Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- εξοφλώ,
- Μπερτόλδος 12· εξεφλώ, Μπερτόλδος 65· ’ξεφλώ, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 124, Δωρ. Μον. XXX, Πανώρ. Ε΄ 38 (κριτ. υπ.), Μπερτόλδος 55· ξοφλώ, Χρον. Μορ. P 1263, Σουμμ., Ρεμπελ. 187, 190, 191, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 20, Μπερτόλδος 84· μτχ. παρκ. ’ξεφλισμένος, Μπερτόλδος 64.
Από την πρόθ. εκ και το οφλώ. Ο τ. ’ξεφλώ και σήμ. στήν Κρήτη (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄ 190, λ. ξεφλώ). Η μτχ. παθητ. παρκ. ’ξεφλισμένος αναλογ. με μτχ. ρ. σε ‑ίζω. Η λ. και ο τ. ξοφλώ και σήμ. (Δημητράκ.).
Α´ Ενεργ. 1) α) Απογοητεύω κάπ.: ζητώντας της αυθεντίας μας στην Βενετίαν δικαιολογημένην χάρην … και αυτή η Βενετία … μη ξοφλώντες με τελείως εις την ζήτησίν μου πάντα έλπιζα την χάρην Ιερόθ. Αββ. 336· β) εκπληρώνω κάπ. προσδοκία: Και πάλι λέγω. «ας κοιμηθώ με τούτην την ολπίδα,| μήνα γυρίσει τ’ όνειρο· τέτοιο καλό δεν είδα» (παραλ. 2 στ.)· ο πετεινός μου το ʼφταισε α δε μ’ είχε ξυπνήσει,| ολοτελίς η μοίρα μου μου το ήθελε ξοφλήσει Φαλιέρ., Ενύπν. (Schmitt) 124. 2) Τελειώνω κ.: Γυναίκα εκατόρθωσε με το κερί πλασμένη,| Ολυμπιάδος τ’ όνομα έγραψε στην κερένη.| Απήτις την εξέφλησε, ανάφτει το λυχνάρι| κι έβανε από το ζουμί του λύχνου να ᾽χει χάρη Αλεξ. 97. 3) Αποφυλακίζω, απελευθερώνω: με ταπεινοσύνη να λάβουν την ελευθερίαν τους και να τον περικαλέσουν, ως ήτανε το πρεπούμενο διά να τους ξοφλήσει και διά να μην χάσει την καλήν όρεξη και γνώμη οπού είχε εισέ δαύτους Σουμμ., Ρεμπελ. 187. 4) Καταστρέφω (Για τη σημασ. βλ. Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Γ΄ 190, λ. ξεφλώ): ήρθε μου το μαντάτο| πως ήρθε ο Τούρκος στο νησίν ετούτο και άνω-κάτω| το ᾽βαλε και το ᾽ξέφλησε, πως έρημο το ᾽φήκε Φορτουν. (Vinc.) Β́ 79. 5) Φέρω (μια υπόθεση) σε πέρας· (εδώ) εκδικάζω: Να ξοφλήσει (ενν. ο Βασιλεύς) τες κρίσεις και φιλονικίες και να μην αφήνει να ξεσκίζονται οι πτωχοί οπού κρένονται Μπερτόλδος 84. 6) (Συνεκδ. με αιτιατ. προσ.) τελειώνω με κάπ., ξεμπερδεύω μαζί του: έρχονται δύο γυναίκες σε εμέναν (ενν. το Βασιλέα), αι οποίαι ... θέλουν να τες γκροικήσω. Τες οποίες αφόντις εγώ εξοφλήσω, θέλομεν γυρίσει πάλιν αντάμα να μιλήσομεν Μπερτόλδος 12· ξέφλησέ με μίαν κοπανίαν Μπερτόλδος 55. Β´ Μέσ. 1) (Μτβ.) απαλλάσσομαι από κάπ., «ξεφορτώνομαι» κάπ.: Είπαν: «Και πώς να ποίσομε να τουσε ᾽ξεφληθούμε;» Χρον. Μορ. P 610. 2) (Αμτβ.) εξαφανίζομαι: όσ’ απ’ αυτά χαθούσινε, τόσ᾽ από με γεννιούνται| κι απού τον κόσμο μοναχάς για τούτο δεν ξοφλιούνται Πανώρ. Ε΄ 38.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
- Μπερτόλδος 12· εξεφλώ, Μπερτόλδος 65· ’ξεφλώ, Φαλιέρ., Ενύπν. (v. Gem.) 124, Δωρ. Μον. XXX, Πανώρ. Ε΄ 38 (κριτ. υπ.), Μπερτόλδος 55· ξοφλώ, Χρον. Μορ. P 1263, Σουμμ., Ρεμπελ. 187, 190, 191, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 20, Μπερτόλδος 84· μτχ. παρκ. ’ξεφλισμένος, Μπερτόλδος 64.
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης