Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ουρανός
- ο, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 103, 116, 511, Φλώρ. 641, Λίβ. Esc. 1690, 3093, Δούκ. 22320, Απόκοπ.2 86, 92, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 43v, Κρασοπ. (Eideneier) V 3, 109, Πεντ. Γέν. II 1, Λευιτ. XXVI 19, Δευτ. I 10, Πανώρ. Πρόλ. 27, Β΄ 430, Γ΄ 573, Δ΄ 489, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 439, 498, Δ΄ 466, Ε΄ 146, Πιστ. βοσκ. I 4, 176, III 3, 184, 7, 4, 24, Βοσκοπ.2 145, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 45, 83, 333, Β΄ 357, 1164, Γ΄ 115, 1524, Δ΄ 1672, Στάθ. (Martini) Α΄ 263, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 730, Β΄ 98, Γ΄ 366, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 168, Ε΄ 247, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1908, 19210, 44817, 5525, κ.π.α.· ορανός, Πεντ. Γέν. II 19, VIII 2, XI 4, XIV 19, Έξ. IX 8, 22, XVI 4, 10, Δευτ. I 28, Πανώρ. Α΄ 143, 324, Β΄ 480, Γ΄ 80, Δ΄ 279, Πιστ. βοσκ. I 1, 231, 2, 379, II 2, 45, Θυσ.2 28, 638, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 14, Γ΄ 508, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 60, Ιντ. β΄ 62, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 209, Γ΄ 127, Δ΄ 104, κ.α.
Το αρχ. ουσ. ουρανός. Για τον τ., που απ. και σήμ. στην Κρήτη, βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 232, Αναγνωστόπουλος, Αθ. 38, 1926, 156, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. S΄ 183, λ. ορανίτα. Η λ. και σήμ.
1) α) Ο ουράνιος θόλος, το στερέωμα, ο ουρανός: Περί ξεν. A 193, Ριμ. κόρ. 598, Πεντ. Γέν. I 1, Πανώρ. Δ΄ 123, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 354· να πληθύνω τη σπορά σου σαν τα άστρα ορανού Πεντ. Γέν. XXVI 4· Γης, σκίσου, ρούφηξέ με| γή, εσύ οσανέ, το σήμερο πέσε και πλάκωσέ με Πανώρ. Ε΄ 204· (σε πληθ.· πβ. 1α1) Ω κρουσταλλένιοι μου ουρανοί, πλανήτες, τώρα ελάτε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20813· ανέν κι απάνω ’ς τσ’ ορανούς εμπόρου να πετάξου,| με δίχως φόβο το ’κανα γι’ αγάπη σου, σου τάσσω Πανώρ. Γ΄ 485· εκφρ. (1) ακτίνα τ’ ουρανού = προκ. για τον ήλιο: Ακτίνα τ’ ουρανού χαριτωμένη| απού με τη φωτιά σου τη μεγάλη| σ’ όλη χαρίζεις φως την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 711· (2) άπλωμα του ορανού, βλ. άπλωμα 1 φρ.·αποκατωθιό τον ορανό ή τους ορανούς = σε ολόκληρη τη γη, (από) παντού, εντελώς: να δώσει (ενν. ο Θεός) τους βασιλιούς τους εις το χέρι σου και να χάσεις το όνομά τους αποκατωθιό τον ορανό Πεντ. Δευτ. VII 24· λειωμό να λειώσω την αναφορά του Αμαλέκ αποκατωθιό τους ουρανούς Πεντ. Έξ. XVII 14· (3) στρατιά του ορανού = τα ουράνια σώματα: πρόσποτε να σηκώσεις τα μάτια σου εις τον ορανό και να δγεις τον ήλιο και το φεγγάρι και τα άστρη, παν στρατιά του ορανού, και να κουντηθείς και να προσκυνήσεις αυτά Πεντ. Δευτ. IV 19· α1) (ειδικότερα, κατά τη μεσν. αντίληψη) η διαφανής ουράνια σφαίρα που κάλυπτε τη Γη και γύριζε γύρω της, πάνω στην οποία ήταν στερεωμένα τα άστρα ή καθεμιά από περισσότερες (επτά, οκτώ ή δώδεκα) επάλληλες τέτοιες σφαίρες (Πβ. Αλεξ. Στ., ΕΕΦΣΠΚ 3, 1986, 269-70, καθώς και Somav., λ. ουρανός: «κατάστιχον των δώδεκα ουρανών»): ο ουρανός γυρίζει| κι η γης στο κέντρον στέκεται, τον κόσμον συστολίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [341]· ο ουρανός, λέγουν, είναι στρογγυλός και η γης στέκει εις την μέσην ανάμεσα του ηλίου και του φεγγαρίου …, και όταν γυρίζει ο ήλιος και έλθει εις τούτον τον κόσμον οπού ηβλέπομεν ημείς, τότες κάνει την ημέραν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 49v· ο ουρανός τον κύκλο ντου σήμερο ας τονε στέσει Πανώρ. Δ΄ 124· Ω! του μεγάλου μας θεού, του Ζευ η θυγατέρα (ενν. η Άρτεμη ως θεότητα της σελήνης),| ω! του Ηλίου αδελφή …,| οπ’ οχ τον πρώτον ουρανόν τον κόσμον τριγυρίζεις| κι ως δεύτερος Απόλλωνος λάμπεις και μας φωτίζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [309]· Θεά μου (ενν. η Αφροδίτη), απού στον ουρανό τον τρίτο κατοικίζεις Πανώρ. Δ΄ 277· Εγώ ’μαι εκείνος ο θεός που Άρη μ’ ονομάζου (παραλ. 1 στ.) και στέκω απάνω ’ς τσ’ ορανούς, κι έχω αποκατωθιό μου| την Αφροδίτη, τον Ερμή κι Ήλιο τον αδερφό μου,| κι άστρο μ’ ονοματίζουσι της θλίψης, του πολέμου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 7· β) (σε προσωποπ.): Φρίξε, ουρανέ, και στέναξε θλίψη γι’ αυτούς να δείξεις| και κλάψε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1733· γ) (προκ. για ζωγραφική παράσταση του ουρανού): Είχεν εκείνο το κελίν —αλλά και πώς εκφράσω;— (παραλ. 3 στ.), αλλ’ είχεν στέγην ουρανόν και των αστέρων δρόμους Καλλίμ. 423· δ) (σε όρκο· για τη χρ. πβ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 386): Μά τον ουρανόν, και εγώ δεν είδα το πλέον ασχημότερον ζώον από τ’ εσένα Μπερτόλδος 60· Μά τ’ άστρη, μά τον ουρανό, μ’ Ανατολή και Δύση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1621· Μά τ’ άστρη, μά τον ουρανόν,| μά τον αφέντη τον Χριστόν Ch. pop. 547. 2) (Προκ. για κ. με το σχήμα του ουράνιου θόλου) α) θολωτή οροφή: οι κλάδοι των δένδρων ανακατώνουνταν απ’ αλλήλων, των δε φύλλων αι συμπλοκαί έκαμνον επάνωθεν ουρανόν Διγ. Άνδρ. 39814· β) θολοειδές υφασμάτινο επιστέγασμα επίπλου (λ.χ. θρόνου ή κλίνης, εδώ προκ. για Αγία Τράπεζα· πβ. Du Cange, λ. ουρανός, καθώς και παραπάνω ά. ουράνισμα): άνωθεν δε της Αγίας Τραπέζης κρέμαται ο ουρανός εκ χρυσοϋφάντου πέπλου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 157. 3) α) Ο αέρας επάνω από τη γη, η ατμόσφαιρα: Γαδ. διήγ. (Pochert) 100, Απόκοπ.2 112, Διακρούσ. 8910, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 94· πετούμενο του ορανού Πεντ. Γέν. II 19· (σε πληθ.) σαν όντε θα χιονίσει| και θαμπωθούν οι ουρανοί σ’ Ανατολή και Δύση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 62· β) (σε μεταφ.) β1) (προκ. για υπερβολική ευτυχία· πβ. φρ. 1): τα πράγματα ένι του κόσμου πλάνη| και βάνουσιν τον άνθρωπον απέσω και πλανούν τον (παραλ. 1 στ.), πτερά τον δίδουν και πετά στους ουρανούς απάνω·| και όσον τον ψηλώσασιν, διπλά τον ατιμώνουν Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 208· β2) (προκ. για υπερβολική αλαζονεία· πβ. φρ. 2): Γυρεύεις τση περηφανειάς να ’χεις φτερά, να πηαίνεις| στον ουρανό, και παραμπρός κιόλας, α θες, να μπαίνεις; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 82. 4) Ο ουρανός ή οι ουρανοί (βλ. παραπάνω σημασ. 1α1) ως παράγοντες που επηρεάζουν, με την κίνησή τους και τη θέση των άστρων επάνω τους, τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και του πεπρωμένου των ανθρώπων (Βλ. και Αλεξ. Στ., ΕΕΦΣΠΚ 3, 1986, 269-70): Σε λύπες κι εις οδύνες| … πως μασε ρίχνου| στον ουρανό οι πλανήτες μασε δείχνου Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. β΄ 5· των αστρώ τ’ απόκρυφα κατέχεις| και με το νου σου εις τσ’ ουρανούς επά κι εκεί ξετρέχεις,| και ξεύρει είντα ριζικό πασακανείς θέλει έχει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 98· γραμμένον είναι ’ς τσ’ ουρανούς χρόνους πολλούς να ζείτε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 97· Ό,τι κι α σου ’πα, ήξερε, του ριζικού είν’ δοσμένο| κι εις τα βιβλία του ορανού είναι χρυσά γραμμένο Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 130. 5) Ο τόπος κατοικίας των θεών: Ερμον. Α 242, Γύπ. Πρόλ. Διός 58· ο Ζευς απού τον ορανό φωτιά ας μου ’χε ρίξει Πανώρ. Β΄ 328· (σε πληθ.) αν το μάθει ο βασιλιός, ξεύρε, πως δε μπορούσι| μηδ’ όσοι στέκου ’ς τσ’ ουρανούς βοηθοί σας να γενούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 36· βάνω| όρκο και μάρτυρα το Ζευ, που ’ς στ’ ορανούς απάνω| βρίσκεται η επαρχία του κι εκεί ’ναι η κατοικιά του Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 337. 6) α) (Συν. στον πληθ.) το άπειρο διάστημα ως νοητή κατοικία του Θεού, των αγγέλων και των δικαίων μετά το θάνατό τους, ο παράδεισος: Οπού θυμάται θάνατον εκείνος κυριεύει,| τα γήινα καταφρονεί και ουρανόν γυρεύει Ιστ. Βλαχ. 1350· ήρθε (ενν. ο Χριστός) κι εκρούσεψε ζιμιό τον Άδη … (παραλ. 1 στ.) και νικητής εγύρισε …| στους ουρανούς, και στέκεται πάσ’ ώρα δοξασμένος Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 18· όσοι των εκούσασιν την υμνωδίαν τήν είχεν| … και την γλυκύτητά του| έλεγαν να ’ναι άγγελος από τους ουρανούς απάνω Απολλών. 226· Μα ανισωστάς και βρεθεί πάλι η ψυχή να είναι καθαρά και αναμάρτητος, τότες έρχεται με χαρά μεγάλη εις τους ορανούς και συναπαντούσιν τη οι γιάγγελοι, … και παίρνουν τη ως εις τον δεσποτικόν θρόνον, ογιά να προσκυνήσει τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Αποκ. Θεοτ. II 57· (ως πηγή χάριτος, ευλογίας) Περί βαπτιζομένων ανθρώπων, ότι οι ουρανοί είναι ανοιγμένοι και των αβαπτίστων είναι κεκλεισμένοι Βακτ. αρχιερ. 138· Μέγα τι πράμα είναι και η προσευχή. Ανοίγει τους ουρανούς Πηγά, Χρυσοπ. 278 (7)· εκφρ. (1) η βασιλεία των ουρανών, το βασίλειον του ουρανού = η βασιλεία του Θεού· ο παράδεισος: χρεωστούμεν καθ’ ημέραν να μετανοούμεν, καθ’ εκάστην ημέραν να ετοιμαζόμεστεν, διά να τύχωμεν και της βασιλείας των ουρανών Διήγ. πανωφ. 61· Πόλη μου, το βασίλειον του ουρανού ομοιάζεις,| και πάλιν με την κλήραν σου ταιριάζεις των αγγέλων Θρ. Κων/π. B 54· (2) επίγειος ουρανός = προκ. για πάνσεπτο και περικαλλή ιερό ναό: η επ’ ονόματι του Θεού Λόγου κτισθείσα Σοφία, ο επίγειος ουρανός, η νέα Σιών Έκθ. χρον. 164· Εκ τούτων των παραθυρίδων πέμπεται μέσα εις την εκκλησίαν φως πολύ, το οποίον την κάνει λαμπροτέραν … και ως έναν άλλον επίγειον ουρανόν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 160· β1) (προκ. για τη Θεοτόκο): Υψηλοτέρα ουρανών, ασύγκριτε αγγέλων Θρ. αλ. 47· αγγέλων και των ουρανών δέσποινα και κυρία Σκλέντζα, Ποιήμ. 75· την πλατυτέρα ουρανών …| Ω Δέσποινα του ουρανού, της γης και της θαλάσσης Αλφ. 746, 47· β2) (αλληγορικά) σαρκοφόρος δι’ εμέ γεγονώς, πλαστουργέ μου,| την μητέραν την άχραντον ουρανόν απειργάσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1818· γ) (σε μεταφ. προκ. για υπερβολική ευτυχία· πβ. φρ. 8): χέρα που επιάσε το κλειδί και μ’ όλο το σκοτίδι| ήνοιξε τον Παράδεισο και τσ’ ουρανούς μού δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1498. 7) (Συνεκδ.) το θείο, ο θεός: Τον ουρανό παρακαλώ βοήθεια να σου δώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 83· αμνόγω σου στον ουρανό, σ’ εκείνον οπού ορίζει| την κτίση Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ 75· Ο ουρανός να σε φυλάξει και να σε πολυχρονά, ω γαληνότατε βασιλέα Μπερτολδίνος 105· (σε πληθ.) Φίλε, την πρίκα ξόρισε, τα ανακατώματά σου| τα στείλασιν οι ουρανοί, για να βγου εισέ χαρά σου Στάθ. (Martini) Γ΄ 282. Φρ. 1) Αγγίζω με την κορφή στον ουρανό, πετώ ’ς τσ’ ουρανούς = είμαι καλότυχος, χαρούμενος, ευτυχισμένος: όσο πλια τονε θωρρείς (ενν. τον άνθρωπο) στα ύψη πως καθίζει| τση τύχης και με την κορφή στον ουρανό πως ’γγίζει| τόσο θα γδέχεσαι να δεις πεσμένη την τιμή του Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 570· Ω βασιλιέ κακότυχε … (παραλ. 1 στ.), σήμερο επέτας ’ς τσ’ ουρανούς κι έβανες εις το νου σου| χαρές και καλοριζικιές εσέ και του παιδιού σου,| κι εσένα πρίκες σ’ ηύρασι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 655. 2) Αγγίζω στον ουρανό = κατέχομαι από αλαζονεία: στολισμένος με χρυσό διάδημα τώρα αρχίζει| να ’ναι πολλά περήφανος, στον ουρανό ν’ αγγίζει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 276. 3) Ανεβάζω κάπ. στον ουρανό = τιμώ κάπ. υπερβολικά, εξυψώνω: ο κόσμος τσι τιμά (ενν. τους πλούσους) και τσ’ ατυχιές τως κράζει| χάρες, κι εκείνο απού μισά στον ουρανό ανεβάζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 328. 4) Ανεβάζω το νουν κάπ. εις τσ’ ουρανούς = «αναπτερώνω» τις ελπίδες, εξάπτω τις φιλοδοξίες κάπ.: αντίς τά θάρρειε (ενν. η τύχη) κι άλπιζε κι έδειχνε κι έτασσέ μου| κι εις τσ’ ουρανούς συχνότατα το νουν ανέβαζέ μου,| μου κτίζει πύργους στο γιαλό Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 74. 5) Ανοίγουν ή ανοίγονται οι καταρράκτες του ουρανού = προκ. για νεροποντή (βλ. ά. καταρράκτης· πβ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 30): Πεντ. Γέν. VII 11, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 86, κριτ. υπ. 6) Κατεβάζω τον ουρανό με τ’ άστρα, βλ. κατεβάζω Φρ. 2. 7) Πετώ στου ουρανού τα ύψη = δείχνω επιπολαιότητα: Εσείς (ενν. κουζουλοκοπελιές) πετάτε σήμερο στου ορανού τα ύψη,| αμ’ έρθει θέλει και καιρός η ομορφιά να λείψει Πανώρ. Δ΄ 65. 8) Υψώνω κάπ. εις τον ουρανόν, ψηλώνω κάπ. εις τσ’ ορανούς = καθιστώ κάπ. υπερβολικά (συν. όμως απατηλά) ευτυχή: τα πράγματα του κόσμου πλάνος είνιαι| και βάνουσιν τον άνθρωπον, απέσω και πλανούν τον·| υψώνουν τον εις τον ουρανόν και θέτουν τον εις τα νέφη (παραλ. 1 στ.)· ωσάν τον εψηλώσασι, διπλούν τον εντροπιάζουν Σαχλ., Αφήγ. 422· Εμάκρυνε (ενν. η ποθητή μου) τσι μέρες μου, …| και απού τον Άδη εις τσ’ ορανούς σήμερο με ψηλώνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 516.
όψις ‑ψη- η, Διγ. (Trapp) Gr. 2386, Διγ. Z 1772, 2909, Φλώρ. 7, 150, Λίβ. Esc. 418, 981, 1080, 1099, Λίβ. N 299, Αχιλλ. O 149, 150, 586, Απόκοπ.2 114, 245, 383, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 462, Κυπρ. ερωτ. 9140, Πανώρ. Πρόλ. 92, Α΄ 26, Δ΄ 14, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 88, Α΄ 73, 642, Β΄ 236, 258, Γ΄ 71, Δ΄ 103, κ.α., Διγ. Άνδρ. 36319, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 163, 291, 1815, Β΄ 358, 458, 460, Γ΄ 772, κ.α., Θυσ.2 198, Στάθ. (Martini) Γ΄ 416, Φορτουν. Γ΄ 440, 743, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 225, Ε΄ 189, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 25321, 40410, κ.α.
Το αρχ. ουσ. όψις. Η λ. και σήμ. (στον τ. όψη).
1) Εξωτερική εμφάνιση, παρουσιαστικό, μορφή ατόμου ή πράγματος: Λίβ. Sc. 1712, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [614], Βίος Αλ. 5658, Χούμνου, Κοσμογ. 2186· φρ. φέρω όψιν = επανακτώ την παλιά μου εμφάνιση, το παρουσιαστικό μου: Ποτέ μη ελπίζεις προκοπήν, ποτέ ουκ επανακάμψεις.| Αφού χλωριάνεις και ψυγείς, πότε να φέρεις όψιν; Γλυκά, Στ. 218. 2) α) Πρόσωπο: Συναξ. γυν. 504, Απόκοπ.2 117, Διγ. (Trapp) Gr. 2195· (με πλεονασμό) η όψις του προσώπου = το πρόσωπο: χερσί γαρ κατύψας| του προσώπου της την όψιν| και τοις ονύξι μαγούλοις Ερμον. Ψ 291· β) τα χαρακτηριστικά του προσώπου, φυσιογνωμία: Έρως τριμορφοπρόσωπος κάθεται εις τον θρόνον (παραλ. 4 στ.)· το δεύτερον (ενν. πρόσωπον) εφαίνετον ως μέσης ηλικίας (παραλ. 1 στ.) και το απ’ εκείνου πρόσωπον γέροντος είδες όψιν Λίβ. N 300· ιδού το σώμα φαίνεται, αδέλφιν μας, ομπρός μας,| την δε μορφήν σου ου βλέπομεν, έδε ανομία μεγάλη!| Αμή η ψυχή όταν εβγεί, χάνεται και η όψις Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 110· γ) έκφραση του προσώπου, ύφος: Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 299, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 153, Πανώρ. Ε΄ 145· φρ. χάνω την όψιν μου ή χάνεται η όψις μου = αλλοιώνεται η έκφραση του προσώπου μου: η όψη του (ενν. τον Αχιλλέως) εχάθηκεν μετά θυμού μεγάλου Αχιλλ. O 669· Ο νέος εσυντρόμαξεν …,| μη ποίσουσι και αυτόν τυφλόν ως τον αυτού πατέρα,| και εκ του φόβου τού πολλού την όψιν του εχάσεν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 576· οι ζωντανοί χλωμιάσαν και την όψη τους εχάσαν,| κι ήσαν σαν απεθαμένοι, κίτρινοι και μαραμένοι Διακρούσ. 6957· δ) (συνεκδ.) άνθρωπος: η γαρ μάχαιρα του άδου| και η σπάθη του θανάτου| πάντα γαρ αεί τε τέμνει·| όψιν γαρ ποσώς ου βλέπει,| βασιλέαν ου φροντίζει Ερμον. Υ 345. 3) (Στον πληθ.) α) μάτια: Διγ. (Trapp) Gr. 2470· β) (συνεκδ.) βλέμμα, ματιά: Ως είδον ουν οι τέσσαρες τούτον (ενν. το Λέανδρο) παθόντα ούτως,| τροπήν έξω εποίησαν φυγόντες κατά κράτος,| μηδόλως επιστρέψαντες προς με τας όψεις φέρειν Διγ. Z 3558· φρ. επιβάλλω όψιν, βλ. επιβάλλω Α2. 4) α) Επιφάνεια: άλλοι να κείτουνται στης γης την όψιν αποκάτου| και άλλοι τον κόσμον χαίρονται και τρων τα ’πωρικά του Τζαμπλάκ. 71· Εάν γεωργός … μόνον ρίξει τον σπόρον εις την όψιν του χωραφίου, να μηδέν επαίρνει τίποτε εκ της επικαρπίας Μαλαξός, Νομοκ. 393· (εδώ προκ. για θάλασσα): πόσοι από ’σπέρας στου γιαλού την όψιν τραγουδούσι,| κι αύριο κιντυνεύγουσι και στέκουν να πνιγούσι; Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 33422· β) (συνεκδ.) γη: είδον … (παραλ. 1 στ.) πηγάς εις όψιν βρύοντας, ευάερον τον τόπον Διήγ. πόλ. Θεοδ. 45.
παβιόνι- το, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 288, Δ΄ 1941, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4227, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 286, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ πριν από στ. 1, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1543, 16918, 25415, 26912, 28016, 31026, 3822, 38714, 4233, 4655, 51914, 5322, Μετάφρ. Ακαθ. Ύμν. 14114, κ.α.· παβγούνιν, Κυπρ. χφ. 160· παβιούνιν, Κυπρ. χφ. 160· παβιούννιν, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 412.
Το βενετ. pavion. Η λ. στο Βλάχ. (λ. παβιώνι).
Στρατιωτική σκηνή: στα παβιόνια πα να δω τι κάνουν οι στρατιώτες Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 511· τα παβιόνια του έστεσε κι όλη τη γη στολίσα| άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, κι οι κάμποι ελουλουδίσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18916· (συνεκδ. προκ. για το στρατόπεδο): προς τα παβιόνια σύρνομαι κι αποδεκεί μπορούμε| πώς εις τη μάχη θέλετε διάξει να συντηρούμε Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 115.
πάγα- η, Μαχ. 67830, Βουστρ. 487, Σεβήρ., Σημειώμ. 1γ, 9α, 33γ, Μορεζίν., Διαθ. 483, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 118, 1612, 3524, Διαθ. 17. αι. 3151, 152, 157, 199, 485, 86, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4187.
Το βενετ. paga (Ξανθουδίδης [Κρ. συμβόλ. σ. 344]· για προέλ. από το ιταλ. paga βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 259], Kahane, Sprache, 568, κ.α). Η λ. σε έγγρ. του 16. (Δετοράκης, Κρητολ. 16-19, 1983/4, 112, 113, 123, Ευαγγελάτος, Θησαυρ. 7, 1970, 217, 218, 219, κ.α.), του 17. αι. (Κρ. συμβόλ. 76, 106, 123, κ.α., Καζανάκη-Λάππα, Θησαυρ. 18, 1981, 257, κ.α.), στο Κατσαΐτ., Κλ. Β΄ 78 και σήμ. ιδιωμ. (Λάζαρης, Λευκαδ. και Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.).
Μισθός, πληρωμή, δόση πληρωμής: να του δώσει ο λεγόμενος κυρ Νικολός υπέρπυρα ρ΄ μέσα σε δύο πάγες, κάθα φορά τα υπέρπυρα ν΄, αρχίζοντας η πρώτη πάγα όλο το μήνα τον Οκτώβρη … και τ’ άλλα υπέρπυρα ν΄ όλο τον Άγουστο Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 237‑8· μήνυσεν (ενν. ο σουλτάνος) να του πέψουν την πάγαν Βουστρ. 482.
παγιδεύω,- Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ια΄ 53.
Το μτγν. παγιδεύω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. α) Στήνω παγίδα· (εδώ μεταφ.) εξαπατώ, παραπλανώ: εγύρεψεν πώς να παγιδέψει τον σιρ Ραμούν Παπήν …, να τον καταστήσουν να ποίσει τον πρίντζην και την βουλήν να συγκατεβούν ν’ αφήσουν τους Γενουβίσους να μπουν εις το καστέλλιν, ότι ήσαν εις το ναι και εις τ’ όχι Μαχ. 39028· βόθρους συσκευάζοντες κατά των χριστωνύμων| και λάθρα παγιδεύοντες τας πόλεις ολοκλήρους Γλυκά, Στ. 500· β) αποπλανώ: μη πολυπραγμονών εν άλλοις … πλην εν γυναιξίν ωραίαις και καλαίς τῳ είδει και τίνος και πώς παγιδεύσει αυτήν Δούκ. 7125. Β´ (Αμτβ.) Εξυφαίνω δόλους: Μία γυναίκα λόγιασε να βγει να παγιδέψει,| να πάγει έξω μοναχή τους Τούρκους να γυρέψει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 25825. IΙ. (Μέσ.) (Με ενεργ. σημασ.) μηχανεύομαι (Βλ. και Κακουλίδη [Αλφ. σ. 119]): φιλούν (ενν. αι πονηραί γυναίκες), περιλαμπάνουν σε, τάχα λιγοψυχώνται,| και τότε παγιδεύονται το πώς να σε κομπώσουν,| ώστε να εύρουν τον καιρόν και να σε απολέσουν Αλφ. 2387.
παζάρι(ο)ν- το, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 319v, Λούκαρ., Διάλογ. 225· παζάρι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121 χφ Ζ κριτ. υπ., Γαδ. διήγ. (Pochert) 4b, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1399], Συναξ. γυν. 603, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 393, Αρσ., Κόπ. διατρ. [72], Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 425, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122, 125, Βίος Δημ. Μοσχ. 311, Σταυριν. 480, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 33v, 166r, Βακτ. αρχιερ. 143, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 190, 241, Πτωχολ. B 81, Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 286, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ζ΄ 4, Hagia Sophia ω 5146, ν 5461, Νομοκριτ. 73, κ.α.· παζάριν, Σαχλ., Αφήγ. 866 (έκδ. παζαρευόσουν· διορθώσ.· βλ. παζαρεύω), Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 600.
Το τουρκ. pazar. Ο τ. παζάρι στο Meursius (λ. παζάρη, παζάριον), σε έγγρ. του 18. αι. (Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 349, 468), στο Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 725, Κλ. Α΄ 733, Β΄ 669, 873, Γ΄ 538 και σήμ. Ο τ. παζάριν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Meursius (λ. παζάρη, παζάριον).
1) α) Τόπος αγοραπωλησίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών, αγορά, παζάρι: τα δε αβγά πουλιούνται εις το παζάρι Rechenb. 431· επήγαμε και εις το Πορτάτο, εις το παζάρι των καλογέρων, και εκάμαμεν σεριάνι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38r· έξελθε ταχέως … εις τας πλατείας … και εις τους φόρους και εις τα παζάρια της χώρας Πηγά, Χρυσοπ. 220 (30) β) (προκ. για αγοραπωλησία σκλάβων): δεμένον εκ τραχήλου| τον επήγαν στο παζάρι| ωσάν σκλάβον, ωσάν δούλον,| κι άρχισαν και διαλαλούσαν| πως πουλούν εις το παζάρι| ένα γέρο γεροντάκη Πτωχολ. B 35, 38· Χαράτσι όταν δεν έχουσι να πληρώσουν,| τα πουνιά παιδιά τους θέλουν να δώσουν (παραλ. 1 στ.), κι έρχονται στο παζάρι και τα πωλούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1404· γ) (προκ. για μίσθωση εργατών): εστέκουνταν εις το παζάρι χωρίς δουλεία Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κ΄ 3· δ) (συνεκδ.) οικήματα, μαγαζιά της αγοράς: οπίσω εκατέβην ο ποταμός της Λεμεσού … και επήρεν τα σπιτία του Βαθυμπέρτου … και το παζάρι τα χανουτία τους Τούρκους και τα μαγαζένια και το Καστέλλι έχωσε το ήμισο Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄. 2) α) Διαπραγμάτευση της τιμής αγοράς ή των όρων αγοραπωλησίας ενός πράγματος ή ανθρώπου, παζάρεμα: έως να κάμουν του σπιτίου το παζάρι ανέμεινεν πάσα χρόνον Διήγ. Αγ. Σοφ. 14937· είπε τους ο βασιλέας:| «Σύρετε αγοράσετέ τον (ενν. το γέρο)»!| Τότε πάσι στον υιόν του| να ποιήσουν το παζάρι (παραλ. 2 στ.). Λέγει τους ο υιός του γέρου (παραλ. 1 στ.): «Πέντε χιλιάδες γρόσια| δότε, αγοράσετέ τον».| Κι είπανε οι μεγιστάνοι:| «Σαν πολλά ’ναι! Συ, καλέ μου,| σε πολλή τιμή τον λέγεις·| μόν’ κατέβασέ τον λίγο»! Πτωχολ. A 67· β) (προκ. για αγοραίο έρωτα): σκολάζω με πολιτικές, μαζώνω και γαμούν τες,| και φέρνουν εις το σπίτι μας και κάμνουν το παζάρι Σαχλ., Αφήγ. 871· πέντε μεγάλες πολιτικές εμείναν μετ’ εκείνην,| παζάριν εκρατήσασιν ένα ημερονύχθι Σαχλ., Αφήγ. 816· γ) εμπορική συναλλαγή· πώληση: τόσον πανί επέμεινεν από το δεύτερον παζάρι Rechenb. 8417. — Βλ. και λ. μπιτ παζάρι.
παθαίνω,- Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1213, Βέλθ. 190, 1097, Χρον. Μορ. P 78, Φλώρ. 577, 1094, Ερωτοπ. 598, Λίβ. P 385, 2090, Λίβ. Esc. 703, 3399, Αχιλλ. N 1737, Ιμπ. 5, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 501, Αχέλ. 1805, Πεντ. Γέν. XLII 20, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 397, Γ΄ 213, Κυπρ. ερωτ. 1415, Διγ. Άνδρ. 31631, 38010, Πανώρ. Γ΄ 536, Στάθ. (Martini) Γ΄ 239, Φορτουν. (Vinc.), Πρόλ. 102, Δ΄ 331, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14520, κ.π.α.· παθάννω, Μαχ. 4363‑4· παθάνω, Λόγ. παρηγ. L 86, 357, 725, Συναξ. γυν. 955, Φλώρ. 502, 512, Σαχλ. N 45, 356, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 331, Περί ξεν. V 7, 544, Ερωτοπ. 146, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 200, Αλεξ. 2644, Ριμ. Απολλων. 1540· παθθάννω, Κυπρ. ερωτ. 293· πανθάνω, Σπαν. A 31, Γλυκά, Στ. 177, Καλλίμ. 1859, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 393, Περί ξεν. V 120, Ιμπ. 15, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 1121-2, Ch. pop. 538, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12915· μτχ. παθητ. παρκ. παθωμένος, Ανέκδ. ιντ. κρητ. θεάτρ. Α΄ 40, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 13639, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 154, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45913, 49611.
Το μτγν. παθαίνω. Ο τ. παθάνω και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. πανθάνω <έπαθον, αόρ. του πάσχω (Ανδρ., Λεξ., στη λ.· πβ. και Steph., Θησ.) απ. τον 8. αι. (Sophocl.), στο ΕΜ (L‑S) και στο Meursius (λ. πανθάνειν). Η μτχ. παθητ. παρκ. παθωμένος και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 189). Τ. παθθαίννω σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 707, λ. παθθαίνω). Τ. παθθαίνω και παθθάνω στο Meursius (λ. παθθαίνειν). Η λ. και σήμ.
Α´ Μτβ. 1) α) Υφίσταμαι συμφορές, βάσανα· δοκιμάζω κ. οδυνηρό, επιζήμιο ή πολύ δυσάρεστο· ν’ αρχίσω ο κακότυχος να γράψω τά παθαίνω,| τά έπαθ’ ο κακόμοιρος και τά με περιμένουν Περί ξεν. A 279· Τόσα έπαθαν, υπέμειναν δι’ όλην την εβδομάδα,| έπλευσαν, εκινδύνευσαν, ήλθαν εις τα εδικά τους Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 1488 (Δωδώνη 8, 1979, 361)· β) (προκ. για ερωτικά βάσανα): να μην έμπει η καρδία σου εις πόθον (έκδ. πάθον· διορθώσ.) κορασίου·| και εάν το πάθεις τούτο και λαβωθείς,| τότε να γνωρίσεις καλά την σαγίταν της αγάπης Αχιλλ. L 205· (με σύστ. αντικ.): Αυτήν την κόρην κατιδών Καλλίμαχος ο ξένος| πάθος πανθάνει φοβερόν εκ των μυθευομένων Καλλίμ. 1826· γ) (προκ. για απονομή δικαιοσύνης) δέχομαι τιμωρία: Το άλογον δεν άκουσεν, κι ιδέτε τι παθαίνει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1247· Περί παραχωρήσεως τινών, οπού κρεμνίζονται ή πνίγουνται, αν από Θεού το παθαίνουν ή από δαίμονος Βακτ. αρχιερ. 177· δ) (με αντικ. ουσ. που δηλώνουν συγκεκριμένη σωματική, ηθική, ψυχική, υλική και άλλων ειδών βλάβη) υφίσταμαι, δοκιμάζω· ανάγκη (βλ. λ. 2β): πολλές ανάγκες έπαθες διά την εμήν αγάπην Λίβ. N 2705· αντροπή (βλ. εντροπή 1, 2, 4): Θωρώντα ο άνωθεν Καζάς την αντροπήν οπού έπαθεν είπεν του Μαχ. 20638· ατιμία (βλ. λ. 1α): Δέσποτα, …| μη πέσουν τα φουσσάτα σου και πάθεις ατιμίαν Αχιλλ. N 538· βάσανο(ν) (βλ. λ. 2): γράφεις μου και τις πρίκες σου και τα βάσανά σου όπου τζα παθαίνεις Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 17113· βία (βλ. λ. 1α): πόλεμος ήτο φοβερός …,| μεγάλην βία έπαθον Πόλ. Τρωάδ. 589· δεινόν (βλ. λ.): διά την αγάπην σου τόσα δεινά πανθάνω Λίβ. P 1376· δήμευσις: Περί κληρονομίας παιδίων εις τα του πατρός τους πράγματα, αν τον εθανάτωσεν η κρίσις ως κακούργον ή αν έπαθε δήμευσιν Βακτ. αρχιερ. 161· ζημία (βλ. λ. 1δ): Περί πουλημένου είδους, όπου το έλαβαν και τα άσπρα δεν εδόθησαν και εκείνο έπαθε ζημία Βακτ. αρχιερ. 177· καημός (βλ. λ. 4β): πόσον έπαθα καημόν ώστε να ιδώ γραφήν της Λίβ. Esc. 1997· κακομοιριά (βλ. λ.): αν είναι να φανερωθεί κι ο ρήγας να το μάθει| κακομοιριές το σπίτι σας έχει πολλές να πάθει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1992· κακόν (βλ. λ. 4): θαρρώ να γδικαιωθώ σ’ όσα κακά πανθάνω,| όσα με φυλακίσασιν, εις όσα δηνέρια χάνω Σαχλ., Αφήγ. 616· κάκωσις (‑ση) (βλ. λ. 2α): τας κακώσεις μου τάς έπαθα εις τον κόσμον Λίβ. Esc. 3128· νοβέλλα (βλ. λ.)· οδύνη (βλ. λ. 3γ): έπαθεν πολλάς οδύνας έως νά ’βρει την ωραίαν Λίβ. Sc. 829· πειρασμός: τους πειρασμούς και τα κακά τα ήθελες παθάνει Σαχλ. N 45· πικρία: έπαθεν η καρδία μου πικρίας αναριθμήτους Λίβ. P 2576· πομπή: την εδιώξαν (ενν. την κουρούνα) κι έπαθε τότε πομπές μεγάλες Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 10016· πληγή: έπαθεν η καρδία σου πληγήν από του πόθου Λίβ. (Lamb.) N 580· πόνος: έπαθεν πόνους φοβερούς διά κείνην η ψυχή μου Λίβ. Esc. 3511· πράγμα: έκλαιεν, επικραίνουντον πόπαθε τέτοιον πράγμα Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1135· σκλαβιά, σκλάβωση: τον πόλεμον και τη σκλαβιά που πάθαν οι καημένοι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14520· όλοι τως λυπηθήκανε στη σκλάβωση που πάθα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3906· φρ. (1) Παθαίνω θέαμα εις κάπ. = εξευτελίζομαι στα μάτια κάπ.: το θέαμα τό έπαθα εις εσάς ποτέ ουκ ελησμονώ το (παραλ. 4 στ.)· τα φουσσάτα εντροπίασα και όλην μου την γενεάν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 153. (2) Παθαίνω κινδύνους = περνώ μέσα από δύσκολες και κρίσιμες καταστάσεις: πόσους κινδύνους έπαθα και ανάγκες υπεστάθην Λίβ. N 1144. (3) Παθαίνω κρίματα = υποπίπτω σε ηθικά σφάλματα, αμαρτάνω (πβ. κρίμα 3β): όλοι άρχοντες, οπού ’σαν στο σκαμνί τους| εχάθησαν, εφθάρησαν και πάγει η τιμή τους·| άτυχοι διά κρίματα, τά πάθαν απατοί τους·| τα μοναστήρια χάλασαν οπού ’ταν η τιμή τους Θρ. πατρ. 7. (4) Παθαίνω φόνο(ν) = μου τυχαίνει φονικό, σκοτώνομαι: Οι Τούρκοι τσι ζυγώνασι και φτάνουσί τσι οπίσω,| το φόνο οπού πάθανε πρέπει να τον αφήσω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3492· οι Τούρκοι έπαθαν φόνον εκεί μεγάλον Αχέλ. 691. (5) Την έπαθα (ενν. τη δουλειά) = μου συνέβη απρόοπτα κ. δυσάρεστο (η φρ. και σήμ.· βλ. και Παπαδ. Α., ΛΔ 4, 1948, 119): κοιτάζοντας τόσες φωτιές και κτύποι οπού βγήκα| κι εκείνοι την επάθανε ετότες κι εχαθήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52310. 2) (Με αντικ. το ουσ. καλό): ωφελούμαι, ευεργετούμαι, ευημερώ: τι καλό να πάθω εγώ; και τι όφελος πάλιν να ’χω; Σπαν. (Ζώρ.) V 532· Πάλιν πληροφορήθητε και σεις οι ευτυχούντες| πόσα καλά παθάνουσι οι ευτυχοτυχούντες Λόγ. παρηγ. L 729· φρ. καλά να πάθει (προκ. για δήλωση ικανοποίησης για άτομο που υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του· η φρ. και σήμ.): καλά να πάθει και από τούτο ας λογιάσει πάσα άνθρωπος το τι λογής καπνούς και λογισμούς είχον οι άνθρωποι ετούτοι Σουμμ., Ρεμπελ. 176. Β´ Αμτβ. 1) Καταλαμβάνομαι από πάθος για κ.: εκείνος (ενν. ο κυνηγός) προς το όρνεον είπε πως έχει πάθει| κάστρον διά να βουληθεί να κάμει και να κτίσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 456. 2) α) Ταλαιπωρούμαι, υποφέρω, με βρίσκουν βάσανα: Ω Βελισάριε φίλτατε, πιστότατέ μοι φίλε| και ηγαπημένε των Ρωμαίων, έπαθες διά φθόνον Διήγ. Βελ. χ 134· ούτως γαρ να παθάνουσιν οι ξένοι εις τα ξένα Περί ξεν. A 120· β) (προκ. για σωματική βλάβη): καθεείς επάθαινεν στο φασκιωτόν κεφάλι.| Εβρέχασιν απάνω τους οι λίθοι σαν το χιόνι Αχέλ. 402· γ) (προκ. για ερωτικό πόνο): εφλέχθης διά τον έρωτα, ετρώθης δια την αγάπην,| έπαθεν η καρδία σου, επλήγην διά τον πόθον Λίβ. P 450. 3) Τιμωρούμαι: Δίκαιος έστιν ο Θεός και η κρίσις του δικαία, αξίως γαρ παθάνομεν οι αμαρτωλοί εν τῳ Άδῃ Ντελλαπ., Υπομν. 118· έτσι παθαίνουν οι κακοί που δε μετανοούσιν,| πεθνήσκουν θάνατον κακόν, καθώς τον αγαπούσιν Ιστ. Βλαχ. 1315.
πάθος- το, Προδρ. (Eideneier) I 17 δις, 18, II 95, Καλλίμ. 270, 601, Ιμπ. 757, Μαχ. 25415, Κυπρ. ερωτ. 291, 511, Πανώρ. Α΄ 250, Β΄ 320, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 233, Β΄ 114, Γ΄ 18, Βοσκοπ.2 424, 442, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 468, Β΄ 178, Δ΄ 152, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 128, 326, Στάθ. (Martini) Β΄ 41, Γ΄ 283, 287, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 126, Β΄ 104, Γ΄ 366, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 42, 256, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13523, 5134, κ.π.α.· πληθ. πάθητα, Βοσκοπ.2 421· πάθο, Κυπρ. ερωτ. 9029.
Το αρχ. ουσ. πάθος. Ο πληθ. πάθητα και σήμ. στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Η λ. και σήμ.
1) α) Αυτό που παθαίνει ή έχει ήδη πάθει κάπ., συν. δυσάρεστο και απροσδόκητο συμβάν: Καλλίμ. 1262, Σπαν. (Μαυρ.) P 147· (ως σύστ. αντικ.): Καλλίμ. 1826, Βέλθ. 389· β) (προκ. για πράγμα) ζημιά, φθορά: εσχίζετο (ενν. η χωνεία) του αέρος χωρούντος εν τοις κοίλοις των μετάλλων υποβαθύμασιν …· κατέβρεχεν αυτήν (ενν. τη χωνεία) ελαίῳ και συν τούτῳ επληρούντο τα ένδον αυτής αερώδη πάθη Δούκ. 34118. 2) α) Μειονέκτημα, ελάττωμα: Σοφιαν., Παιδαγ. 260, Ερμον. Β 344· β) νομικό ελάττωμα· (εδώ προκ. για τον κλονισμό εγκυρότητας διαθήκης· για τη σημασ. πβ. Πιτσάκης [Αρμεν., Εξάβ. σ. 411]): Τες διαθήκες τρία πάθη τες ενοχλεί: ρήξη, ακυρωσία και ατέλεια Νομοκριτ. 106. 3) α) Συμφορά, ατυχία, αναποδιά: Διγ. A 4116, Καλλίμ. 1025, Θρ. Κων/π. διάλ. 76, Χίκα, Μονωδ. 9, Βεντράμ., Φιλ. 60· (συχνότ. η χρ. του πληθ. πάθη στα μεσν. κείμ.) συμφορές, βάσανα: Κορων., Μπούας 19, Πανώρ. Γ΄ 17, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1538· έκφρ. αποθαμένα πάθη = ο πόνος, η οδύνη του θανάτου (Για τη σημασ. βλ. και Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 27): Εκάτεχε ο Ρωτόκριτος …| τον πόθο τον εμπιστικόν οπού του βάστα η κόρη (παραλ. 2 στ.). Ετούτο … μες στο νου του βάνει,| να πει το πως επόθανε, για να θωρεί είντα κάνει (ενν. η κόρη)·| λίγη ώρα θε να την κρατεί στ’ αποθαμένα πάθη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 753· φρ. (1) βάλλομαι εις πάθος, βλ. βάλλω 1ζ· (2) γυρίζω στα πάθη = ταλαιπωρούμαι: απήτις χρόνους δώδεκα εγύρισε στα πάθη … Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 95· (3) δίδω πάθη, βλ. δίδω ΙΑ΄ 7β φρ.· β) ερωτικό βάσανο, καημός: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 395, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 250· γ) (προκ. για το μαρτύριο και τη σταύρωση του Χριστού): έφτιασε (ενν. ο Θεός) με τες χάρες του τα τόσα σφάλματά σου,| έτις και με τα πάθη του έβγαλε τα δικά σου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 270· τις έκλαιγεν όπισθεν προς αυτόν παραπονώντας το πάθος οπού ελάμβανεν (ενν. ο Χριστός) Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 279r· «θάνατον» εφωνάξασιν, ως οι Εβραίοι πάλαι,| το «άρον, άρον, σταύρωσον» εις τον καιρόν του πάθους| του γλυκυτάτου Ιησού Χριστού του ζωοδότου Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 107· έκφρ. Άγια Πάθη = εικόνισμα της σταύρωσης: εποίησεν (ενν. ο βασιλεύς) κατάστασιν και ορκωμοτικόν έμπροσθεν της Θεοτόκου Οδηγητρίας και των Αγίων Παθών Chron. brève 202· δ) (συνεκδ.) εξιστόρηση παθημάτων: ΑΛΕΞΗΣ: Πάντα παρηγοριά πολλή παίρνουν όσοι μπορούσι| την απονιά τση κόρης τως κλαίγοντας να μιλούσι.| ΓΥΠΑΡΗΣ: Πάθη ποτέ και κλάηματα … δε μπορούσι| βάσανα να λιγάνουσι, μάλλιος αυτά γεννούσι| πλειότερα βάρη στην καρδιά Πανώρ. Α΄ 225. 4) α) Βιαιοπραγία, κακοποίηση: Κλαύσατε …,| τους καημένους Κυδωνιάτες, ’ς τόσα βάσανα και πρίκες,| και θρηνήσατε …,| κλαύσετε … (παραλ. 1 στ.) που την πήραν (ενν. την πόλη των Κυδωνιατών) οι βαρβάροι κι έπεσεν εις τόσα βάρη| από των Τουρκών τα πάθη Διακρούσ. 7092· β) κίνδυνος: Τσ’ αρχόντισσας με μάνητα απονάτο| να τηνε σύρει (ενν. ο κιαχαγιάς) από το σπίτι κάτω.| Μα άνδρας τση ο παινετός και φημισμένος (παραλ. 1 στ.) βλέποντας την συμβίαν του στα πάθη| εσφάγη μέσα στση καρδιάς τα βάθη Λεηλ. Παροικ. 399· γ) φόβος: Λαφόπουλον την μάννα του ερώτησε να μάθει| και λέγει της: «Μητέρα μου, πώς έχεις τόσα πάθη;| Τους σκύλους πάντα φεύγεις τους, που ’ναι μικροί ’πό σένα …» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 552. 5) α) Αρρώστια: Παρήν δ’ αυτός ο Φίλιππος φέρων την κυλικίδα,| … του φαρμάκου,| ην δεδωκώς Αλέξανδρον, «δέσποτα, πίε», λέγει·| απαλλαγήσει γαρ ταχύ συ της κακίστης νόσου (παραλ. 3 στ.) … Ο Φίλιππος δε πάλιν,| «πίε την κύλικα», φησίν, «ίνα ρυσθείς του πάθους» Βίος Αλ. 3031· εις το της απεψίας εμπίπτει πάθος Ιερακοσ. 45325· εν μέσῳ γαρ των δύο ώμων εκβαλών τι πάθος θανάσιμον, ο κοινώς λέγεται μαυροτήγανον Έκθ. χρον. 6830· ο Ανδρόνικος περιέπεσεν εν τῳ πάθει της ελεφαντιάσεως (έκδ. ‑ώσεως· διορθώσ.) Έκθ. χρον. 423· έκφρ. βουβωνικόν πάθος, βλ. βουβωνικός· β) απόστημα, οίδημα: Εις αγκάθι να σέβει εις χείρα ανθρώπου ή σκύλου ποδάριν ή να σκάσει πάθος Ιατροσ. κώδ. σνε΄· γ) πληγή: γυμνόν εις την κοπριά με πάθη αρρωστημένον Βεντράμ., Γυν. 102. 6) α) Έντονη και επίμονη ροπή της βούλησης, ακατανίκητη επιθυμία για κ.: Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 122, Εις Θεοτ. 48· β) ερωτικός πόθος, σαρκική επιθυμία: Καλλίμ. 1076, 1079, Ιστ. Βλαχ. 1978· γ) κακή συνήθεια, έξη: εις αρσενοκοιτίας πάθος ενέπεσε Ηπειρ. 22216· Τόσον εις το χειρότερον κλέπτης εκαταστάθη| και τόσον τα κατάμαθε τα της κλεψίας πάθη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 476· εξεπέσασιν εις πάθη ατιμίας| και εις αδόκιμόν τε νουν της αρρενομανίας Ιστ. Βλαχ. 2743.
παιγνίδιον- το, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 297, κριτ. υπ., Μαλαξός, Νομοκ. 176· παιγνίδι, Σαχλ. N 220, Θησ. Δ΄ [138], Ζ΄ Υπόθ. [14], [333], [591], Ch. pop. 756, Δεφ., Λόγ. 105, Βυζ. Ιλιάδ. 680, Πιστ. βοσκ. III 2, 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1495, 2416, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [168], [1073], Γ΄ [95], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 192· παιγνίδι(ν), Διγ. Z 136, Βέλθ. 1329, 1336, Χρον. Μορ. P 2410, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 139, 180, Αχιλλ. N 327, Ιμπ. 412, Θησ. Β΄ [198], [208], Γεωργηλ., Θαν. 313, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 147, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2452, Ε΄ 653, Διγ. O 2041, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26018, κ.α. παιγνίδιν, Τρωικά 5224, Καλλίμ. 2070, Φλώρ. 1372, Μαχ. 54822 (πληθ. παιγνίδια), Βυζ. Ιλιάδ. 614, 683, 684, Ξόμπλιν 128v· παιχνίδι(ιν), Αχιλλ. L 270, 477, 815, Αχιλλ. (Smith) O 609, Hagia Sophia v 54518, 22, 5463.
Από το ουσ. παίγνιον και την υποκορ. κατάλ. ‑ίδιον. Ο τ. παιγνίδι στο Meursius και σήμ. Ο τ. παιχνίδι και σήμ. Η λ. τον 6. αι. (Steph., Θησ.).
1) α) (Γενικά) πράξη ή ασχολία που γίνεται απλώς για διασκέδαση, για ψυχαγωγία: έπεσε (ενν. ο βασιλεύς) … εις τους χορούς και εις τα παιγνίδια Δωρ. Μον. (Βαλ.) 41· Τις ηπορεί να δηγηθεί εκείνα τα παιγνίδια| και κείνη την ξεφάντωσιν, ως ήτονε ’πιτήδεια Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [765]· θέλοντες εις το τραπέζι να παίξουσι το παιγνίδι, οπού εις αυτούς είναι συνηθισμένον και αγαπητόν (τούτο δε είναι φόνος και ανθρώπου σφαγή προς χαράν εδικήν τως και ξεφάντωμα) Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 121· (μεταφ.): έτσι το ’χει φυσικό τση Μοίρας το παιγνίδι,| να παίρνει από τη μια μερά, στην άλλη να τα δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 615· β) ομαδικό παιγνίδι, παιδιά: εσύ σαν σμίξεις μετ’ αυτές παίζοντας το κρυφτούλι,| παιγνίδι που συχνότατα συνήθεια τ’ έχομ’ ούλοι Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1048]· σταθείτε γύρου γύρου| ν’ αρχίσω το παιγνίδι Πιστ. βοσκ. III 2, 19. 2) α) Τυχερό παιγνίδι: όπου παίζει τα χαρτιά, τα ζάρια, δεν εορτάζει (παραλ. 4 στ.), μα τούτο σε παρακαλώ, τέκνον μου εδικόν μου,| οκ το παιγνίδι απέφευγε, να έχεις την ευχήν μου Δεφ., Λόγ. 124· Πέντε πράματα καταλύουν τες αρχοντίες: το παιγνίδιν, η πορνεία, η γούλα, οι πολέμοι και οι γυναίκες Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 148· β) επιτραπέζιο παιγνίδι: οι άρχοντες και οι πραγματευτάδες| έχουσιν τα παιγνίδια, τετορνευμένους σκάκους,| ταβλία και ζατρίκια και όσα τα τοιαύτα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 921. 3) Αντικείμενο που χρησιμοποιεί κάπ., ιδίως ένα παιδί, για να παίζει, παιγνίδι: όντεν ανεθρέφουμου και κοπελιά ελογούμου,| παιγνίδια και κουτσουνικά πάντά ’βανα στο νου μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 976· (μεταφ.) κόρη μου ευγενικότατη, του δάσου στολισίδι,| ξόμπλι της καλοριζικιάς, τσ’ ανάπαψης παιγνίδι Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 34. 4) (Μεταφ.) α) (προκ. για κ. που γίνεται εύκολα, δίχως κόπο): ανδραγαθίας έκαμεν (ενν. ο Αχιλλεύς) ξεχωριστές στον κόσμον·| … δράκοντες επολέμαν (παραλ. 1 στ.), λέοντες και λεοντόπαρδους είχεν τους σαν παιχνίδιν Αχιλλ. L 1228· Παιγνίδι μασε φαίνεται, το δούμε φουσκωμένη| από μακρά τη θάλασσα κι άγρια και θυμωμένη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1629· β) (προκ. για κ. που δεν έχει βαρύτητα, σπουδαιότατα): πάλε είπαν του και δεν επίστευσεν· λοιπόν είπεν: «Οι όρκοι παιγνιδία είναι» Μαχ. 54822· όσα και αν είδες άφες τα, τούτα παιγνίδια ουκ ένι,| φόβητρα δε και βάσανα και στοναχαί και πένθη Γλυκά, Στ. 519. 5) (Μεταφ.) α) αστεϊσμός: Άλλον ένι να πεις έναν πράμαν για παιγνίδιν και να δείξεις καλόν θέλημαν και να το έχεις κακόν Ξόμπλιν φ. 134r· β) αστεϊσμός σε βάρος κάπ., φάρσα: εις την καδέκλα ήτονε μια φούσκα πλακωμένη| με μαξιλάρι κι ήτονε, λογιάζω, φουσκωμένη·| κι αν ένα μωροσκόπελο την ήθελε κουκλώσει| ογιά παιγνίδι τάχατες κι ογιά να ξεφαντώσει … Στάθ. (Martini) Β΄ 52· έκφρ. σε παιγνίδι = στ’ αστεία: φαίνεταί μου κι αν το πω ψόματα σε παιγνίδι| «έχετε υγειά, μισεύγω σας», λιγοθυμιά μού δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 343· γ) εμπαιγμός· στη φρ. κάμνω παιγνίδιον = εμπαίζω, κοροϊδεύω κάπ.: εκεί οπού πρώτον μάς είχαν σε τιμήν και αξίαν, γίνονται παιγνιδισταί μαζί μας, και τις ηξεύρει ακόμη να μην μας κάμνουν κανένα παιγνίδιον Μπερτολδίνος 108· δ) (προκ. για πρόσωπο ή πράγμα που βρίσκεται στην απόλυτη διάθεση κάπ.) έρμαιο, πιόνι: το στήθος μου το ταπεινό σπούρδα τω σαϊτώ σου,| σημάδι του προσώπου σου, παιγνίδι τω χεριώ σου; Πανώρ. Β΄ 214· Άλλοι άξοι, φρονιμότατοι, που ’χαν καιρού θεμέλιο| του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 280. 6) Τέχνασμα, πλεκτάνη· (εδώ προκ. για πολεμικό τέχνασμα, στρατήγημα): όσα παιγνίδια σύρνονται εις τον παρόντα κόσμον,| εκτότε τα εδίδαξαν οι Έλληνες στην Τροίαν Βυζ. Ιλιάδ. 893. 7) α) Αγώνισμα αθλητικό: για να τον τιμήσουσι (ενν. τον Αρκήτα) …| πολλά παιγνίδια όρθωσαν να γένουν και παλαίστρες,| στα όποια όλοι βασιλείς έδειξαν την ανδρειάν τους| και μέσα σ’ όλους το δρομιόν, όπου την φήμην πήραν| … ο Ίδας και ο Κάστωρ Θησ. ΙΑ΄ [592]· β) αγώνισμα πολεμικό: πρέπει να παιδεύομεν και να γυμνάζομεν τα παιδία εις τα στρατιωτικά και πολεμικά παιγνίδια και αγώνας, λέγω κοντάρια και δοξάρια και κυνήγια Σοφιαν., Παιδαγ. 279· (εδώ μονομαχία): Επήγαν (ενν. ο Καραμανίτης και ο Κρητικός) εις του βασιλιού και θέλημα τως δίδει,| ογιά να κάμουσι κι οι δυο θανατερό παιγνίδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1040· 8) Ερωτικό παιγνίδι, ερωτοτροπία: Οϊμέ, το χηρεμένο μου κρεβάτι όντε πλακώνω,| με νυκτικά μου δάκρυα το ’γραίνω και με πόνο| θυμώντας τα κανάκια μου, τα χάδια, τα παιγνίδια| … που ’χα σ’ εμέ την ίδια| πάντ’ απού τον αφέντη μου, άντρα και βασιλιά μου Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 367· Τότες τα λόγια, τα φιλιά και τα παιγνίδια (παραλ. 1 στ.) αγάπης νομικής ήσαν δεσίδια Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ο΄ [37]· Των αμματιώ μου τα παιγνίδια| εθανατώσαν το βοσκόν αιφνίδια Βοσκοπ.2 31. 9) α) Μουσικό όργανο: είχεν η κόρη σύνηθον απάνω εις τραπέζιν| μετά πληρώσαι τρυφισμόν να παίξει το παιγνίδιν.| Ευδόμην το χαλκόκορδο το μουσικόν εκείνο, έπαιξεν με τας χείρας της η κόρη η Ελένη Βυζ. Ιλιάδ. 655· Ήβγαινε (ενν. η Ειρήνη) με τιμή πολλή μέσα από την χώρα (παραλ. 1 στ.) με όργανα, με τούμπανα και με πολλά παιγνίδια Διγ. O 139· Τρουμπέτες και άλλα παιγνίδια ελάλησαν διάφορα … και τύμπανα πολλά Δωρ. Μον. XIX· (προκ. για πολεμικό μουσικό όργανο): Τότε επαίζανε τα παιγνίδια του πολέμου τα μουσικά του σουλτάνου και εκαλούσανε τους Ρωμαίους εισέ πόλεμον Χρον. σουλτ. 9012· Εδώκασιν τα βούκινα και όλα τα παιγνίδια·| τρουμπέτες και άλλα μουσικά όργανα του πολέμου Ιμπ. 118· β) (συνεκδ.) μουσική: ο κάτης με τον ποντικό χορεύγουσιν ομάδι,| έδε χορός αρχοντικός με δίχως το παιγνίδι Κάτης 99. 10) Θέαμα (Για τη σημασ. και το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 268-9, Δ΄ 114-5, Ε΄ 198): Ο κδ́ κανών της έκτης Συνόδου ορίζει μη θεωρείν τον ιερέα χορούς ή παιγνίδια ή ιπποδρόμια Μαλαξός, Νομοκ. 176· ήρχισεν (ενν. ο Διγενάς) πάλι σε χαρές να τρέχει κι εις κυνήγια,| εις τράπεζες να βρίσκεται, να βλέπει τα παιγνίδια Διγ. O 2216.
παιδάκι- το, Καλλίμ. 1075, Ιμπ. 277, Χρον. Τόκκων 81, Θησ. Η΄ [562], Χούμνου, Κοσμογ. 1038, Ιμπ. (Legr.) 307, Κορων., Μπούας 8 δις, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 231, Δ΄ 362, Πιστ. βοσκ. IV 6, 1, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 671, Γ΄ 141, Ε΄ 1431, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 942, 954, 1469, Στάθ. (Martini) Γ΄ 333, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [219], Δ΄ [883], Ε΄ [702], Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 115, 352, κ.α.· παιδάκι(ν), Αλφ. 1045, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 271, Ε΄ 383, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 70, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2605, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ιω. ιγ΄ 13· παιδάκιν, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 544, 549, 562, 574, 575, 591, Θρ. Κύπρ. M 500, 547, Ροδινός (Βαλ.) 209 δις, Γύπ. Πρόλ. θεάς 70, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 30· γεν. εν. παιδακιού, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1008.
Από το ουσ. παιδίον και την κατάλ. ‑άκι. Η γεν. παιδακιού και σήμ. στη Μάνη (Vitti [Ευγέν. σ. 140]· για το σχηματ. βλ. Τριαντ., Άπ. Β΄ 141 κε.). Τ. παιδάκιον στο Meursius. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
1) α) (Προκ. για συγγενική σχέση) γιος ή κόρη· παιδί: νύκταν και μέραν έκλαιγεν η μάννα εις τα ξένα,| κλαίοντας τα παιδάκια της, οπού ’ταν σκλαβωμένα Θρ. Κύπρ. M 518· εγώ, ωσάν εγέννησα, έγραψα σου χαρτάκι,| και σου ’γραφα πως έκαμα αρσενικό παιδάκι Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1344· β1) αγόρι ή κορίτσι μικρής ηλικίας, παιδάκι: Μαλταίοι και γυναίκες τους, άρχοντες, καβαλάροι| και τα παιδάκια έδραμαν και πάντες με την βία Αχέλ. 2198· Τα αδέρφια του και οι εδικοί και ξένοι| πολλά ’πομείναν τότες πικραμένοι,| γιατί, καλά και αν ήτον κοπελάκι,| ήτονε χαριέστατον παιδάκι Λεηλ. Παροικ. 450· β2) βρέφος, μωρό: Ετούτος εκατέβαινεν από ρηγάδων αίμα,| κύρη είχεν οπού στην αντρειά παντόθες τον ετρέμα,| κι απόθανε κι αφήκε τον τριών ημερώ παιδάκι| κι ανάθρεψέ το η μάννα του δίχως κυρού κανάκι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 597· ένα παιδάκιν φασκιωτόν εις την κορφήν του δένδρου| ως νήπιον βυζανόμενον έκλαιγεν δίχως μέτρου Χούμνου, Κοσμογ. 355· γ) (με την κτητ. αντων. μου σε προσφών. που φανερώνει οικειότητα, συμπάθεια, τρυφερότητα): Πού ’στε εσείς, παιδάκια μου, κουφέρτιασις δική μου| να σας ιδούν τ’ αμμάδια μου, προτού να βγει η ψυχή μου Θρ. Κύπρ. M 531· Παρηγορά τη η νένα τση … (παραλ. 1 στ.): «Παιδάκι μου, η απομονή είν’ γιατρικό μεγάλο …» Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 671· (σε προσφών. ιερωμένου προς λαϊκό): μακάρι κι αν είσαι σοφός ωσάν Αριστοτέλης| και δυνατός σαν ο Σαμψών και Σολομών στην γνώση,| τον θάνατον, παιδάκι μου, δεν θέλεις τον γλυτώσει Ιστ. Βλαχ. 2784. 2) α) Νεαρός άντρας, έφηβος: θωρείς αυτήν την λεμονιά ομού άνθησε ’ς λουμάκι,| έτσι έν και η δόλια κορασιά οπού αγαπάει παιδάκι Ch. pop. 463· Ο Ράδουλ βόδας ήτονε τότε μικρόν παιδάκι,| στην Βενετίαν έφυγε να παιδευθεί λιγάκι, να μάθει γράμματα καλά και φρόνεσιν και τάξη Ιστ. Βλαχ. 461· (σε προσφών.): Ω δοξασμένον κι άξιον παιδάκι Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [951]· β) (σε επιθετ. χρ.) νέος, μικρός σε ηλικία: εκείνον τον καιρόν επήγεν ο σιρ Γγαλιωτή Ταπέρες με τον σιρ Μπερτουλάτζε Τράρε, Φλουρουντίνοι, και επήραν και τον αδελφόν του, τον σιρ Πολ Μαχαιρά, παιδάκιν βαχλιώτην τους και εγυρίσαν πολλύν τόπον διά δουλείες του ρηγός Μαχ. 9626· γ) (προκ. για νεαρό και ανώριμο ή ασήμαντο άνθρωπο): αν νικήσεις συ εμέν, ολίγον έν δαμάκι,| διότι δεν ενίκησες, σαν γράφεις, μόν’ παιδάκι Αλεξ. 752· Ο Δάρειος ανάγνωσε εκείνο το πιττάκι| κι εγνώρισε Αλέξανδρον ότι δεν έν παιδάκι·| εγνώρισε ο Δάρειος ότι έναι τιμημένος| Αλέξανδρος και τολμηρός, μάλιστα κι αντρωμένος Αλεξ. 766· (ειρων. σε προσφών.): Γύρισε και εσύ λοιπόν κι άμε μ’ αυτούς οπίσω,| τί πέβω να σε πιάσουσι και να σε τυραγνήσω·| άμε, παιδάκι, το λοιπόν, να παίζεις στο τσουγκάνι,| κι ο κόσμος να μαζώνεται, τίποτες δε σου κάνει Αλεξ. 691. 3) Νεαρός δούλος, υπηρέτης: «Μηδέν κακοκαρδείς πολλά, ω νέον παλληκαράκιν,| στην Αίγυπτον ν’ αναθραφείς ως αυθεντός παιδάκι» (παραλ. 3 στ)· εβγάλουν τον στην αγοράν, σ’ όλους το αναφαίνου Χούμνου, Κοσμογ. 1636 κριτ. υπ.
παιδεύω,- Ασσίζ. 6220, 8616, 1277, 21211, 4649, Διγ. Z 2056, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1356, Χρον. Μορ. H 1350, 4900, 6972, Χρον. Μορ. P 5241, 5769, 6120, Φλώρ. 578, Λίβ. P 1734, Λίβ. (Lamb.) N 257, Λίβ. Esc. 212, 2066, Λίβ. N 1811, Αχιλλ. O 48, Χρον. Τόκκων 1320, 1520, 1951, Πεντ. Λευιτ. XXVI 18, 28, Δευτ. IV 36, XXI 18, Αχέλ. 74, 317, 1693, Χρον. σουλτ. 267, 5128, 13029, Στάθ. (Martini) Ιντ. α΄ 38, κ.π.α.· παιδεύγω, Μαχ. 1843, 36216, Γεωργηλ., Θαν. 260, Αχέλ. 607, Κυπρ. ερωτ. 1010, 464, Πανώρ. Α΄ 26, Β΄ 306, Γ΄ 240, Δ΄ 116, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 232, Β΄ 143, Γ΄ 31, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 135, Β΄ 723, Γ΄ 119, Δ΄ 112, Ε΄ 389 Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 246, Ε΄ 342, κ.α.
Το αρχ. παιδεύω. Ο τ. στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 708, όπου και τ. παιδεύκω, Κωστ., Λεξ. τσακων., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 459). Τ. παιδεύγγω, σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. 1) Ανατρέφω, διαπαιδαγωγώ, γαλουχώ: Διγ. O 428, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 5, Σοφιαν., Παιδαγ. 289, 291· (σε μεταφ.): άλλην δε πάλιν έγραφεν αρχόντισσαν γυναίκα,| τήν αίσθησις ανέθρεψεν, επαίδευσεν η χάρις Βέλθ. 362. 2) α) Εκπαιδεύω, μορφώνω κάπ., καλλιεργώ το πνεύμα κάπ.: Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι VII 56, Σοφιαν., Παιδαγ. 286, Αποκ. Θεοτ. I 211-2· β) εκπαιδεύω, εξασκώ κάπ. σε κ.: Σοφιαν., Παιδαγ. 279· γ) διδάσκω, μαθαίνω σε κάπ. κ.: Σοφιαν., Παιδαγ. 203, Μαλαξός, Νομοκ. 84, Διγ. Άνδρ. 35930, Διγ. Z 212. 3) α1) Διορθώνω, σωφρονίζω κάπ. με την τιμωρία: Βακτ. αρχιερ. 213· να ξέρεις με την καρδιά σου ότι, καθώς παιδέψει ανήρ τον υιό του, ο Κύριος ο Θεός σου σε παιδεύγει Πεντ. Δευτ. VIII 5· α2) παραδειγματίζω κάπ.: να δείξεις τον επίβουλον και να τον φανερώσεις,| να πάθει ως επίβουλος και ως κακός αντάρτης,| όπως ο φόβος ο αυτού τους άλλους να παιδεύσει Κομν., Διδασκ. Δ 97· β) τιμωρώ: ήσαν οι δύο γέροντες τούς είχαν διά κριτάδες,| διά να παιδεύγουν πασαέν που κάναν πελελάδες Δεφ., Σωσ. 68· ο Θεός … εκείνους οπού δεν θέλουν φυλάξει τον νόμον θέλει τους παιδέψει Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 90v· εάν τις το πράγμα μικρόν παρέβαινε, χωρίς τινός συμπαθείας κεφαλικώς αυτούς επαίδευεν Ψευδο-Σφρ. 2321· γ) επιπλήττω, μαλώνω, φοβερίζω: Τον κύρη μου θωρώ εδεπά. Θαρρώ να με γυρεύγει.| Με τσι φωνές του σήμερο έχει να με παιδεύγει Πανώρ. Β΄ 76· αυτόν ένι δίκαιον ότι ούτως πρέπει να παιδέψουν και να φοβερίσουν τα παιδία τα κακά Ασσίζ. 46415· δ) (προκ. για ζώο) δαμάζω, τιθασεύω: Εκείνος ο λογαριασμός όλα τα βασιλεύγει·| νικά, μερώνει τ’ άγρια και τα θεριά παιδεύγει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1180. 4) Συμβουλεύω, νουθετώ, καθοδηγώ: Ακούεις και την παραβολήν και τον σκοπόν της παραβολής, πως είναι διά να σε παιδεύσει να μην επαίρεσαι εις τα αγαθά σου Πηγά, Χρυσοπ. 284 (24)· ειπέ, παίδευσε, (ενν. Παναγία) τα κοράσια και τας παρθένους ψυχάς, οπού έχουσιν να έρθουσιν οπίσω προς τον βασιλέα Πηγά, Χρυσοπ. 90 (17). 5) Επανορθώνω (σφάλμα): ανίσως κι είναι βασιλιός, το σφάλμαν του ας παιδέψει| και πάραυτας την Έλεναν όξω εδεπά να πέψει Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. γ΄ 133. 6) α) Υποβάλλω κάπ. σε βασανιστήρια: Περί ομολογητών χριστιανών οπού τους παιδεύουν οι τύραννοι Βακτ. αρχιερ. 172· πολλά άλλα λογία σκλερά και άπρεπα και εφουμίτετον εις την ευγενείαν του πως ο αφέντης του είναι καθολικός αφέντης. Γροικώντα ο σουλτάνος εθυμώθην πολλά και όρισεν να τον απλώσουν χαμαί να τον παιδεύσουν Μαχ. 18223· β) βασανίζω, ταλαιπωρώ, τυραννώ: Περί να παιδεύομέστεν και να πειράζομέσθεν όλοι μας από έναν άνθρωπον … κάλλιον είναι να χαθεί αυτός ο ένας Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 61v· Τά σε πειράζου διώξετα, το νου σου μην παιδεύγεις| και τα ονειροφαντάσματα μη στέκεις να γυρεύγεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 145· Ως πότε, τύχη άπονη, εμένα να γυρεύγεις| και να μου δίδεις χαλασμούς και όλο να με παιδεύγεις Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 43222· η ζήλεια με τον έρωτα αντάμα αυτά οδεύουν| και όποιος την στράτα τους κρατεί δέρνουν και τον παιδεύουν Δεφ., Λόγ. 374· ο ήλιος εβασίλευσεν βράδι και αρνήθηκέ μας| κι η νύκτα ευρήκενε καιρό κακό κι επαίδεψέ μας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 21910. 7) Εξοντώνω, εξολοθρεύω: πάραυθά ’βαλεν (ενν. ο Μιχαήλ) αρχήν τους Τούρκους να φονεύει| και χερικόν να τους χαλά κακά να τους παιδεύει Παλαμήδ., Βοηβ. 98· δεν κοιτάζουν τον εχθρόν π’ ολημερνίς γυρεύγει| να σασε κόφτει με σπαθί και να σασε παιδεύγει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4594· ολίγοι δεν επήγαιναν πλέο για να κρουσεύγουν,| γιατ’ οι Μαλταίοι σ’ ορδινιάν ήσαν να τους παιδεύγουν Αχέλ. 1567. IΙ. Μέσ. Α´ Αμτβ. 1) Ανατρέφομαι, μεγαλώνω: Σουμμ., Ρεμπελ. 170. 2) α) Εκπαιδεύομαι, μορφώνομαι, καλλιεργώ το πνεύμα μου: Σοφιαν., Παιδαγ. 279, Ιστ. Βλαχ. 462, Αχιλλ. N 84· β) (με εμπρόθ. προσδιορ.) β1) μαθαίνω κ., αποκτώ γνώση: Σφρ., Χρον. (Maisano) 12615, Λεηλ. Παροικ. 562, Σοφιαν., Παιδαγ. 280, 291· β2) εξασκούμαι σε κ.: Χρον. Μορ. P 6954, Διγ. Άνδρ. 35330, Ροδινός (Βαλ.) 67. 3) Σωφρονίζομαι, διορθώνομαι: από τα ζαρί εγέρθησαν έρημοι και μισεύσαν·| κι αν χάσουν, δεν παιδεύουνται, θέλουν να ’κδικαιωθούσιν,| και πάλιν να διαγύρουσιν κι εις το ταβλίν να ’λθούσιν·| θαρρώντα να κερδίσουσιν έχασαν ό,τι είχαν Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 204· Επέρασίν του (ενν. του Ναβουχοδονόσορα) την βασιλείαν, έδιωξάν τονε … και εθηριέψασι και τα μαλλία του και οι τρίχες του και τα ονύχιά του, ως τότε οπού επαιδεύθη και εγνώρισε πως ένας μόνο Θεός είναι μέγας και ισχυρός Πηγά, Χρυσοπ. 110 (59). 4) Προσπαθώ επίμονα, πασχίζω: πελεκά (ενν. ο καλόγερος) τον κορμόν και παιδεύεται, ως διά να κάμει εικόνα Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 196v· έκαμες πλήσιους κόπους| για να το βρεις; αμή εύκαιρα κι άκαρπα επαιδευόσουν; Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [761]. 5) Βασανίζομαι, τυραννιέμαι, υποφέρω: με τόσους αναστεναγμούς βάσανα πάντα ομάδι·| τόσα πολλά επαιδεύγουμου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 267· ως την αυγή παιδεύγεται με τ’ όνειρου τη ζάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 76· Απού τη φύση εδόθηκε να σμίγομεν ομάδι| κι όποιος τη φύσιν αδικά παιδεύγεται στον Άδη Πανώρ. Γ΄ 128. Β´ Μτβ. 1) α) Διδάσκομαι, μαθαίνω κ.: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 10, Βυζ. Ιλιάδ. 166, Απολλών. 258· (με σύστ. αντικ.): και των πενήτων τα παιδία να παιδεύονται την καλήν και γενναίαν παίδευσιν Σοφιαν., Παιδαγ. 280· β) αποκτώ πείρα σε κ.: όσον αν είσαι εξαίρετος εις σύνθεσιν, εις πλάσιν,| αν ουκ εμπέσεις εις τον ζυγόν του πόθου να πονέσεις,| να παιδευθείς τα ερωτικά, ως έχει, να τα μάθεις,| πληροφορήθησε απ’ εμέν ότι τίποτε ουκ είσαι Λίβ. P 2680. 2) Συμμορφώνομαι στις εντολές κάπ.: αν με ετούτα να μη παιδευτείτε εμέν και να πάτε, μετά μεν συνάντιασμα, και να πάγω απατά εγώ μετ’ εσάς σε συνάντιασμα και να δείρω εσάς εγώ εφτά ιπί τα φταισίματά σας Πεντ. Λευιτ. XXVI 23. 3) Προσπαθώ επίμονα, πασχίζω: Πόσον καιρό επαιδεύομουν μιαν ώρα να σε φτάσω| κι ως έχω την επιθυμιάν στα χέρια να σε πιάσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1097]. 4) Κατεργάζομαι, δουλεύω κ.: Μια εικόνα ήθελα να κάμω και έχω τώρα τόσον καιρόν οπού την παιδεύομουν και εις το ύστερον εσχίστην από πάνω έως κάτω Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 197r. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) α) Μορφωμένος, καλλιεργημένος: Θρ. Κύπρ. M 237· τόσος βαθύς και παιδεμένος| νους Σουμμ., Παστ. φίδ. χορ. γ΄ [7]· δεν είναι μοναστήρι, όπου να έχει κανένα παιδευμένον άνθρωπον, εις τον οποίον να ξομολογούνται και να φυλάγουσι τον ορισμόν της εκκλησίας Ροδινός (Βαλ.) 143· σοφός γιατρός και φρόνιμος, άξιος, παιδεμένος Θησ. Ε΄ [202]· β) (προκ. για την ομιλία και τη συμπεριφορά κάπ.) εκλεπτυσμένος, ευγενικός: εκ τες χάριτες τές έχουν οι αφέντες| η πρώτη έναι να έχουσιν την γλώσσαν παιδευμένην Χρον. Τόκκων 1272· Εσέβην, διαμέσου τους, ιλάρωσεν τους πάντας| με λόγους, με γλυκύτητες έμορφες, παιδευμένες Χρον. Τόκκων 1317. 2) συνετός, μυαλωμένος, γνωστικός: ποτέ μου δεν τα λόγιαζα μουδ’ όλπιζα σε σένα:| να βάλεις έτοιο λογισμό …| και πράγματα ανημπόρετα κι άμοιαστα, να γυρεύγεις·| γιατί σ’ εκράτου γνωστικό, άνθρωπο παιδεμένο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 169· έρχεται λοιπόν ο γέρος| ο καλά πεπαιδευμένος| και τιμά τον (ενν. τον λίθον) δύο καρύδια,| ότι ήτον ψεματένιος Πτωχολ. A 151. 3) Έμπειρος (συν. στη μάχη, στον πόλεμο) εξασκημένος: αυθέντες άρχοντες, όλοι μου ηγαπημένοι,| στον πόλεμον και στ’ άρματα καλά πεπαιδευμένοι Κορων., Μπούας 24· ήσαν όλοι εκλεκτοί, στρατιώτες παιδεμένοι Χρον. Μορ. H 6628· Να ερευνήσουν και να βρουν άνθρωπον προκομμένον,| στες πράξεις τες πολεμικές να ξεύρουν παιδευμένον Άλ. Κύπρ. 1709. 4) Βασανισμένος, τυραννισμένος, ταλαιπωρημένος: ο ξένος απομένει| χωρίς κανέναν εδικόν διά να τον κηδεύσει,| στέκουν πολλοί και βλέπουν τον, κανείς δεν τον ζυγώνει,| μόνον αν τύχει άνθρωπος στα ξένα παιδευμένος,| επαίρνει, πάγει, θάφτει τον Περί ξεν. A 95· Κλαύσατε όσοι Χριστιανοί βρίσκεσθε βαπτισμένοι την Ρόδον την εξακουστήν εις τότε παιδεμένη Γεωργηλ., Θαν. 35.
παιδί(ο)ν- το, Προδρ. (Eideneier) I 91, 125, 150, Ασσίζ. 1520, 46416, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 746, Χρον. Μορ. H 4246, 5966, Λίβ. Sc. 1616, 1624, 1715, Λίβ. Esc. 767, 2765, 2773, Λίβ. (Lamb.) N 646, Αχιλλ. L 1128, Μαχ. 9422, 23, 41035, 58028, Διγ. O 1901, κ.π.α.· μπαιδί, Χρον. σημ. του 1514 16677· παιδί, Διγ. Z 3206, Βέλθ. 171, Χρον. Μορ. P 3054, Λίβ. P 1043, Λίβ. Sc. 1343, Λίβ. N 2537, Αχιλλ. (Smith) O 221, Μαχ. 7234, 19618, Γεωργηλ., Θαν. 166, Απόκοπ.2 95, Πεντ. Γέν. XXXII 12, XLII 11, Έξ. I 7, 9, Πανώρ. Β΄ 44, Δ΄ 413, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 443, Β΄ 411, Δ΄ 408, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 46, Β΄ 2444, Γ΄ 171, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 356, 665, Στάθ. (Martini) Γ΄ 357, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 335, Δ΄ 549, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 170, Διγ. O 2642, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16126, 38919, 43120, κ.π.α.· παίδι(ν), Εβρ. ελεγ. 162, Πεντ. Δευτ. XVIII 5· παιδίν, Τρωικά 5208, 5216, Προδρ. (Eideneier) II 26-8 χφ Η κριτ. υπ., 58, III 109, 112, 116, 117, IV 103, 104, Ασσίζ. 2926, 2121, 7, 27831, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 610, 618, Χρον. Μορ. P 2517, Λίβ. P 578, Αχιλλ. L 12, 23, 114, Αχιλλ. N 36, Αχιλλ. (Smith) O 11, 43, Μαχ. 24416, 35, 36, 37, 38, 6445, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 138, Βουστρ. 487, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 99, 114, 123, 150, Κυπρ. ερωτ. 1815, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 14, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16016· παιδίο, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 232r, Βυζ. Ιλιάδ. 85, Παϊσ., Ιστ. Σινά 275· παιδίον, Σταφ., Ιατροσ. 16463, Σπαν. A 40, Βέλθ. 1146, Αχιλλ. (Smith) O 44, 77, 127, Διγ. (Trapp) Gr. 999, 1362, Διγ. Z 1825, 4055, Λίβ. N 2881, Σφρ., Χρον. (Maisano) 44, Διήγ. Αλ. V 26, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 390v, Βυζ. Ιλιάδ. 160, 164, 213, Πτωχολ. α 174, Διγ. Άνδρ. 3135, 13, 34527, 32, 37525· παιδιόν, Αχιλλ. N 192· ονομ. πληθ. παιδιάν, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 45.
Το αρχ. ουσ. παιδίον. Ο τ. παιδί στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. παίδι(ν) σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972-73, 213). Ο τ. παιδίν και σήμ. σε ιδιώμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παιδί(ν), Λουκά, Γλωσσάρ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 708, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παιδί(ν), Θαβώρης, Ελλην. 19, 1966, 265, Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 82). Ο τ. παιδίο σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 418).
1) (Προκ. για οικογένεια ή γενιά) α) παιδί, γιος ή κόρη: Καθώς όλοι το ξέρετε όσοι έχετε παιδία,| λογιάζω πως για λόγου τους πονεί σας η καρδία Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 167· Να ’ρίξει ο κύρης το παιδί σ’ όλους μας είν’ δοσμένο| κι όποιο παιδί το θέλει αλλιώς είν’ καταδικασμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 61, 62· Κάτεχε για γυναίκα σου πως παίρνεις το παιδί μου| σήμερο, την Πανώρια μου, κι ας εί με την ευκή μου Πανώρ. Ε΄ 333· εάν κάμει η γυναίκα μου αγόρι παιδί, να έχει το παιδί από τον βίον μου μερτικόν ένα Rechenb. 45· το θηλυκόν μου παιδίν ή το αρσενικόν Διαθ. Ακοτ. 14720· (σε παροιμ. φρ.): εχάθησαν οι χριστιανοί Ρωμαίοι και Λατίνοι (παραλ. 3 στ.)· έχασε μάννα το παιδί και το παιδίν την μάνναν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 197· να κλαίει η μάννα το παιδί και το παιδί την μάνναν,| τα κλάματα να λούνουνται ο φίλος με τον φίλον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 220· Κάμε παιδιά να ’λπίζεις| χαρά να πάρεις απ’ αυτά! Πανώρ. Δ΄ 101· Την παίδα δίδουν τα παιδιά, γιαύτος παιδιά τα λέσι Πανώρ. Δ΄ 105· εκφρ. (1) παιδί γεροντικό = παιδί που γεννήθηκε από γέρους γονείς: είπαμε προς τον αφέντη μου· είναι εμάς πατέρας γέρος και παιδί γεροντικό μικρό Πεντ. Γέν. XLIV 20· (2) παιδί σπλαγχνικό/φυσικό = γνήσιο παιδί: το ηύρα το παιδί εις τον γιαλόν, στον άμμον (παραλ. 1 στ.), και ώσπερ παιδί μου σπλαγχνικόν εκ το εμόν συκώτιν,| ούτως εθάρρουν, ήλπιζα εις το εμά ν’ αφήσω Βυζ. Ιλιάδ. 268· Είντα δεν είναι κύρης σου τούτος; Αμ’ είντα σου ’ναι;| Και πούρι όλοι για φυσικό παιδίν του σε κρατούνε Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 200· φρ. (1) βαστάζω παιδί = (για γυναίκα) κυοφορώ, είμαι έγκυος: Τώρα είσαι ευχαριστημένη εις όλες τες γυναίκες, Ολυμπιάδα· σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζεις, παιδί άρρεν Διήγ. Αλ. V 26· (2) κάμνω παιδί = (α) αποκτώ παιδί: παιδιά να κάμεις όμορφα, να δεις κλερονομιά σου,| «μάννα» ν’ ακούγεις τ’ όνομα, ν’ αναγαλλιά η καρδιά σου Πανώρ. Γ΄ 159· ο θαυμαστός Ακρίτης, ο οποίος είχεν όλα του Θεού τα χαρίσματα …, είχε δε λύπην εις όλην του την ζωήν, πώς δεν έκαμνε παιδίον Διγ. Άνδρ. 3661‑5· (β) (ειδικά για γυναίκα) γεννώ: σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζειν παιδί άρρεν· και όταν θέλεις κάμει το παιδί, να στείλεις διά τ’ εμένα να έλθω, και είτι σου ειπώ, ούτως να κάμεις και εις ποίαν ώραν να γεννήσεις το παιδί Διήγ. Αλ. V 26· (3) ποιώ παιδί = τεκνοποιώ, γεννώ: Περί γυναικός εάν ου ποιεί παιδίν, περί στείρας Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1021· (4) ρίχνω το παιδί = αποβάλλω: Ο μς΄ (ενν. ψαλμός) έχει ωφέλειαν εις γυναίκαν οπού ρίκτει τα παιδία Ιατροσ. 21101· (5) συλλαμβάνω παιδί = (για γυναίκα) μένω έγκυος: Ω βασιλεύ πανθαύμαστε, ευγενικέ, ωραίε,| η δέσποινα συνέλαβεν, η ση γυνή, παιδίον,| ούτινος επί γέννησιν χαράν έξεις μεγάλην Διγ. Z 47· β) (ειδικά) γιος (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 14): ήρταν εις την Αίγυφτο ο Ιαακώβ και όλη η σπορά του μετ’ αυτόν. Τα παιδιά του και παιδιά των παιδιών του μετ’ αυτόν· θεγατέρες του και θεγατέρες των παιδιών του Πεντ. Γέν. XLVI 7· να έρτεις προς το κιβωτό εσύ και τα παιδιά σου και γεναίκα σου και γεναίκες των παιδιών σου μετά σεν Πεντ. Γέν. VII 18· γ) (προκ. για θετό παιδί): Είπα πως είν’ παιδί μου| και όχι ποτέ από μένα γεννημένον Πιστ. βοσκ. V 5, 64· έκφρ. αναθρεφτό παιδί / παιδί τσ’ αγάπης = υιοθετημένο παιδί: Εγώ παιδί δεν έκαμα ποτέ μου στον καιρό μου,| μα συντηρώντας σήμερο τούτο τ’ αναθρεφτό μου| παιδί, το Φορτουνάτο μου, το οποίο έχω αναθρεμμένο (παραλ. 1 στ.) βγάνω από τούτο και θωρώ καλά και λογαριάζω| και την αγάπη των παιδιώ τω φυσικώ λογιάζω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585· ΜΟΝΤΑΝΟΣ: πώς μπορεί να στέκει| «παιδί» και «όχι παιδί σου»;| ΚΑΛΟΓΟΝΟΣ: Καλά μπορεί να στέκει·| παιδί τσ’ αγάπης, ναι, και όχι της φύσης Πιστ. βοσκ. V 5, 77· φρ. κανω κάπ. παιδί μου = υιοθετώ κάπ.: μία γυναίκα … είδεν εις το όνειρό της ότι ένας νέος την όριζε … να πάρει … το παιδάκιν … και να το κάμει παιδίον της Ροδινός (Βαλ.) 209· δ) (στον πληθ.) οι απόγονοι, οι μέλλουσες γενιές: ημείς, το γένος των Ρωμαίων, δούλοι σου ν’ απεθάνουν,| τούτο ζητούμε, λέγομε, μεθ’ όρκου να μας ποίσεις| εγράφως, να το έχομε εμείς και τα παιδία μας|· από του νυν και έμπροστεν Φράγκος μη μας βιάσει| να αλλάξομεν την πίστιν μας Χρον. Μορ. P 2092· σύρτε αγοράσετε χώρες εις την Φραγκίαν| να έχετε παντοτινά εσείς και τα παιδία σας Χρον. Μορ. P 4246· εκφρ. από παιδί ως παιδί, παιδία παιδιών, παιδίων παιδίων (προκ. για κληρονομική μεταβίβαση περιουσίας ή υποχρέωσης από γενιά σε γενιά· συχνά για να δηλωθεί πλήρης και διά παντός κατοχή και κυριότητα ενός πράγματος· βλ. και Βουρδουμπάκις, Χρ. Κρ. 1, 1912, 478): αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ και να μηδέν εμπορεί να το πωλήσει ή να το αφήσει τινός αμέ να παγαίνει από παιδίν ως παιδίν Διαθ. Ακοτ. 1469· εχάρισεν του αυτού σιρ Νικόλου τα Πιλιομάσαρα παιδία παιδιών του Μαχ. 55015, 16· ο αδελφός μου ο Ιωάννης, οπού θέλει κληρονομήσει το σπίτι μου, να έναι κρατημένος τες τρεις λειτουργίες να κάμνει κάθα χρόνον, της Λαμπράς τες τρεις και την μίαν τα Χριστόγεννα παιδίων παιδίων του Διαθ. Ακοτ. 14841· όρισεν ο μισέρ Τζεντεφρές να ιδούν ποία κάστρη δεν επροσκύνησαν και ηύραν …, τα οποία κάστρη … να πολεμηθούν …, αμή του είπαν … να τον προσκυνήσουν, αμή να είναι παντελεύθεροι από πάσαν εγγαρείαν παιδίων παιδίων τους Δωρ. Μον. XXIII· ε) (προκ. για δήλωση κοινής καταγωγής): οι άρχοντες και όλ’ οι στρατιώτες (παραλ. 1 στ.), όλοι εσυμφώνησαν … (παραλ. 1 στ.), πήραν τον κυρ Γαβριήλ …,| αφέντη τον εσήκωσαν …·| «ημείς εσένα θέλομεν …| να σ’ έχομεν αφέντην μας …,| εσένα εγνωρίσαμεν με όλην μας καρδία| και μετ’ εσένα είμεστεν ενός πατρός παιδία» Ιστ. Βλαχ. 794· στ) (συνεκδ.) το μικρό ζώου: να πάρει αυτηνής δυο τρυγόνια ή δυο παιδιά περιστεράς και να πάρει αυτά προς τον ιεριά Πεντ. Λευιτ. XV 29· Αν κυνηγήσει τίποτες (ενν. η άρκος), εκείνη τρώγει πρώτα| και τότε τα παιδία της δίδει τους διά να φάσιν Φυσιολ. 37120· το πουλάκι …| όνταν ιδεί τον άνθρωπο να πάγει στη φωλιά ντου,| πώς λακταρίζει, πώς πονεί, μη χάσει τα παιδιά του Π. Ν. Διαθ. φ. 335 α 23· κριάρια πέντε, βαρβάτα πέντε πρόβατα παιδιά χρονιάρικα πέντε Πεντ. Αρ. VII 17· ζ) (με τις κτητ. αντων. μου ή μας σε προσφών. που εκφράζει συμπάθεια, οικειότητα, τρυφερότητα): Τέκνον μου ποθεινότατον, παιδίν μου ηγαπημένον,| οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου Σπαν. A 6. Δώστε κι οι δυο τα χέρια σας φιλήσετε, παιδιά μου Πανώρ. Ε΄ 345· Τι έχεις, παιδί μου, με λαλεί (ενν. η Μοίρα) κι εχάθης και φοβάσαι; Φαλιέρ., Ιστ.2 267· Μην λυπάσαι, Διγενή μου,| μην ταράττεσαι, παιδί μου·| η καρδιά σου μην λυπάται Διγ. O 2516· (εδώ σε επίπληξη): αυτά εθάρρουν εις εσέν, παιδίν μου, να κερδίσω;| ήλπιζα εύρειν θησαυρόν κι ηύρα καρβούνιν μέγα Σπαν. A 28· (εδώ σε αφήγηση): (Πάλιν η γραία η ταλαίπωρος τούτα τους συντυχαίνει)| και μετά την συμπλήρωσιν των δυο χρόνων, παιδιά μου,| ο Λίβιστρος εξέβηκεν και η κόρη εκ το κυνήγιν Λίβ. N 2556· (συχνά σε έναρθρ. κλητ.): Τότε τους ερμηνεύει (ενν. ο γέρων):| «Ακούετε, τα παιδιά μου …» Πτωχολ. P 57· ω Ισαάκ, ξύπνησε, το παιδί μου,| ξύπνησε, γείρου να ντυθείς, που να ’χεις την ευκή μου Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 479. 2) (Προκ. για συγγένεια εξ αγχιστείας) α) γαμπρός: δείξει (ενν. ο βασιλεύς) τό ήθελεν καλά του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου,| το πως το έποικε άσκημον …| την θυγατέρα του να ευλογηθεί άνευ θελήματός του (παραλ. 5 στ.)· … ο μισίρ Ντζεφρές …| ως φρόνιμος … οπού ήτον (παραλ. 1 στ.) … μαντατοφόρους στέλνει| εκείσε εις τον βασιλέαν …,| παρακαλεί … να του έχει συμπαθήσει| σ’ εκείνο οπού έποικεν κι εγίνετον παιδί του Χρον. Μορ. H 2547· β) νύφη: για παιδί μου το λοιπό και νύφη ποθητή μου| εγώ την Πετρονέλα μου παίρνω με την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 287· Πλιότερα θα την αγαπώ τώρα, γιατί παιδί μου| θε να την κάμω, σα θωρείς, και νύφην ακριβή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 201. 3) (Μεταφ.) α) (σε περίφραση, για πρόσωπο που κατάγεται από κάπ. τόπο): Πολλά μεγάλη δύναμην έχει ο Καραμανίτης,| πλιας τέχνης και πλιας μαστοριάς είν’ το παιδί της Κρήτης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1068· (στον πληθ., για λαό που κατοικεί σε κάπ. τόπο ή σε σχέση με το γενάρχη του): εσήκωσεν ο Ιαακώβ τα παιδάρια του και εδιάβην εις ηγή παιδιά της Ανατολής Πεντ. Γέν. XXIX 59· εκαταδούλωσαν η Αίγυφτο τα παιδιά του Ισραέλ με σκληρότητα Πεντ. Έξ. I 12· σύρε και να σε απεστείλω προς τον Φαρώ και έβγαλε τον λαό μου παιδιά του Ισραέλ από την Αίγυφτο Πεντ. Έξ. III 10· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μοσέ και προς τον Ααρών τον ειπεί: «Σήκωσε το κεφάλι παιδιά του Κεάθ από μεσοθιό παιδιά του Λεβί εις τις γενεές τους, εις το σπίτι των γονεών τους» Πεντ. Αρ. IV 2· β) (ως χαρακτηρισμός προσώπου· με γεν. ονόμ. φανταστικού ή μυθικού προσώπου ή αφηρημένου ουσ., που δίνει μια ξεχωριστή ιδιότητα στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται): Καίσαρε, μη ονειρεύγεσαι, τέρατα μη λογιάζεις| πως είναι ετούτα τα παιδιά του Άδη, καθώς τα κράζεις| ετούτα είναι ορφανά από μάννα και πατέρα| και την περίσσα πίκραν τους στα πόδια σου εφέρα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 176· Ο ξένος πάλιν λέγειν την: «Μάννα, παρακαλώ σε,| τις έναι, πώς την λέγουσιν και τι έναι η κόρη;» «Της δυστυχίας έναι παιδί, αναθροφή και πράγμαν| και εις κόσμον την απέστειλε να ίδει τους δυστυχούντας» Λόγ. παρηγ. L 298· Ο Διγενής του Κίνναμου λέγει: «δε σε σκοτώνω,| κοιτούμενο εις την ηγή …| Αλλά σηκώσου αφ’ την γη αν είσαι παλληκάρι| να ξαναπολεμήσομεν ωσάν παιδιά του Άρη» Διγ. O 2635· Θόδωρε, ξόμπλι τσ’ ευγενειάς και τση τιμής καρφίχτης,| απού ολωνώ των αρετώ παιδί πως είσαι δείχτεις,| χίλια καλώς επρόβαλες Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 620· Ώφου, παιδί τσ’ απακοής, πού μέλλεις να στρατέψεις; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 347· γ) (για άτομα που ανήκουν σε μια ομάδα· εδώ μαθητές): τα ’γραψα εις την φυλακήν διά τες αρχιές μαυλίστριες …| και τα παιδία του σκολειού πολλά τα τραγουδούσαν Σαχλ., Αφήγ. 112· Ω στύλε μέγιστε της Εκκλησίας, πώς έπεσες; Τάχα να ακούεις τες φωνές μας; Τάχα να αισθάνεσαι τα δάκρυά μας; Τάχα να γροικάς τους στεναγμούς μας, το ώχου και την θλίψιν των παιδίων σου; Χίκα, Μονωδ. 39186· δ) (προκ. για τους πιστούς που ανήκουν στο ποίμνιο ενός ιερέα): Ο πάπας … μήνυσέν του (ενν. του ρήγα): «Παιδίν μου γλυκύν, εκείνοι όπου μηνιάζουνται εις το θέλημα είναι εκείνονε όπου τους μηνιάζουσιν» Μαχ. 2613· ε) (προκ. για τους πιστούς ως τέκνα του Θεού ή της Παναγίας): φυλακές και βάσανα διά το όνομά σου (ενν. Κύριε),| όλα τα υπομένομεν, ότ’ είμεστε παιδιά σου Ιστ. Βλαχ. 2614· παιδιά εσείς του Κύριου του Θεού σας Πεντ. Δευτ. XIV 1· στείλε τη χάρη σου σ’ εμάς, αγιότατη Μαρία,| να ’χομε μοίρα εις εσέ, ως μάννα στα παιδία (παραλ. 6 στ.). Λοιπό, μητέρα μας γλυκιά, στρέψε προς τα παιδιά σου,| φίλησε και συργούλισε, βάλε τα στην ποδιά σου| και την ελεημοσύνη σου δώσ’ τωνε να βυζάσου Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 10. 4) Νέος ακόλουθος· φίλος: αναπετώ την τέντα μου, σταίνω το φλάμουλόν μου,| συνάγω τα παιδία μου τα συνομήλικά μου,| δίδω βουλήν να μείνομεν πάλιν εις αυτόν τον τόπον Λίβ. P 509· βάνουν και δώδεκα παιδιά με τούτον (ενν. τον Πάριν) εις τον πύργον,| πρώτων αρχόντων ευγενών, όμοιοι σαν εκείνον,| λιθαρωτά, πανεύμορφα το εικοστόν το έτος Βυζ. Ιλιάδ. 355. 5) (Προκ. για άνθρωπο απερίσκεπτο, επιπόλαιο): Την όρεξή της (ενν. της γυνής σου) τσάκιζε, μηδέν βαλθεί και θέλει| τραγούδια, γάμους και χορούς και γλυκαθεί το μέλι.| Ωσάν το κάμνει η μέλισσα, θέλει πνιγεί απέσω,| δεν ξεύρω πλιο τιμητικά τέτοιον αιτιάν να χύσω.| Διατί αυτείνη η σαϊτιά εις την καρδιάν σου φτάνει| και δεν ευρίσκεται ιατρός τέτοιαν πληγήν να γιάνει (παραλ. 2 στ.). Δι’ αυτό ο Μαρκέζης έλεγεν, όποιος και αν γλυτώσει| να τονε κράζουνε παιδί, διότι απ’ ανθρώπου γνώση| δεν είναι μπορεζάμενον τινάς να κολυμπήσει| εις τέτοιον πέλαγος βαθύ και να μηδέν βουλίσει.| Χαρά σ’ αυτείνον που θωρεί τον κίνδυνον εκείνον| και στέκει απόξω και θωρεί καλύτερον τον κρίνον Δεφ., Λόγ. 502. 6) Δούλος· νεαρός υπηρέτης: Διγ. Z 4144, Σφρ., Χρον. (Maisano) 10814· Εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον| και πόρνη τις εγένετο …| ου προς τινάν των ευγενών ουδ’ από των μεγάλων,| αλλά προς ένα μισθαργόν, παιδίν του κηπουρού μας Καλλίμ. 2272. 7) (Σε σχέση με την ηλικία του ανθρώπου) α) μωρό, νήπιο: αυτός επαίρνει το παιδί και φέρνει το στο σπίτιν,| φέρνει το την γυναίκα του, πολλά το καμαρώνει (παραλ. 2 στ.), βυζάνου, θεραπεύουν το, κηδεύουσιν το βρέφος Βυζ. Ιλιάδ. 154· μέσα στη φούστα ευρέθηκε και το παιδίν αυτείνο| και ακόμη δυόμισι χρονώ να μην επέρνα κρίνω Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 561· Καμία εκκλησία ου ψάλλετον, αλλ’ ούδε ελειτουργάτον,| παιδία ουδέν εβάφτιζαν, νεκρούς ουδέν εψάλλαν Χρον. Μορ. P 5966· (προκ. για το Χριστό ως βρέφος): Με το άστρον λοιπόν ήλθον (ενν. οι μάγοι) … και εύρασι το παιδί με την Μαρίαν, την μητέρα του, και προσέπεσαν και επροσκύνησαν Πηγά, Χρυσοπ. 256 (16)· β) παιδί, αγόρι ή κορίτσι: Διήγ. Αλ. V 41, Μαλαξός, Νομοκ. 537· Θρήνος πολύς εγίνηκεν από μικρούς μεγάλους,| γέροντες, βρέφη και παιδιά, παπάδες, διδασκάλους Λίμπον. 462· έκφρ. από παιδίον = από την παιδική ηλικία: Φίλιππον τον ελέγασι … (παραλ. 1 στ.), οποίον τον εθέλασι έχει από παιδίον| κλεμμένον ’κ των γονέων του τα πλήθη των αθλίων Αχέλ. 1195· γ) (ειδικά) αγόρι (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β΄2 165): τοσούτον δε ηγάπησεν ο λαός πας| ατόν τον υιόν αυτού ως και παιδία ελάλουν το όνομα αυτού και παιδίσκαι Ιστ. πολιτ. 6514· Αφέντης τώρα όρισεν: «Οι γέροντες κι οι γράδες| ας πάσι να μισέψουσι (μόνον μη μπου στσ’ αρμάδες)| παιδιά μικρά και κορασές, γυναίκες παντρεμένες| και τσ’ άντρες τως ν’ αφήσουσιν οι παραπονεμένες» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19416· δ) (προκ. για τον Έρωτα): Πολλά μεγάλην αφεντιά, πολλά μεγάλη χάρη| έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·| βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει| και το κακό που μελετά δε μας το φανερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 274· ε) (συνεκδ.) άγαλμα, ομοίωμα μικρού παιδιού: Εις της Φιοκίνας γύροθεν ιστέκουνται τα ζώδια| και έμορφα και τορνευτά, γυαλόκοπα παιδία Λίβ. Esc. 2484· ϛ) νέος άντρας, παλληκάρι: παιδίν ξανθόν, αρτιγενές, μακρόν τῃ ηλικίᾳ Διγ. (Trapp) Gr. 2210· είχεν η φράσις ούτως δε των τριών παιδιών εκείνων:| «αυθέντη μέγα, βασιλεύς … (παραλ. 1 στ.), ημείς, γινώσκεις βασιλεύ, διά σέναν καρτερούμεν,| ποίον θελήσεις εκ τους τρεις γαβρόν διά να πάρεις» Απολλών. (Wagn.) 285· Δίχως να ηξεύρει η κόρη ή το παιδίν οπού μέλλουν να λάβουν τα μνήστρα, ήγουν την ευχήν και τον ασπασμόν, ουδέν εξιάζουν όσο γενούν εις αυτούς Ασσίζ. 52423· (σε προσφών.): Ευγενικότατον παιδί, που την ζωήν σου δίδεις| για την ζωήν των αλλωνών κι ουδεποσώς την χρήζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [903].
παιδωμή- η, Πανώρ. Β΄ 42, Δ΄ 108, Ε΄ 92, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 204, Β΄ 434, Γ΄ 423, Δ΄ 623, Ε΄ 140, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 46, Κατζ. Α΄ 265, 298, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 4, Πιστ. βοσκ. II 5, 286, III 6, 68, IV 5, 199, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 910, 1120, Γ΄ 730, 1211, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 95, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 424, 464, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2936, 3042, 40621, κ.π.α.· παιδεμή, Βοσκοπ. 82, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1034].
Από το παιδεύω, αναλογ. με τα ουσ. σε ‑ωμή που προέρχονται από ρ. σε ‑ώνω, όπως πληρωμή <πληρώνω (Βλ. Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 648]). Ο τ. στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 66, Β΄ 319, Θυ. Α΄ 140, 146, Γ' 343, Δ΄ 263, Ε΄ 212 και στην Ιστορ. Αθέσθη 173, 1034. Η λ. σε έγγρ. του 17. και 18. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 14424, 14727, 15330 και Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972-3, 228), σε κυπριακά ποιήματα (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 34, 1970, 10244) και σήμ. στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
1) α) Βάσανο, στενοχώρια: Ω κόσμε, ανέναι και χαρά δε μου ’δωκες ποτέ σου,| μάλλιος σ’ εμέναν έριξες όλες τσι παιδωμές σου Πανώρ. Β΄ 468· εδά γροικώ άλλη παιδωμή, εδώ γροικώ άλλη ζάλη,| επάψασι όλες οι μικρές και μ’ εύρηκε η μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1003· (προκ. για ερωτικό καημό): Ας πέσουν οι πλεξίδες σου, το στήθος σου ας μαυρίσει·| τότες κι εμέν η παιδωμή αν τύχει να μ’ αφήσει Πανώρ. Β΄ 410· Στη δούλεψη κι εις τσι καημούς μικρή περισσά εμπήκα| τσ’ αγάπης κι όλα τα κακά κι οι παιδωμές μ’ ευρήκα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 16· φρ. δίδω παιδωμές = παιδεύω, στενοχωρώ: τώρα γιάντα εβάλθηκες νέα να μου χαρίσεις| και να μου δώσεις παιδωμές και να με βασανίσεις; Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 35523· β) συμφορά, δυστυχία: Ώφου, πρικύ μου ριζικό κι αντίδική μου μοίρα,| πόσα γοργό μ’ εκάματε νύφη γιαμιά και χήρα (παραλ. 2 στ.)! Ποιο πράμα μ’ άξωσες να δω, ποια πρίκα να γνωρίσω,| ποια παιδωμή, ποιο βάσανο, ποιον πόνο να γροικήσω! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 490· τα κακά ακόμη και τες πρίκες,| τους χαλασμούς και παιδωμές και πλήσες καταδίκες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29624· Ω παιδωμή τω Χριστιανώ ζωή, τυραννισμένη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23124. 2) α) Τιμωρία, ποινή: Δίκαιο λοιπό αποφάσισες να χάσουν τη ζωή τους| και μην αργείς στό φταίξασι να ’χουν την παιδωμή τους Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 26· ανέν κι αργεί καμιά φορά την παιδωμή να δώσει (ενν. ο Ζεύς),| για να ’χει ο φταίστης τίβοτας καιρό να μεταγνώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 307· Γλήγορα, σα θωρώ, θα σ’ αντιμέψου| τά ’χεις στον κόσμο τούτο καμωμένα,| γλήγορα παιδωμή θε να σου πέψου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. γ΄ 435· β) κακοποίηση, κακομεταχείριση: Τσ’ Αγαρηνούς εκόψανε (ενν. οι Φράγκοι) και τους Ρωμιούς επιάσα| και με μεγάλες παιδωμές κάτω τους κατεβάσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3576· γ) βασανιστήριο: Τριγύρου του έχει (ενν. ο διάβολος) δαίμονες με πύρινα καμάκια| και του κτυπούν και στσι πληγές του βάνουσι φαρμάκια (παραλ. 1 στ.) και άλλες περίσσιες παιδωμές να βρούσινε γυρεύουν Τζάνε, Κατάν. 326· στην κόλαση θα κρίνεσαι για την κακή σου γνώμη| και παιδωμές εις την ψυχή θέλεις να δεις ακόμη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4053. 3) Ανησυχία, αγωνία: Ταχιά ταχιά εσηκώνουντο (ενν. η Αρετούσα), πριν να ξυπνήσου οι άλλοι,| κι ο λογισμός τση ευρίσκετο σε παιδωμή μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 450. 4) Κοπιαστική προσπάθεια: ΄Ωφου! με πόση παιδωμή ως εδεπά ήφερά το! (ενν. το ’λάφι) Πανώρ. Β΄ 67· εγώ άρχισα τσι παιδωμές να γράψω και ν’ αφήσω,| και το Χριστό με την καρδιά όλη να προσκυνήσω,| πως μ’ άξωσε κι ετέλειωσα με παιδωμή και κόπο,| να τον αφήσω πίσω μου στα χέρια των ανθρώπω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5807.
παιδωμός- ο, Πανώρ. Α΄ 54 κριτ. υπ.
Από το ουσ. παιδωμή με επίδρ. του ουσ. παιδευμός.
Δοκιμασία, βάσανα, ταλαιπωρία: συ …, Θεοτόκε Μαρία (παραλ. 1 στ.), να μεσιτεύσεις δι’ εμέ … (παραλ. 3 στ.), τον κόπον οπού έβαλα ν’ αρχίσω και να δώσω| στα χέρια των χριστιανών καλά να ξετελειώσω,| ογιά να ιδούν τον παιδωμό, τη μάχη να γνωρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13320.
παίζω,- Προδρ. (Eideneier) I 11, 15, Ασσίζ. 1227, Διγ. (Trapp) Gr. 122, Διγ. Z 1156, Βέλθ. 127, 698, Λίβ. P 518, Λίβ. (Lamb.) N 655, 795, Λίβ. N 1130, Αχιλλ. L 274, Αχιλλ. (Smith) O 180, Μαχ. 1769, 2701, 4621, Απόκοπ. (Αλεξ. Στ.) 329, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 128, Διγ. Άνδρ. 3771, Πεντ. Γέν. XXI 9, Αχέλ. 12, 737, Κυπρ. ερωτ. 1516, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 515, Β΄ 665, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 336, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 270, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15916, 2153, 28524, 39619, κ.π.α.
Το αρχ. παίζω. Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Παίζω α) παιγνίδι: Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 147, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1047], Γ΄ [56]· (προκ. για βιτάλι· για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Α΄ 164): καβαλικεύω το ραβδίν και παίζω το βιτάλιν; Προδρ. (Eideneier) II 26-13 χφ Η κριτ. υπ.· (εδώ σε ιδιάζ. χρ.): να φέρουν (ενν. οι Τούρκοι) το κεφάλι του (ενν. του γενεράλε) έμπροσθεν του βιζίρη| και μπάλα να το παίξουνε του διπλοκακομοίρη! Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 52516· β) (με την πρόθ. μετά + αιτιατ.): όταν ποιήσουν νεοσσούς (ενν. οι πελεκάνοι), η θηλυκή καθέζει| και βλέπει τα πουλία της και παίζει μετ’ εκείνα Φυσιολ. (Legr.) 791. 2) (Προκ. για άθλημα ή αγώνισμα) συμμετέχω, παίρνω μέρος: Ρέντες και τζούστρες έπαιξα, κανείς ου νίκησέ με Ιμπ. 772· εκεί να ίδεις τον Χορδόν μετά του Παντολέοντος,| πώς κουρταλίζουν εύνοστα και παίζουν και τους πύξους Προδρ. (Eideneier) IV 368· Εκεί να ιδείς παιζόμενον ένδον το σφαιροδρόμιν Προδρ. (Eideneier) IV 366· Οι δε άρχοντες … παίζουσι το τσουγκάνιον Διαθ. Νίκωνος 2251· αφόν εφάγαν (ενν. οι καβαλλάρηδες), εκατέβησαν εις την αρχιεπισκοπήν και επαίζαν την τζάκραν Βουστρ. 430. 3) α) Ερωτοτροπώ: Καλλίμ. 949, 2089· β) συμμετέχω σε ερωτικά παιγνίδια: έλεγόν μου να παίξω με γυναίκας και δεν τως άκουα Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 138. 4) α) Παίζω τυχερό παιγνίδι: Περί επισκόπου και των άλλων του κλήρου, οπού να παίζουν χαρτία ή να μεθούν Μαλαξός, Νομοκ. 190 τίτλ.· συμβουλεύω σε τα ζάρια να μη παίζεις| και μετ’ αυτά τα χέρια σου ποτέ να μη τα πιάσεις Σαχλ. N 108· μετά των αρχόντων παίζων ζάρια (ενν. ο πρωτοβεστιάριος) Έκθ. χρον. 284· οπού παίζει τα χαρτιά με τούτον κείνον ’μάδι,| πότε τον βλέπεις κι έν’ πτωχός και πότε έναι ρημάδι Δεφ., Λόγ. 95· Ανάμεσά τους μοίρασαν τα ρούχα τα δικά μου,| τα ζάρια επαίξασιν διά την φορεσιάν μου Παλαμήδ., Ψαλμ. 425· β) διακινδυνεύω κ. σε τυχερό παιγνίδι: όντας απέθανε ο πατέρας του, ό,τι του ηύρε το έπαιξε στα χαρτία Σουμμ., Ρεμπελ. 171· Έπαιξες και τα ρούχα σου και εχάσες τα εις το αζάριν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121· όταν δεν έχει ο ζαριστής, τα ρούχα του ’μαχεύγει,| και παίζει τα και χριώνεται κι από την χώραν φεύγει Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 135. 5) Παίζω μουσικό όργανο: Λίβ. P 1050, Απολλών. 223, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 128, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1017, Βοσκοπ.2 445· (εδώ προκ. για καμπάνα): εις τες μαντίνες το πωρνόν επαίξαν την καμπάνα Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 341· φρ. παίζω τρουμπέτες της νίκης = (σε στρατιωτική χρ.) σαλπίζω νικητήριο σάλπισμα: Τα κούρση όλα ήφερε (ενν. ο Γιλδάσης) στο Κάστρο κι έδειξέ μας·| τρουμπέτες, όταν έμπαινε, της νίκης έπαιξέ μας Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23810. 6) α) (Με αντικ. τη λ. μουσική): Οι μεν να παίζουν μουσικήν και άλλοι να παίζουν λύραν Λίβ. Esc. 931· β) (σε στρατιωτική χρ., με υποκ. μουσικό όργανο) δίνω (μουσικό) παράγγελμα: Εβράδιασε κι οι σάλπιγγες επαίξα να σκολάσου,| οι σκοτωμοί να πάψουσι για τότες, να περάσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1193· το τρουμπέτι έπαιξεν στρέμμαν Μαχ. 6624· (εδώ μεταφ.) Παίξετε θλιβερότατα, σάλπιγγες τους καημούς μας Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 383. 7) α) Χειρίζομαι όπλο· πυροβολώ: οι καβαλάροι τω Φραγκώ με τ’ άλογα γλακούσα,| κι επαίζα τ’ αρκομπούζα τως και των Τουρκώ κτυπούσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20222· τα μουράγια ν’ άφτουσι, να ρίχνουσι μορτάρια,| να παίζουν οι γιανίτσαροι τουφέκια και δοξάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2844· ετρέχασι με πόλεμο τότες να μπούνε μέσα (παραλ. 1 στ.). Να παίζου κόρδες και σπαθιά, δοξάρια και μοσκέτα,| λουμπάρδες, μπόμπες ν’ άφτουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2927· να παίζου τότες τουφεκιές (ενν. οι χριστιανοί) και λουμπαρδιές να σύρου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 15224· (εδώ πρόκ. για το τόξο του Έρωτα): πολλά μεγάλη χάρη| έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 274· (εδώ προκ. για σκριμίδα μεταφ.): ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Καλά το λέγεις, μα όντας δεις καλή γουλιά στο πιάτο| να θα την πιάσω, το ζιμιό μου λέγεις: «Άσ’ την κάτω!»| ΜΠΡΑΒΟΣ: Να ξέρεις πως κι εκεί καλά κατέχω τη σκριμίδα.| ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Να τηνε παίζει πλια κολλά ποτέ μου άλλο δεν είδα Στάθ. (Martini) Α΄ 124· (εδώ μεταφ.): τ’ αστραποβροντίσματα το νέφαλο ας παίξει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 55125· β) (με την πρόθ. με + αιτιατ.): έπαιξεν (ενν. ο παχιάς) τόσον δυνατά με την αντελλαρίαν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 266· γ) (με αντικ. τη λ. κοντάρι) παίρνω μέρος σε κονταροχτύπημα: ξένοι, δικοί να μαζωκτούν, να παίζονν τα κοντάρια Ιμπ. (Legr.) 330· Καβαλικεύει ο Λίβεστρος και παίζει το κοντάριν| μετά τους συντοπίτας του τους εκατόν τούς είχεν Λίβ. N 658· (με τη λ. κονταριές σε διάφ. τ.): να ποίσουν τον Ιμπέριον άδειαν να πολεμήσει,| να παίξουσι τες κονταριές μετά του Αλαμάνου Ιμπ. 411· Ας έλθει οπού έχει θέλημα να παίξει κονταρέας Αχιλλ. N 142· να ’ρθει να παίζει κονταρές, αν τύχει να νικήσει Ιμπ. (Legr.) 407. 8) Πολεμώ, μάχομαι με κάπ.: όπου κι αν εκατάλευκες με χίλιους η αφεντιά σου (παραλ. 1 στ.) και τ’ άλλο μέρος να ’τονε τέσσαρες, πέντε κι έξι| χιλιάδες, και να σμίγετε, να θέλετε τες παίξει,| τους ημισούς εσκότωνε πάραυτα η αφεντιά σου Κορων., Μπούας 149· Επαίζαν (ενν. οι Τούρκοι) και ακτυπούσαν της (ενν. της Αμμοχώστου) με την μεγάλην ζάλην Θρ. Κύπρ. M 726. 9) (Με υποκ. τη λ. μοίρα ή συνώνυμές της) ταλαιπωρώ, βασανίζω: το πώς παίζει τον άτυχον (ενν. η μοίρα), ωσάν παιγνιώτης λύραν Σαχλ., Αφήγ. 26· έδε και τι να ποίσεις| θέλεις ου θέλεις έκδεξαι, παίζει κι εσέν η τύχη Γλυκά, Στ. 312· (σε βυζ. παροιμ.· για το πράγμα βλ. Πολ. Ν., Παροιμ. Β΄ 456): άφες, μη τον ζηλεύεις,| η άρκος μετ’ εσέν παίζει· να παίξει και μετ’ αύτον Γλυκά, Στ. 369. 10) α) Κοροϊδεύω, περιπαίζω: Πως με γελάς και παίζεις με, το λόγιασα περίσσα Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [72]· κρυφογελούν τον (έκδ. κρυφογελούνται· διορθώσ.· βλ. κρυφογελώ) δε κρυφά (ενν. εκείνον οπού ψάλλει), παίζουν τον σαν κοπέλες Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 222· Ζητώ τη φαμελία μου αυτείνος να μου δώσει,| αυτείνος δεν προσδέχεται να μου την παραδώσει·| και να του δώσω έταξα πράμα πολύ μεγάλο,| κι εκείνος με περηφανεί, παίζει με δίχως άλλο Αλεξ. 1312· κείνος οπού ’ρέγεται ως διά να την πηδήσει (παραλ. 11 στ.) τυφλώνει (ενν. η πολιτική) και εγδέρνει τον, παίζει τον και γελά τον Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 292· β) πειράζω, ενοχλώ: μία χήρα άπορος …| είχεν και όρνιθαν χοντρή κι ελάλιε την Καβάκαν (παραλ. 6 στ.)· … έχει κάτον η γραία,| χοντρόν κοτσάκιν κόκκινον την τρίχα μου (ενν. της αλουπούς) ομοιάζει (παραλ. 6 στ.)· θεωρεί η γραία πως έρχομαι, έχει το κάτος έναι (παραλ. 5 στ.). Εγώ καλοζυγώνω την και πιάνω την Καβάκα,| θεωρεί η γραία και λέγει με: «Την αδελφή σου παίζεις;» Συναξ. γαδ. (Pochert) 184· γ) (με τις προθ. με, μετά + αιτιατ.) αστειεύομαι με κάπ., δεν τον παίρνω στα σοβαρά: Βασιλιός αληθινός εφάνηκα ’ς καθένα,| να μην αποκοτά ποτέ να παίζει μετά μένα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 256· μπορούσι να θωρούσι| κι οι άλλοι, οπού στω βασιλιώ τα σπίτια κατοικούσι,| το θάνατό του (ενν. του Πανάρετου) το σκληρό, να τρέμου σαν καλάμι| να παίζου με τσι βασιλιούς σε τέτοιο τρόπο αντάμι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 238· δ) χλευάζω, γελοιοποιώ: τα κοπέλια ευρίσκουν σε, δένουν σε με το ράμμαν| και το χωρίον γυρίζουν σε, τον θάνατόν σου παίζουν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 98 χφφ ΑΖ κριτ. υπ.· να ’ρίσει ο σκύλος τα σκυλιά να με κακολογήσουν,| να παίξουσιν το στέμμα μου, να βρίσουν την τιμήν μου Ανακάλ. 51· ηθέλησε (ενν. ο σουλτάν Μεχεμέτης) να παίξει το αγγελικό σχήμα των καλογήρων Δωρ. Μον. (Βαλ.) 45· ε) διασκεδάζω κάπ.: να τους παίζει (ενν. η καμήλα) να γελούν, να τους παραμυθίζει Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 85. 11) α) Εξαπατώ, ξεγελώ: Ακόμη άλλην αίρεσιν έχουσιν οι τοιούτοι (παραλ. 5 στ.). Ω της απανθρωπότητος, ουαί της δυστυχίας,| πώς τους πλανά και παίζει τους εχθρός της αλήθειας Ιστ. Βλαχ. 1736· οι Τούρκοι μάς επαίζασι εκείνη την ημέρα,| το πως εγελαστήκαμε κι εβάλαμε παντιέρα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2223· Όλους γελάς και παίζεις τους (ενν. κόσμε δολερέ) με τα πλανέματά σου Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 117· β) (με υποκ. τη λ. οίνος) μεθώ, ζαλίζω: Πόσους ο οίνος έπαιξεν οι οφθαλμοί το δείχνουν Ημερολ. 16. 12) Κουνώ, σείω: Ένα δεντρόν ευρίσκετο σε κήπον ωριωμένο,| μα ’χε τις ρίζες του γδυμνές κι ήτον και μαδισμένο (παραλ. 1 στ.), … το ’παιζεν ο άνεμος ωσάν λιανό καλάμι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 13423· συντροφιές εμπαίνασι κι επαίζαν τες παντιέρες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2454· την ουράν του (ενν. ο σκύλος) άρχισε να σείει, να την παίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1286· Κάθοντας … επάνω εις το φαρίν (ενν. ο Κωνσταντίνος) έπαιζεν μοναχός του το κοντάριν του Διγ. Άνδρ. 31913· Ο δε Βούλγαρης ήτον δυνατός …, είδεν το κορμίν του Βασιλείου, γυρίζει το και παίζει το απάνω και κάτω και κατεφρόνησέ τον Hist. imp. C 98· φρ. παίζω κοντογύρισμα = κάνω ελιγμό: απαίρω το σκουπόραβδον γοργόν από την χρείαν| παρακαλών, ευχόμενος και δυσωπών και λέγων:| «Πανάχραντέ μου, κράτει την, εμπόδιζε, Χριστέ μου,| μη παίξει κοντογύρισμα και επάρει το ραβδίν μου …» Προδρ. (Eideneier) I 176. 13) (Με αντικ. τη λ. άλογο) ιππεύω: όταν σηκωθείς ποτέ από τραπέζης,| το άλογόν σου πρόσεχε ότι να μην το παίζεις (παραλ. 2 στ.), μόνον να βγαίνεις νηστικός να περιδιαβάσεις| και παίξε και το άλογον ώστε που να χορτάσεις Ιστ. Βλαχ. 2134, 2138· Στον Διγενή πάνω ’ρχουνταν (ενν. η Μαξιμίλλα) κι έπαιζεν τ’ άλογό της Διγ. O 2919. Β´ Αμτβ. 1) Παίζω: Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1042], Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4522, Καλλίμ. 1320· (ειρων.): ο μαρκέζης Μάντουας τον ζήτησε (ενν. τον καπετάνιο που είχε συλλάβει ο κόντες) του κόντου,| διατί του ήταν γενεά κι είχε τον ιδικόν του.| Κι ο κόντος τον εχάρισε διά όνομα μαρκέζη,| μα αν ήτον άλλος παρ’ αυτόν, του ’θελε πει να παίζει Κορων., Μπούας 11· (μεταφ.): αφότου κουρταλίσουσιν και παίξουσιν ως το έθος (ενν. τα κρομμύδια μέσα στο κακκάβι) Προδρ. (Eideneier) IV 370· (πρόκ. για πουλί) πετώ εδώ κι εκεί: Αι άλλες πάλιν ήσαν ελεύθερες εις το πέτασμα και έπαιζαν και έκαμναν κύκλους και πάλιν εκάθιζαν εις τα δένδρα Διγ. Άνδρ. 3756. 2) Χορεύω: Αλεξ. 2728, Πεντ. Έξ. XXXII 6, Διγ. Άνδρ. 4036. 3) α) Διασκεδάζω: εκεί (ενν. εις την βρύσην) παίζουσα (ενν. η κόρη) και βρέχουσα (ενν. τα ποδάρια της), παρευθύς ευρέθη ένας δράκων Διγ. Άνδρ. 37523‑4· Του Μερκουρίου δε ο νους δεν ήτον στο τραπέζι,| ούτ’ εις φαγίν ούτ’ εις ποτόν να κάθεται να παίζει Κορων., Μπούας 15· (ειρων.): Παίζεις τοιαύτα ακούων, ω ιερεύ; Έχεις νουν; ειπέ μοι Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 721· β) (προκ, για στίχο) έχω διασκεδαστικό, ψυχαγωγικό περιεχόμενο: ουκ είχον ουν ο δύστηνος το τι προσαγαγείν σοι (παραλ. 2 στ.), ειμή τινάς πολιτικούς αμέτρους πάλιν στίχους,| συνεσταλμένους, παίζοντας, αλλ’ ουκ αναισχυντώντας Προδρ. (Eideneier) I 10· γ) (Προκ. για μάτια) φανερώνω παιγνιδιάρικη, εύθυμη διάθεση: τα ομμάτια του (ενν. του Ιμπέριου) ολόμαυρα χαμογελούν και παίζουν Ιμπ. 84· δ) αστειεύομαι: όσοι χριστιανοί υπάσιν εις γάμον οπού γίνεται, σεμνά και έντιμα να κάθουνται, μηδέ να χορεύουσιν μηδέ να παίζουσιν μηδέ να γελούσιν άσεμνα Νομοκριτ. 71· βάλε στρατηγόν εις ταύτα τον μαρκέζη| τον θαυμαστόν της Μάντουας, που ’ς πόλεμον δεν παίζει,| αλλά με γνώσιν και ανδρειάν δείχνει το τι αχρήζει Κορων., Μπούας 58· Τούτον τον λόγον ει μεν τις ούτως απλώς νοήσει| προς μόνον το φαινόμενον, ουδέν σπουδαίον έχει,| αλλ’ ή χυδαίον νόμιμον παιζούσης θεωρίας Γλυκά, Αναγ. 248. 4) α) Ερωτοτροπώ: Ημερολ. 66, Διγ. Άνδρ. 39618· β) επιδίδομαι σε ερωτικά παιγνίδια: Εγώ δε ωσάν εξύπνησα από τον ύπνον, επίασα και εστολίζουμουν … και εκάθουμουν και επάντεχα τον νέον να παίξομεν ως είμεσθεν συνηθισμένοι Διγ. Άνδρ. 3701· φρ. παίξε γέλασε = (εδώ) διασκέδαση με ερωτικό σύντροφο: θέτομε αγκαλιασμένοι εγώ κι εκείνη| και με το παίξε γέλασε αρχινίζει| όλη η ανατολή να κοκκινίζει Βοσκοπ.2 227. 5) α) (Προκ. για μουσικό όργανο) παράγω ήχο· εκτελώ μουσικό κομμάτι: Βιολιά να παίζου, τσίτερες, λαγούτα να λαλούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 57017· άρχεψαν τα όργανα και παίξαν οι τυμπάνοι Βίος Δημ. Μοσχ. 450· β) (σε στρατιωτική χρ.) δίνω παράγγελμα: στην τριντζέρα οληνυκτίς στέκουσι κι αγρυπνούσι| όντε οι τρουμπέτες παίξουσι, στον πόλεμο να βγούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19026· ευθύς τον καπετάν-πασά θωρούσι (ενν. οι Παριανοί)| και ήρχετο μέσα με όλη την αρμάδα (παραλ. 1 στ.) και οι σάλπιγγες επαίζαν και ελαλούσαν| και άλλα πολλά παιγνίδια οπού βαστούσαν Λεηλ. Παροικ. 309· όνταν έπαιξεν η τρουμπέτα τη νύκταν εκείνην της Κυριακής, εκαβαλλίκεψεν ο ρήγας και ο πρίντζης και ο κοντοστάβλης Μαχ. 36415. 6) (Προκ. για όπλο) βρίσκομαι σε χρήση: Εβρυάζασιν οι τουφεκιές κι επαίζαν τα δοξάρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 38821· Πού ’σαι, Γιλδάση ευγενικέ, και πού ’ναι η κατεχιά σου ’ς τούτη τη μάχη να σταθείς, να παίξουν τ’ άρματά σου; Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 31312. 7) (Προκ. για τη γνώση, τη φρόνηση) ενεργοποιούμαι, λειτουργώ: μη δώσεις κακόν αντί κακού, συγκέρνα τον εχθρόν σου,| συμπαρηγού απ’ αύτον σου, η γνώσις σου ας παίξει Σπαν. (Μαυρ.) P 94· Να παίξει η φρόνεψή σου| θέλω σε τούτη τη δουλειά κι εσέ και τσ’ αδερφής σου Στάθ. (Martini) Α΄ 159· Στέκει, διαλογίζεται πώς να τους ταπεινώσει| και λέγει τότε μέσα του: «Τώρα να παίξει η γνώση» Γαδ. διήγ. (Pochert) 10η. 8) (Προκ. για άλογο) καλπάζω με ιδιαίτερη επιδεξιότητα: Ο φάρας έπαιζεν τερπνώς πάντας υπερεκπλήττων,| τους γαρ πόδας τούς τέσσαρας εις έν επισυνάγων,| καθάπερ ως εν μηχανῄ εκάθητο εκείσε,| άλλοτε δε εφαίνετο λεπτοπυκνοβαδίζων,| ως δοκείν μη περιπατείν, αλλά χαμαί πετάσθαι Διγ. (Trapp) Gr. 137· ανέβην, εκατέβηκε να παίζει το φαρίν μου Λίβ. Sc. 11ρ2· Το άλογον ήτον άγριον και επιτήδειον να παίζει Διγ. Άνδρ. 34717· IΙ. (Μέσ.) Διασκεδάζω: ήτον (ενν. ο Αίας) αφροντιστικός, ελαφρός από λόγια,| πολλά πάντα επαίζετον μετά χαράς εκείνος Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 2107 (Δωδώνη 8, 1979, 366). Φρ. 1) Παίζω λεβάδα, βλ. λεβάδα Φρ. 2. 2) Παίζω τα μάτια = κοιτάζω δεξιά αριστερά, προς όλες τις κατευθύνσεις: ώρες τες βάρδιες έλλασσα κι ώρες εις τη ντεστέζα| εσύρνουμου, κι αποδεκεί τα μάτια μόνο επαίζα,| κι αποδεκεί των ήσυρνα συχνιά κατά τα νάτα| πόντες, μαντρέτα, στρογγυλά, ροβέρσα, σγαλεμπράτα Στάθ. (Martini) Γ΄ 32. 3) Παίζω με το μάτι, βλ. ομμάτιον Φρ. 17. 4) Παίζω την πεζάλαν = βαδίζω, πηγαίνω με τα πόδια: ειδέ και αφήσουν με ποτέ (ενν. οι ηγούμενοι) να έκβω προς ολίγον,| ως μυλωνάς εξέρχομαι καί παίζω την πεζάλαν Προδρ. (Eideneier) IV 312. 5) Παίζω και πηδώ = εκδηλώνω έντονη χαρά: οι Τούρκοι σαν το μάθανε, χαρές πολλές αρχίζου (παραλ. 1 στ.), πως ο Γιλδάσης έφυγε και πλιο δεν πολεμάει (παραλ. 1 στ.). Επαίζαν κι επηδούσανε, πως εξελυτρωθήκα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 30513· Κάτω παν οι γυναίκες μας … (παραλ. 1 στ.), … οι Τούρκοι τσι θωρούσι| πως στο καράβι μπαίνουσι, παίζουσι και πηδούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 22510.
παίνεμα- το, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 269, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1418, 2226· παίνεμαν, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 113.
Από τον αόρ. του παινώ (βλ. επαινώ) και την κατάλ. ‑μα. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. επαίνεμα, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παίνεμα(ν)). Τ. επαίνεμα στο Βλάχ. και σήμ. στον Πόντιο (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. επαίνεμα, όπου και τ. επαίνεμαν). Η λ. και σήμ.
1) α) Έπαινος: θέλει ακουστεί το παίνεμα κι εσένα να δοξάσου,| πως έλαβες πολλές τιμές μέσα στον πόλεμό σου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4122· φρ. κάνω παινέματα = επαινώ κάπ.: οι στρατιώτες τση Βλαχιάς παινέματα του κάνου (ενν. του Ρωτόκριτου)| και τρέμουν όντε τα μιλούν κι όντε τ’ αναθιβάνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 961· β) κολακεία: ’ς τούτα τα θρονιά τ’ αφτιά μου αφουκραστήκα| πολλώ λογιώ παινέματα, σαν είν’ συνηθισμένοι| να ’ναι εκ τον κόσμο οι βασιλιοί πάντα τως τιμημένοι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 267· γ) επαινετικός λόγος, εγκώμιο: Η γλώσσα στίχους να μιλεί κι ο νους να κατεβάζει,| να γράφ’ η χέρα στο χαρτί και να μηδέ σκολάζει| ύμνους πολλούς, παινέματα και νίκες τόσες κι άλλες| που Μοτσενίγος Λάζαρος έκαμε ο γενεράλες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3991. 2) (Προκ. για το Θεό) δόξα: τον καρπό του (ενν. του δέντρου) τρία χρόνια … να μη φαγωθεί. Και εις τον χρόνο το τέσσαρτο να είναι όλος ο καρπός του άγιο παίνεμα του Κύριου Πεντ. Λευιτ. XIX 24. 3) α) Αντικείμενο επαίνου, καύχημα, καμάρι: που ’ναι τόσοι χριστιανοί; Στο χώμα μέσα λυούνε!| Κι οι άρχοντες της Βενετιάς πού ν’, οι Ρωμαίοι πού ’ναι;| Τώρα που θα με δώσουνε, θαμπώνεται το φως μου,| οπού ’τον χρόνοι και καιροί παίνεμα το δικό μου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 54820· β) (προκ. για πρόσωπο): μετ’ αυτούς τσι λογισμούς πάγει κι αυτός (ενν. ο Ρωτόκριτος) και βγάνει| τ’ άρματα και κοντά κοντά στην κλίνη του τα βάνει,| ογιά να τα βρει την αυγή, ν’ αρματωθεί ως στρατιώτης| και να ’ναι πρώτος ολωνώ, το παίνεμα της νιότης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1236. 4) Αξιέπαινη πράξη: να γράψει το κοντύλι μου και να μιλήσει η γλώσσα| τσι φρόνιμες κυβέρνησες και τσ’ αξωμένες τόσα,| με τες οποιές η χώρα μας ετούτη κυβερνάται| και μόνο τα παινέματα τα τόσα σου δηγάται Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 24. 5) Έγκριση, επιδοκιμασία, επικρότηση: Καλα κι αν πάψεις το θυμό λίγο κι αφουγκραστείς μου,| παίνεμα ελπίζω, αφέντη μου, να δώσεις τση βουλής μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 268.
παλάδα (II)- η.
Το βενετ. palada· πβ. και ιταλ. palata <palo (Battisti-Alessio, Diz. etim., λ. palata1).
Φράχτης από πασσάλους: Τότες εσυμβουλεύθησαν κι ευρήκασίνε τρόπο| και την παλάδα ανοίξανε κι εκάμασίνε τόπο,| οι βάρκες για να μπαίνουσι, να φέρνουσίνε πράμα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 51524.
παλαιά,- επίρρ., Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2792· παλαία, Κορων., Μπούας 149.
Από το επίθ. παλαιός. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Στην παλιά εποχή: οι Ρωμαίοι ακόμη| … έχουν την ίδια γνώμη,| εκείνην οπού ’χαν παλαιά, και δεν την εσαλεύσαν Λίμπον. Επίλ. 45· Δεν ήξευρεν ο αετός πλέον το τι να κάμει·| στον Δία εβουλήθηκε μόνον να καταδράμει,| να πα να πει τά έπαθεν όλα εκεί ομπρός του,| (διότι έλεγαν παλαιά πως ήταν εδικός του …) Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 222.
παλαιόκαστρον- το, Δούκ. 4219· παλιόκαστρο, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3222, 3246.
Από το επίθ. παλαιός και το ουσ. κάστρον. Τ. παλαιόκαστρο σήμ. ως τοπων. (Μπόγκα, Γλωσσ. Ηπείρου Α΄ 288), (Βαγιακ., Πύργοι και κάστρα 51). Τ. παλέκαστρον στα βόρεια ιδιωμ. (Ανδρ., Αθ. 45, 1933, 257). Τ. παλιόκαστρον στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. το 10. αι. (Sophocl.) και σε έγγρ. από τον 11.-15. αι. (Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ. 284, Caracausi 430, Act. Lavr. 737, 28, 745, 779, 10, 999, κ.α., Act. Xén. 2521, Act. Doch. 2817, Act. Saint-Pantél. 155, 1718 και Act. Pantocr. 96).
Παλιό (κατεστραμμένο) κάστρο: ακόμη ευρίσκεις ένα βουναλάκι και έχει έναν παλαιόκαστρον απάνω και έχει πόρτον εις την μερέαν του μαστόρου και λέγουν το πόρτο Καραβόλο Πορτολ. B 229. Η λ. ως τοπων. (Για το πράγμα βλ. Βαγιακ., Πύργοι και κάστρα 51 και Μενάρδ., ΕΕΒΣ 7, 1930, 248): Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 32215, 5602.
παλαιός (I),- επίθ., Προδρ. (Eideneier) IV 29, 180 χφ Ρ κριτ. υπ., Ορνεοσ. 54728, Σπανός (Eideneier) Α 449, Χρον. Μορ. H 3132, Χρον. Μορ. P 1354, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 302 κριτ. υπ., Μαχ. 15210, 19214, 28831, Θησ. Πρόλ. [106], Έκθ. χρον. 182, Πανώρ. Πρόλ. 58, Διγ. Άνδρ. 36013, Λίμπον. 512, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 237, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 90, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 24815, κ.α.· παλαίος, Διγ. (Trapp) Gr. 1655, Ερμον. Υ 79, Χρον. Μορ. H 1354, Χρον. Μορ. P 3132, Λίβ. N 967, Θησ. (Foll.) I 2, Καραβ. 5005, 5037, Χούμνου, Κοσμογ. 1762, Πορτολ. A 20532, Αχέλ. 255, 537, 2407· παλιός, Φαλιέρ., Ιστ.2 179, Κυπρ. ερωτ. 7532, 10726, Πανώρ. Γ΄ 313, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 59, Β΄ 113, Ε΄ 3, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1252, 1270, Στάθ. (Martini) Α΄ 67, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 733, Ε΄ 96, 136, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 316, Δ΄ 464, Ιντ. δ΄ 68.
Το αρχ. επίθ. παλαιός. Ο τ. παλαίος και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. παλιός και σήμ. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ. 168, λ. παλ’ός, Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. παλαιό).
1) Μεγάλος στην ηλικία, ηλικιωμένος α) (προκ. για πρόσωπα): Ιστ. πατρ. 17323· σ’ ετούτα τα λαγκά, σιμά στην άσπρη βρύση,| βρίσκεται γεις παλιός βοσκός τσι χρόνους φορτωμένος Πανώρ. Α΄ 265· β) (προκ. για ζώα): Φυσιολ. (Legr.) 715· δείπνο μεγαλότατο μου ’πε να τον ορδινιάσω·| έξι τσικίνια μου ’δωκε να πα να τα ξοδιάσω,| κι ηύρα καπόνους τρεις παλιούς, βυζασταρές και γάλλους| τέσσερις ομορφότατους, καλούς, παλιούς, μεγάλους Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 537, 538· γ) (προκ. για φυτά): πολλά παλαία δένδρα,| ο ήσχιος τους εσκέπαζε την όψιν την αιώνιαν| της γης, όπου ποτέ εκεί ήλιος ουκ εισεβαίνει Θησ. Ζ΄ [373]. 2) (Για πρόσωπα) α) που υπάρχει από το παρελθόν, από παλιά, «παλιός»· (προκ. για φίλο, εχθρό, κλπ.): Λίμπον. 475, Συνθήκ. Καλλ. 302· (εδώ προκ. για στρατιώτη· πβ. νέος 1ε): εσηκώθην μεγάλη τάραξη και ταραχή μεσόν τους λας των αρμάτων τούς νέους με τους παλιούς Μαχ. 9631· β) που έζησε στο μακρινό παρελθόν, αρχαίος: Βακτ. αρχιερ. 154, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5885, Διγ. Άνδρ. 39329, Λίμπον. 484· Φίλιππον τον ελέγασι Λάσκαρη, ’κ τους Ρωμαίους,| τους πρώτους άρχοντες αυτών, εκείνους τους παλαίους Αχέλ. 1193· η κοινή γλώσσα η εδική μας, μη γυρεύοντας εις τούτο το μέρος άλλους καλλωπισμούς, φυσικά όλες τις μετοχές των παλαίων Ελλήνων τες διαλύουν με το ’ριστικόν ρήμα Σοφιαν., Γραμμ. 244· (εδώ προκ. για τους Πατέρες της Εκκλησίας): ακόμη και άλλην μαρτυρίαν του Παύλου θέλω να φέρω,| οπού έπεψεν επιστολήν των παλαιών Πατέρων Συναξ. γυν. 130· γ) (κατ’ επέκταση) σεβαστός, αγαπημένος: Ω μάννα μου παλιά, γλυκύν μου χώμαν,| μέλλει ποτέ το σώμαν — εις τα δάση| ο ύπνος να το φτάσει Κυπρ. ερωτ. 11113· δ) έμπειρος: Μα ’γώ … (παραλ. 1 στ.) δεν θέλω κομπωθεί ποτέ μηδεποσώς γελούμαι,| ότι παλιά δασκάλισσα στην τέχνη αυτή λογούμαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [752]· οι Τσερκέζοι την σήμερον δεν είναι διά να τους φοβούμασθεν, διότι ένα καιρόν ήτον ανδρείοι πολεμισταί, όταν είχον βασιλέα τον Καθούγιον εκείνον, ο οποίος είχε στρατιώτας παλαιούς και καλούς και διδαγμένους Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 380· ε) (υβριστ.) άξιος περιφρόνησης, αχρείος, τιποτένιος· Δυο μούδες ογιαμιά γιαμιά, σκύλε, να πα μου κλέψεις,| της Πουλισένας, της παλιάς πουτάνας, να τσι πέψεις! Κατζ. Ε΄ 40. 3) (Για πράγματα) α) που ανήκει ή αναφέρεται στο παρελθόν, που υπάρχει από παλιά· (προκ. για νόμο, συνήθεια, κ.τ.ό.): Πουλολ. (Τσαβαρή)2 583, Σεβήρ., Ενθύμ. 28· (προκ. για την τέχνη· πβ. νέος 3β): ένα μαντί αστροχιόνιστο, βασιλικόν ας βάλει (ενν. η Αρετούσα)| κι ό,τι άλλο η τέχνη εμπόρεσε, παλιά και νια, να δείξει Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 45· (προκ. για αγάπη, πόνο, κ.τ.ό.): ως δου (ενν. τα μάτια) άλλα κάλλη και ’ρεχτού, του Έρωτα μηνούσι| και νιαν αγάπη κτίζουνε και την παλιά χαλούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1270· γιάντα τσι παλιούς καημούς και τον παλιό μας πόνο| τώρα ξαναθυμίζοντας σ’ όλους μας καινουργιώνω; Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 19· β) (προκ. για κτίσμα, πόλη, λιμάνι, κ.τ.ό.) που κατασκευάστηκε παλιά: Έκθ. χρον. 1726· την Θήβαν την λαμπράν, την πόλιν την παλαίαν Θησ. Πρόλ. [114]· ήλθαν και τα κάτεργα και ενέβησαν εις τον παλιόν λιμιώναν Μαχ. 1526· γ) (προκ. για προϊόν που παρασκευάστηκε παλιά, που είναι παλιάς εσοδείας: Ασσίζ. 24515, Ορνεοσ. αγρ. 5475· (ειδικά για φυτικό προϊόν) ξηρός: Ιερακοσ. 4875· Λαβών … παλιάς σταπίδας άκουκκας εξάγια μ΄ Ιατροσόφ. (Oikonomu) 9418· δ) (προκ. για νόμισμα) παλιάς κοπής· (συνεκδ.) μεγάλης αξίας: ίνα …| λάβεις δε και την προίκα σου εκ ταύτης της ημέρας,| κιντηνάρια είκοσι, νομίσματα παλαία Διγ. Z 2078. Εκφρ. 1) Παλαιά Γραφή/Διαθήκη = το σύνολο των ιερών βιβλίων των Εβραίων πριν από το Χριστό, Παλαιά Διαθήκη: μάλλον και εις την Παλαιάν Γραφήν φαίνεται η ατυχία τους,| ότι ο Θεός ποσώς δεν τας ψηφά, να έχει την ομιλίαν τους (ενν. των γυναικών) Συναξ. γυν. 115· την Παλαιάν του Μωυσή αγίαν Διαθήκην| και την Νέαν της εκκλησίας την παρακαταθήκην Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. 57. 2) Παλαιοί χρόνοι = το παρελθόν: Εδιάβησαν οι παλαιοί χρόνοι των περασμένω,| απού προικιό κιανείς βοσκός δεν είχε γνωρισμένο Πανώρ. Ε΄ 239. 3) Παλαιόν ένδυμα = (θεολ.) παλιός άνθρωπος (βλ. έκφρ. 4): απόδυσαι το παλαιόν ένδυμα του διαβόλου και ένδυσαι τον νέον, τον κατά Θεόν κτισθέντα Φυσιολ. 34430· συ, εάν τι του παλαιού ενδύματος κτήσει και αμβλυωπήσωσί σου οι οφθαλμοί, ζήτησον την νοεράν πηγήν, τον του Θεού νόμον Φυσιολ. 34421. 4) Παλαιός άνθρωπος = (θεολ.) ο παλιός, ο μη αναγεννημένος από το Χριστό άνθρωπος (Για τη σημασ. βλ. και Bauer, Wört., στη λ. 2): ούτω και συ, ω άνθρωπε, ει τον παλαιόν άνθρωπον έχεις ένδυμα, βλέπε μήποτε οι οφθαλμοί της καρδίας σου εμποδισθώσιν· ζήτησον τον νοερόν ανατέλλοντά σοι ήλιον, τον Σωτήρα Χριστόν Φυσιολ. M 326· ανίπτασο εις το ύψος του ηλίου της δικαιοσύνης και απόδυσαι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού Φυσιολ. 34427. 5) Παλαιός λόγος, βλ. λόγος Εκφρ. 7. 6) Τον παλαιόν καιρόν = στο παρελθόν: Εν μέσῳ γαρ των δύο ποταμών εστίν ο τόπος … έχων κάστρη και χώρας αναριθμήτους. Τον γαρ παλαιόν καιρόν ην των Σερβών Έκθ. χρον. 7313· Περί χειροτονίας αυτοκεφάλων αρχιερέων και πώς αυτοκέφαλοι ήσαν οι μητροπολίται τον παλαιόν καιρόν Βακτ. αρχιερ. 185. Το αρσ. ως ουσ. = α) (Παλιός) φίλος: Λαλεί του ο σουλτάνος: «Αρωτούμεν σε ως παλαιόν και εμπιστόν του σπιτιού μας …» Μαχ. 18411· β) οι παλαιότερες γενιές ανθρώπων, οι πρόγονοι: Λίμπον. 279, Επίλ. 85, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1993, Τριβ., Ταγιαπ. 115. Έκφρ. Παλαιός των Ημερών = ο Θεός Πατέρας (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex., στη λ. 4): τότε ανοιχθήσονται οι ουρανοί και καταβήσεται ο Παλαιός των Ημερών Λέοντ., Αποκ. 102632. Το ουδ. ως ουσ. = α) (στον πληθ.) γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν: σαν σε πω τα παλαιά, να γράγω άλλο νόβο Κορων., Μπούας 11· β) (στον εν.) καρπός της σοδειάς των προηγούμενων χρόνων: να σπείρετε τον χρόνο τον όχτατο και να φάτε από την εσοδειά παλαιό ως τον χρόνο τον έννεατo, ως να έρτει η εσοδειά της, να φάτε παλαιό Πεντ. Λευιτ. XXV 22· να φάτε παλαιό προπάλαιο και παλαιό από ομπροστά καινούργιο να βγάλετε Πεντ. Λευιτ. ΧΧVI 10. Έκφρ. Κατά το παλαιόν = σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο (η έκφρ. στο Somav.): η ταπεινότης ημών την ένδοξον επιστολήν της πανεντιμότητος υμών ανά χείρας λαμβάνοντας εις τας πέντε του παρόντος κατά το παλαιόν … Βελλερ., Επιστ. 54.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 103, 116, 511, Φλώρ. 641, Λίβ. Esc. 1690, 3093, Δούκ. 22320, Απόκοπ.2 86, 92, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 43v, Κρασοπ. (Eideneier) V 3, 109, Πεντ. Γέν. II 1, Λευιτ. XXVI 19, Δευτ. I 10, Πανώρ. Πρόλ. 27, Β΄ 430, Γ΄ 573, Δ΄ 489, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 439, 498, Δ΄ 466, Ε΄ 146, Πιστ. βοσκ. I 4, 176, III 3, 184, 7, 4, 24, Βοσκοπ.2 145, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 45, 83, 333, Β΄ 357, 1164, Γ΄ 115, 1524, Δ΄ 1672, Στάθ. (Martini) Α΄ 263, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 730, Β΄ 98, Γ΄ 366, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 168, Ε΄ 247, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1908, 19210, 44817, 5525, κ.π.α.· ορανός, Πεντ. Γέν. II 19, VIII 2, XI 4, XIV 19, Έξ. IX 8, 22, XVI 4, 10, Δευτ. I 28, Πανώρ. Α΄ 143, 324, Β΄ 480, Γ΄ 80, Δ΄ 279, Πιστ. βοσκ. I 1, 231, 2, 379, II 2, 45, Θυσ.2 28, 638, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 14, Γ΄ 508, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 60, Ιντ. β΄ 62, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 209, Γ΄ 127, Δ΄ 104, κ.α.