ϛ΄ σ. λβ΄)· πβ. και ΙΛ, λ. ανώδυνο.
    α) Που δεν προκαλεί οδύνη· που δε σχετίζεται με μέριμνες· ευχάριστος: Χαράν ...ανώδυνον Ιμπ. 47· ανώδυνον ζωή Στ. Αδάμ 117· ημέρας ανωδύνους Λίβ. N 452· β) (προκ. για άνθρωπο) αμέριμνος: ζούσασιν ανώδυνοι διχώς προσώπου ιδρώτι Σκλάβ. 270.  Βλ. και ανέγνοιαστος.
       
  • αρδεύω, 
    Στ. Αδάμ 44, Μανασσ., Χρον. 2201, 6105, Βέλθ. 466, Ερμον. X 281, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 44, Κορων., Μπούας 112.
    Το αρχ. αρδεύω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Τροφοδοτώ με νερό, ποτίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S και σημ., ΙΛ στη λ. 1): το λουτρόν ηρδεύετο εκ ταύτης Βέλθ. 466· ο γεωργός … κλαρί φυτεύει| κι επιμελώς λατρεύει το και με νερόν τ’ αρδεύει Κορων., Μπούας 112· χρυσορρείθροις νάμασιν αρδεύων τους διψώντας Μανασσ., Χρον. 6105. 2) (Μεταφ.) ευεργετώ: διό και προσεφέρετο πάσι σοφοίς εντίμως| και συνεχέσιν ήρδευε ταις μεγαλοδωρίαις Μανασσ., Χρον. 2201. Βλ. και αγαθύνω 1β, αγαπώ 1δ, αντιχαρίζομαι.
       
  • αρχαίος,  
    επίθ., Κεκ., Στρατ. 89ροε, 2812, Σπαν. V 53, Γλυκά, Στ. 116, Γλυκά, Αναγ. 163, Στ. Αδάμ 14, Προδρ. IV 1bbb (χφφ. CSA) (κριτ. υπ.), Διγ. (Trapp) Gr. 414, Διγ. Z 659, 4471, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 31, Σαχλ., Αφήγ. 95, 853, Έκθ. χρον. 2511, Ιστ. πολιτ. 3618, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 403· αρχιός, Φαλιέρ., Λόγ. 232, Δεφ., Λόγ. 23 (έκδ. αρχαιών Κριαρ., Αθ. 46, 1935, 137 διόρθ. σε αρχιών), Πανώρ. Ε΄ 171.
    Το αρχ. επίθ. αρχαίος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ Προκ. για πράγμα ή κατάσταση 1) Που είναι παλαιό και διατηρείται ως σήμερα (Πβ. L‑S στη λ. I1. Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): ο σάκος ο αρχαίος έως του νυν Ιστ. πολιτ. 3618· μνησθήναι τον βασιλέα αρχαίαν αγάπην Κεκ., Στρατ. 89ροε· ου γαρ ποτέ λανθάνεται αρχαιότερος πόθος Διγ. Z 659. 2) (Προκ. για την πατρίδα) που υφίσταται από παλαιά· σεβαστός: πατρίδα την αρχαίαν Γλυκά, Αναγ. 163. Β´ Προκ. για πρόσωπο 1) Που είναι παλαιός, που υφίσταται από πολύν καιρό· έμπειρος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II· πβ. τη σημερ. χρ. του συγκρ., Δημητράκ. στή λ. 1): απέστειλεν εν αυτῄ (δηλ. τῃ πόλει) στρατιώτην αρχαίον και έμπειρον εις τα πολέμια Κεκ., Στρατ. 2812· εγώ ’μαι πρώτη πολιτική, εγώ ’μαι αρχαία μαυλίστρα (χωρίς λόγο ο Ξανθ., Βυζαντίς 1, 1909, 370 διόρθ. σε αρχιμαυλίστρα) Σαχλ., Αφήγ. 853. 2) Που έζησε σε προγενέστερη εποχή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ): γενναίων ο καλλωπισμός, το άλσος των ενδόξων,| των ευγενών η καλλονή, ο τύπος των αρχαίων Διγ. Z 4471. Βλ. και αλλοτινός. Το ουδ. του επιθ. στον πληθ. ως ουσ.= 1) η παλαιά, η προηγούμενη κατάσταση (Πβ. τη σημερ. χρ., ΙΛ): να τήνε φέρει (δηλ. την πόλη) εις τα αρχαία της Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 403· 2) το αρχικό χρηματικό ποσό, το κεφάλαιο: Θεσπίζομεν μηδεμίαν ανάγκην εκ νόμου καθεστάναι τοις κηδεμόσι τα των νέων χρήματα δανείζειν, άλλ’ ασφαλώς αποτίθεσθαι και φυλάττειν αυτοίς, κάλλιον όν την επί τοις αρχαίοις αυτοίς ασφάλειαν μένειν ή τῃ των τόκων εφέσει και των αρχαίων εκπεσείν … Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 1238.
       
  • ατελεύτητος,  
    επίθ., Στ. Αδάμ 18, Διγ. (Trapp) Gr. 798, Διγ. Z 1081, Πένθ. θαν.2 551, Χρον. σουλτ. 8934, Δωρ. Μον. XXXIV, Ιστ. Βλαχ. 1934, Διακρούσ. 11917.
    Το αρχ. επίθ. ατελεύτητος.
    α) Αιώνιος (Η σημασ. ήδη στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. I2): ζωήν την ατελεύτητον του μέλλοντος αιώνος Διγ. (Trapp) Gr. 798· υπήγαν εις τον Τάρταρον και του κλαθμού τον τόπον| και (έκδ. και ’ς) σκύτος ατελεύτητον εκεί να κατοικούσι Πένθ. θαν.2 551· βλ. και αδιάδοχος, ακατάλυτος, άλυτος 2, αμάραντος 2, παντοτινός· β) άπειρος: εις θλίψιν ατελεύτητον και πόνους βαρυτέρους Στ. Αδάμ 18. Βλ. και αναρίθμητος γ, ατελείωτος 2.
       
  • αυτουργός, 
    επίθ., Στ. Αδάμ 59.
    Το αρχ. επίθ. αυτουργός. Η λ. και σήμ. ως λόγ.
    Που δημιουργεί (κ.) ο ίδιος (χωρίς ξένη βοήθεια), που είναι αυτός ο ίδιος δημιουργός (Βλ. L‑S στη λ. 1 και Lampe, Lex. στη λ. 1): τον αυτουργόν του θείου παραδείσου Στ. Αδάμ 59.
       
  • άφθαρτος,  
    επίθ., Στ. Αδάμ 8, Πωρικ. P 10623, Σκλέντζα, Ποιήμ. 56, Νεκρ. βασιλ. 124, Κορων., Μπούας 78, 123, Παϊσ., Ιστ. Σινά 93.
    Η λ. στον Αριστοτέλη και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Που δε φθείρεται (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I): Εκ του Ηφαίστου τ’ άρματα τα άφθαρτα ντυμένος Κορων., Μπούας 123. 2) Ακατάλυτος, αιώνιος (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S στη λ. II2): Εγώ μεν άφθαρτος Θεός, συ δε φθαρτός τυγχάνεις Παϊσ., Ιστ. Σινά 93. Βλ. και αδιάδοχος, ακατάλυτος, άλυτος 2, αμάραντος 2, ατελεύτητος α.
       
  • αψίκομος·  
    Στ. Αδάμ (Legrand, BGV I) 45, εσφαλμ. γρ. αντί υψίκομα (βλ. Στ. Αδάμ 45).
    αψίκομα
       
  • βλαπτικός,  
    επίθ., Στ. Αδάμ 70, Αρμεν., Εξάβ. Ϛ΄ 12, 158, Γεωργηλ., Θαν. 514.
    Το μτγν. επίθ. βλαπτικός. Η λ. και σήμ. στον τ. βλαφτικός (ΙΛ, λ. βλαφτικός).
    Βλαβερός (Η σημασ. μτγν., L‑S. Βλ. και ΙΛ, λ. βλαφτικός): Ο τον βλαπτικόν ατιμώσας, ήγουν φανερώσας, ου καταδικάζεται Αρμεν., Εξάβ. Ϛ΄ 158· ζώον άγριον, βλαπτικόν, οίον κύνα, κάπρον Αρμεν., Εξάβ. Ϛ΄ 12. — Βλ. και βλαβερός 1α.
       
  • βραβευτής  
    ο, Νεόφ. Έγκλ. Β 24, Στ. Αδάμ 24.
    Το αρχ. ουσ. βραβευτής. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Κριτής (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): και βόησον τῳ βασιλεί τῳ πανταχού παρόντι: ο βραβευτής και πληρωτής πάσης δικαιοσύνης Νεόφ. Έγκλ. Β΄ 24.
       
  • γλυκερός,  
    επίθ., Στ. Αδάμ 36, Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1813, 6, Καλλίμ. 2068, Νεόφ. Έγκλ. Β΄ 38, Αχιλλ. N 1393, Δούκ. 1974, Γεωργηλ., Βελ. 14, 738, Κορων., Μπούας 34, 63, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1511, 1708, Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 30, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 515.
    Το αρχ. επίθ. γλυκερός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) (Προκ. για δέντρο) που έχει γλυκούς, εύγευστους καρπούς (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): Άλλοι την (ενν. Κρήτην) κράζουσιν περίφημον ... διά τα γλυκερά και πολύκαρπα δένδρη Αγαπητ., Εις αγ. Δέκα 30. 2) α) Που ευφραίνει, που προκαλεί ευχαρίστηση (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): μετά λόγου γλυκερού, γλώσσης ερωτευμένης Καλλίμ. 2068· ουδέν εδύνοντα και οι δυο ...| το να καταχορτάσουσιν τα γλυκερά τους κάλλη Αχιλλ. N 1393· έχασε το γλυκερόν το φως του κόσμου τούτου Γεωργηλ., Βελ. 14· Οι δε ενδημήσαντες προς σε από της ξενιτείας| χαράς πολλής πλησθήσονται ... (παραλ. 1 στ.) και γλυκεράς διαγωγής, ζωής τε αθανάτου Νεόφ. Έγκλ. Β΄ 38· β) (προκ. για βρύση, πηγή) που έχει νερό καλό, πόσιμο, δροσερό (Πβ. L‑S, λ. γλυκύς I1β): εξέρχεται δε και πηγή γλυκερά και δροσώδης Παϊσ., Ιστ. Σινά 1511· γ) (προκ. για μουσικό όργανο) γλυκόηχος: Αλλ’, ω Μανασσή, θελξικάρδιον στόμα (παραλ. 1 στ.), την γλυκεράν άρμοσον αύθις κιθάραν Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 1813· δ) (προκ. για άνεμο) γλυκός, απαλός: έχεις τον Εύρον πνέοντα γλυκερόν αέριον Δούκ. 1974.
       
  • δερμάτινος, 
    επίθ., Στ. Αδάμ 9, Νεόφ. Έγκλ. Β́ 9, Μανασσ., Χρον. 345.
    Το αρχ. επίθ. δερμάτινος. Η λ. και σήμ. (Πρωίας Λεξ.).
    Δερμάτινος, πέτσινος (Η σημασ. αρχ., L‑S και σήμ., Πρωίας Λεξ.): περιεβλήθην … χιτώνας δερμάτινους Στ. Αδάμ 9.
       
  • δεσμεύω, 
    Φυσιολ. M 205, Στ. Αδάμ 16, Καλλίμ. (Pichard) 1208, Διγ. (Trapp) Gr. 3267, Διγ. Z 185, 3971, 4256, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 533, Φλώρ. 455, Λίβ. Sc. 1078, Χρον. Τόκκων 1020, Σφρ., Χρον. μ. 12419, Διγ. Άνδρ. 3164.
    Το αρχ. δεσμεύω. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Ά Ενεργ. 1) Βάζω σε δεσμά, φυλακίζω (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I. Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 1): πάντες εδεσμεύθησαν και οι πόδες αυτών ησφαλίσθησαν σιδήροις Σφρ., Χρον. μ. 12419· Τις χείρα σου εδέσμευσε; τίς την ισχύν αφείλε; Διγ. Z 3971· ορίζει και σεβάζουσιν εις φυλακήν την κόρην,| ειρκτῄ κατασφαλίζουσιν, δεσμεύουν ανοσίως Φλώρ. 455· (μεταφ.) (1) (προκ. για τον έρωτα): δεσμεύει (ενν. ο έρωτας) και δουλώνει τον, πτωχόν τον κατασταίνει Διγ. Z 185· (2) (προκ. για κόρη): καρδίας δεσμεύει (ενν. η κόρη) ελεύθερας και αισθήσεις υποτάσσει Λίβ. Sc. 1078· (3) (προκ. για αμαρτίες): κατασπά με ο τύραννος προς την αυτού δουλείαν| δεσμεύων, κατατρύχων με δεσμοίς αμαρτημάτων Στ. Αδάμ 16. 2) (Προκ. για ζώο) δένω: αι τρίχες μου πληρούσιν άλλην χρείαν· πλέκουν σκοινία δυνατά, δεσμεύουσιν τα ζώα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 533. 3) (Προκ. για πλοίο) δένω στη στεριά (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I): οι ναύται δεσμεύουσι τα πλοία αυτών εις την νήσον Φυσιολ. M 205. 4) «Δένω με μάγια»: γράμμασι κακομαγικοίς και λόγοις μαντευμάτων| επέδευσεν, εδέσμευσεν, ως ήθελεν εκείνη Καλλίμ. (Pichard) 1208. 5) Κρατώ ακίνητο κάπ.: οι πόδες εδεσμεύθησαν οι τας οδούς κρατούντες Διγ. Z 4256. Β´ (Μέσ.) εγκαθίσταμαι: δεσμευθείς (ενν. ο Χριστός) διά του Σταυρού εις τας καρδίας ημών Φυσιολ. (Offerm.) G 15216.
       
  • δεσμός 
    ο, Στ. Αδάμ 16, Καλλίμ. 761, Φλώρ. 42, Λίβ. P 818, 1392, 1510, 1640, 1645, 1652, 2667, 2828, Λίβ. Sc. 313, 381, 804, 815, 2434, 3076, Λίβ. Esc. 199 1121 1433, 1498, 1687, 1875, 3614, 4237, Λίβ. N 152, 429, 973, 1281, 1695, 1706, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 852, Ριμ. Βελ. 561, Συναξ. γυν. 43, Χρον. 314, Ιστ. πατρ. 1479, Κυπρ. ερωτ. 13113, Θρ. Κων/π. Βαρβ. 48, Σουμμ., Ρεμπελ. 187, Διγ. Άνδρ. 36834, Ζήν. Β́ 3.
    Το αρχ. ουσ. δεσμός. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) (Προκ. για πράγμα) δέσιμο (Η σημασ. τον 4. αι., Δημητράκ. στη λ. 1. Βλ. και Τωμ., ΕΕΦΣΠΑ περ. β΄ 20, 1969/70, 20): επαίρνει την γραφήν, έλυσε τον δεσμόν της Λίβ. P 1392· ένα δεσμόν τα (ενν. τα χαρτιά) έδεσε, ως έμαθα εξυστέρου Λίβ. Esc. 1498. 2) Πληθ. δεσμά τα = δέσμευση (ελευθερίας) (ως ποινή) (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2 και σήμ. συνεκδ. = φυλακή, φυλάκιση, Δημητράκ. στη λ. 7): ελευθέρωσά τον από την φυλακήν και από τα δεσμά Διγ. Άνδρ. 36834· ευρισκόταν εις τα δεσμά της δικαιοσύνης Σουμμ., Ρεμπελ. 187. 3) Τιμωρία: η μετριότης ημών … έχει ευλογημένους και συγκεχωρημένους και λελυμένους και ελευθέρους δεσμού τε και ενοχής Ιστ. πατρ. 1479. 4) Μαγικός κατάδεσμος (Η σημασ. τον 4. αι., L‑S στη λ. 15): Εάν λυθεί το του δεσμού και η γυνή συλλάβει … Φλώρ. 42. 5) (Προκ. για το Θεό) σύνδεση (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex. στη λ. 1 ): αγάπην θέλει ο Θεός και οπού αγάπην έχει,| ένα δεσμόν με τον Θεόν γίνεται Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 852. 6) Μεταφ. α) σύνδεσμος (ψυχικός) (Βλ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. I1 και Δημητράκ. στη λ.6): της αγάπης τον δεσμόν να επάρει διά την κόρην Λίβ. N 429· της φιλίας μου τον δεσμόν Λίβ. Esc. 4237· β) κάθε τί που καταπιέζει, δεσμεύει (Η σημασ. μτγν., Steph., Θησ. 1011 Β. Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 8): μας επερίφραξεν δεσμός της αμαρτίας Θρ. Κων/π. Βαρβ. 48· τα δεσμά του πόθου Λίβ. N 152.
       
  • διάβολος 
    ο, Γλυκά, Στ. 38, 259, Στ. Αδάμ 1, Πρόδρ. 31, Προδρ. I 177, III 35 (χφ V) (κριτ. υπ.), Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 19, Χρον. Μορ. H 710, Πουλολ. 587, Ιατροσόφ. XIX 54, Πτωχολ. P 354, Πτωχολ. N 348, Φλώρ. 453, 1366, Χρον. Τόκκων 1531, 2244, Φυσιολ. 3407, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 794, Μαχ. 24819, 52836, Δούκ. 38319, Σφρ., Χρον. μ. 9026, Χούμνου, Κοσμογ. 63, Διήγ. Αλ. V 28, Σαχλ. Β′ (Wagn.) P 323, Έκθ. χρον. 3016, Σκλάβ. 260, Συναξ. γυν. 24, 334, 475, 1081, Πένθ. θαν.2 587, Δεφ., Λόγ. 90, 236, Εις Θεοτ. 49, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 66, Αιτωλ., Βοηβ. 382, Ιστ. πατρ. 11912, Στ. Βοεβ. 46, Παλαμήδ., Βοηβ. 1196, Ιστ. Βλαχ. 1800, 2752, Σουμμ., Ρεμπελ. 170, 185, 192, Συναδ., Χρον. 29, 36, 45, Ζήν. Ά́ 86, Β́ 99, Διακρούσ. 11010, Τζάνε, Κρ. πόλ. 41327· διάολος, Ch. pop. 799 (κριτ. υπ.), Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 222.
    Το αρχ. ουσ. διάβολος. Η λ. και ο τ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) α) Σατανάς (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): οι Θεοί και οι διάβολοι τον βοηθούν Διήγ. Αλ. V 28· (μεταφ.) (Βλ. Δημητράκ. στη λ. 6 ): ο Μωάμεθ, ο διάβολος εκείνος τους διδάσκει Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 794· β) φρ. δίνω την ψυχή μου τον διάβολον = γίνομαι όργανο του σατανά: Εκείνος υπάγει να δώσει την ψυχήν του τον διάβολον Σφρ., Χρον. μ. 9026· γ) φρ. τον πήρε ο διάβολος = οδηγήθηκε στην καταστροφή (Για τη φρ. βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β́ 6, 1955/56, 255 και Δημητράκ. στη λ. 5): τας κακορίζικας τας παίρνουν οι διαβόλοι Συναξ. γυν. 475· δ) φρ. βάνω τον διάβολον σε κάπ. = έχω εχθρικές διαθέσεις για κάπ.: απέξω τού ’δειχνεν φιλιά και μέσα τού ’χεν βάλει τον διάβολον Παλαμήδ., Βοηβ. 1196· ε) (προκ. να δηλωθεί κατάρα): άγομε εις τον διάβολον πάλιν, παντέρημε Ακ. Σπαν. (Eideneier) Α 19· στ) έκφρ. στου διαβόλου τη μάννα (προκ. να δηλωθεί μακρινή απόσταση) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): στους ουρανούς κι αν κρυβηθείς, στου διαόλου τη μάννα αν έμπεις Ch. pop. 799 (κριτ. υπ.)· ζ) εκφρ. παρά διαβόλου = κατά κακή σύμπτωση: επάρει το ραβδίν μου| και δώσει και ποιήσει με στραβόν παρά διαβόλου Προδρ. Ι 177· η) έκφρ. μεθοδιές διαβόλου = πανουργήματα, διαβολικοί τρόποι: μεθοδιές διαβόλου είναι Πτωχολ. N 348. 2) (Ως προσφών. που δηλώνει δυσάρεστη έκπληξη ή επίπληξη) (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): ο γενεράλες με βοή των είπε: «διάβολοι,| τι γδέχεστε για να γένει σήμερα στα κορμιά σας;» Τζάνε, Κρ. πόλ. 41327· Ω διάολ’, έπαρέ σε| πάλι όντα μου ’πόσωσές με τα λατινικά σου Φορτουν. (Vinc.) Έ́ 222.
       
  • δυσωπώ, 
    Στ. Αδάμ 41, Προδρ., Σεβ. 215, Προδρ. I 174, Μακρεμβ., Υσμ. 182, Μανασσ., Αρίστ. II 398 [= Μανασσ., Αρίστ. (Mazal) 713], Μανασσ., Χρον. 1017, 1024, 1220, 2314, 2889, 3095, 3336, 3473, 5004, Διγ. (Trapp) Gr. 3482, Διγ. Z 4030, 4338, Διγ. (Trapp) Esc. 1779, Ερμον. Η 172, Βίος Αλ. 2645, Βίος οσ. Αθαν. 246, Ηπειρ. 2302, Δούκ. 1471, Σφρ., Χρον. μ. 9216, Ιωάνν. ιερ. 19, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 119, Διακρούσ. 11924.
    Το αρχ. δυσωπέω.
    Α´ Ενεργ. 1) Παρακαλώ επίμονα, ικετεύω κάπ. (Η σημασ. μτγν. και σε σχόλ., Δημητράκ. στη λ. 2. Βλ. και Sophocl., λ. δυσωπέω 4): Η δε μήτηρ τον Τζινεήτ ικετικώς δυσωπούσα ουκ επαύετο, μέχρις ου εισακουσθείσα Δούκ. 1471· δυσώπει τον Θεόν εκ βάθους της καρδίας Διγ. Z 4338. 2) Φοβίζω, τρομάζω, αναστατώνω (Η σημασ. τον 6. αι., Δημητράκ. στη λ. 4): Όπερ αίτιον και την μητέρα αυτού εδυσώπησεν ο λογισμός δηλονότι της μάχης Σφρ., Χρον. μ. 9216. Β´ Μέσ. 1) Θορυβούμαι, ταράσσομαι, φοβάμαι από κ. (Η σημασ. το 12. αι., Ευστ., Opusc. 60. Βλ. και L‑S, λ. δυσωπέω II1): ου δυσωπείται Φαραώ τοις λόγοις του προφήτου Μανασσ., Χρον. 1024· δυσωπούμενος (ενν. ο Κώνστας) το κήδος του τυράννου| αυτήν (ενν. την Ελένην) αποβαλλόμενος μίγνυται Θεοδώρᾳ Μανασσ., Χρον. 2314. 2) Σέβομαι: η γαρ τοι φιλοχρήματος και ρυπαρά καρδία| ου δυσωπείται τους θεσμούς τους της φιλαλληλίας Μανασσ., Χρον. 3336. 3) Λυπάμαι, ευσπλαχνίζομαι: κάμπτεται τοίνυν ο Θεός τοις στεναγμοίς εκείνων,| βλέπει τον μόχθον τον βαρύν, οικτείρει, δυσωπείται Μανασσ., Χρον. 1017. Γ´ (Παθητ.) υποκύπτω σε επίμονες παρακλήσεις (Η σημασ. μτγν., Δημητράκ. στη λ. 5): οις και το ζην εχάρισα δυσωπηθείς τοις λόγοις Διγ. (Trapp) Gr. 3482.
       
  • εδαφίζω, 
    Στ. Αδάμ 26, Νεόφ. Έγκλ. Β́ 26, Αγαπ., Νέος Παράδ. 31.
    Η λ. στον Αριστoτέλη.
    Κατεδαφίζω, γκρεμίζω (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III): εδάφισον τας φυλακάς Στ. Αδάμ 26.
       
  • εξανατέλλω,  
    Διγ. (Trapp) Gr. 7.
    Το αρχ. εξανατέλλω.
    Α´ (Μτβ.) συντελώ στο να φυτρώσει, να βλαστήσει κ. (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. 1): παραβάς την εντολήν δικαίως κατεκρίθην| και εξανατέταλκέ μοι η γη ακάνθας και τριβόλους| και δικασθείς εμάκρυνα Θεού και παραδείσου Στ. Αδάμ 5. Β´ Αμτβ. α) ανατέλλω (Για τη σημασ. βλ. Δημητράκ. στη λ. 3): ως ήλιος εξανέτειλεν Αχιλλ. N 357· β) (μεταφ.): βλέμμα γοργόν, ενήδονον …| ως ρόδον εξανέτειλεν εν μέσῳ του προσώπου Διγ. (Trapp) Gr. 7· αι παρειαί ως εύθαλον εξανέτελλον ρόδον Διγ. (Trapp) Gr. 2365.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης