Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 11 εγγραφές  [0-11]

  Βιβλ.αναφορά : Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.)

  • κατατώ,  
    Τζάνε, Κρ. πόλ. 26824 (έκδ. εκαταλούσαν· διόρθ. Ξανθ., Μελετ. 255).
    Από το κατατάσσω (Βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 147).
    α) Ησυχάζω, σταματώ τον αγώνα: Ποτέ δεν κατατούσινε (ενν. οι δαίμονες), μα πάνω του (δηλ. του ανθρώπου) δουλεύουν Τζάνε, Κατάν. 325· Τρεις ώρες εμαλώνασι όλοι τους κι εκολλούσαν| καλά κι επέφταν οι Ρωμιοί (έκδ. Ρωμνοί), μα δεν εκατατούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 54210· β) κατακάθομαι, καταπέφτω: Μ’ απής επάψαν οι καπνοί κι οι σκόνες κατατούσι (χφ κατατούσι· βλ. Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 55911· εσφαλμ. καταντούσι, Τζάνε, Κρ. πόλ. 50121), το χαλασιώνα βλέπουσι ετότες και βοούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 55911.
       
  • κοντοττιέρος  
    ο· κοντοντιέρος, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 21415, όμως κοντεντιέρος, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15025, 15112.
    Το ιταλ. condottiero.
    Αρχηγός μισθοφορικής στρατιωτικής μονάδας: Λαμπάρδος και ο Μπεργαντής, δυο άξιοι κοντοττιέροι Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 2152.
       
  • κόπτω,  
    Σπαν. (Λάμπρ.) Va 542, Γλυκά, Στ. 112, Λόγ. παρηγ. L 209, Προδρ. I 57, III 101, Ορνεοσ. αγρ. 53630, Διγ. Z 4110, 4112, Διγ. (Trapp) Esc. 1347, Βέλθ. 717, 1142, Ερμον. Μ 80, Ιερακοσ. 37321, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072, Φλώρ. 634, 1369, Περί ξεν. V 26, Ερωτοπ. 254, 579, Λίβ. P 2132, Λίβ. Sc. 630, Λίβ. Esc. 23, Αχιλλ. L 444, Αχιλλ. N 559, 1598, Χρησμ. IV 5, Ανακάλ. 23, Γαδ. διήγ. 285, Απόκοπ.2 127, 337, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 337, Συναξ. γυν. 713, Κορων., Μπούας 149, Πεντ. Δευτ. XXIX 10, 11, Αχέλ. 1563, Αλφ. (Μπουμπ.) II 16, Πτωχολ. (Κεχ.) P 77, Διγ. Άνδρ. 39134, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 17, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13824, 14126, 15725, 2496, 29319, Τριβ., Ρε 109, κ.π.α.· κόβγω, Ασσίζ. 1772, Μαχ. 2687, 41632, 42627, 48013, Καραβ. 49522, Γεωργηλ., Θαν. 227, Χρον. σουλτ. 7514, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 401, Κυπρ. ερωτ. 1494, Πανώρ. Ε΄ 79, Κατζ. Β΄ 19, Πιστ. βοσκ. V 4, 120, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 579, 1765, 1801, Ζήν. Δ΄ 33· κόβω, Λίβ. N 3743, Σαχλ., Αφήγ. 562, Αιτωλ., Βοηβ. 115, Πανώρ. Ε΄ 222, Ζήν. Β΄ 143· κόπτουμαι, Απόκοπ.2 103· κόφθω, Λίβ. Esc. 1739, Κορων., Μπούας 150, Βεντράμ., Γυν. 242· κόφτω, Ερωτοπ. 71, 278, 553, Αχιλλ. L 613, Φαλιέρ., Ιστ.2 201, Πένθ. θαν.2 467, Βεντράμ., Φιλ. 53, 184, Δεφ., Λόγ. 391, Τριβ., Ταγιαπ. 192, Πεντ. Έξ. XXXIV 10, Δευτ. XXIX 13, Χρον. σουλτ. 10613, Ερωφ. Ε΄ 169, Σταυριν. 305, 637, 726, 964, Ιστ. Βλαχ. 642, 1128, 1590, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1453], Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 158, Χριστ. διδασκ. 264, 370, Ζήν. Ε΄ 315, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1938, 2067, 21118, 2155, 24625.
    Το αρχ. κόπτω. Ο τ. κόβγω και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 597). Οι τ. κόβω και κόφτω και σήμ.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) Χτυπώ: μέγαν καιρόν εκόπτοντο οι δυο καλοί στρατιώται Πόλ. Τρωάδ. 574. 2) α) Κόβω κ. (με οξύ όργανο): ραβδούχος με σκληρό σπαθί τού κόβγει το κεφάλι Ζήν. Γ΄ 324· Εκεί να δεις ... που ήσανε κομμένα| κεφάλια από τα κορμιά Διακρούσ. 8019· τ’ αφτιά τού κόφτουν εδεκεί κι όλη τη μύτη ομάδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 35612· έδωκέ μοι σπαθέαν εις το σκουτάριον και έκοψέν το και μόνον το κράτημα επέμενεν εις το χέρι μου Διγ. Άνδρ. 38120· τα φτερά ... (παραλ. 1 στ.) μου κόψα όνταν αρχίσασι και χαμηλοπετούσα Ερωφ. Αφ. 71· β) σπάζω, τσακίζω, τεμαχίζω: πιάνει μια βαριά και κόφτει τους περάτες Φαλιέρ., Ιστ.2 197· Ταύτα βάλε εν ιγδίῳ και κόπτε και κοπάνιζε και κοσκίνιζε Ιερακοσ. 38311· γ) λατομώ: έστειλεν εις την Προικόννησον ... και έκοψαν μάρμαρα Διήγ. Αγ. Σοφ. 15935. 3) α) Ευνουχίζω: έναι περιτετμημένος ... και τον έκοψαν όταν τον επήραν σκλάβον Ιστ. πατρ. 1091· β) διαμελίζω, ξεσκίζω: Ήκοβγε μέσες και μεριά, κορμιά από πάνω ώς κάτω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1057· τα κριάτα σου να κόφτουσι με δίστομα μαχαίρια Ch. pop. 737· ευρήκασι τα λείψανα κομμένα, σκοτωμένα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 54323· γ) σφάζω, θανατώνω: επήρε ο ... σουλτάν Μπαγιαζίτης την Μεθώνην από σπαθίου και έκοψεν άνδρες χιλιάδες επτά Byz. Kleinchron. A΄ 30116· όσους αν κατέτυχον, έκοπτον ωσεί χόρτον Διγ. Z 3527· εις ημέρας σαράντα την έκοψεν η θεία σπάθη του Θεού από λυσιντερία και απέθανε κακώς Ιστ. πατρ. 1206· κόβγουσιν χώρες και λαόν, καθώς έν’ μαθημένοι Θρ. Κύπρ. K 833· α θεν να κόψουν τα νησά, ποτέ να μη τσ’ αφήσεις Τζάνε, Κρ. πόλ. 33520. 4) Διαπερνώ, τρυπώ: Έκτωρ ... κρούσας ...| την του Αίαντος ασπίδαν (παραλ. 1 στ.) έκοψεν τας έξι βύρσας Ερμον. Μ 64. 5) (Προκ. για μαλλιά) α) κουρεύω: ήφεραν ψαλίδιον και έκοψε το γένειον του Τσίρου Οψαρ. 36241· β) μαδώ: η κόρη θρηνωδούσα| τα μαλλιά της έκοπτεν, έδερνε και το στήθος Διγ. A 2646. 6) Κάνω τομή, εγχειρίζω: φέρνω έναν ιατρόν ... κόβγει τον (ενν. τον σκλάβον) κακά οπού ουδέν έπρεπε να τον κόψει και έκοψέν τον και διά τούτο ετελεύτησεν Ασσίζ. 17710, 11. 7) Χαράζω, λαξεύω: Εντέχνως είχε λαξευτά γράμματα κεκομμένα Βέλθ. 382· Είδε κἀκεί τον Λέανδρον εκ λίθου κεκομμένου Βέλθ. 456. 8) Κατατρίβω, φθείρω: Κόφτεται η πέτρα με σκοινί, το σίδερο σηπιέται Τζάνε, Κρ. πόλ. 35421. 9) Καταβάλλω· αφανίζω: τους βασιλιάδες έκοψεν η τύχη η εδική του (ενν. του Αλέξανδρου) Τζάνε, Κρ. πόλ. 1347· θάνατος έκοψεν αυτού νεότητος το κάλλος Διγ. Z 4476. 10) (Προκ. για χρήματα) «χαλάω», ξοδεύω: το έκοψες (ενν. το υπέρπυρον) και έπιες και εχαροκοπήθης Πουλολ. (Τσαβαρή) 154. 11) Κάνω τάφρο (για να μπει το νερό της θάλασσας): εκόψαν την θάλασσαν και επερικυκλώσαν την (ενν. την Πάφον) Μαχ. 35814‑5. 12) Διασχίζω, διατρέχω (φεύγοντας από κ. ή κάπ.): Κόπτει ο λύκος το βουνίν, η αλωπού το δάσος Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 1072. 13) Αποκόπτω από τον ανεφοδιασμό, πολιορκώ: Το Ρέθεμνος σαν έκοψε κι ήθελε το νικήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 23517. 14) Ανακόπτω τη ροή: το νερό ’χε κόψει| στην χώρα να μην έρχεται Τζάνε, Κρ. πόλ. 25322. 15) Διακόπτω: παραδράμω τα τα τότε λαληθέντα,| κόψω και τούτον τον ειρμόν, πλάτος ο λόγος έχει Λίβ. Sc. 3026. 16) α) Περικόπτω, καταργώ, αφαιρώ: ως ... πατριάρχης ... έκαμεν οικονομίας πολλάς και δωρήματα έδωκε και έκοψε τα χίλια φλωρία του πεσκεσίου· και έμεινεν αυτό δύο χιλιάδας Ιστ. πατρ. 17919· Τα αυτά άσπρα πολλ(α)πλασίασον με τα β΄ και ... κόφτε τα τρία έμπροσθεν ψηφιά Rechenb. 303· κόφτει (ενν. ο θάνατος) τες ημέρες του και φέρνει τον στον Άδη Ιστ. Βλαχ. 2844. β) απαλάσσω κάπ. από κ.: όρισε τον σιρ Μπαλιάντε Σασιου και πράκτορα Κύπρου και έκοψε τους καλογέρους της μονής ονόματα ιη΄ από στρατείαν και καπνικόν Νεκρολ. φ. 69r. 17) Συγκρατώ, εμποδίζω, ματαιώνω: έκοψεν τον σουλτάνον από την κακήν όρεξιν όπου είχεν εις τον μαντατοφόρον Μαχ. 1849· έκοψεν την κραταιάν και απρόσμαχον του Αχιλλέως ορμήν Τρωικά 52620· Είπε πολλά ο Φίλαρμος ως ίνα τον ελκύσει,| αλλά γε τούτου την βουλήν ουκ ηδυνήθην κόψαι Βέλθ. 66. 18) Καταργώ, παύω: την πόλιν των Χριστιανών ...| να πάρουν αφ’ τα χέρια των, να κόψουν έπαρσίν των Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 358· επέψαν ... πολλούς λας των αρμάτων να κόψουν το σκάνταλον και να βλεπίσουν και την χώραν Μαχ. 2304. 19) Λύνω, ακυρώνω: εκόψασι τες σύβασες και πλιο τως δεν μπορούνε| να ’χουσι την ελευθεριά Τζάνε, Κρ. πόλ. 41610· κόπτω τον όρκον οπού έποισα εγώ εις εσένα Λίβ. Esc. 3979· Θέλει να ’ναι (ενν. το τεσταμέντο) κομμένο και ανουλάδο, ωσάν ποτέ να μην είχε γενεί Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1415. 20) Ορίζω, καθορίζω: σύρε να κόψομε διαθήκη εγώ και εσύ και να είναι για μάρτυρας ανάμεσά μου και ανάμεσά σου Πεντ. Γέν. XXXI 44· να πάγει να δει και να τα στιμάρει, και ό,τι πρέζιον θέλει κόψει να είναι και ν’ απομένει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 2118. 21) α) Ενοχλώ, στενοχωρώ, βάζω σε έγνοια: η γαϊδάρα όντας γλακά και κόβει τη το γάλα Στάθ. (Martini) Β΄ 80· οπού ’ξευρε (ενν. το καλογεράκι) κι εμάλωνε και τσ’ έκοπτε συχνάκι Τζάνε, Κρ. πόλ. 53018· λογισμοί έκοπτον αυτού πονηροί την καρδίαν Διγ. (Trapp) Gr. 1364· κόπτει την η φροντίδα Φλώρ. 1243· ουκ οίδα τι έναι τό πονείς και ουκ οίδα τι σε κόφτει Αχιλλ. L 613· β) βασανίζω, παιδεύω: οδι’ αγάπην τά ’θεκες κι εμένα κόφτει ο πόνος Ερωτοπ. 243· Οι έρωτες με σφάζουσιν και κόφτει με η αγάπη Ερωτοπ. 153. 22) Πραγματοποιώ: εξάμωνε πλατέα και έκοπτε στενά Χειλά, Χρον. 355. Β´ Αμτβ. 1) α) Είμαι οξύς, κοφτερός: το σπαθί τ’ Αγαρηνού πώς έκοφτε να δούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. 5206· αν το πιάσεις (ενν. το μαχαίρι)| αποδεκεί οπού κόβγει,| μπορεί να σε πληγώσει Πιστ. βοσκ. I 4, 11· β) έχω δυνατότητα να σφάζω· θανατώνω: που ’ρθασιν οι Αγαρηνοί μ’ όλη την αντρειά τως| και οι Ρωμιοί εσώσανε κι εκόπταν τ’ άρματά τως Τζάνε, Κρ. πόλ. 1722. 2) Τεμαχίζω (το ψωμί, το φαγητό) (Για τη σημασ. βλ. Πολ. Λ., Ελλην. 14, 1955, 524): ήφερέ με ομπρός σας| να κόπτω εις την τάβλα σας κατά τον ορισμό σας Τριβ., Ρε 206. 3) Δέρνομαι, θρηνώ: κλαί’ και κόπτει και θρηνεί άχρι της τελευτής του Φυσιολ. (Legr.) 734. 4) Βλάπτω: πράξις γαρ η ασύμβουλος ουκ ωφελεί, αλλά κόπτει Σπαν. A 335. II. Μέσ. 1) α) Χωρίζομαι σε μέρη: [εκείνη] η στράτα ...| εις εκατόν εκόπτετον μικρά μονοπατίτσια Λίβ. P 1114· β) σπάζω: την έκαμε κι εβγήκε (ενν. η σαΐτα),| μα μέσα πρώτα εκόπηκε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1298]. 2) α) Φροντίζω, ενδιαφέρομαι: είδα πώς εκόπτονταν κι εβιάζονταν να μάθουν Απόκοπ.2 149· β) ανησυχώ, στενοχωρούμαι, υποφέρω: Ώφου και πώς το κόβγουσου, πώς το ’βανες στο νου σου,| πώς τ’ όνειρό σου το πρικύ σήμερον εφοβούσου! Ερωφ. Ε΄ 587· η κόρη κόπτεται δι’ εσάς και εσείς αμερεμνάτε; Λίβ. Esc. 2953· ταις εννοίαις κόπτεται, τοις λογισμοίς κλονείται Καλλίμ. 1766. 3) Δέρνομαι: έκλαιον πικρώς και εκόπτοντο θρηνούντες απαραμύθητα Ιστ. Βατοπ. 40· (με την αιτιατ. θρήνον, κοπετόν): θρήνον εκόπτετον δριμύν Φλώρ. 400· ταύτα ειπών εκόψατο κοπετόν μέγαν μετ’ οιμωγής και δακρύων Δούκ. 17117. 4) Διακόπτομαι, παύω: εχάθηκεν ο ύπνος της, εκόπη το φαητό τση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1319. Φρ. 1) Κόπτω μαύρα = μαυροφορώ (από πένθος): μανθάνοντα ο Αποστόλες πως επέθανεν η ρήγαινα επήρεν μεγάλην πλήξιν και εκόψεν μαύρα Βουστρ. 427. 2) Κόπτω την πνοή κάπ. = αφαιρώ τη ζωή κάπ., θανατώνω: τέλεια αρνήθημ με κι έκοψεν την πνοήν μου Κυπρ. ερωτ. 1134. 3) Κόβεται η λαλιά μου = σταματά η ομιλία μου: Τα χείλη κατεμαύρισαν κι εκόπην η λαλιά τως Απόκοπ. (Παναγ.) 513. 4) Κόπτω φωνή = βάζω φωνή, κραυγάζω: Ο κάτης ήκοψε φωνή άγρια, πολλά μεγάλη Κάτης 85. 5) Με κόβγει η έγνοια = ανησυχώ, νοιάζομαι: έγνοια δεν τους έκοβγε κι εκείνα να θωρούσι| ξοπίσω του θανάτου τως, απού ’χουσι να ’ρθούσι Ερωφ. Α΄ 527. 6) Με κόπτει ίδρος = ιδρώνω από ψυχική ένταση: λιγομάρα μ’ έπιασεν ...| και ίδρος μ’ έκοψε Ch. pop. 574. 7) Με κόφτει διά κ. = ανησυχώ, ενδιαφέρομαι, φροντίζω για κ.: μηδε διά εντροπήν σάς κόφτει, μήτε διά τιμήν Θεματογραφία 11· Γενοβέσοι ... οπού σας κόπτει πλέον| όπως να ξαναπάρετε σπίτια σας τα χαημένα Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 556. 8) Κόβεται η καρδιά μου = α) εξαντλούμαι, λιποθυμώ: Εχάθηκέ μου η δύναμη, εκόπηκε η καρδιά μου Θυσ.2 191· β) λιποψυχώ, δειλιάζω: Μη δεν αφήνεις, Δίδυμε, να κόβετ’ η καρδιά σου| στους φόβους τούς ανθρώπινους, μα θαρρεμένος στάσου Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [1081]. 9) Κόβονται τα πόδια μου (ή τα μέλη μου) = «κόβεται» η δύναμή μου, αποκάμνω (εξαιτίας έντονου συναισθήματος): τα πόδια μου εκοπήκασι κι εθάμπωσε το φως μου Ερωφ. Δ΄ 214· Τα μέλη μου εκοπήκασι κι η ψη μου απολιγαίνει Πανώρ. Γ΄ 534. 10) Κόβονται τα σωθικά μου = εξαντλούμαι, αποκάμνω (από έντονο συναίσθημα): Μου φαίνεται κοπήκασι όλα τα σωθικά μου Ευγέν. 1010. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = 1) Κουρασμένος, άτονος: Νένα, τα πρικαμένα μου μέλη γροικώ κομμένα Ερωφ. Ε΄ 267. 2) Απόκρημνος: οδιά την ταραχήν απού κάνει η θάλασσα εις τα μεγάλα χαράκια απού είναι εκεί και ριζιμιά και κομμένα Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 460. 3) Αποκομμένος, ερημικός: να σηκώσει το ρίφι απάνου του όλα τα κρίματά τους προς ηγή κομμένη και να απεστείλει το ρίφι εις την έρημο Πεντ. Λευιτ. XVI 22.
       
  • κρυφός͵ 
    επίθ., Κομν., Διδασκ. Δ 69, 240, Φλώρ. 695, Λίβ. N 1168, Μαχ. 1023, 22227, 25620, 47831, 56832 , 65030, Νεκρ. βασιλ. 99, Βουστρ. 440, Δεφ., Λόγ. 146, Πεντ. Δευτ. XXIX 28, Αχέλ. 1198, Χρον. σουλτ. 7713, Κυπρ. ερωτ. 13722, Σουμμ., Ρεμπελ. 157, 190, Διγ. Άνδρ. 38911, Θυσ.2 702, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [447], Βακτ. αρχιερ. 176, Αλφ. (Mor.) III 62, κ.α.· κουρφός, Φαλιέρ., Ιστ.2 386, Πανώρ. Β΄ 90, Δ΄ 236, 313, Ερωφ. Α΄ 92, Β΄ 232, Δ΄ 38, 56, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 97, 1859, Γ΄ 35, 566, 672, 1512, 1656, Ε΄ 108, 1193, 1322, Θυσ.2 74, 119, 645, Στάθ. (Martini) Α΄ 29, 40, Ιντ. β΄ 40, Γ΄ 372, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [525, 578], Δ΄ [183, 303], Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 133, Ιντ. β΄ 9, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 58921, κ.α.· κρουφός, Φαλιέρ., Ιστ.2 189, 694, Πιστ. βοσκ. II 6, 20, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 646, 896, 1942, 2065, 2104, Γ΄ 418.
    Από το επίθ. κρυπτός με επίδρ. του θ. κρυφ-· βλ. όμως και Ανδρ., Λεξ. Ο τ. κουρφός, που απ. και σήμ. στην Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Β΄), και ο τ. κρουφός στο Somav. (λ. κρυφός). Η λ. και σήμ.
    1) Κρυφός, μυστικός: ανθρώπου μην τα δώσεις (ενν. τα κλειδιά)| ’ς τύπο κουρφό άμε βάλε τα και κάμε να τα χώσεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1300· μη μπορώντας την κρουφήν αγάπη πλιο να χώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 145· έχω έναν κρυφόν χαρτίν απέ τον πατέραν μου και έπαρ’ το και δώσ’ το του ρηγός Μαχ. 64610· είχε τον (ενν. τον Πολύδωρο) ο Ρωτόκριτος πολλά κουρφό προδότη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 800· έκφρ. εν κρυφῄ (η έκφρ. μτγν.· L‑S, λ. κρυφῄ), εις το κρυφό(ν), στα κρυφά = κρυφά, μυστικά: ήρξατο (ενν. ο Μαχουμέτ) εν κρυφῄ τρέφειν έχθραν κατά τηςΠόλεως Δούκ. 1617· ο Πέτρο Τάβιλα ήτον αφορμή του καλού του (ενν. του Γιάκουμου) κι εκείνος εις το κρυφόν πάντα ελάλεν κακόν διά τον Πέτρο Τάβιλα Βουστρ. 471· έσυρε μία σαΐτα και του έδωσε στα κρυφά Χρον. σουλτ. 2721. 2) Που δε φαίνεται, απόκρυφος: τούτη η πληγή είναι στην καρδιά, στα πλια κρουφά της μέρη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 307. 3) Δυσδιάκριτος: τα μάτια του ’σαν (ενν. του Αρκίτα) έμορφα, κρυφό τ’ ανάβλεμμά του Θησ. Γ΄ [506]. Το ουδ. ως ουσ. = μυστικό: δεν ήθελεν το κουρφό του ανδρός της,| οπού εκείνος μυστικά της είπενε ομπρός της,| να φανερώσει ομπροστά στ’ αδέλφια τα δικά της Διγ. O 701.
       
  • κτίζω, 
    Βίος Αλ. 2441, 5424, Λίβ. P 2041, 2109, 2278, Λίβ. Sc. 2212, Ιμπ. 590, 594, 604, 605, 704, Αλεξ. 530, Ιμπ. (Legr.) 35, Ιστ. πατρ. 16921, Ερωφ. Αφ. 75, Πρόλ. 51, 132, Ιντ. α΄ 57, β΄ 164, Γ΄ 34, Ιστ. Βλαχ. 2657, Διγ. Άνδρ. 31411, 35632, 36033, 39822, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 156, Στάθ. (Martini) Ιντ. α΄ 35, Ροδολ. Β΄ [7], Τζάνε, Κρ. πόλ. 15211, 1797, 18414, 21114, 2158, 2504, 30218, 3305, 45126, 45313, 46010, 46623, 4793, 4892, 5004· χθίζω, Χρον. Τόκκων 119· χτίζω, Χρον. Μορ. H 1402, 1920, 7997, Χρον. Μορ. P 2989, 5618, Πεντ. Γέν. X 11, XI 4, XIII 18, XXXIII 17, Αρ. XXIII 14, 29, XXXII 24, 34, Δευτ. VI 10, XX 5, 20, XXII 8, XXV 9, XXVII 5, XXVIII 30, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 6312.
    Το αρχ. κτίζω. Ο τ. χτίζω και σήμ.
    1) α) Οικοδομώ, χτίζω: Εκτίσασίν την και λουτρόν μέσα στο μεσοκήπιν Διγ. Z 111· Οίκον δε έκτισε λαμπρόν μέσον του παραδείσου Διγ. Z 3807· ύστερον δε κτίζει κάστρον ισχυρότατον Έκθ. χρον. 8131· (μεταφ.) η πίστη: οπὄδωσε την δύναμη του πόθου σου κι εκτίστη Φαλιέρ., Ιστ.2 196· νιαν αγάπη κτίζουνε| και την παλιά χαλούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1270· β) ιδρύω: ουδέ διά σε το εκτίσασι τούτο το μοναστήριν,| του να το τρώγεις μοναχός μετά των συγγενών σου Προδρ. III 378· έθαψέν το (ενν. το σώμα τον πατρός του) με παρρησίαν πολλήν εις τον ναόν οπού έκτισεν Διγ. Άνδρ. 40136· εις την ξακουσμένην Πόλην (παραλ. 1 στ.) πὄκτισεν ο Κωνσταντίνος Πτωχολ. B 27· γ) ανοικοδομώ, ανακαινίζω: έκτισεν, εστερέωσεν τα κάστρη και τους πύργους Χρον. Τόκκων 131· δ) κλείνω με τοίχο, φράζω: απού μίαν τρύπαν όπου ήτον … εις το κάστρον και δεν ήτον κτισμένη αππέσσω … εμπάσαν τους (ενν. τους Σαρακηνούς) και επήραν το αυτόν κάστρον Μαχ. 63436· ηύραν τες πόρτες που ’χασι κτισμένες Τζάνε, Κρ. πόλ. 2793. 2) Φτιάχνω, κατασκευάζω: να 'ρθουνε στον αρσανά …|  να κτίσου άλλα κάτεργα Τζάνε, Κρ. πόλ. 3807· το κουβούκλιν| ... εξ αδάμαντος λίθου ήτον κτισμένον Βέλθ. 443. 3) α) Δημιουργώ, πλάθω: εκτίστην ο παρών και δόλιος κόσμος ούτος Διγ. (Trapp) Esc. 1690· ηξεύρεις, ω ψυχή, μόνη σου ουδέν εκτίστης Ντελλαπ., Ερωτήμ. 133· δέσποτα Θεέ, ο κτίσας τους αιώνας Διγ. (Trapp) Gr. 3520· τα πάθη τα καημένα,| τα οποία για μένα εκτίστησα Π. Ν. Διαθ. (Λαμπάκης) φ. 253v, στ. 2· β) αποκτώ: ο έχων την αγάπην … κτίζει φίλους Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι X 118· Άλλον δεν εκαυχάτονε, μόνον πως θα νικήσει| κι όνομα εις την Βενετιά αθάνατον να κτίσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 50914· κτίζε πάντοτε φιλίαν εις τους πάντας Σπαν. (Μαυρ.) P 396· γ) χαράζω (προκ. για δρόμο) ακολουθώ: τώρα την απόλυσιν του σαρμουνιού να ποίσεις| κι εσύ την στράταν έφηκες και άλλην θες να κτίσεις Γεωργηλ., Θαν. 451. 4) Αναγορεύω κάπ.: ο μισέρ Τζονάν Μουστρής, τόν εψήλωσεν ο ρήγας και αμιράλλην (έκδ. ο αμιράλλης· διόρθ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 135]) τον έκτισεν … ήτον φρόνιμος καβαλλάρης Μαχ. 25235. 5) Φυλακίζω κάπ.: εβγάλαν τους ανθρώπους απέ τα κάτεργα και τους άρχοντες απού είχεν κτισμένους Βουστρ. 476. Φρ. α) κτίζω στον άμμον, βλ. άμμος φρ. β΄· β) κτίζω εις το νερόν, στα νέφαλα = ματαιοπονώ: Στα χιόνια εθεμελιώσασιν κι εις το νερόν έκτισαν Απόκοπ.2 411· οι ολπίδες οι πολλές τον άνθρωπο κομπώνου,| εκείνες που στα νέφαλα κτίζου και θεμελιώνου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 682.
       
  • κτικιώ, 
    Τζάνε, Κρ. πόλ. 37417· χτικιώ.
    Από τον αόρ. του κτικιάζω κοιτά το σχήμα εδείλιασα-δειλιώ, εκρέμασα-κρεμώ (Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 277-8). Η λ. στο Βλάχ. (λ. κτηκιώ).
    Υποφέρω υπερβολικά, «λειώνω από το κακό μου»: Σαν είδε τότες ο πασάς πως είναι αφανισμένος (παραλ. 1 στ.), … έφυγε με έξε μπείλίκια| κι εις τα καστέλλια σίμωσε ο άπονος κι εχτίκια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 43922.
       
  • λογιάζω, 
    Διγ. A 793, 1715, Χρον. Μορ. H 736, 1150, Αχέλ. 166, 1133, Πανώρ. Β΄ 150, 372, Γ΄ 47, Ερωφ. Α΄ 70, Ιντ. γ΄ 46, Δ΄ 460, Κατζ. Α΄ 171, Ε΄ 137, Βοσκοπ.2 40, 93, Σουμμ., Ρεμπελ. 167, 175, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 299, Γ΄ 616, Δ΄ 30, 260, Ε΄ 695, Θυσ.2 600, 677, Στάθ. (Martini) Α΄ 134, 281, 332, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [761], Ε΄ [559], Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 294, Γ΄ 259, Ζήν. Α΄ 123, 197, Γ΄ 202, Διγ. O 2395, Τζάνε, Κρ. πόλ. 33914, 54519, κ.π.α.· λοϊάζω, Π. Ν. Διαθ. φ. 245α 9, φ. 245α 11.
    Από το λογίζω ‑ομαι κατά τα ρ. σε ‑ιάζω (Αντιχάρ. Ανδρ. 92). Η λ. στο Βλάχ. και σε έγγρ. του 1643 (Βλ. Vinc., Θησαυρ. 4, 1967, 64). Η λ. και ο τ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Βλ. Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 42, Andr., Lex., Λουκά, Γλωσσάρ. 283, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄, Παπαδ. Α., Λεξ. και Πουλιανό, Αθ. 6, 1894, 455).
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. (συν. με εκφρ. όπως: μέσα μου, στο λογισμό,μου, στο νου μου, κ.λ.π.). 1) α) Σκέφτομαι, έχω κ. στο νου μου: λογιαζοντάς το (ενν. το φταίσιμον) μοναχάς θαμπώνεται το φως μου Ερωφ. Α΄ 98· μη θαρρείς …| … άφαντα κι άσκημα ποτέ ο νους μου να λογιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1008· παρέτρεχον τον λόγον,| ίνα μη σκάνδαλον αυτόν (ενν. τον νέον) εις νουν του να λογιάσει Διγ. A 2790· Κράζει (ενν. η Αρετή) τη νένα της σιμά κι είπε της τό λογιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 207· β) συλλογίζομαι, στοχάζομαι: πράματα πολλώ λογιών εστέκαν κι ελογιάζα (ενν. η Αρετούσα και η νένα) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1698· οπού ’χει γνώση κι ομυαλόν ετούτα ας τα λογιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1164· γ) αναλογίζομαι: Λογιάσετε τον πόλεμον και σκοτωμόν που γίνη Τζάνε, Κρ. πόλ. 33122· λόγιασε εδά την πρίκα μου και την πολλή μου ζάλη! Στάθ. (Martini) Β΄ 58· λόγιασε τέχνη κι αρετή και μαστοριά μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1528· δ) «βάζω» στο νου μου· υποψιάζομαι: εις το γνοιανό που εγροίκησε χίλια κακά λογιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1306· Ο Σίλβιος σ’ εθανάτωσε κι’ άλλονε μην λογιάζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1291]· α …| … δείξεις αντρειά πολλή, …| ο ρήγας είναι φρόνιμος και θέλει το λογιάσει| πως ήσουν … οπού ’βαλε να πιάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 25· ε) φαντάζομαι: δεν το λόγιαζα ποτέ πως είμαι ξένη γέννα Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 127· πράμά ’καμε (ενν. ο Ρωτόκριτος) οπού δεν μπορούν άλλοι να το λογιάσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 894· Μέσα της τον ελόγιαζε (ενν. η Αρετή το Ρωτόκριτο) τα αίματα γεμάτο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 569. 2) Λογαριάζω· σχεδιάζω· σκοπεύω: ένας θε να ’ναι ο νικητής κι ο άλλος θε να χάσει,| μα καθεείς ελόγιαζε το πως το νίκος παίρνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2279· βασιλέας της Βλαχίας λογιάζει να δώσει ένα’τάκο τη νύκτα στο φουσσάτο της Αθήνας Ευρετ. Ερωτοκρ. 766366· μετ’ αυτόν (ενν. το ρήγα) ελόγιασα γάμο να ξετελειώσω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1043· στον νουν μου μέσα λόγιαζα την όρνιθα να πάρω (ενν. η Αλουπού) Γαδ. διήγ. 258· την αιώνιον κόλασιν λογιάζουν (ενν. τα γλυκά λόγια της γυναίκας) να σας δώσουν Βεντράμ., Γυν. 39. 3) α) Υπολογίζω·μετρώ: πόσοι λογιάζεις αποκεί να διάβησαν στον Άδη: Αχέλ. 2053· τ’ αφέντη μου το Νένο| δώδεκα χρόνοι σήμερο λογιάζω αποθαμένο Ροδολ. Α΄ [538]· παίρνασι αμέτρητα (ενν. τα καλά) δίχως να τα λογιάζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 3435 β) (μεταφ.) υπολογίζω· εκτιμώ: Εσέναν το φουσσάτον σου κανείς δεν το λογιάζει,| ούτε ολίγον ή πολύ κανείς το λογαριάζει Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 251 εις ουδέν λογιάζοντας του βασιλέως τες νουθεσίες αρματώθη Εγκ. αγ. Δημ. 108130-1· Σκόλασε, μην πρικαίνεσαι, τ’ όνειρο μη λογιάζεις Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 179· Θεό δεν ελογιάζανε Τζάνε, Κρ. πόλ. 4429. 4) α) Θεωρώ, νομίζω: όταν … σ’ ελόγιαζα νεκρόν Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [838]· εις ομορφιά κιαμιά κάλλια μου δε λογιάζω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 62· παράδεισο τον πόθο να λογιάζεις Ερωφ. Β΄ 278· (με την πρόθεση για): για ’πίβουλο και άπονο πάντα θα σε λογιάζω Ερωτόκρ. A΄ 405· λογιάζου| τα ψόματα γι’ απαρθινά Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1443· ελογίαζε την αϋπνίαν διά ύπνον Χίκα, Μονωδ. 66· β) υποθέτω: καθώς το λόγιασα, την ηύρα κι εκοιμάτο (ενν. η κόρη) Πανώρ. Δ΄ 244· θωρώ μιαν κορασιά, λογιάζω πως αυτείνη| να ξεύρει να μου πει ο σκύλος μου τι εγίνη Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [455]· Δάσκαλε, εγροίκησά σου …| και αληθινά λογιάζω εσύ να βγήκες απ’ το νου σου Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 162. 5) Αναρωτιέμαι: οληνυκτίς ανάπαψη δεν είχε να λογιάζει (ενν. η Αρετούσα)| ποιος είναι αυτός που τραγουδεί Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 425· βλέποντας ελόγιαζε (ενν. ο Αρκίτας) το πρόσωπον της τι έναι Θησ. Γ΄ [127]. 6) Εξετάζω, «ζυγιάζω» με το νου: τά θε να πω, πρωτύτερα πρέπει να τα λογιάσω Θυσ.2 578· να λογιάσει (ενν. ο Αμιργιαλής) … να μην τονε γελάσει (ενν. ο εχθρός) Τζάνε, Κρ. πόλ. 33613. 7) Κρίνω· συμπεραίνω: αν του τυχαίνει (ενν. του φταίστη) θάνατος λογιάσετε και πέτε Ζήν. Γ΄ 108· ο χρυσός ο αετός ο γαμπρός μας λογιάζω| να είναι, γιατί εις ατό τονε παρομοιάζω Διγ. O 749· Λογιάζω να ’ναι ζωντανή, ότι κτυπά η καρδιά της Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [870]· πιστεύω ότι … εσείς … να ελογιάσετε ότι αντή η … γυναίκα σημαίνει την Παρθένον Μαρίαν Ροδινός (Βαλ.) 124. 8) Αποφασίζω: ελόγιασα το Γύπαρη να πάρω, σαν ορίζεις,| άντρα μου Πανώρ. Ε΄ 255· ξεύροντας το πως ποτέ από σένα| άλλος τινάς τά θέλω πει δε θέλει έχει ακουσμένα,| ελόγιασα τη σήμερο να σου τα μολοήσω Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 159. 9) α) Καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι: πως με γελάς και παίζεις με το λόγιασα περισσά Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [72]· έρχουνταν συχνές μπομπαρδιές ’κεί πού ’ταν τεντωμένος| … κι ευθύς ελόγιασεν πως είν’ ’πιβουλεμένος Παλαμήδ., Βοηβ. 1056· β) συλλαμβάνω· κατανοώ (και με υποκ. ο νους): να έχει (ενν. ένας ζωγράφος) ζωντανόν και έξυπνον νουν διά να λογιάσει καμμίαν όμορφην εικόνα Ροδινός (Βαλ.) 55· να ηξεύρει (ενν. ένας ζωγράφος) να χρωματίζει με το κονδνλιν εκείνο οπού ελόγιασε με τον νουν του Ροδινός (Βαλ.) 55· η αγιοτάτη Παρθένος, λογιασμένη, πλασμένη και κτισμένη από τον άκρον εκείνον ζωγράφον (ενν. τον Θεόν) Ροδινός (Βαλ.) 55· ποία γλώσσα να είπει ή νους να λογιάσει την άπειρόν σου καλοσύνην, … Κύριε; Διήγ. πανωφ. 57. 10) Εμπνέω: τον τύραννο θες πιάσεις,| το φόβο τον θεού να του λογιάσεις Ζήν. Δ΄ 80. 11) Θυμούμαι, «φέρνω» τι στο νου μου: την βλάβη … να τηνε γιατρεύσω (παραλ. 2 στ.) ένα χορτάρι ελόγιασα, περίσσια γνωρισμένον Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1324]. 12) Αντικρίζω: οϊμέ, τρομάσσω,| το Δία βλέπω προσκυνά … Τι άλλο θα λογιάσω ; Ζήν. Δ΄ 168. Β´ Αμτβ. 1) α) Σκέφτομαι, συλλογίζομαι: αφού ’λίγον ελόγιασεν (ενν. ο χαχάμης), τέτοιον λόγον εβγάνει Μαρκάδ. 462· Κερά μου, λόγιασε να μας αποφασίσεις Ερωτόκρ. Ε΄ 423· β) έχω στο νου μου, λογαριάζω, σκοπεύω: ο καιρός δε σάζει| να κυνηγήσει να χαρεί, σαν καταπώς λογιάζει (ενν. ο ψαράς) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄476· είναι εδική σου (ενν. η κόρη),| ως ήθελες κι ελόγιαζες κι ήτον η όρεξίς σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1557]· γ) αναλογίζομαι: αν το ’χε κάμει (ενν. ο Γύπαρης), λόγιασε, άπονη κορασίδα,| το πως δεν ήθελε βρεθεί κιανείς βοσκός …|  το σκοτωμό ντου … να μηδέν είχε κλαίγει Πανώρ. Γ΄ 7· δ) βάζω στο νου μου, φαυτἀζομαι: πως θ’ αλλάξει η σκηνή τούτη και δε λογιάζει (ενν. ο αντοκράτορας) Ζήν. Ε΄ 76· ως δεν ελόγιαζες, μηδ’  έβανέν το ο νους σου| … παντρεύγεις το παιδί σου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 276. 2) Υποθέτω, νομίζω, θαρρώ: δεν το ’ πνίξε (ενν. ο σκύλος ’ αλάφι), καθώς εσύ λογιάζεις: Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [650]· ζει (ενν. η κόρη), λογιάζω, ακόμη Πιστ. βοσκ. IV 5, 330· από τες τόσες τως φωνές τα όρη αντιλαλούσαν| και από τους τάφους οι νεκροί, λογιάζω, το ’γροικούσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2184 3) Εξετάζω, «ζυγιάζω» με το νου: αν του Αγίου δώσουν καιρόν να λογιάσει, θέλει στοχάσει του λόγου του και θέλει κάμειν το θέλημα του τυράννου Ροδινός (Βαλ.) 216. 4) Κατανοώ, καταλαβαίνω: Αυτό που δεν γροικάς εσύ καλότατα λογιάζω,| τ’ αγροίκησα ο ταλαίπωρος, γιατί το δοκιμάζω Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1008]. 5) Κρίνω· συμπεραίνω: Τούτο (ενν. το άτι), ’γώ καθώς λογιάζω,| πουλαράκι είχε μείνει (παραλ. 2 στ.) κι έφαγε βουβάλας γάλα| και βουβάλας τάξην έχει Πτωχολ. B 169· σα λογιάζω, εις φρόνεψη ταίρι ποθές δεν έχει (ενν. ο τραγουδιστής) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 868. 6) Αποφασίζω: Ο Χουσσεΐν ελόγιασε και με τα μάγια εντύθη| κι έδραμε δίχως τήρησιν την χώραν να γυρίσει Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 26913. 7) Σκέφτομαι λογικά: Κερά, συνήφερε, λόγιασε, καλοδέ το Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 273. 8) Είμαι σκεφτικός, έχω έγνοια: Ποτέ του δεν εγέλασε, μα πάντα του λογιάζει (ενν. ο Σπιθόλιοντας) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 331· συχναναστενάζει| και βαρεμένη κάθεται και μοναχάς λογιάζει (ενν. η Ερωφίλη) Ερωφ. Β΄ 296. 9) Διστάζω: στο σπηλιό είναι το θεριό, έλα και μη λογιάσεις Ζήν. Δ΄ 120. 10) Με τις προθ. για και ογιά = α) είμαι σκεφτικός, έχω έγνοια για κάπ.: για λόγου του παντοτινά λογιάζει (ενν. η Αρετή) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 452· όταν λογιάζω γιατ’ εσέ, τίβοτες δεν θυμούμαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1194]· β) μεριμνώ, φροντίζω, νοιάζομαι για κ. ή για κάπ.: για τη ζωή να μη λογιάζω Βοσκοπ.2 408· Λογιάζει για τη φορεσά, πώς να του τηνε κάμει (ενν. ο Πολύδωρος) Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 89· ογιά το φίλο ελόγιαζε πού να ’ναι κι είντα εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1172. 11) Με την πρόθ. εις = α) Σκέφτομαι, έχω στο νου μου: τους ήρθαν όλα ενάντια εις όσα ελόγιαζαν εις τον λογισμόν τους Σουμμ., Ρεμπελ. 189· εις άλλο δε λογιάζου| κι απόκεις το τορνέσι τους μετά χαράς ξοδιάζου Κατζ. Γ΄ 327· β) αναλογίζομαι: συγκερνά (ενν. ο Ρωτόκριτος) τσι πόνους του λογιάζοντας με γνώση| εις τά ’διαξεν η Αρετή Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 813· γ) (προκ. για το νου) συλλαμβάνω· κατανοώ: Ποιος νους ή γλώσσα δύναται … να λογιάσει| εις τα μυστήρια του Θεού; Διακρούσ. 10125· 6) υπολογίζω, βασίζομαι σε κ.: ο πρίγκιπας ελόγιαζεν εις τα φουσσάτα όπου έχει| κι εις την ελπίδα του Θεού βοήθειαν να του δόσει Χρον. Μορ. H 6608. IΙ. Μέσ. (με ενεργ. σημασ.) 1) Σκέφτομαι, συλλογίζομαι: μόνον κακά λογιάζεται (ενν. η εξανέντροπη γυναίκα), ξυπνή κι όντα κοιμάται Βεντράμ., Γυν. 56. 2) Λογαριάζω, υπολογίζω: Τις είναι αυτός και έχει τόσην τόλμην και τες σπαθιές μας δεν τες λογιάζεται διά ουδετίποτες; Διγ. Άνδρ. 37120.
       
  • μακράν, 
    επίρρ., Διγ. A 2514, Διγ. (Trapp) Gr. 968, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 189, Θησ. Γ΄ [25], Απόκοπ.2 306, Κορων., Μπούας 34, Ιστ. πατρ. 1451, Ερωφ. Α΄ 216, Βακτ. αρχιερ. 184 κ.α.· μακρά, Ασσίζ. 29719, Διγ. Z 1816, 1819, Βέλθ. 40, Συναξ. γαδ. 283, Θησ. Β΄ [851], Κορων., Μπούας 14, Αχέλ. 544, Πανώρ. Πρόλ. 76, Γ΄ 275, Ερωφ. Πρόλ. 60, Ιντ. β΄ 8, Βοσκοπ. 109, 298, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 942, Ε΄ 854, Θυσ.2 519, Ροδολ. Β΄ [430], Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [121], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 14, Ζήν. Α΄ 15, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 45512 κ.π.α.· μακράς, Ψευδο-Σφρ. 3308, Βακτ. αρχιερ. 212, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 79.
    Το αρχ. επίρρ. μακράν. Ο τ. μακρά στο Βλάχ. και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.)· τ. μαgρά στην Κάτω Ιταλία (Rohlfs, Et. Wört. 311).
    Μακριά, σε απόσταση, σε μακρινό τόπο: Πανώρ. Πρόλ. 43· Κορων., Μπούας 119· Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1793· Ερωτόκρ. Α΄ 1079· Μαχ. 5205· (μεταφ.): θέλω να στέκεις σε πολλή κι αμέτρητη γλυκότη| μακρά απού τσ’ έγνοιες τσ’ όφκαιρες Ερωφ. Ιντ. α΄ 82· μακρά κατά πολλά από την αλήθεια Σουμμ., Ρεμπελ. 163. Φρ. 1) είμαι ή κρατώ μακρά = διαφέρω: ήρθα κι εγώ κι ετίμησα το κάλεσμα που εγίνη,| καλά κι εις τούτο η γνώμη μου μακρά ’ν’ κι η όρεξή μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 795· εθώριε τους (ενν. ο ρήγας) εγροίκα τους εκεί που τραγουδούσα| μ’ από τση νύκτας το σκοπό μακρα πολλά εκρατούσα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 498. 2) Πάγω μακρά = αργώ, καθυστερώ: του ’πασιν οι μάγοι κι η γδίκια του αποπίσω του μακρά δε θέλει πάγει Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [458].
       
  • μαχαίριον (I), 
    το, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 923, Διγ. Άνδρ. 37020· μαχαίρι, Σπαν. O 55, Σαχλ., Αφήγ. 453, Ερωτοπ. 579, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 698, Θησ. Ζ΄ [1181], Γαδ. διήγ. 98, Κορων., Μπούας 10 δις, 54, Αχέλ. 744, 1188, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1311, Πανώρ. Β΄ μετά στ. 524, Ερωφ. Β΄ 364, Ιντ. γ΄ 9, Ε΄ 455, 512, Βοσκοπ.2 104, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 722, Γ΄ 308, Δ΄ 468,1758, Ε΄ 971, Ευγέν. 849, Στάθ. (Martini) Α΄ 211, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 138, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [250], Ε΄ [137], Λίμπον. Επίλ. 56, Διακρούσ. 7915, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17625, 2364 , 54022· μαχαίρι(ν), Σπανός (Eideneier) Α 411, Ερωτοπ. 71, Γεωργηλ., Θαν. 605, Ριμ. κόρ. 737· μαχαίριν, Σταφ., Ιατροσ. 366, 14383, Ασσίζ. 22623, Ιατροσ. 221135, Πουλολ. (Τσαβαρή) 523, Διήγ. Βελ. (Neap.) 326, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 236, Λίβ. Sc. 869, Αχιλλ. N 1717, Παρασπ., Βάρν. C 414, Μαχ. 886, 26637, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 755, 8517, Διγ. Άνδρ. 33214.
    Το αρχ. ουσ. μαχαίριον. Ο τ. μαχαίρι στο Meursius (λ. μαχέρη) και σήμ. Ο τ. μαχαίριν στο Du Cange (λ. μαχαίρι) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.) και στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 653).
    1) Μαχαίρι: Γλυκά, Στ. 146, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 446· (σε μεταφ. προκ. για έντονο συναίσθημα): σ’ επλήγωσε της θλίψης το μαχαίρι Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 2· οργής μαχαίριν δίστομον το εχάλκευσεν ο πόθος Λίβ. Esc. 1951· Το πως δεν ’πιδεξεύγεσαι περίσσα το κατέχω·| για κείνο μέσα στην καρδιά κουρφό μαχαίριν έχω Πανώρ. Β΄ 90· ως τυφλός και δυστυχής θέλω και διακονούμαι, (παραλ. 1 στ.) να βάνω στην καρδιά σας φαρμακερό μαχαίρι Ριμ. Βελ. 943· τσι ’βλεπε κουτσούς, τυφλούς κι άλλους με δίχως χέρια,| τον βάνασι εις την καρδιά καθημερνό μαχαίρια Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 5379. 2) (Μεταφ.) α) ψυχικός πόνος, βάσανο: για να πάρει πλειότερο μαχαίριν η καρδιά του| την θυγατέραν του θα δου τα μάτια τα δικά του| μ’ αγαφτικόν αγκαλιαστή Ερωφ. Γ΄ 315· β) έγνοια, ανησυχία: μαχαίρι στους Αγαρηνούς (ενν. η Βενετιά), της αρχοντιάς στολίδι Τζάνε, Κρ. πόλ. 56721· γ) οξύτητα, αυστηρότητα: φεύγα το δικαιότατον μαχαίρι της μιλιάς της Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1283]. έκφρ.: του μαχαιρίου = μαχαιροβγάλτης, κακούργος: ήλθεν (ενν. ο Αιβέρης) από την Πούλια με εκατόν στρατιώτες,| αρματωμένοι όμορφα, όλοι του μαχαιρίου Χρον. Τόκκων 3554· Οκάτι φράγκος άνθρωπος, Λιβέρην τον ελέγαν (παραλ. 1 στ.) αιματοχύτης, δολερός, ψυχή του μαχαιρίου Χρον. Τόκκων 3550. Φρ. 1) Βάνω κάπ. εις το μαχαίρι = βλ. βάνω Α΄ 41 β. 2) Λαμβάνω (το) μαχαίρι = βλ. λαμβάνω Φρ. 24.
       
  • ξαναγεμίζω. 
    Από το επίρρ. ξανά και το γεμίζω. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.
    Γεμίζω ξανά: οι βάρκες να γυρίζου| εις το Μαντράκι να ʼρχουνται να τσι ξαναγεμίζου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 60422.
       
  • Δαλμάτης 
    ο, Δούκ. 9334, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Νενεδ.) 53420, 21, 62827· Νταλμάτης, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3058 (έκδ. Ταλμάτων· διορθώσ.), 4756 (έκδ. Ταλμάτων διόρθ. Ξανθ., BZ 18, 1909, 598 = Ξανθ., Μελετ., 1980, 259), 4757.
    Το μτγν. εθν. Δαλμάτης (L‑S, λ. Δαλμάται). Ο τ. από επίδρ. του ιταλ. Dalmato.
    Ο κάτοικος της Δαλματίας: Δαλμάτες έχω δούλους μου, κρατώ τη Βουλγαρία| κι έπιασα χώρες και χωριά μέσα στην Ουγγαρία Τζάνε, Κρ. πόλ. 5773.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης