Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- καταπατώ (I),
- Σπαν. (Λάμπρ.) Va 102, Διγ. Z 2034, Βίος Αλ. 1584, Ερωτοπ. 553, Αχιλλ. L 1227, Φυσιολ. (Zur.) IΙΙ 13, Θρ. πατρ. Ο 24, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 319, Δούκ. 2596, 29927, Σαχλ. N 39, Δεφ., Λόγ. 78, Θρ. Θεοτ. 108, Πεντ. Αρ. XIII 32, XIV 7, XXI 32, Δευτ. I 22, 24, Αιτωλ., Μύθ. 363, Χρον. σουλτ. 9235‑6, Ιστ. πολιτ. 1120, 218, Μ. Χρονογρ. 3412, Σταυριν. 723, 1232, Ιστ. Βλαχ. 760, 1018, 1609, 2729, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Διγ. Άνδρ. 36215, Αποκ. Θεοτ. I 133, Βακτ. αρχιερ. 162, Ζήν. Δ΄ 218, Διγ. O 1408, Διακρούσ. 1095, 1188, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25622, 4993, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 58339, κ.π.α.
Το αρχ. καταπατέω. Η λ. και σήμ.
1) Ποδοπατώ: όλα χαμαί τα ρίπτουσιν και τα καταπατούσιν Θρ. Κύπρ. M 378· χώμα γίνου, αν ημπορείς, και ας σε καταπατώσιν Σπαν. V 92· να τρέχουνε με τ’ άλογα, να τους καταπατούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 45012· να σχίζουν, να καταπατούν τα ’λόχρουσα βαγγέλια Ανακάλ. 64. 2) (Μτβ. και αμτβ.) κατασκοπεύω, εξερευνώ: εις ένα κάστρο οχερό ...,| ίνα καταπατήσουσιν το γύροθεν του πύργου Χρον. Τόκκων 779· στο Δραγαμέστο απέστειλεν (ενν. ο δούκας) ανθρώπους επιδεξιους,| ίνα καταπατήσουσιν την νύκτα εις το κάστρο Χρον. Τόκκων 284. 3) Εξοντώνω, συντρίβω· κυριεύω, καταστρέφω: καταπάτησε τα φουσσάτα του Πώρου Διήγ. Αλ. G 28621· τους εχθρούς σου να ιδώ στους πόδας σου καταπατημένους Αχιλλ. L 242· μέλλουσι καταπατήσαι πάσαν την Δύσιν Έκθ. χρον. 824· τες χώρες σου κουρσεύουν,| καταπατούν και κάφτουν τες Αχιλλ. L 103. 4) Παραβιάζω: οικίας Εβραίων ... και Τούρκων και αυτών πασιάδων κατεπάτησαν Ιστ. πολιτ. 6815‑6· ήρξατο αρπάζειν και καταπατείν τα όρια των Οτμανλιδών Ιστ. πολιτ. 731. 5) (Μεταφ.) καταδυναστεύω: Τσαμόγλανα με παίζουνε, μπέηδες με γελούσι,| σπαχήδες έχω αφέντες μου και με καταπατούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 5724. 6) Μεταφ. α) παραβαίνω κ., αθετώ· περιφρονώ: όποιος παραβαίνει αυτούς (ενν. τους θείους νόμους) και τους καταπατεί Ιστ. πατρ. 999‑10· άνευ τινός φταίσματος να τον καταπατήσει (ενν. τον όρκον) Χρον. Μορ. P 4798· πίστιν την ορθόδοξον να την καταπατούσιν; Ιστ. Βλαχ. 2528· του κόσμου τα καμώματα ... (παραλ. 1 στ.) ως μάταια και ψεύτικα να τα καταπατήσεις Ιστ. Βλαχ. 1330· ποσώς δεν μας εμέτρησες κι εκατεπάτησές μας Ιστ. Βλαχ. 1002· β) παραβλέπω: τα όσα σού εκάμαμεν να τα καταπατήσεις Διγ. O 910.
κατατώ,- Τζάνε, Κρ. πόλ. 26824 (έκδ. εκαταλούσαν· διόρθ. Ξανθ., Μελετ. 255).
Από το κατατάσσω (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 147).
α) Ησυχάζω, σταματώ τον αγώνα: Ποτέ δεν κατατούσινε (ενν. οι δαίμονες), μα πάνω του (δηλ. του ανθρώπου) δουλεύουν Τζάνε, Κατάν. 325· Τρεις ώρες εμαλώνασι όλοι τους κι εκολλούσαν| καλά κι επέφταν οι Ρωμιοί (έκδ. Ρωμνοί), μα δεν εκατατούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 54210· β) κατακάθομαι, καταπέφτω: Μ’ απής επάψαν οι καπνοί κι οι σκόνες κατατούσι (χφ κατατούσι· βλ. Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 55911· εσφαλμ. καταντούσι, Τζάνε, Κρ. πόλ. 50121), το χαλασιώνα βλέπουσι ετότες και βοούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 55911.
κατέχω,- Ασσίζ. 43520, 4443, Πουλολ. (Τσαβαρή) 124, Φλώρ. 354, 1801, Συναξ. γυν. 1124, Σαχλ., Αφήγ. 341, Κορων., Μπούας 5413, Φαλιέρ., Ιστ.2 138, Πανώρ. Α΄ 393, Β΄ 231, 295, 301, Γ΄ 233, 389, Ερωφ. Δ΄ 227, Βοσκοπ. 266, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 173, 509, 1716, Γ΄ 90, Δ΄ 115, Ε΄ 371, Θυσ.2 69, 264, Στάθ. (Martini) Α΄ 224, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [544], Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [133], Ε΄ [576], Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 135, Ζήν. Α΄ 226, Δ΄ 314, Διγ. O 1938, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5133, Τζάνε, Κατάν. 55, κ.π.α.
Το αρχ. κατέχω. Η λ. και σήμ. στο κρητ. ιδίωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄).
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Κρατώ στα χέρια, βαστώ: Προδρ. IV 101, Διγ. (Trapp) Gr. 2648· β) συγκρατώ, κατακρατώ: Ιερακοσ. 4566, 46922, Ορνεοσ. αγρ. 52523, Ιατροσ. κώδ. ϡϟβ΄. 2) α) Εμποδίζω: Τζάνε, Κρ. πόλ. 2738· β) κρατώ κάπ. κοντά μου: Διγ. Z 3363· γ) συλλαμβάνω: Προσμαχησάμενον ημίν τον θαυμαστόν Δαρείον (παραλ. 1 στ.) ηυχόμην ζώντα κατασχείν Βίος Αλ. 4044· Αυτούς δ’ επιδιώξαντες ημείς και κατασχόντες| τετρακοσίους εξ αυτών εδήσαμεν σχοινίοις Βίος Αλ. 4254· κατεσχέθησαν παρά του βασιλέως τον κυρ Μιχαήλ μέγας δουξ ο Σχολάρης, μέγας δομέστικος ο Μειζομάτης Πανάρ. 683. 3) α) Έχω στην κατοχή μου, είμαι κύριος κάπ.: ίππους δ’ αυτών (ενν. των Μακεδόνων) κατέχετε συν άρμασι τοις τούτων Βίος Αλ. 1906· Τελαμώνιος ο Αίας| τεσσαράκοντα ολκάδες| πλείον του Λοκρού κατείχεν Ερμον. Γ 280· τον δε έρωτα και πόθον| εκατείχεν Αφροδίτη Ερμον. Α 203· όντε φοβηθεί κιανείς και χάσει τό κατέχει| κι αποριχτεί στα βάσανα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 687· β) έχω υπό την εξουσία μου: Αχιλλ. N 185. 4) (Προκ. για τάφο ή Άδη) περιέχω, περιορίζω: Διγ. Z 4457, 4459. 5) (Προκ. για πόνους) βαστώ, υπομένω: Αυτής δ’ υπό των οδυνών ενοχλουμένης σφόδρα,| μη δυνηθείσης κατασχείν τους δριμυτάτους πόνους,| έφησεν ούτος προς αυτήν Βίος Αλ. 526. 6) (Προκ. για αρρώστια) προσβάλλω: Εάν υπό νοσήματος ιέραξ κατασχεθεί, ούτως αυτόν νοήσεις Ορνεοσ. αγρ. 54414. 7) Φέρω κ. γραμμένο ή χαραγμένο επάνω μου, έχω: Βοός ομοίαν κεφαλήν εν τῳ μηρῴ κατείχε (ενν. ο Βουκέφαλος) Βίος Αλ. 703. 8) Κρατώ σε ορισμένη θέση: κατωφερείς έχοντα τας εαυτών κεφαλάς και τους πόδας άνω κατέχοντα (ενν. τα σώματα) Μάρκ., Βουλκ. 3403. 9) α) Γνωρίζω κάπ., έχω γνωριμία με κάπ.: Κατέχεις την Πανώρια αυτή, του γέρο του Γιαννούλη| τη θυγατέρα; Πανώρ. Α΄ 95· εμαύρισεν, εσκήμισε στα ξένα που γυρίζει| κι όποιος κι αν τον εκάτεχε, πλιο δεν τονε γνωρίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 844· β) έχω γνώση κάπ. πράγματος: ο αυθέντης του εκάτεχέν το και εγνώριζέν το ότι εκείνον τό του έδωκεν ήτον κλεψιμίον Ασσίζ. 15315· η κόρη μου η γιαλύπητη, καλά και να κατέχει| τα πάθη μου τ’ αρίφνητα, λύπη σ’ εμέ δεν έχει Πανώρ. Α΄ 119· μη θες να με ξαναρωτάς το πράμα που κατέχεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1542· κατέχει τ’ Ορανός ... (παραλ. 1 στ.) πως μοναχάς τη σήμερο ...| τούτο το πράμα τ’ άπρεπο τ’ αφτιά μου αφουκραστήκα Ερωφ. Δ΄ 55· ανέ και δεν κατέχεις| γράμματα, πώς το λοιπονίς τούτο γραμμένο έχεις; Στάθ. (Martini) Α΄ 207· Οι γέροντες κατέχω το πως όρεξη τσι σέρνει,| μα τίβετας η μπόρεση να κάμου δεν τσι φέρνει Πανώρ. Γ΄ 321· γ) έχω υπόψη μου: Ευρέ τονε το λοιπονίς και πε του να κατέχει| το πως γυναίκα σήμερο βλοητική του μ’ έχει Πανώρ. Ε΄ 163· ’Σ τούτη τη δίκια απόφαση που ’καμες, φκαριστώ σου,| Πάρη, και την αντιμοιβή κάτεχε πως χρωστώ σου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 151. 10) Ξεχωρίζω: Ο ρήγας κι όλοι οπού θωρού χαρά μεγάλην έχου,| τον πλια τως δυνατότερον ακόμη δεν κατέχου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 580· Ολίγη πράξην έχεις| και το καλό από το κακό ποιον είναι δεν κατέχεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1340. 11) Αναγνωρίζω, παραδέχομαι: Ετούτα είναι ... τα έθνη τα αβάφτιστα, τα οποία δεν κατέχουσι Θεόν και μηδέ πιστεύγουσι εις πατέρα, υιόν και πνεύμα άγιον Αποκ. Θεοτ. I 25. 12) α) Ξέρω, γνωρίζω, καταλαβαίνω, μαθαίνω: δίχως άλλο εβάλθηκε ποιος είναι να κατέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 772· Ετούτο κάτεχε από ’μέ, ότ’ όσοι και αν σε βλέπουν| θαυμάζονται τες χάρες σου Κορων., Μπούας 151· μηδέ πρικαίνεσαι για πράμα καμωμένο,| μα κάτεχε να το κρατείς, όσο μπορείς, χωσμένο Ερωφ. Α΄ 472· Ο Κρητικός, οπού ποτέ το φόβον δεν κατέχει,| να του γροικά να μάχεται, χαρά μεγάλην έχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2081· κατέχω ο πόνος μου πως θα σάσε γυρεύγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 55623· Αλλ’ ω! και πώς το κάτεχε μέσ’ η καρδιά μου μένα| πως θε να με ξεσκίσουσι λιοντάρια θυμωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. 17812· β) (με κατηγ.) θεωρώ: αυτόνο το ρηγόπουλον άντρα τονε κατέχω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2087· Δεν το κατέχεις φυσικό στον άνθρωπο είντα γίνει,| πάντα να λέγει το κακό και το καλό ν’ αφήνει; Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1975. Β´ Αμτβ. 1) Ξέρω, γνωρίζω, έχω υπόψη μου: Αρέσει μου, Πανώρια μου, να κάμεις τη βουλή μου| και θέλεις έχεις πάντα σου, κάτεχε, την ευκή μου Πανώρ. Ε΄ 258· κατέχω, κι α μαθητευτεί εκείνο οπού ξετρέχω,| εσίμωσε το τέλος μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 253· το ζιμιό ας κατέχω| ανίσως και συβάζεται, όλοι ν’ ανταμωθούμε,| το γάμο ντως να κάμομε Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 206· μηδέ δείξεις, κάτεχε, ποσώς την όχθρητά σου Ζήν. Β΄ 428· Το μήλο πιάσ’ στο χέρι σου και ’ντήρηση μην έχεις,| μα τούτη μας τη δίκαση σάσε καθώς κατέχεις Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 46. 2) Εχω τη δυνατότητα, μπορώ: Θεριό μήδ’ ερπετό ποτέ συντρέχει| το ίδιον απατόν του| να ’χει το θάνατό ντου,| μα τη ζωή φυλάσσει όσο κατέχει Ροδολ. Χορ. δ΄ [4]. II. (Μέσ.) (Μτβ. και αμτβ.) σταματώ, εμποδίζω: προσελθόντες (ενν. οι φρουράρχαι)| και τούτον κατασχόμενοι έλεγον: «τις και πόθεν| και τις η ξένη σου μορφή και στολισμός oν φέρεις;» Βίος Αλ. 3399· Εν τῳ κάτω μέρει της γλώσσης αυτού δεσμοίς τισί κατέχεται (ενν. ο κύων) Κυνοσ. 59021. Οι μτχ. ενεστ. κατεχάμενος = έμπειρος: τότες γνωρίζετ’ ο καλός ναύκλερος, μόνο τότες| τιμούνται οι κατεχάμενοι κι αδυνατοί ποδότες Ερωφ. Γ΄ 52· κατεχόμενος = ολοκληρωτικός: Η ... κατεχoμένη κόρυζα, δι’ ης γίνεται πάσα η όψις του ιέρακος κατασιελομένη Ιερακοσ. 41828· Είδη δε εστί κορύζης τέσσαρα: ξηρά, υγρά, κατεχομένη και νοσερά Ιερακοσ. 4102. Φρ. κατέχω φθόνον = μνησικακώ: υμείς κατέχοντες φθόνον τον εκ προγόνων,| ενδομυχούντες δε κακώς, ουκ απεστείλατέ μοι (ενν. τους ρήτορας) Βίος Αλ. 2821.
κατοικία- η, Γλυκά, Αναγ. 11, Χούμνου, Κοσμογ. 1094, Διγ. (Trapp) Esc. 1608, Πικατ. 39, Ζήνου, Βατραχ. 22, Αχέλ. 105, 1375, Αιτωλ., Μύθ. 22, 9412, Ιστ. Βλαχ. 1861· κατοικιά, Χούμνου, Κοσμογ. 31, 151, 655, Σκλέντζα, Ποιήμ. 414, Αλεξ. 1260, Κορων., Μπούας 49, Πεντ. Γέν. XXVIII 4, XLIX 5, Έξ. VI 4 (έκδ. κατοικά), Αιτωλ., Μύθ. 942, Πανώρ. Αφ. 30, Ε΄ 43, Ερωφ. Δ΄ 125, 224, 674, Ε΄ 3, Βοσκοπ. 109, Σταυριν. 728, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 517, Ευγέν. 1259, Στάθ. (Martini) Γ΄ 83, 441, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 30, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [198, 414], Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1, 407], Λίμπον. 130, Επίλ. 61, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 338, Ζήν. Ε΄ 105, Λεηλ. Παροικ. 48, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22922, 2498, 30111, 45424, 51110, Τζάνε, Κατάν. 46, 430, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. κατοικία. Ο τ. κατοικιά στο Βλάχ. και σήμ. στη Χίο (Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1926, 32 και Άμ., Ελλην. 10, 1938, 122). Η λ. και σήμ.
1) α) Οικία, σπίτι: τση κατοικιάς του τα κλειδιά τσ’ ήδωκε να φυλάξει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1298· πάντες ανέστησαν κι εις κατοικίας πήγαν Κορων., Μπούας 46· Με γην και ύδωρ έπλασα αυτήν την ελικιάν σου| κι εις αύτην πάλιν να στραφείς και να ’ναι η κατοικιά σου Χούμνου, Κοσμογ. 108· β) (γενικώς) οικήματα, εγκαταστάσεις: δεν εμπόρεσεν η γης τις κατοικιές τους να σηκώσει Πεντ. Γέν. XXXVI 7· να γράψουνε τες σύβασες να ’χουν τες εκκλησίες,| σπίτια, χωράφια, κατοικιές και πλήσες ’λευθερίες Τζάνε, Κρ. πόλ. 5456. 2) Τόπος εγκατάστασης, διαμονής· διαμονή, εγκατάσταση: σκύψε για να δεις πώς είναι καμωμένο| το σπίτι που ’χεις κατοικιά Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 4· πάσα μυρισμένο| στήθος σκωλήκω κατοικιά κάνω ... και βρώση Ερωφ. Πρόλ. 89· των φίλων των πιστών η μόνη μια καρδία| εις δυο κορμιά ξεχωριστά κρατούν την κατοικία Λίμπον. Αφ. 12· ο τόπος έναι πάντρεπνος, καλός εις κατοικίαν Αχιλλ. N 651· να δώσω εσέν και της σποράς σου καταπόδου σου την ηγή της κατοικιάς σου Πεντ. Γέν. XVII 8: οι μέρες χρονών τις κατοικιές μου έκατο τράντα χρόνια Πεντ. Γεν. XLVII 9. Φρ. στήνω κατοικία = εγκαθίσταμαι: Ο δε βασιλεύς έστειλεν ... Τούρκους να παραλάβουν το κάστρον και να στήσουν διαπαντός εις Ιωάννινα την κατοικίαν των Ηπειρ. 24413.
κατωμασέλα- η.
Από το επίρρ. κάτω και το ουσ. μασέλα. Η λ. και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθ., Μελετ. 379), όπως και καταμάσελο.
Κατωσάγονο: Πού ’ν’ οι κατωμασέλες σου, τα δόντια, τα βυζιά σου| κι η σάρκα σου τι εγίνηκε ...; Τζάνε, Κατάν. 27.
κοινωνώ,- Κρασοπ. 45, Ασσίζ. 4408, Γεωργηλ., Θαν. 602, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι I 67, Σκλάβ. 265, Ιστ. Βλαχ. 1706, 2006, 2017, 2021, 2297, Διήγ. πανωφ. 56, Διήγ. ωραιότ. 408, 561, Χριστ. διδασκ. 151, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19020, 20424, 2677, 4114, Αλφ. (Mor.) IV 86, Τζάνε, Κατάν. 524.
Το αρχ. κοινωνέω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Παίρνω μέρος, συμμετέχω: ο γαρ προθύμως κοινωνών θλίψεσι των φιλούντων,| εκείνος φίλος αληθής Διγ. Z 3297· (θρησκ.): κοινώνει τα μυστήρια εν όλῃ τῃ ζωῄ σου Ιστ. Βλαχ. 2016. 2) Δίνω μερίδιο ενός πράγματος, προσφέρω: ο Χριστός ... όλα τα εδικά του πλουσιοπάροχα μας τα κοινωνά Χριστ. διδασκ. 152· το πότηριον ετούτο του κοινωνάται Χριστ. διδασκ. 371. Β´ (Μτβ. και αμτβ.) μεταλαβαίνω: τα άχραντα μυστήρια να τουσε κοινωνήσει Ιστ. Βλαχ. 2286· έχει και τα άχραντα μυστήρια σήμερον κοινωνημένα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 437· να φέρω τον ξαγορευτή παπά να κοινωνήσω Αλφ. 1086. II. (Μέσ.) μεταλαβαίνω: να ξομολογηθούν και να κοινωνηθούσιν Αχέλ. 178.
κοκκαλοχωρισμένος,- μτχ. επίθ.
Από το ουσ. κόκκαλο και τη μτχ. παρκ. του χωρίζω.
Διαλυμένος σε κόκαλα, αποσυνθεμένος: Πού ’ν’ ο λαιμός και ο λάρυγγας, πού το κορμί σου τ’ άλλο| και μιαν εικόνα σαν εμέ πού θέλεις να την βάλλω,| σ’ ένα αραχνοστόλιστο, σκουληκοφαγωμένο,| σ’ ένα ασκημοθώρετο, κοκκαλοχωρισμένο; Τζάνε, Κατάν. 26.
κονιορτός- ο, Ορνεοσ. αγρ. 53218, Ωροσκ. 4414, 4514, Περί ξεν. A 235, Νεκρ. βασιλ. 37, Κορων., Μπούας 51, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 520, Διγ. O 2846· κονιορκτός, Διγ. A 4403, 4739· κορνιακτός, Διγ. (Trapp) Esc. 503, 1110, 1168, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2709, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 57, Μαχ. 347, Θησ. Η΄ [75, 864], ΙΑ΄ [533], Αλεξ. 876, 1091, Απόκοπ. Επίλ. I 492, Χριστ. διδασκ. 435, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1907, Τζάνε, Κατάν. 366· κορνιαρκτός, Χριστ. διδασκ. 122· κορνιαχτός, Πεντ. Έξ. IX 9, Σταυριν. 646, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 858· κουρνιαχτός, Πεντ. Δευτ. XXVIII 24, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [896].
Το αρχ. ουσ. κονιορτός. Ο τ. κορνιακτός στο Meursius. Οι τ. κορνιαχτός και κουρνιαχτός και σήμ. Ο τ. κορνιαχτός και σήμ. στην Κύπρο, όπου και τ. κονιαχτός (Σακ., Κυπρ. Β΄ 602 και 605). Η λ. και σήμ. ως λόγ.
α) Σκόνη, σύννεφο σκόνης: βλέποντας εις τους τόπους εκείνους ωσάν σύννεφα τον κορνιακτόν των εγκρεμνισμένων σπιτίων Ιερόθ. Αββ. 331· κλαριά αυτείνοι φέρνουσι στην στράτα και τα βάνουν| διά να πατούν τα άλογα κορνιακτόν να βγάνουν Αλεξ. 1090· άφτουσι γιαμιά λουμπάρδες στα φορτίνια| κι ο κορνιακτός εκάπνιζε σα ν’ άφτανε καμίνια Τζάνε, Κρ. πόλ. 35914· β) σκόνη, τρίμμα, ρίνισμα: κονιορτόν από φακής και πήγανον τρίψον Ορνεοσ. αγρ. 5219‑10· κονιορτόν σιδήρου τον αποπίπτοντα του άκμονος Ορνεοσ. αγρ. 53612.
κούρσος- το, Διγ. (Trapp) Gr. 2624, Διγ. Z 1498, Διγ. (Trapp) Esc. 26, Χρον. Μορ. H 649, 3314, 9097, Αχιλλ. L 231, Χρον. Τόκκων 442, 3834, Μαχ. 16036, 36827, 5163, 63023, Θησ. Ζ΄ [424], Βουστρ. 420, Κορων., Μπούας 20, 104, Πεντ. Αρ. XXXI 11, Δευτ. I 39, II 35, XX 14, Πτωχολ. α 56, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2389, 26223, κ.π.α.· κρούσος, Πεντ. Γέν. XLIX 27, Έξ. XV 9, Ροδολ. Ε΄ [535], Τζάνε, Κρ. πόλ. 29212, 33015, 34413, 3965, 41316, 42713, Τζάνε, Κατάν. 3.
Το λατ. cursus. Η λ. τον 9. αι. (Lampe, Lex., λ. κούρσος ο). Ο τ. στο Βλάχ. (λ. κρούσος), καθώς και στον Κατσαΐτ. Η λ. στο αρσ. και στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
α) Ληστρική ή πειρατική επίδρομή, λεηλασία: λέγουν του μισίρ Ντζεφρέ ...| να ορίσει τα φουσσάτα του να πάψουσιν τα κούρση Χρον. Μορ. H 2071· το καράβι ήταν πραγματευτάρικον. Δεν ήτο καράβι διά να πηγαίνει εις το κούρσος Ροδινός (Βαλ.) 125· της πόλεώς τε τον πλούτον και τον λαόν άπαντα ο αμιράς εις διακομάν παραδίδει και κούρσος τοις μουσουλμάνοις Καναν. 68A· Το κούρσος δεν εψήφα του σπιτιού του,| μα ’κλαιγε την υστέρησιν του γιου του Λεηλ. Παροικ. 455· φρ. βάνω κούρσος = λεηλατώ: Εβάλαν κούρσος εις την Αμόχουστον δύο τρεις φορές και εποίκαν πολλές αγανάκτησες Μαχ. 40221· β) λάφυρο, λεία: τόσον πλήθος ήτον σφαγμένον των χριστιανών ότι οι Τούρκοι δεν εμπορούσαν να εβγάλουν τα κούρση και την αιχμαλωσίαν οπού επήραν Μ. Χρονογρ. 3314· ουδέν ηυρέθηκεν κανείς ίνα ...| ... πολεμήσει, νεώτεροι, κι επάρει μου το κούρσος Διγ. (Trapp) Esc. 149· οι αθρώποι ας θρηνιστούσι| πως κούρσος του θανάτου θε να γενούσι Τζάνε, Κατάν. Ποίημα 48· αν είναι ... (παραλ. 1 στ.) κι ήθελα δώσει τό ’θελε τότες η γι όρεξή μου,| αγαφτική και κρούσος του εγίνουμου απατή μου Ροδολ. Α΄ [594].
κρύσταλλο(ν)- το, Σπαν. A 25, Κομν., Διδασκ. Δ 19, Σπαν. (Μαυρ.) P 11, Διγ. Z 1485, Φλώρ. 974 κριτ. υπ., 1359, Λίβ. P 243, Λίβ. Esc. 486· κρούσταλλο(ν), Σπαν. B 28, Σπαν. V 21, Αλεξ. 1225, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α'402.
Από το ουσ. κρύσταλλος με αλλαγή γένους. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. Η λ. τον 4. αι. (Sophocl.) και σήμ.
1) α) Πάγος, κομμάτι πάγου (Η λ. συνηθέστ. προκ. για κ. διαυγές και λαμπερό, δροσερό ή σκληρό· βλ. Κριαρ., Ελλην. 14, 1955, 161-7): οι Πέρσες σαν εδιάβησαν (ενν. τον ποταμόν), το κρούσταλλο χαλάθη Αλεξ. 1189· μ' αστροπελέκια κρύσταλλα στον κόσμο να χιονίζουν Τζάνε, Κατάν. 108· νερόν καθάριον κρούσταλλον Διγ. (Trapp) Esc. 1646· το πρόσωπόν του έκλαμπρον ομοίως του κρυστάλλου Ιμπ. 82 κριτ. υπ.· στήθος ώσπερ κρύσταλλον Διγ. (Trapp) Gr. 1149· β) (συνεκδ.) κρύο, παγωνιά: απού ζυγώνου (ενν. οι κυνηγάροι) το λαγό εις τα βουνιά και εις τα όρη,| στην κάψα και εις τα κρούσταλλα Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 457. 2) Ο ορυκτός κρύσταλλος: είπαν του βασιλέως ότι να βάλει εις το χωνευτήριον χρυσάφι, … γυαλίν, λίθους τιμίους, σμάραγδον, … κρύσταλλον, αδάμαντο και άλλα πολλά Διήγ. Αγ. Σοφ. 15613.
κυβερνώ,- Hist. imp. II 44 Πόλ. Τρωάδ. 166, 612, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 40, 70, Περί ξεν. V 439, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2287, Αχιλλ. L 128, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 24, Γεωργηλ., Θαν. 390, Αλεξ. 2173, Σοφιαν., Παιδαγ. 269 δις, Τριβ., Ρε 204, Πεντ. Γέν. XLI 40, XLV 11, XLVII 12, XLVIII 15, Αιτωλ., Ρίμ. Μ. Καντ. 64, Ιστ. πατρ. 853, Πανώρ. Δ΄ 292, Ερωφ. Γ΄ 54, Παλαμήδ., Βοηβ. 337, Ιστ. Βλαχ. 27, 92, 509, 1466, 1489, 1511, Σουμμ., Ρεμπελ. 159, 160 δις, 183, Ιερόθ. Αββ. 334, Βελλερ., Επιστ. 62, Βακτ. αρχιερ. 152, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1275], Χορ. α΄ [17], Β΄ [1036], Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 23, Ιντ. α΄ 37, 71, Ζήν. Α΄ 335, 340, 351, Γ΄ 36, Ροδινός (Βαλ.) 93, Διακρούσ. 1021, Τζάνε, Κρ. πόλ. 29416, 39113, 58530· μτχ. παρκ. κυβερνισμένος, Αλεξ. 1039, Ροδολ. Ε΄ [11], Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1496],
Το αρχ. κυβερνάω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) (Με αντικ. τη λ. πλοίο, κλπ.) πηδαλιουχώ, κυβερνώ: Πουλολ. (Τσαβαρή) 540. 2) α) Διοικώ, διακυβερνώ, εξουσιάζω: Αχιλλ. N 683, Ιστ. Βλαχ. 4, Χρον. σουλτ. 5513, Χρον. Μορ. H 7777, Έκθ. χρον. 753, Ζήν. Β΄ 354· β) ορίζω, διευθύνω: κυβερνά (ενν. ο Θεός) και κινεί πάσαν φύσιν Ιστ. πατρ. 8616· κυβερνά η γι-αγάπη σας με σπλάγχνος τα κορμιά σας Ροδολ. Β΄ [116]· ποιος να ’ναι απού τα κυβερνά (ενν. τ’ άστρη και το φεγγάρι) κι έχουν την τόσην χάρην; Χούμνου, Κοσμογ. 602· ας είν’ η παίδευσις κατά την δύναμίν μας| διά να κυβερνήσομεν την πρόσκαιρον ζωήν μας Ιστ. Βλαχ. 2620· γ) χειρίζομαι· τακτοποιώ: κυβερνούσι τα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα Βακτ. αρχιερ. 209· Κυβέρνησε τα πράγματα, μη αποκαραδοκήσεις Γλυκά, Στ. 328· είσαι άξιος τιμής και γνώσεως τελείας| και κυβερνάς με φρόνησιν πολλάς υπηρεσίας Ιστ. Βλαχ. 20· δ) πετυχαίνω, κατορθώνω: αφέντη μου, κάμε να κυβερνήσεις| όλον σου το παλάτιον να το ξεπροβοδήσεις| μέσα εις τον παράδεισον Ιστ. Βλαχ. 2043· ε) κατευθύνω με γνώση: να ’δες μικρού φιλήματα, μικρού ’πιδεξιοσύνες,| πώς κολακεύει το φιλίν, πώς κυβερνά τον πόθον Ερωτοπ. 180· Ϛ) βοηθώ, περιποιούμαι: όλα τα λίμπρα μου ήπιασα να τα φυλλολοήσω,| τον πόνο τση κερα Μηλιάς να δω να κυβερνήσω Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 209. 3) Οδηγώ, καθοδηγώ: Τώρα λοιπόν τα μάτια μου, πιστότατοι οδηγοί μου,| τα κλειώ κι εσύ κυβέρνα με, σαν θέλεις, αδελφή μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [840]· Με χείρα ψυχοπόνεσης σήκωσε (ενν. συ, παρθένε Μαρία) τους πεσμένους (παραλ. 1 στ.). Εις την οδόν της αλήθειας κυβέρνα, πάγαινέ τους Σκλέντζα, Ποιήμ. 727. 4) α) Μεταχειρίζομαι κάπ., αντιμετωπίζω κάπ., συμπεριφέρομαι: εκεί διαμοιράζει τους (ενν. ο Χάρος), καθέναν εις την τάξιν| καθώς τα έργα έπραττεν, ούτως τον κνβερνούσιν (ενν. οι δαίμονες) Περί ξεν. A 486· εκυβέρνα (ενν. ο κυρ Δανιήλ) τους χρεώστας με πολλήν σοφίαν και πολλήν γνώσιν Συναδ., Χρον. 41· β) συντρέχω: πολλές βολές εις το τουμπρούκι και εις την άλυσο εσέβην διά την χώραν και διά τους επτωχούς. Και πολλά τους εκυβέρναν Συναδ., Χρον. 50· πολλά εκόπιασε Πέρδικας για τ’ εμένα| και πάντα στην ανάγκη μου αυτείνος μ’ εκυβέρνα Αλεξ. 2864· αν ελθεί εις την θύραν σου πτωχός διά να ζητήσει,| αν έχεις …, δώσ’ του, κυβέρνησέ τον Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2390· γ) φροντίζω, περιποιούμαι: εάν κυβερνηθώσιν (ενν. τα δένδρα) ως πρέπει, γίνονται εύμορφα και καρπερά Σοφιαν., Παιδαγ. 266. 5) (Με αντικ. τη λ. παιδιά) ανατρέφω, (δια)παιδαγωγώ: αι μητέρες αυταί ίδια να τα γαλακτοθρέψουν (ενν. τα παιδία) και να τα κυβερνήσουν Σοφιαν., Παιδαγ. 267· ουδέν λέγεις το πώς να κυβερνούνται τα παιδία των πτωχών ανθρώπων Σοφιαν., Παιδαγ. 279. 6) Κατασκευάζω· φιλοτεχνώ: Όταν το εκυβέρνησεν (ενν. το λουτρόν) και εξετέλεψέν το,| το καμίνιν εκαίγασιν με τους ξυλαλάδες Αχιλλ. L 522. Φρ. 1) Κυβερνώ τον καιρόν = παρακολουθώ, προσέχω την κατάσταση: εκυβερνούσαν τον καιρόν να μη συνέβει μάχη Ιστ. Βλαχ. 1181. 2) Η χέρα(μου) κυβερνά το σκήπτρο = είμαι άρχοντας, βασιλεύω, εξουσιάζω: Ετούτη η| χέρα …| το σκήπτρο … ας κυβερνά και το σπαθί ας βασταίνει Ζήν. Γ́ 22. Β´ Αμτβ. 1) Οδηγώ πλοίο, πηδαλιουχώ: ο ναύτης στη χιονιά και στην πολλήν αντάρα| … κυβερνά με φόβο και τρομάρα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β́ 556· (μεταφ.): εγώ που στέκω ανάμεσα στην ταραχή την τόση,| η χέρα μου να κυβερνά δεν δύνεται να σώσει Ζήν. Α΄ 332. 2) Διοικώ, εξουσιάζω: Τούτη (ενν. η Αρετή) εις όσα ’πιθυμά πάντα τον ανεβάζει (ενν. τον άνθρωπο),| να κυβερνά τον οδηγά και να εξονσιάζει Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 36· κριτής που κυβερνά με την δικαιοσύνην Λίμπον. 258· καλά κυβέρνησε να ’χεις την αφεντιάν Ιστ. Βλαχ. 1517. 3) Διευθύνω, καθοδηγώ, εποπτεύω: ο Κορνάρος σαν καλός στρατιώτης εκυβέρνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 4949· ο Μορεζίνης όριζεν, Κορνάρος εκυβέρνα| και με τες συμβουλές τωνε το Κάστρο όλοι επαίρνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 50917. 4) Πετυχαίνω, καταφέρνω: έπαρε παράδειγμα από τους πρότερούς σου,| εκείνους οπ’ εκάθουνταν κάποτε στο θρονί σου,| πώς δεν εκυβερνήσασι να έχουν την ειρήνην και έξω τους εδίωξαν Ιστ. Βλαχ. 1507. ΙI. Μέσ. 1) α) Ορίζω τον εαυτό μου, τη ζωή μου: Απής ετούτος ο φθαρτός επλάστηκεν ο κόσμος,| να κυβερνάται (ενν. ο άνθρωπος) μ’ αρετές του δόθηκε κι ο νόμος Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 2· Το τεμόνι ήτον η φρονιμάδα με το οποίον εκυβερνάτον (ενν. η Παρθένος Μαρία) Ροδινός (Βαλ.) 125· όποιος μετά τση (ενν. της αρετής) στέκεται φρόνιμα κυβερνάται Ροδολ. Α΄ [390]· β) φροντίζομαι, τακτοποιούμαι: να υπάς, κυρά, εις το σπίτι σου και ημείς ν’ ακολουθούμεν· κι εμείς τότε εις τα σπίτια μας διά να κυβερνηθούμεν| και αύριον … εις το σπίτιν σου πάλιν να μαζωθούμεν Σαχλ., Αφήγ. 770· γ) αντεπεξέρχομαι στις ανάγκες της ζωής, «τα φέρνω βόλτα», συντηρούμαι: εχήρευσεν ο άθλιος νέος ως λ΄ χρονών. Κρίμα εις αυτόν και πώς να κυβερνηθεί Συναδ., Χρον. 68· δύο χέρια το κορμί έχει και κυβερνάται,| οπού δουλεύουν μπιστικά, μ’ εκείνα και τιμάται Τζάνε, Κατάν. Αφ. 21· σύρτε και πουλήσετέ με (παραλ. 4 στ.) να κυβερνηθείτε τούτον| τον δυστυχισμένον χρόνον Πτωχολ. B 29. 2) Συμπεριφέρομαι: ιστορικώς τα γράφομεν …| το πώς επολιτεύθηκε πασάνας στο σκαμνί του| και πώς εκυβερνήθηκε εν όλῃ τῃ ζωῄ του Ιστ. Βλαχ. 84· όλα τα κάνεις σαν Αρχή κι ως Πλάστης κυβερνάσαι Τζάνε, Κρ. πόλ. 37024. 3) Υπερέχω, διαπρέπω: Στην πλήσιαν του ταπείνωσιν, στην ευγενειά τιμάται| και στην σοφίαν την πολλήν οπού ’χει κυβερνάται Τζάνε, Κατάν. Αφ. 56. 4) Χειρίζομαι μια κατάσταση, «παίρνω τα μέτρα μου», αντιμετωπίζω μια δυσκολία: Μ’ απήτις το φουσσάτον του κοιτάζει πως νικάται,| εμέτρησεν τον λογισμόν τότες και κυβερνάται Τζάνε, Κρ. πόλ. 5048· εις τούτον τον τρόπον κυβερνούνται διά κάθε κουρσάρον και επίλοιπον εχθρόν Σουμμ., Ρεμπελ. 159· διά να ηξεύρουν να κυβερνηθούν εκείνοι οπού έχουν το βάρος του πολέμου Σουμμ., Ρεμπελ. 161· εσυμβουλευτήκανε … εναντίον των αρχόντων με τι τρόπον έχουν να κυβερνηθούν διά να εύρουν αιτία διά να ρίξουν όλα τα κατάβαρα εις του λόγου τους Σουμμ., Ρεμπελ. 169· έναι (ενν. ο Καντακουζηνός) άρχων γνωστικός κ’ οίδεν να κυβερνάται Αιτωλ., Βοηβ. 113· οι φρόνιμοι τα άσπρα δεν λυπούνται,| διά την σωτηρία τους ξέρουν και κυβερνούνται Αιτωλ., Μύθ. 3212. 5) Απασχολούμαι: Δοσμένον έναι καθανός αθρώπου απὄχει γνώση,| απήτις φτάξει σε καιρό παιδιά και φανερώσει (παραλ. 1 στ.) … με καινούργιους λογισμούς και έγνοιες να κυβερνάται Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 4. 6) Επιτυγχάνομαι: του κακού την αφορμή βρίσκω από πού κινάται,| και το ρεμέντιο ντου ζιμιό πώς θε να κυβερνάται Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 166. 7) Ετοιμάζομαι για πόλεμο, οπλίζομαι: το παιδίν επέρασεν άυπνον όλην νύκτα,| όλους ορδινίαζεν διά να κυβερνηθούσι Αχιλλ. L 222.
κυριότης ‑τητα- η, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. Ι52v, 213r, 363r, Τζάνε, Κατάν. 295, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. 2.
Το μτγν. ουσ. κυριότης. Η λ. κυριότητα στο Βλάχ. και σήμ.
1) Κυριαρχία, εξουσία: εχειροτόνησεν αυτόν πατριάρχην … Και πάσαν την κυριότητα της πατριαρχείας έλαβε Ιστ. πατρ. 959. 2) (Στον πληθ.) (εκκλ.) τάγμα αγγέλων: όν (ενν. τον Ναζωραίον) τρέμουσιν άγγελοι, αρχάγγελοι, θρόνοι, κυριότητες, αρχαί και εξουσίαι Σταφ., Ιατροσ. 1952.
λαβρίζω,- Κυπρ. χφ. 154, Πανώρ. Δ΄ 238, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 16, Πιστ. βοσκ. I 3, 14· 5, 198, II 1, 412, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [341], Χορ. α΄ [69], Β΄ [51], Γ΄ [995], Τζάνε, Κρ. πόλ. 15419, 54115, Τζάνε, Κατάν. 466.
Από το επίθ. λάβρος και την κατάλ. ‑ίζω. Η λ. τον 8-9 αι. (Lampe, Lex., λ. λαυρίζω) και σήμ. στην Κύπρ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 627).
I. Ενεργ. Α´ (Αμτβ.) ανάβω, καίγομαι, φλέγομαι: τα ξύλα στην φωτιάν σαν ’γγίξουσί, καπνίζουν,| … ξάφτουσι περισσά και λαβρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 51114· να ’γροικούνται λουμπαρδιές κι η χώρα να λαβρίζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 52925· (μεταφ. προκ. για έντονο συναίσθημα): μου ρίχνει ο έρωτας φλόγες εις την καρδιάν μου| οπού λαβρίζουν κι άφτουσι μέσα τα σωθικά μου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [692]· πώς είναι μπορεζάμενο ν’ άφτου και να λαβρίζου| τα σωθικά μιας κορασιάς και να μηδέν καπνίζου; Ερωφ. Α΄ 225. Β´ (Μτβ.) καίω· (εδώ μεταφ.): σιωπώντας η πτωχή, λαβρίζει την καρδιάν της| κι όλη φυρά και λειώνεται από την πεθυμιάν της Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1075]. IΙ. (Μεσ.) καίγομαι: τα σωθικά εδόξεψε,| με λόγχες της αγάπης· γι’ αυτό σαν ζωντανή φωτιά λαβρίζομ’ ο αζάπης Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [442].
λάκκος- ο, Προδρ. IV 280, Ασσίζ. 1583, Βέλθ. 1188, Χούμνου, Κοσμογ. 1622, Σκλέντζα, Ποιήμ. 726, Δεφ., Λόγ. 666, Πεντ. Έξ. XXI 33, Θρ. Κύπρ. M 734, Ερωφ. Πρόλ. 67, Διγ. Άνδρ. 37917, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 957, Βακτ. αρχιερ. 162, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 65, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16510, 1866, 2564, 26726, 27522, 28010, 3204, 45511, 46512, 46712, 4914, 51925, 5431, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. λάκκος. Η λ. και σήμ.
1) Λάκκος: Τζάνε, Κρ. πόλ. 27822, Απολλών. 821, Ασσίζ. 40914. 2) Δεξαμενή, πηγάδι: Μαχ. 41. 3) Χαντάκι, χαράκωμα, τάφρος: οι δε Ρόδιοι μηχανησάμενοι και ποιήσαντες ένδον λάκκους διά χωμάτων εσπέπασαν Ιστ. πολιτ. 473· τους λάκκους εδυνάμωσεν κι έκτισ’ ακόμη κι άλλους Τζάνε, Κρ. πόλ. 46010. Έκαναν λάκκους τρίγυρα αν τύχει v’ ανεβούσι| κι είχαν τσι λέγω σκεπαστούς, μέσα να κρεμνιστούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 15513· Στους λάκκους, στες τριντζέρες της κι ήτουνα φυλαμένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. 15314. 4) Τάφος, μνήμα: μιλιά και γέλιο αγγελικό και μια καρδιά ’νούς δράκο| είν’ απού θα με βάλουσι ογλήγορα στο λάκκο Πανώρ. Λ΄ 84· δεν ημπορεί (ενν. ο γιατρός) ποτέ νεκρό στο λάκκο να βουηθήσει Ερωτόκρ. Γ΄ 1296· Σαββάτον σαββατώνω τον,| σκάπτω λάκκον, βάνω τον Σπανός (Eideneier) Λ 528· (παροιμ.) οπού λάκκον έσκαψε διά να χώσει άλλον,| εκείνος μέσα έπεσε Αιτωλ., Βοηβ. 86· (μεταφ.) κατάντημα, ξεπεσμός: της αμαρτίας κοιμώμενους στον λάκκον και πταισμένους Σκλέντζα, Ποιήμ. 726· έβγαλαν πολλούς από τον λάκκον της απιστίας και τους εγύρισαν εις την αληθινήν πίστιν Ροδινός (Βαλ.) 207· χείρα παρέσχε με| ανάγουσαν εκ βόθρου με, λάκκου του της πενίας Προδρ. IV 280· επεσκέψατο ημάς ο Θεός και ήγειρεν εκ λάκκου ταλαιπωρίας Χειλά, Χρον. 3471· έκφρ. λάκκος αβύσσου, κατώτατος λάκκος = κάτω κόσμος, Άδης, κόλαση: πορεύεσθε … κατηραμένοι, (παραλ. 1 στ.) … κληρονομήσατε τον της αβύσσου λάκκον Ρίμ. θαν. 119· εις φως ελθείν με κέλευσον (ενν. φιλανθρωπότατε) εκ λάκκου κατωτάτου … έναγχος θανόντα Γλυκά, Αναγ. 368. 5) Φυλακή (Βλ. Τσολάκη [Γλυκά, Στ. σ. ι΄]): εν τούτῳ δε τῳ ζοφερῴ και βαθυτάτῳ λάκκῳ (ενν. τα Νούμερα) ου φως παρά τοις όμμασιν Γλυκά, Στ. 91· έκφρ. σπίτι λάκκου = φυλακή: από πρωτόκοκου του Φάρω οπού κάθεται ιπί το θρονί του ως το πρωτόκοκο του αμάλωτου ός εις το σπίτι του λάκκου Πεντ. Έξ. XII 29. 6) Οφθαλμική κοιλότητα: οι λάκκοι του κρανίου μου τα μάτια τα δικά σου Τζάνε, Κατάν. 14. 7) Αγκυροβόλιο (Βλ. Αλεξ. Στ., Κρ. Χρ. 17, 1963, 234-5): ένα καράβι το ’φερε (ενν. το θανατικό) οπού ’ραξε στον λάκκον Γεωργηλ., Θαν. 272. Η λ. ως τοπων.: Δωρ. Μον. XX, XXI, Πορτολ. A 23619· Συναδ., Χρον. 42.
λάρυγξ ‑γας- ο, Προδρ. IV 183, Έκθ. χρον. 6027, Τζάνε, Κατάν. 23· λάρυξ, Προδρ. III 419f.
Το αρχ. ουσ. λάρυγξ. Η λ. και σήμ. ως λάρυγγας.
α) Λαρύγγι: Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1248]· β) φάρυγγας: Μιχ. ιερομ. III 8.
λευκοφόρος,- επίθ.
Το μτγν. επίθ. λευκοφόρος.
Άσπρος, ασπροφορεμένος: όλως τολμάς περιγελάν τον λευκοφόρον κύκνον Πουλολ. (Τσαβαρή) 25· Δύο λευκοφόροι κι όμορφοι άγγελοι μ’ αγκαλιάσαν Τζάνε, Κατάν. 71.
λησμονώ,- Σπαν. O 222, Διγ. (Trapp) Esc. 433, 449, 1793, Φλώρ. 505, 1033, Ερωτοπ. 594, Θησ. ΙΑ΄ [885], Ριμ. κόρ. 704, Απόκοπ.2 236, Πικατ. 379, Πεντ., Γέν. XXVII 45, Αχέλ. 828, Κυπρ. ερωτ. 11310, Πανώρ. Β΄ 513, Δ΄ 37, Ερωφ. Ιντ. δ΄ 100, 567, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 363, Γ΄ 1392, Ε΄ 1233, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 105, 297, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4313, 55712, 57111, κ.π.α.· αλησμονώ, Διγ. A 3821, Αχιλλ. L 1262, Ιμπ. 542, Θησ. Ζ΄ [1316], Πεντ., Δευτ. XXXII 18, Αιτωλ., Μύθ. 237, Παλαμήδ., Βοηβ. εισαγ. 3, Ιστ. Βλαχ. 1840, Σουμμ., Ρεμπελ. 179, Διγ. Άνδρ. 3705, 39622, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 284, Β΄ 2056, Διακρούσ. 7079 κ.π.α.· ελησμονώ, Σπαν. O 50, Διγ. (Trapp) Esc. 146 κριτ. υπ., 150, Ερωτοπ. 70, 213β, Λίβ. Sc. 977, Λίβ. Esc. 2514, Μαχ. 51636, Αχέλ. 450, κ.π.α.
Από το επίθ. λήσμων. Λ. λησμονέω τον 5. αι. (Lampe, Lex.). Τ. λεσμονώ στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 634). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Δε θυμούμαι, ξεχνώ, μου διαφεύγει κ.: κακόν γαρ έναι τό ’μαθες αν το αλησμονήσεις Κομν., Διδασκ. Δ 223· Ο … βασιλεύς εσκοτίσθη και αλησμόνησε να τον ερωτήσει Διήγ. Αγ. Σοφ. 15326· Περί λήθης του ιερέως οπού αλησμονήσει να βάλει μέσα εις το άγιον ποτήριον την ένωσιν Βακτ. αρχιερ. 163· β) σβήνω από τη μνήμη μου θεληματικά κ., παύω να το σκέφτομαι: Αν τις ποιήσει σε καλόν ή τι αγαθοσύνη,| έχε το πάντα εις τον νουν, μην το αλησμονήσεις Σπαν. A 353· εις ετούτα τα καλά και εις τας χαράς τας τόσας| έζουν και ελησμόνησα τας ατυχίας, τας λύπας Λίβ. N 2206· τινές την έχθραν …,| αν διαβεί καιρός πολύς, δεν την αλησμονούσι Αιτωλ., Μύθ. 14030· ο Θεός … ενθυμάται εκείνον οπού ποτέ αλησμονά πως οδιά λόγου μας ο Υιός του έγινεν άνθρωπος Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 406. 2) Απαρνιέμαι, εγκαταλείπω κάπ. ή κ.: Φυλάξου εσέν πρόσποτε να αλησμονήσεις τον Κύριο Πεντ. Δευτ. VI 12· διά τ’ εκείνην ηρνήθης την πίστιν και την πατρίδα σου … και ελησμόνησες όλα σου τα πράγματα και εκαταφρόνεσες την τιμήν σου και τον πλούτον σου Διγ. Άνδρ. 33534. 3) Παραμελώ, αδιαφορώ για κάπ. ή κ.: Θεωρώντα ο λαός της Ατταλείας ότι ο ρήγας δεν έπεψεν το πλέρωμάν τους και βιτουάλιαν κατά τον καιρόν είπασιν: «Ο ρήγας ελησμόνησέν μας» Μαχ. 1805· πάσα δουλειά αλησμόνησε και το κουράδι αφήκε Πανώρ. Γ΄ 511· Πρόσχες αυτήν την αρετήν, μη την αλησμονήσεις,| μόνε καλά να την κρατείς όσην ζωήν να ζήσεις Ιστ. Βλαχ. 1377. φρ. αλησμονούμαι από το στόμα κάπ. = παύει να γίνεται λόγος για μένα: να απιλογηθεί η επαινιά ετούτη ομπροστά του για μάρτυρας ότι να μην αλησμονηθεί από το στόμα της σποράς του Πεντ. Δευτ. XXXΙ 21. 4) Παραλείπω να μνημονεύσω κάπ.: το μιαρό διάβολο ήθελ’ αλησμονήσει| να φέρει ομπρός ο λόγος μου Τζάνε, Κατάν. 305· Δόκτοροι, αλησμόνησα τον Σανγινάτζο Πόλο| κι εστόλισα για λόγου σου Νικόλαον τον Βόλο Τζάνε, Κρ. πόλ. 58821. 5) Αθετώ, παραβαίνω: την συμφωνία που ποίκαμε μην την αλησμονήσεις Θησ. Γ΄ [588]· ελησμόνησεν τους όρκους του και πάγει καταπρόσωπα των ασσίζων και του Θεού όπου έμοσεν Μαχ. 26220· να πεις όμπροστε στον Κύριο τον Θεό σου …: «Δεν απέρασα από τις παραγγειλιές σου και δεν αλησμόνησα» Πεντ. Δευτ. XXVI 13. Β´ (Αμτβ.) ξεχνώ, λησμονώ: Αλησμονήσαν τάχατες; Θυμούνται να διαγείρου …: Πικατ. 131· Οι άνθρωποί σου είναι αμάθητοι …, επαίδευσά τους ολίγον να μάθουν και να μηδέν αλησμονούν Διγ. Άνδρ. 35931· τινές, κάπου σαν δυστυχούσι| κι ιδούν άλλους χειρότερα, τότε αλησμονούσι Αιτωλ., Μύθ. 5618. ΙI. Μέσ. (με ενεργ. σημασ.) ξεχνώ, λησμονώ: εις κείνους τα μοιράσασιν (ενν. τα κούρση) όπως να του θυμούνται| και πάντα εις τους τόπους των να μην αλησμονούνται Κορων., Μπούας 104.
λιμάζω,- Χούμνου, Κοσμογ. 1752, 1785, Αιτωλ., Μύθ. 34, 1104, 1372· λιμάσσω, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 324.
Από το αρχ. λιμώσσω (Ανδρ., Λεξ.)· για άλλη ετυμ. βλ. Φάβ., Αθ. 55, 1951, 15. Ο τ. στη Σούδα, στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 635, Andr., Lex., λ. λιμώσσω. Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 41 και Καρανικόλα, Συμαϊκά 3, 1977, 77). Η λ. στο Somav. και σήμ.
α) Πεινώ πολύ, λυσσώ από την πείνα: Τ’ αδύναμα (ενν. δαμάλια) λιμάξασι και τρώσι τα (ενν. παχιά) δαμάλια Χούμνου, Κοσμογ. 1721· θα κείτονται γαστρίμαργοι και να τους ξεκοιλιάζουν| και να θυμούνται την ζωήν περίσσα να λιμάζουν Τζάνε, Κατάν. 422· β) λιμοκτονώ, πεθαίνω από πείνα: ήλθασι να πλαντάξουν| από την πείνα όλοι τους, στο ’τοιμο να λιμάξουν Αλεξ. 892· όρισεν Αλέξανδρος … να σφάξουν| τα άλογά τους για να φαν ως για να μη λιμάξουν Αλεξ. 896· ο πτωχός, ο λιμασμένος Πτωχολ. α 410. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = α) πεινασμένος, νηστικός: φοβούμαι το σκυλί ετούτο μην πεινάσει| κι ως λιμασμένο μια χαψιά τα δόντια του με φάσι Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [442]· Δεν βόσκουσιν οι ποιμένες τα πρόβατα, τα αφήνουσιν λιμασμένα, σκορπισμένα, ασθενή Πηγά, Χρυσοπ. 145 (56)· (πλεοναστικά): λιμασμένην πείνα Γεωργηλ., Θαν. 23· β) πεινασμένος, ταλαίπωρος: να ίδεις … την τέχνην| και την γνώσιν, όπερ έχω,| ο πτωχός, ο λιμασμένος Πτωχολ. α 410.
λογχεύω·- λογχεύγω, Τζάνε, Κατάν. 352· λοχεύω.
Το μτγν. λογχεύω (Lampe, Lex.), που απ. και στην Παλατινή Ανθολογία (L‑S). Η λ. και οι τ. στο Somav. Ο τ. λοχεύω και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex., λ. λογχεύω).
Τρυπώ με λόγχη, λογχίζω: επήρασι το εδικόν του κοντάρι και τον ελόγχευαν Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 165164· η λογχευμένη σου (ενν. του Χριστού) πλευρά νερόν έδραμεν και αίμα Σκλέντζα, Ποιήμ. 23· (μεταφ.): Εσύ που πνέεις ερωτιάν και πόθ’ όλος μυρίζεις (παραλ. 4 στ.) όποιαν γυρίσει να σ’ ιδεί … άσπλαχνα την λογχεύεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ 548· Δεν έν’ τινάς να μην σε ιδεί να μην τονε λοχέψεις| με τα ζαφειρομάτια σου Ch. pop. 514.
λυπώ,- Προδρ. IV 108, Διγ. Z 210, Χρον. Μορ. P 3064, Λίβ. Esc. 596, 3892, Ιμπ. 622, Μαχ. 28214, Χούμνου, Κοσμογ. 1139, Σκλέντζα, Ποιήμ. 77, Απόκοπ.2 129, Βεντράμ., Γυν. 98, Θρ. Θεοτ. 71, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1923, Ευγέν. 979, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19315, 24822· προστ. μέσ. αορ. (β΄ εν.) λυπήθησε, Αιτωλ., Μύθ. 1246· λυπήθου, Μαχ. 37217, Κυπρ. ερωτ. 7713· λυπήσουν, Επιστ. Ηγουμ. 175· μτχ. ελυπημένος, Δεφ., Λόγ. 136.
Το αρχ. λυπέω. Η προστ. αορ. λυπήθου και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 642-3). Για το τελικό ‑ν στα διάφ. πρόσ. και τ. του ρ. βλ. Meyer, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 118-9 και 153. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Προκαλώ στενοχώρια, λύπη σε κάπ., θλίβω, πικραίνω: Ζήνου, Βατραχ. 304, Λίβ. Esc. 600, Λόγ. παρηγ. O 619. 2) (Προκ. για ερωτικό συναίσθημα) κάνω κάπ. να αγωνιά, να υποφέρει: Στρατιώτης πανεξαίρετος, φουδούλα πανωραία,| τούς ελύπησεν η αγάπη και τούς έφλεξεν ο πόθος Λίβ. Esc. 4059. 3) Ζημιώνω, βλάπτω: Ο μύθος λέγει πως τινές οπού φιλονικούσι| με τους μεγαλειότερους, του λόγου τους λυπούσι Αιτωλ., Μύθ. 10610. 4) Κακοποιώ: τον μέγαν εκκλησιάρχην ελύπησε (ενν. ο αυθέντης) σχίσας την ρίνα αυτού Ιστ. πολιτ. 3821. 5) Συμπονώ κάπ.: ουδέ ιατρόν μπορώ να βρω τινάν να με γιατρεύσει,| εις τά πονώ και θλίβομαι τινάν να με λυπήσει Ch. pop. 438· Πολλή ’τον η χαρά …| να δω …(παραλ. 1 στ.) βαθιά ν’ αναστενάξεις και ν’ αφήσουν| οι βούκκιες σου την τόσην κοκκινάδαν,| μόνον το τόσον μου κακόν λυπώντα Κυπρ. ερωτ. 8410. Β´ (Αμτβ.) είμαι οδυνηρός: Περί κορύζης πάνυ λυπούσης Ορνεοσ. αγρ. 54918. IΙ. Μέσ. Α´ (Μτβ.) (Για τη μτβ. χρ. του μέσ. ρ. βλ. Ανδρ., Προσφ. Κυριακ., 1953, 51-4 και 62, καθώς και Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 132) 1) Θλίβομαι, νιώθω λύπη, στενοχώρια, πικραίνομαι για κάπ. ή κ.: απήλθεν αποθανών, … ημάς δε καταλέλοιπε και την εκείνου λυπουμένους (εκδ. λυπομένους· διορθώσ.) στέρησιν Σφρ., Χρον. μ. 13022, Λίβ. N 2951, Βοσκοπ.2 391, Σκλέντζα, Ποιήμ. 49, Μαχ. 1246· (με σύστ. αντικ.) (Για τη χρ. του σύστ. αντικ. βλ. Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 188): Αχιλλ. N 602, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14720· (με την πρόθ. διά-για): άσε, μα τον Θιόν, δι’ αυτείνους να λυπάσαι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 123· Ω Κρήτη, χώρα μου χρυσή, λυπούμαι δι’ εσένα| πως εδουλώθης άθλια Διακρούσ. 11315· Αναστενάζουν ογιά σας, για λόγου σας λυπούνται Απόκοπ.2 235. 2) α) Συμπονώ, λυπούμαι: Αλίμονον! στά έπαθα, τινάς δε με λυπάται Θρ. πατρ. Ο 1· αναδακρυώνει και πονεί (ενν. το πλήθος του λαού),| τον Κρητικό λυπάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 998· δεν πρέπει να με λυπηθεί τινάς και να με κλαίγει Αιτωλ., Μύθ. 956· Τας ξένας συμφοράς, υιέ, λυπού ως εδικάς σου Σπαν. A 514· β) ευσπλαχνίζομαι, δείχνω έλεος, χάρη: Επαίδευσές μας, Κύριε …(παραλ. 1 στ.)· Αλλά, πάλιν λυπήσου μας διά το έλεός σου Διακρούσ. 9931· εδύνουσουν, αν ήθελες, να με φονεύσεις, αμή ελυπήθηκές με ως δυνατός Διγ. Άνδρ. 39326. 3) Τσιγκουνεύομαι: Ο μύθος λέγ’: «Οι φρόνιμοι τα άσπρα δεν λυπούνται,| διά την σωτηρία τους ξέρουν και κυβερνούνται» Αιτωλ., Μύθ. 3211· Μην κάμνεις σαν το σκούληκαν, οπού την γην λυπάται,| να μη χορταίνει προτιμά …(παραλ. 1 στ.) παρά να τρώγει από την γην, να μη φυρά το χώμα Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 73. 4) Ψηφώ, υπολογίζω, λογαριάζω: ως άνδρες να ’ποθαίνουσιν ουδόλως ελυπούντο Κορων., Μπούας 130· μη λυπηθείτε τ’ άρματα, μη λυπηθείτε τόλμην,| μη λυπηθείτε θάνατον Θησ. (Foll.) I 33. 5) Ανησυχώ, φοβούμαι: Ξενίζομαι τον θάνατον, την αδικίαν λυπούμαι Νεκρ. βασιλ. 89. Β´ Αμτβ. 1) α) Στενοχωριέμαι, θλίβομαι, πικραίνομαι: πράμα πρικύ σας θέλω πει, πλήσια να λυπηθείτε Ερωφ. Ε΄ 33· Η αχελώνα έλειψε, τότε εκεί δεν ήτον| και διά ταύτην ο Θεός βαρύνθη κι ελυπείτον (εκδ. και ’λυπεί τον· διορθώσ.) Αιτωλ., Μύθ. 1046· και ταύτα πάντα βλέποντα λυπείται η ψυχή μου Κορων., Μπούας 88· η καρδία μου λυπείται| υπέρ της σφαγής εκείνης| της αδίκου γινομένης Ερμον. Ψ 156· β) ανησυχώ: φίλε μου, τίποτε μη λυπάσαι·| βουλήν έβαλα καλλίστην οπού να σε ωφελήσω Πόλ. Τρωάδ. 250· λέγει με: «Χαίρου από του νυν, τίποτε μη λυπείσαι,| έποικα φίλον απεδά· γνώριζε τον ευνούχον» Λίβ. N 1166. 2) Υποφέρω, βασανίζομαι (από ερωτικό συναίσθημα): την αγάπην σου επαρέλαβε (ενν. η κόρη) και πάσχει τά λυπάσαι Λίβ. Esc. 1586. 3) Ευσπλαχνίζομαι: άνοιξεν (ενν. το κιβωτό) και είδε το παιδί· και ιδού παλληκάρι κλαίγει και ελυπήθην (ενν. η θυγατέρα του Φαρώ) απάνου του Πεντ. Έξ. II 6· θάνατε, κι έπαρ’ με γιαμιά (παραλ. 1 στ.)· μηδέν αργείς, ’δέ λυπηθείς Κυπρ. ερωτ. 12531· το απελατίκιν έσυρεν, …| να τους φονεύει ήθελεν και πάλιν ελυπάτον Αχιλλ. N 1317· Μη τους σκλαβώσεις Κύριε …·| μικρά παιδιά και τσ’ εκκλησιές κοίταξε και λυπήσου Τζάνε, Κρ. πόλ. 2013. 4) Δυσανασχετώ, αγανακτώ, οργίζομαι: βλέπων ταύτας ερχομένας (ενν. ο Ζεύς, την Αθήνη και την Ήρα),| χαλεπώς το ελυπήθη| και τον άγγελον την Ίριν| πέμπει να τας απαντήσει·| λέγει της να ειπεί …(παραλ. 2 στ.) να στραφούν … οπίσω Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Θ 467. 5) Θρηνολογώ: ως ηυρέθησαν (ενν. πολλές αρχόντισσες) άτυχες και θλιμμένες,| έστησαν με τα δάκρυα τους εις τον Θησιόν να πάσι| να κλάψουν και να λυπηθούν μήνα τες εκδικήσει Θησ. Β΄ [148]. 6) Πενθώ: κρίσιν δεν ημπορείς να κάμεις του λυπουμένου διά τον αποθαμόν του συγγενούς του, εάν δεν περάσουν εννέα ημέρες της λύπης του Βακτ. αρχιερ. 157. Φρ. λυπάται το μάτι μου = 1) στενοχωριέμαι, πικραίνομαι: το μάτι σας μη λυπηθεί ιπί τα αγγά σας, ότι το καλό ολής της ηγής της Αίγυφτος εσάς αυτό Πεντ. Γέν. XLV 20. 2) Ευσπλαχνίζομαι: μη λυπηθεί το μάτι σου απάνου του …, ότι σκοτωμό να τον σκοτώσεις Πεντ. Δευτ. XIII 9· να κάμετε αυτουνού χαθώς εσκόπησεν να κάμει του αδελφού του … και μη λυπηθεί το μάτι σου· ψυχή με ψυχή, μάτι με μάτι, δόντι με δόντι Πεντ. Δευτ. XIX 21. Η μτχ. ενεστ. ως επίθ. = θλιβερός: την ώραν θέλουν ευρεθείν όλοι ομού δεμένοι,| γυναίκες, άνδρες με κλαυθμόν ημέραν λυπουμένην Ρίμ. θαν. 66. Το ουδ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ. = η λύπη: ψυχής γαρ το λυπούμενον συν τῳ λέγειν εξήει| και την οδύνην την πολλήν καταπαύει μετρίως Διγ. Z 2502. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = 1) α) λυπητερός: λόγον εναπέφηνεν η κόρη λυπημένον Βέλθ. 1192· Είν’ άμετροι στες συλλαβές (ενν. οι στίχοι) και ουδέ σωστά βαλμένοι,| αμ’ είναι ευλαβητικοί και λίγο λυπημένοι Τζάνε, Κατάν. 90· β) περίλυπος: Εγώ δε πάλιν προς αυτόν μετά θλιμμένου τρόπου| και λυπημένου σχήματος και στεναγμού αμετρήτου| λέγω τον … Λίβ. N 3646· γ) πένθιμος: μαύρα σε ντύνω, μαύρα λυπημένα Κυπρ. ερωτ. 223· δ) στενόχωρος: την νύκταν κείνην όνειρον είδεν πολλά θλιμμένον,| παράξενον και φοβερόν, περίσσια λυπημένον Παλαμήδ., Βοηβ. 1268. 2) Σπλαχνικός, πονετικός: Περιστερά τον είδ’ εκεί με λυπημένον βλέμμα·| τον μύρμηγκα λυπήθηκε, τον έριξε κλωνάρι Αιτωλ., Μύθ. 404.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- Σπαν. (Λάμπρ.) Va 102, Διγ. Z 2034, Βίος Αλ. 1584, Ερωτοπ. 553, Αχιλλ. L 1227, Φυσιολ. (Zur.) IΙΙ 13, Θρ. πατρ. Ο 24, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 319, Δούκ. 2596, 29927, Σαχλ. N 39, Δεφ., Λόγ. 78, Θρ. Θεοτ. 108, Πεντ. Αρ. XIII 32, XIV 7, XXI 32, Δευτ. I 22, 24, Αιτωλ., Μύθ. 363, Χρον. σουλτ. 9235‑6, Ιστ. πολιτ. 1120, 218, Μ. Χρονογρ. 3412, Σταυριν. 723, 1232, Ιστ. Βλαχ. 760, 1018, 1609, 2729, Σουμμ., Ρεμπελ. 160, Διγ. Άνδρ. 36215, Αποκ. Θεοτ. I 133, Βακτ. αρχιερ. 162, Ζήν. Δ΄ 218, Διγ. O 1408, Διακρούσ. 1095, 1188, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25622, 4993, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 58339, κ.π.α.