Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 120 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ.

  • όποιος,  
    αντων., Σπαν. O 188, Ασσίζ. 3321, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 762, Χρον. Μορ. H 4930, Χρον. Μορ. P 2381, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 283, Χρον. σουλτ. προσθ. 38, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 308 Ν, Θησ. (Schmitt) 339 IX 5, Συναξ. γυν. 444, Κορων., Μπούας 145, Ιστ. πατρ. 1886, Πηγά, Χρυσοπ. 113(8), Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Ιντ. γ΄ 82, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 102, Β΄ 20, Γ΄ 346, Δ΄ 127, Ε΄ 248, Διαθ. 17. αι. 126, Πανώρ. Αφ. 15, Α΄ 197, Β΄ 461, Γ΄ 128, Δ΄ 153, Ε΄ 253, Επιστ. Ηγουμ. 17531, Διγ. Άνδρ. 3781, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1049, Β΄ 137, Γ΄ 164, Δ΄ 601, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 116, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 412, Ροδινός (Βαλ.) 137, Τζάνε, Κρ. πόλ. 52123, κ.π.α.· γεν. οποιουνού, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Λουκ. ζ΄ 43·
    Η αντων. ποίος με το άρθρο ο (Ανδρ., Λεξ.· βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 593, κε.· πβ. Bakker, Pronomen 69, κε.). Τ. όμποιος σε επιστολή του 17. αι. (Φ. Δ. Μαυροειδή, Δωδώνη 7, 1978, 14967) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., όπου και τ. ούπιος, καθώς και γεν. όποιονος (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Διάφ. τ. της λ. στο τσακων. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. όποιε). Η λ. και σήμ.
    1) (Αοριστολ.) όποιος, οποιοσδήποτε: Να ’ρίζει ο κύρης το παιδί σ’ όλους μας είν’ δοσμένο| κι όποιο παιδί το θέλει αλλιώς, είν’ καταδικασμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 62· Όποιο τραγούδι τσ’ άρεσεν, ήπιανε (ενν. η Αρετούσα) κι ήγραφέ το Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 445· απ’ το φόβο λέγουσι το ψόμα πως κινάται| κι όποιος τα ψόματα μιλεί δίχως αντρειά λογάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 888· η γιαγάπη κλάηματα τρώγει και δε χορταίνει,| γιαταύτος κακορίζικος είν’ όποιος ’ς πόθο μπαίνει Πανώρ. Δ΄ 150· τη θυγατέρα μου άγωμε να βρεις να τση μιλήσεις (παραλ. 1 στ.) να συβαστεί να παντρευτεί μ’ όποιο απ’ αυτούς θελήσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 427· (με επόμ. το και (κι) α(ν): εις όποιο μέρος και αν στραφώ εκδίκησιν ξετρέχουν| των τέκνων μου τα δάκρυα π’ ασχόλαστα με βρέχουν Λίμπον. 25· εγώ δε δίδω πείραξην, ουδέ μαλιές γυρεύγω,| αμ’ όποιος κι α μ’ επείραξεν, εκείνος με κατέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 899. 2) (Με άρθρο) α) ο οποίος: Οι κορασίδες στα φαριά τα δυνατά κι ωραία,| τα όποια ετρέχαν δυνατά κι ώσπερ πουλιά απετούσαν,| έρχονταν ολοαρμάτωτες η καθεμιά της χώρια Θησ. (Foll.) I 71· Είχεν και έτερον υιόν όπου γαρ ήτον νόθος,| του όποιου άφηκεν στην Βλαχίαν ένα καλό ιμερίδι Χρον. Μορ. H 3088· το κάστρον της Μονοβασίας κι εκείνο της Κορίνθου,| ωσαύτως γαρ του Αναπλίου που ένι πλησίον του Άργου,| τα όποια κάστρη είχασιν τους πρώτους γαρ λιμνιώνες Χρον. Μορ. H 2767· β) (το ουδ.) πράγμα που: καθώς το ακούσετε εδώ οπίσω εις το βιβλίον μου| τους τρόπους και τες αφορμές και την καθοδηγίαν,| το όποιον ουδέν με φαίνεται να σας το διπλογράψω Χρον. Μορ. H 7558. — Βλ. και οποίος και ποίος.
       
  • οπωρικός,  
    επίθ., Σταφ., Ιατροσ. 495, 113, Λίβ. N 3364, 3365, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1345, Περί γέρ. 35· ’πωρικός, Ασσίζ. 2411, Πωρικ. (Winterwerb) 139 τίτλος κριτ. υπ., Gesprächb. 5113, Λίβ. Esc. 3944, Περί διαίτης 4828, Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XII 55, Θησ. ΙΑ΄ [768], Χούμνου, Κοσμογ. 2541, Αλεξ. 1567, Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 238, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ μετά στ. 174, Πανώρ. Πρόλ. 28, Β΄ 472, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 41, Πιστ. βοσκ. 24, 52, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 179, Στάθ. (Martini) Α΄ 234, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 46, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [427], [881-89], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 52, Διγ. O 2422, Τζάνε, Κρ. πόλ. 23528, Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 133, κ.α.· ’πωρ’κός, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 403v· υπωρικός, Λίβ. Sc. 2791.
    Το μτγν. επίθ. οπωρικός. Το ουδ. ’πωρικό(ν) (για το σχηματισμό του οποίου βλ. Λορεντζ., Αθ. 16, 1904, 220) στο Βλάχ. (λ. πωρικά) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οπωρικόν, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 212, λ. πωρικά, Άμ., Χιακ. Χρον. 6, 1925, 58, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.). Το ουδ. υπωρικόν (για την προέλ. του οποίου βλ. Καψ., ΕΕΦΣΠΘ 7, 1957, 332) στο ποντιακό ιδίωμα (τ. ιπωρ’κό, ιπουρ’κό στο Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οπωρικόν). Η λ. στο ουδ. και σήμ. ως ουσ.
    Που σχετίζεται με τα οπωρικά: Ο οπωρικός λόγος Πωρικ. (Winterwerb) 139 τίτλος κριτ. υπ. Το ουδ. ως ουσ. (η χρ. ήδη τον 5. αι., βλ. Lampe, Lex. στη λ.) = 1) α) Καρπός, φρούτο: έπεσε … χιόνι … και εκαγήκανε τα δεντρά, οπού δεν εύρισκεν τις ’πωρικό, ούτε λεμόνι ούτε νεράτζι ούτε άλλο τίποτας Byz. Kleinchron. A΄ 51242· εβαρέθη (ενν. ο Σελήμ) να τρέφεται από μόνα τα άγρια ’πωρικά των αγρίων δένδρων Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 356· πάσα δεντρό πληθαίνει και ξαπλώνει,| κι αθούς και ’πωρικά μασε χαρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. α΄ 610· (γενικά): τότες, όντεν η γης με δίχως κόπο (παραλ. 1 στ.) τα ’πωρικά τση εγέννα ’ς κάθα τόπο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. β΄ 472· β) (μεταφ.) ανθεί του πόθου το κλαδίν και το δενδρόν του πόνου,| τρυγώ εκ του πόνου τον καρπόν, οπωρικά καρδίας Λίβ. P 2511· Παιδί χαριτωμένο που μικράκι| τόσα, ’ς τσι χρόνους βρίσκεις τσ’ άγγουρούς σου| μεστό το ’πωρικό του ριζικού σου Πιστ. βοσκ. I 2, 132· ξεύρε και όποιος| παράκαιρα μαζώνει φρονιμάδα| πάντ’ έχει μεστωμένον| το ’πωρικό μαζί του της λωλάγρας Πιστ. βοσκ. IV 8, 105· (σε προσφών.): ω ’πωρικό μου αχόρταγο και της καρδιάς μου τ’ άθος Φαλιέρ., Ιστ.2 509. 2) (Ειδικά) είδος σταφυλιού (Για το πράγμα βλ. Κωστούλα [Αγαπ., Γεωπον. σ. 316], Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.): Το κορίχι, το ’πωρικόν και άλλα σταφύλια όμοια τούτων βασταγερά, οπού δεν σαπίζουν ογλήγορα Αγαπ., Γεωπον. (Κωστούλα) 162. 3) (Μεταφ.) αποτέλεσμα: Φίλος για φίλον είδαμε να πέσει ν’ αποθάνει| κι ετούτα ’ναι τα ’πωρικά οπού η αγάπη κάνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1264· Τούτα ’ν’ τσ’ αγάπης ’πωρικά, τούτα ’ν’ του πόθου οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 717.
       
  • ορδινιάζω,  
    Ασσίζ. 9412, Συναξ. γαδ. (Pochert) 305, Αχιλλ. L 222, Μαχ. 2623, 9220, 10637, Θησ. Ζ΄ [1014], IB΄ [803], Χούμνου, Κοσμογ. 685, 1236, Βουστρ. 418, 427, Αλεξ. 461, Κορων., Μπούας 27, 141, Πεντ. Γέν. XIV 8, Λευιτ. I 7, Αχέλ. 49, 119, Κατζ. Β΄ 131, Ε΄ 250 Βοσκοπ.2 195, Σταυριν. 705, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2282, Δ΄ 1943, Θυσ.2 515, 764, Ευγέν. 1474, Στάθ. (Martini) Α΄ 51, Γ΄ 86, Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 51, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1167], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 535, 776, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 119, Ε΄ 33, 61, Λεηλ. Παροικ. 161, Διγ. O 213, 949, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21523, 23723, 53416, κ.π.α.· αρδινιάζω, Φαλιέρ., Ιστ.2 132 κριτ. υπ., Χούμνου, Κοσμογ. 2311, Αλεξ. 16, 1703, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1205], Κορων., Μπούας 87, Ευγέν. 1032, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 120, Ε΄ 209, Διγ. O 478, 785, Τζάνε, Κρ. πόλ. 19019, 45321, 4774, κ.α.· αρδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 461 κριτ, υπ., 1295 κριτ. υπ., 1777 κριτ. υπ., 2311 κριτ. υπ.· ορδενιάζω, Byz. Kleinchron. A΄ 21110· ορδουνιάζω, Χούμνου, Κοσμογ. 685 κριτ. υπ., 738 κριτ. υπ., 795 κριτ. υπ., 948 κριτ. υπ., 1224 κριτ. υπ., 1236 κριτ. υπ., 1244 κριτ. υπ., 2447 κριτ. υπ.· οροδινιάζω, Άλ. Κύπρ. 390· παρατ. ερδίνιαζα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 435· αόρ. ερδίνιασα / ερδινιάστηκα, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, 401, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.) 4620, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390.
    Από το ουσ. όρδινος (<λατ. ordo, ‑inis) και την κατάλ. ‑ιάζω· βλ. όμως και Triand., Lehnw. 123. Ο τ. ορδενιάζω σε έγγρ. του 17. αι. (Vincent, Θησαυρ. 4, 1967, 64). Τ. (ε)ρdινιάζω σήμ. στη Ρόδο και τη Χάλκη (Τσοπ., Ροδιακά 149), όπου και τ. ορτινιάζω (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. 455). Τ. ορντινιάζω σε ελληνο-εβραϊκά τραγούδια των Ιωαννίνων (Schwartz-Athanassakis, MGSY 3, 1987, 198). Η λ. στο Meursius (λ. —ειν), σε έγγρ. του 16.-17. αι. (Manouss., Θησαυρ. 13, 1976, 37, Μαυρομάτης, Θησαυρ. 16, 1979, 252, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 445, κ.α.) και σήμ. ιδιωμ. (Γιαννουλέλλης, Ιδιωμ. λ. δάν. 82, Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 79, Meyer, NS III 50, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 183, λ. ‑ομαι).
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Τοποθετώ στη σειρά, στοιχίζω, αραδιάζω: Στάρια πολλά περμάζωξεν, αλώνευτα ορδινιάζει| και μαγατζάδες έκτισε, σ’ αυτούνους τα σοδιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1777· έχτισεν εκεί ο Αβραάμ το θεσιαστήρι και ορδίνιασεν τα ξύλα Πεντ. Γέν. XXII 9· β) φέρνω στο ίδιο επίπεδο, εξισώνω: αδειάζουν τάβλες και βουτσά κι όλη τη γη εσιάσαν| και με τα παραχάντακα τρίγυρα τ’ αρδινιάσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 30314. 2) α) Τακτοποιώ, συγυρίζω, ευτρεπίζω: ορδινιάζει το οσπίτιν της και το κραβάτι στρώνει Σπαν. (Ζώρ.) V 594· να βάλω ν’ αρδινιάσουσι εκείνο το παλάτι Σταυριν. 1072· επίασε τότε να τα σιάζει,| τους τόπους, τα μελίσσια να τα ορδινιάζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 856· β) διαμορφώνω, διευθετώ (ένα χώρο): έναν όμορφο περβόλι ν’ ορδινιάσω Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 52· τάφον ορδίνιασ’ έμορφον, μέσα να μ’ αναπάψεις Αλεξ. 1388· γ) στολίζω, διακοσμώ: όλη η αυλή να είναι στολισμένη και ορδινιασμένη με μεταξωτά και χρυσά ρούχα Μπερτόλδος 30· ήτον η γη με το ψηφίν εύμορφ’ ορδινιασμένη Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 443. 3) Κάνω (κάπ. ή κ.) έτοιμο (για κ.), ετοιμάζω, προετοιμάζω: Ορδίνιασέ το γλήγορα, ντύσε το να κινήσει Θυσ.2 405· τα ξύλα τσ’ ολοκάρπωσης, την ’στίαν ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 1244· ο μάστορας οπού ’ξερε τη μίνα ν’ αρδινιάσει| και να τρυπήσει το τειχιό κι όλο να το χαλάσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 48825. 4) α) Εφοδιάζω, εξοπλίζω· οργανώνω: Πριν να μισεύσει ορδίνιασε τόσα πολλά σπιτάλια| να κυβερνούν τους ασθενείς σαν πρέπ’ αγάλι’ αγάλια Άλ. Κύπρ. 1568· οι Τούρκοι απού τα Χανιά βγαίνουσι κι ορδινιάζουν| ένα φορτί αντίπερα και σέρνου κι ανεβάζου| λουμπάρδες και του βάνουσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 4899· δεν ημπόρεσεν να τους νικήσει, διότι ήτον το ταμπόρι τους υπέρκαλα ορδινιασμένο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 23r· β) συγκροτώ (στρατιωτικό σώμα): ήλθα στην αυθεντία σου φουσσάτο ν’ αρδινιάσω,| χιλιάδες δέκα στρατηγούς, να πα να τονε πιάσω Αλεξ. 983. 5) Ετοιμάζω, παρασκευάζω· παραθέτω (γεύμα): Κάνομεν μην να την ορδινιάσουν (ενν. την γιατρείαν) τώρα τώρα Μπερτόλδος 65· ο δείπνος απού ερδίνιασα, πότε θα τονε φάμε; Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 390· τράπεζα ορδίνιασεν βασιλική Διγ. O 2163· (με σύστ. αντικ.): να φέρεις το τραπέζι και να ορδινιάσεις το ορδίνιασμά του Πεντ. Έξ. XL 4. 6) α) Κατασκευάζω, φτιάχνω: τον αλιφιέρη τού Μαντζά γή εκείνο του Γιλντάσου| θα βρω, δυο φελλοπάπουτσα να πα να μ’ ορδινιάσου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 46· τα ρούχα τση να πιάσει,| να πάτε στση μαστόρισσας, να δει να τα ορδινιάσει| καθώς τα ζάρου και φορού τη σήμερον ημέρα Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 500· β) επινοώ, εφευρίσκω: ορδίνιαζε (ενν. ο βασιλεύς) καινούργιους μόδους να τους βασανίζει και να τους θανατώνει (ενν. τους χριστιανούς) Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3224. 7) α) Τακτοποιώ, διευθετώ (υποθέσεις): εζήτησεν γράσαν τάρμε οκτώ μέρες διά να πάγει έσσω του να ορδινιάσει τα καμώματά του Άνθ. χαρ. 29630· Παρεκαλώ σε, Χάρο, κάμε μου μία χάρη: έλα να πάμε εις το σπίτι μου, να σταθείς ν’ αρδινιάσω τα παιδιά μου, το σπίτι μου, καταπώς έναι η τάξη, κι απεκεί με έπαρε Μικρ. διηγ. (Zimbone) II 30· Εισέ καιρόν μιας βδομαδός όλα τα ορδινιάσαν| και παλληκάρια δυνατά ’κοσπέντε ετοιμάσαν Μαρκάδ. 275· β) (με διαθήκη): όπως διά της τούτου γραφής διαθήσομαι και ορδινιάσω είτι άρα έχω και εξουσιάζω Διαθ. Πασχαλίγ. 78· τυχαίνει καθαένας να το λογιάζει διά να ορδινιάζει την ψυχήν και το πράμαν του διά αποθάνοντός του καθώς είναι η γιόρεξίν του Διαθ. 17. αι. 15. 8) Κανονίζω, ρυθμίζω: Ο λέων τον γαΐδαρον είπε να τους μοιράσει,| του καθενού το μερτικόν εκείνος ν’ αρδινιάσει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 378· τα πράγματα δεν γίνονται καθώς ημείς θέλομεν, αλλά καθώς τα ορδινιάζει η πρόνοια Χίκα, Μονωδ. 174. 9) α) Σχεδιάζω, οργανώνω, κανονίζω: να βρει μόδο κιανένα| να ’χε ξηλώσει τη δουλειά ετούτη π’ ορδινιάζου Κατζ. Β΄ 413· ό,τι κι αν μου είπες, παρευθύς όλα εκουρμάσθηκά τα| κι ας πα να τα ορδινιάσομεν, να βάλομεν σε στράτα,| να παν να την σκοτώσουνε οι δούλοι οι εδικοί μου Ευγέν. 376· γύρω τση χώρας τα τειχιά τσι φύλαξες κοιτάζει| και τέχνες περισσότερες αρχίζει κι ορδινιάζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 47024· β) (προκ. για τελετή, γιορτή) διοργανώνω: τους γάμους ορδινιάζουν,| μικροί, μεγάλοι άρχοντες εις την χαράν κοπιάζουν Διγ. O 543· εσύ Άρτεμη άθλια … (παραλ. 1 στ.), μη τράπεζαν να καρτερείς, μηδέ φωτιά εξ εμένα (παραλ. 1 στ.), ουδέ παιγνίδια τίποτες διά σένα μη ορδινιάσω| να γίνονται διά την τιμήν της υψηλότητάς σου Θησ. (Foll.) I 61. 10) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Πάλι και λάχει και έρθει μου θάνατος εις την Στίαν θέλω και ο έγγονάς μου … να ορδινιάσει να με βάλει εισέ ντεπόζιτο εις την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου Διαθ. 17. αι. 355· πηγαίνω εις το ναό να κάμω ν’ αρδινιάσου| ’ς τόπο ψηλό και ξανοιχτό αυτόνο ν’ ανεβάσου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 143. 11) Εκτελώ, πραγματοποιώ: τ’ άλλα τά ορδίνιασε και τις να τα θυμάται| και τα καλά τά έκαμε και τις να τα ξηγάται; Γεωργηλ., Θαν. 320· Φαίνεται ο Μύρτζας άνδρας μου να είχε καμωμένα| στον κόσμον αμαρτήματα, κακά ορδινιασμένα,| να ’καμε φόνους περισσούς, πολλές παρανομίες Αιτωλ., Βοηβ. 267. 12) α) Δίνω εντολή, προστάζω (κάπ. να κάνει κ.): Ο κύρης εκατέβηκεν στο στάβλος· ορδινιάζει| τρία άλογα να στρώσουσιν Βεντράμ., Φιλ. 287· έναν της δούλον έκραξε για να τον ορδινιάσει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1214]· Ο γενεράλες κάτεργα ορδίνιασε να βγούσι| γεμάτα ανθρώπους, μπόλμπερες κι εις τα Χανιά να μπούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1597· β) ορίζω, παραγγέλλω: θέλω να σου δώσω μίαν ιατρείαν, την οποίαν ορδίνιασεν ο ιατρός να σου δώσω Μπερτολδίνος 149· γ) (σε διαθήκη) αφήνω εντολή, παραγγελία, ορίζω: να ’ναι κρατημένοι οι κομεσάριοί μου … οι οποίοι θέλω να έχου εξά να κάνου και να τελειώσου ό,τι εδώ θέλω ορδινιάσει Διαθ. 17. αι. 140· δ) συμβουλεύω, καθοδηγώ: τότε, όταν εγνώρισε ’τι έναι ώρα να σκολάσει,| αρχίνησε η ερωτική για να τον ορδινιάσει.| Και λέγει του: «Με την γνώση σου σέβα στο περιβόλι,| ’πιδέξια και φρόνιμα γιατί κοιμούνται όλοι» Τριβ., Ρε 264· τούτο ορδινιάζω σας, όλοι, μικροί μεγάλοι,| οποίος ακούσει φυλακήν, κανείς μηδέν γελάσει Σαχλ., Αφήγ. 428· ε) αποφασίζω: Θεωρώντα οι καβαλάρηδες τον θάνατον του ρε Πιερ, ορδινιάσα να βάλουν ρήγα τον σινεσκάρδον Μαχ. 5942. 13) α) Έχω (κάπ.) στις διαταγές μου· διευθύνω, ηγούμαι: τους φαμέγιους του σπιτιού εσύ τους ορδινιάζε| κι αν έναι φταίσιμον σ’ αυτούς συγκεραστά τους σάζε Δεφ., Λόγ. 321· αξαπολύθησαν και δεν είχαν καπετάνον να τους ορδινιάζει Μαχ. 19025· είπε του ο Φίλιππος: «Στρατιά καλά την σιάζεις| και όλον το φουσσάτο μου εσύ να τ’ ορδινιάζεις» Αλεξ. 252· β) διοικώ, κυβερνώ: το βασίλειο ορδίνιασε (ενν. ο Θησέας), ως επρεπε με τάξη Θησ. Β΄ [87]· του Κορνάρο έδωκε την εξουσίαν δικήν του,| για ν’ αρδινιάζει το λαό, να ’ναι στη δούλευσίν του Τζάνε, Κρ. πόλ. 49224· ελπίδαν έχω στον Θεόν, τα πάντα που κοιτάζει| και με την θείαν πρόνοιαν τον κόσμον ορδινιάζει Παλαμήδ., Βοηβ. 94· (εδώ προκ. για συναισθήματα) ελέγχω: Έχεις τον κόσμον το λοιπόν καθάρια να ’ξεικάζεις| και μετ’ αυτά τα πάθη σου με γνώση ν’ αρδινιάζεις Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 122· γ) επιβλέπω· φροντίζω, περιποιούμαι: το οποίον αμπέλι θέλει απού την σήμερον και ομπρός να το κρατεί ο ευλαβέστατος αφέντης πατέρας ο Χαλκιόπουλος … και να τ’ ορδινιάζει κάθα χρόνο, να το γοβερνάρει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 1086· δεν έδιδε των ομματίων του ύπνον … διά να ορδινιάζει τόπους του Κυρίου και κατοικήσεις του Θεού Χίκα, Μονωδ. 71. 14) α) Διορίζω: διά τούτον εφάνην μας όλους αντάμα και ορδινιάσαμεν κουβερνούρην τον αδελφόν του ρηγός Μαχ. 4814· την αυτήν ημέραν ορδινιάσαν τον Νικολό τε Μοραπίτον διά βισκούντην Βουστρ. 484· β) χειροτονώ: ήρτεν ο βαχλιώτης του πάπα και έφερεν το σκιάδιν τού γαρδενάλλη και τες βούλλες διά να ορδινιάσουν τον πρωτονοτάρην γαρδενάλλην Μαχ. 67424. Β´ Αμτβ. 1) Δίνω, αφήνω εντολή: Ο αυτός ρε Πιερ ορδινίασεν και έδωκεν τα ’φίκκια του ρηγάτου τα χηράτα Μαχ. 8824· θέλει ο άνωθεν κυρ Φίμις να ορδινιάσει πρώτον διά το πράμαν του και δεύτερον διά την ψυχήν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 608. 2) Ορίζω, καθορίζω: εμέν επαρακάλεσεν ίνα επιγράψω και να τελειώσω την παρούσαν τση και ύστερον διαθήκην, καθώς αυτείνη ορδινιάζει Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 156· οπόταν πιστοί άνδρες θέλουσι καταστένεσθαι εις την κυβέρνησιν, καθώς ο άγιος Παύλος εις την προς Τιμόθεον επιστολήν ορδίνιασε Χριστ. διδασκ. 133. 3) Διοικώ, κυβερνώ: εκάθισε ο Ρωτόκριτος εις το θρονί και ορίζει.| Με φρόνεψη πορεύγεται, με γνώσην ορδινιάζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1505· όλοι γοι αφέντες ήτον ’κεί στον τόπο πασαένας| κι εκείνοι κι ορδινιάζανε, δεν ήλειπε κανένας Τζάνε, Κρ. πόλ. 4816. 4) Ενεργώ: καταπώς τον όρισεν, αυτούνος ορδινιάζει Χούμνου, Κοσμογ. 795. IΙ. Μέσ. 1) α) Ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι (για κ.): ν’ αρδινιαστεί η γυναίκα του κι οι υιοί του κι οι νυφάδες,| να μπούσιν εις την κιβωτόν Χούμνου, Κοσμογ. 461· τους ελάφους έβλεπα απέσω εις το άλσος| και ορδινιαζόμουν να εμπώ ίνα τα πολεμήσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1370· ας πάμε τώρα, άρχοντες, όλοι ν’ αρδινιαστούμεν| κι εις το κυνήγι την αυγή όλοι μας να βρεθούμεν Ευγέν. 277· Έλα, Μπερτολδίνο, ορδινιάσου, διατί εσύ κάνει χρεία να ’λθεις μαζί μας Μπερτολδίνος 101· β) (προκ. για στρατιωτικό σώμα) ετοιμάζομαι για μάχη, συντάσσομαι, παρατάσσομαι: έκαμεν και ορδινιάστησαν ως εξακόσοι τότε,| οπού ’σαν όλοι διαλεκτοί και άξοι στρατιώται Αχέλ. 583· ο γενεράλες … όρισε να εμπούσι| στα κάτεργα τα τσούρματα κι όλοι ν’ αρδινιαστούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 33712· Ορδινιαστείτε το λοιπόν να πάμε στους εχθρούς μας,| για να τους καταλάβομεν Αλεξ. 465· γ) Παίρνω, μέτρα, μεριμνώ, φροντίζω: Πώς η βασίλισσα Ιππόλυτα γροικώντας πως έρχεται ο Θησεύς απάνου της, ορδινιάσθη διά τον αποκλεισμόν Θησ. (Foll.) I πριν στ. 86· πάσα γνωστικός άνθρωπος δε κατέχοντας πότες έχει να του έλθει αυτός ο θάνατος, πρέπει και τυχαίνει να ορδινιαστεί πρώτον διά την ψυχήν του και δεύτερον διά το πράμαν του Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 146· δ) Φροντίζω, ενεργώ (ώστε να γίνει κ.): Τριάντα αργύρια σού δίδομεν και να τα και ορδινιάσου| γοργόν με δίχως κόμπωσιν τον Ιησούν να πιάσου Μυστ. παθ. 13· ωσάν αποθάνω η άνωθέ μου θυγατέρα και κομμισσάρια να ορδινιαστεί να με θάψουσι στο μοναστήρι Διαθ. 17. αι. 536. 2) (Απρόσ.) δίνεται εντολή: τότε ορδινιάστηκεν όλοι τους να μισεύσουν Διακρούσ. 722. Η μτχ. παθητ. παρκ. ως επίθ. = προετοιμασμένος, έτοιμος: σαν άνδρα πεινασμένον,| οπού να τρώγει μ’ όρεξιν φαγίν ορδινιασμένον Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 644· τ’ άλογά τους πήρασιν ως ήσαν στολισμένα,| με σέλες και με άρματα για στράτ’ ορδινιασμένα Μαρκάδ. 552.
       
  • όρεξις ‑ξη  
    η, Ασσίζ. 9226, Χρον. Μορ. H 7705, Χρον. Μορ. P 2100, Σαχλ., Αφήγ. 14, Αχιλλ. N 521, Χρον. Τόκκων 1389, Μαχ. 67825, Γεωργηλ., Θαν. 303, Ιμπ. (Legr.) 206, Κορων., Μπούας 86, Απόκοπ. Επίλ. I 542, Πεντ. Γέν. III 6, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 2914, Αχέλ. 936, Χρον. σουλτ. 14131, Κυπρ. ερωτ. 12629, Πανώρ. Ε΄ 330, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 102, Ιστ. Βλαχ. 2382 [= Γέν. Ρωμ. 24], Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 746, Θυσ.2 888, Στάθ. (Martini) Γ΄ 291, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 130, Τζάνε, Κρ. πόλ. 58015, κ.π.α.· όριξις ‑ξη, Χρον. Τόκκων 2684, Πεντ. Γέν. III 16, IV 7, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 63r.
    Το αρχ. ουσ. όρεξις. Για το σχηματ. του τ. βλ. Hesseling [Πεντ. σ. XXVI-XXVII]. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. όροξη, Χατζιδ., Αθ. 24, 1912, 16-17 και Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ.). Η λ. (στον τ. όρεξη) και σήμ.
    1) α) Βούληση, θέληση· επιθυμία: Φαλιέρ., Ιστ.2 600, Καλλίμ. 842, Διγ. Άνδρ. 34314· β) κλίση, ροπή: Συναξ. γυν. 473· γ) ερωτική, σαρκική επιθυμία: άλλον δεν έναι η έγνοια της (ενν. της πόρνης) είμη ν’ αναντρανίζει| τον άνδρα εις το πρόσωπον, συχνά να του κανύζει,| πώς να τον βάλει εις όρεξιν να την αναγυρέψει Βεντράμ., Γυν. 187· ολόγυμνην την έγδυσεν μετά του πουκαμίσου| και μετά πόθου έκαμεν όλην την όρεξίν του Αχιλλ. L 936· εφυλάχθηκα έως τώρα παρθένος και έφυγα τας ορέξεις της σαρκός μου Διγ. Άνδρ. 39525· Οι γέροντες κατέχω το πως όρεξη τσι σέρνει,| μα τίβετας η μπόρεση να κάμου δε τσι φέρνει Πανώρ. Γ΄ 321· (ως προσφών. αγαπημένου προσώπου): όρεξη, τείντα ’σαι λοιπόν πεθυμημένη| ανίσως κι έχω ό,τι νοιαστώ κι ό,τι μιλήσω; Κυπρ. ερωτ. 1025· δ) επιθυμία φαγητού, όρεξη: Οι γλυκόμνοστες τροφές … σύρνουσιν εις όρεξιν φαγιού όχι μόνον τους πεινασμένους, αλλά και καμιάν φοράν και τους τελείως χορτασμένους προσερεθίζοσιν Δαμασκ., Λόγ. κεκοιμ. (μετάφρ.) 238· φαγών τούτο ωφεληθήσεται ου μικρώς, ώστε το χωνεύσαι και την όρεξιν διεγείραι Ιερακοσ. 50130· ε) επιθυμία ύπνου, νύστα: όρεξιν είχεν πάμπολλην απέ την αγρυπνίαν·| έπεσεν εκοιμήθηκεν, έφθασεν τρίτο ημέρας Πόλ. Τρωάδ. 138· στ) παράξενη επιθυμία, ιδιοτροπία: Ω φύση, πού ’βρες τέτοιαν αφεντίαν| κι αππόθθεν τίτοιες όρεξες σου μπαίννουν| και καταλυείς τά φτιάννεις δίχα αιτίαν; Κυπρ. ερωτ. 2610· ζ) προτίμηση: θε να βλογηθείς έναν της όρεξής σου| και αυτείνος να ’ναι φρόνιμος Δεφ., Λόγ. 445· σου τάσσω και μιαν αλλαξά ρούχα της όρεξής σου Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 133. 2) α) Διάθεση: Άσπλαχνη κι άπονη πολλά καρδιά είναι η γεδική τση| και πλια παρά του λιονταριού άγριά ’ναι η γιόρεξή τση Πανώρ. Γ΄ 458· Μιλώντα τση καθημερνό μπορεί να τσ’ απαλύνει| η γιόρεξη και προς εσέ να κάμει ελεημοσύνη Πανώρ. Α΄ 142· με καλήν όρεξιν ηθέλησεν (ενν. ο Αβραάμ) να κάμει τον ορισμόν του Θεού Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 128r· β) προθυμία· ζήλος: θυγατέρα σας ’ς τούτα όρεξη δεν έχει| και μηδέ θε να παντρευτεί, α δεν περάσου χρόνοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 356· σπούδαξε στην χάριν του (ενν. του Θεού), κάμε την προσευκή σου| και σύγκλινε την κεφαλή μ’ όλη την όρεξή σου Θυσ.2 848· μόν’ σαν ακούσεις τον παπά που θέλει να σημάνει,| ευθύς σηκώσου, πάγαινε με όρεξιν μεγάλη Ιστ. Βλαχ. 1628· αν είν’ οι στίχοι χαμηλοί, πλεισιά ’ναι η όρεξή μου| κι έγραψα σ’ όλα που ’λαχα κατά την μπόρεσίν μου Τζάνε, Κρ. πόλ. 1359· γ) αφοσίωση· πίστη· εμπιστοσύνη: Αβράμ, μεγάλ’ η πίστις σου, μεγάλ’ η όρεξή σου Θυσ.2 945· εγνώρισεν ο Κύριος κι είδε την όρεξή σου·| ευλογημένος να ’σαι εσύ, το τέκνο κι η γυνή σου Θυσ.2 953· δ) χαρακτήρας: Πολλοί πριν τους γνωρίσουσιν φαίνονται γλυκολόγοι,| μάλλον καλοϋπόληπτοι, δείχνουν καλές ορέξες,| και αφού ποιήσουσιν γνωριμιάν, και ωσάν ακροθαρρέσουν,| τότε γαρ δείχνει ο καθεείς και την υπόληψίν του Σπαν. (Ζώρ.) V 301· ε) σκληρότητα, απονιά: περνάς στην όρεξη πάσα θεριό του δάσου,| και πλια άγρια παρά λιονταριού μου ’δειξες την καρδιά σου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 437. 3) Συναίσθημα, «καρδιά»: ο Θεός με βιάζει,| να κάμει ο νους κι η όρεξη εκείνα τά λογιάζει Θυσ.2 240· ο λογισμός κι η όρεξη πάντα ’ναι μετά κείνη| οπού μας επρωτόβαλε ’ς τσ’ αγάπης την οδύνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1263. 4) Πρόθεση, σκοπός: τόσον εσύντυχεν ο αμιράς, ότι έκοψεν τον σουλτάνον από την κακήν όρεξιν όπου είχεν εις τον μαντατοφόρον Μαχ. 1849· τινάς εκίνησεν δόλιος για να δώσει| Τουρκών μαντάτα και αυτούς ούτως να παραδώσει (παραλ. 8 στ.) Αρχάγγελος ο Μιχαήλ είδεν την όρεξίν του| και να τον κάμει θέλησε να χάσει τη ζωήν του Αχέλ. 1430· είναι εχθροί σου φανεροί και να μη τους ακούσεις,| διότι έχουν όρεξιν ατοί τους να μεθύσουν| και σένα εις την γνώμην τους να σε παρακινήσουν Ιστ. Βλαχ. 2111. 5) Απόφαση: Τούτα τα μάτια οπού θωρείς και τρέχου σαν ποτάμι (παραλ. 1 στ.) δεν έχουν τόση δύναμη σήμερα να σε ποίσου| να με γνωρίσεις για παιδί, ν’ αλλάξει η όρεξή σου Θυσ.2 802. 6) Ασυγκράτητη ορμή: η όρεξις τους ενίκησεν, επήρεν τους το θάρρος| και πάλιν επιλάλησαν εικοσιπέντε μόνον·| σκότωμαν μέγαν έκαμαν εις όλον το φουσσάτον Αχιλλ. L 404. 7) Δύναμη· θάρρος: Τότες όσοι ’χαν την αντρειά όρεξιν βάνου λίγη| και πασαείς εγύρευγε όπου μπορεί να φύγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 3893· πρεπό ’ναι πασαείς μ’ όλη την όρεξίν του| να πολεμήσει Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 79· Μη μου δειλιάς την όρεξη, να μη γιαγείρω οπίσω,| πιάσω μαχαίρι και σφαγώ και κακοθανατίσω Θυσ.2 363. 8) Συνεννόηση, συμφωνία: ανίσως ότι αγκαλέσει, ένι κρατημένος να ποίσει με τον αυθέντην του τοίχου καλήν όρεξιν διά να το αφήσει το βολίκιν του εις τον τοίχον του Ασσίζ. 1105. 9) Διασκέδαση: μέλλει διά να ’βγει| η θυγατέρα ’δώ κι εκεί για όρεξη να πάγει,| εις παραδιάβαση να βγει να πα παραδιαβάσει Διγ. O 50. 10) Υγεία: Πίστεψε και αγαπώ πολλά να ’χεις την όρεξή σου,| γιατί έχω ακριβότατη φιλότριαν τη ζωή σου Φαλιέρ., Ιστ.2 47. Εκφρ. 1) Εις όρεξιν κάπ. = σύμφωνα με την επιθυμία κάπ.: ο ίππος κατέπαιζεν εις όρεξιν του νέου Διγ. Z 1529. 2) Σ’ όλην την όρεξίν (μου) = όσο θέλω: Αφού αναπαύθη ο Θησεύς σ’ όλην την όρεξίν του,| και μετά ταύτα όρισε κι ηφέραν έμπροσθέν του| τον Παλαμόνε τον Θηβιόν Θησ. Β΄ [961]. Φρ. 1) Είμαι εις όρεξη να …, βλ. είμαι Γ΄ Φρ. 7. 2) Είμαι στην όρεξη κάπ. = ανταποδίδω την αγάπη κάπ.: Μα πε μου, ξεύρει κιαουλιάς τούτη η αγαφτική σου| το πως ποθείς για λόγου τση κι είναι στην όρεξή σου; Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 254. 3) Έρχεταί μου εις όρεξη να … = αποφασίζω να …: Εις όρεξ’ ήλθε μου λοιπόν διά στίχου για να γράψω| πολλά παραπονετική ιστοριά παλαία Θησ. (Foll.) I 2. 4) Έρχομαι εις όρεξιν = αποφασίζω: ει μεν ελθούν εις όρεξίν του να έχουσιν μαδίσει,| ο πρίγκηπας ελόγιαζεν εις τα φουσσάτα όπου έχει Χρον. Μορ. H 6607. 5) Έχω (σ’) όρεξίν (να) … = θέλω, επιθυμώ· έχω σκοπό να …: αν έχει σ’ όρεξιν ν’ ακολουθά τη μάχη,| φουσσάτα και άλλα φαγητά τού κάμνουν χρεία να ’χει Αχέλ. 1518· δεν είπες εκείνα οπού είχεν όρεξιν (ενν. ο βασιλιάς) Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 11139. 6) Ζητά κ. η όρεξή (μου) = επιθυμώ να φάω κ., λιγουρεύομαι: ανεβαίνει να κόψει ένα απίδι να το φάγει, διατί εβλάφτεντονε και εζήτηξέν το η όρεξή τση Κατά ζουράρη 73-4. 7) Θέλει η όρεξή (μου) = επιθυμώ, θέλω: ο ρήγας έχει την εξά κι είναι η δουλειά δική του| και μ’ απονιά γδικιώνεται, σα θέλει η όρεξή του,| ετούτη την αποκοτιάν οπού ’βαλεν ο νους σου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 244. 8) Κάνει μου όρεξη να … = θέλω, επιθυμώ, έχω διάθεση να …: πάλιν κάνει μου όρεξη να πα να κυνηγήσω Ευγέν. 845. 9) Λέγει (το) η όρεξή μου, βλ. λέγω (I) Φρ. 3. 10) (Με) βαστά η όρεξή (μου)/(με) παίρνει η όρεξη/με φέρνει η όρεξις = επιθυμώ, θέλω: Απόψε κάνει χρεία| να δείξομε τη δύναμη κι όλη μας την αντρεία,| η όρεξή σου α σε βαστά, να μη μασε γνωρίσου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 531· καν όσοι με αποπέφτουσι, βλέπε να μη φωνάξεις (παραλ. 2 στ.) και πάρει τους η όρεξη και έλθουν προς εσέναν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1481· με ήφερεν η όρεξις κι επίασα το βιβλίον| εκείνο όπου γράφουσιν του τόπου τα συνήθεια Χρον. Μορ. H 7638. 11) Πέφτω εις όρεξιν να … = συμφωνώ να …: διά του λεγάτου τη διδαχήν, διά την ευχήν του Πάπα,| επέσαν οι άλλοι εις όρεξιν να απέλθουν εις την Πόλιν Χρον. Μορ. H 516. 12) Το κάνει η όρεξή (μου) = θέλω, επιθυμώ: θαυμάζομαι, μά το Χριστό,| πώς το κάμνει η όρεξή σου| κι η γιαγάπη η εδική σου Αγν., Ποιήμ. Α΄ 49.
       
  • ορίζω,  
    Σπαν. (Ζώρ.) V 45, Λόγ. παρηγ. O 718, Προδρ. (Eideneier) IV 125, Ασσίζ. 736, 3116, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1422, Βέλθ. 543, Ερμον. Θ 262, Χρον. Μορ. H 468, 4210, Χρον. Μορ. P 686, 2062, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 214, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 83, Οψαρ. 36240, Φλώρ. 1222, Σαχλ., Αφήγ. 322, Απολλών. 84, Λίβ. N 2862, Αχιλλ. L 96, Αχιλλ. N 153, Αχιλλ. (Smith) O 345, Ιμπ. 10, 688, Χρον. Τόκκων 888, Φαλιέρ., Ενύπν.2 102, Μαχ. 430, 4444, Σφρ., Χρον. (Maisano) 649, Διήγ. Βελ. N2 150, Διήγ. Βελ. χ 15, Θησ. Β΄ [474], Χούμνου, Κοσμογ. 50, Βουστρ. 437, Αλεξ. 160, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 183, Απόκοπ.2 284, Συναξ. γυν. 372, Διήγ. Αλ. G 289, Χρον. σουλτ. 8528, Ιστ. πολιτ. 3613, Ιστ. πατρ. 14121, Αλφ. 104, Πτωχολ. (Κεχ.) P 203, Κυπρ. ερωτ. 1014, Πανώρ. Ε΄ 255, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 44, Γ΄ 305, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 51, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 204, Διγ. Άνδρ. 39335 δις, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 223, Γ΄ 370, Θυσ.2 80, 406, Στάθ. (Martini) Β΄ 69, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 67v, Πτωχολ. A 146, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [580], Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 127, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 164, Διακρούσ. 8613, Τζάνε, Κρ. πόλ. 31010, 53213, κ.π.α.· μτχ. παθητ. ενεστ. οριζάμενος, Αλφ. 108· παρατ. ήριζα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1839· όρεζα, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3118· οριστ. αορ. ήρισα, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 97, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 38· προστ. αορ. όρσε, Στάθ. (Martini) Β΄ 171· ’ρίζω, Ανακάλ. 50, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 460, Γεωργηλ., Θαν. 490, Αλεξ. 2828, Κορων., Μπούας 94, Ρίμ. θαν. 112, Αχέλ. 1175, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 570, Θρ. Κύπρ. M 526, Δαρκές, Προσκυν. 116, Κυπρ. ερωτ. 1214, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 579, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 137, Πιστ. βοσκ. I 4, 30, Παλαμήδ., Βοηβ. 345, Σταυριν. 408 Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1402, Θυσ.2 1000, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 246, Τζάνε, Κρ. πόλ. 22222, κ.α.· παρατ. έριζα, Μαχ. 54633· αόρ. έρισα, Ασσίζ. 943, Μαχ. 1423, 502, 541, 886, 11031, 16015, 18227 (ερίσεν), 43023, 43429, 49615, 55633, 62224, Βουστρ. 416, 417, 438, 451 κριτ. υπ., 453, 455 (ερίσεν), Αλεξ. 1502.
    Το αρχ. ορίζω. Η προστ. αορ. όρσε στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. υβριστ. Ο τ. ’ρίζω και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 248, λ. ρίζω, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ. λ. ρίζω και Pern., Ét. linguist. I 217 σημ. 1). Ο παρατ. έριζα και ο αόρ. έρισα στο Somav. (λ. ορίζω) και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 770, λ. ρίζω). Η λ. και σήμ.
    (Μτβ. και αμτβ.) 1) α) Διατάζω: Χρον. Μορ. H 1129, Μαχ. 147, Χρον. Μορ. P 5825, Μαχ. 1440· (με την πρόθ. εις + αιτιατ. προσ.): Αυθέντη μου πανένδοξε και ρήγα και τοπάρχα,| είτι ορίσεις εις εμέν ας γένει θέλημά σου Ιμπ. 307· ήλθεν ο σουλτάν Μουράτης από το Ρεβάνι εις την Πόλην … και όρισεν εις τον κόσμον του και έκαμαν δεύτερον ντουνανμάν ωσάν το πρώτο Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 46v· (με σύστ. αντικ.): αν έμελλε (ενν. ο πανιέρης) να ορίσει άλλον ορισμόν, έβγαινεν το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν Μαχ. 65419· Τον ορισμόν, τόν όρισεν, θέλω να τον πληρώσω Χρον. Μορ. P 4473· (αμτβ.) όρισε και εκράξασιν μισίρ Ντζεφρέ τον μπάιλον Χρον. Μορ. H 2321· ωσάν ορίζεις, πατέρα, ούτως να ποιήσομεν Διήγ. Αλ. G 2675· (μέσ. αμτβ.): Λοιπόν ευθύς ορίσατο κι έγινε το γεφύρι,| την δε τέχνην κι εφεύρεσιν ο κάθεεις ετήρει Κορων., Μπούας 61· β) παραγγέλλω: ούτως σε ορίζω, θυγατέρα μου, μεγάλες τιμές να κάμνεις του Αλεξάνδρου και, αφού σεβαίνεις εις τα χέρια του, να τον έχεις αφέντην και βασιλέαν με όλην σου την καρδίαν Διήγ. Αλ. G 28132· όξω απο κείνο, μ’ όριζε ό,τι σου φανεί άλλο.| Και ανίσως κι έρθει σου αρρωστιά κιαμιά φορά, σου τάσσω| τορνέσι απού το χέρι σου ποτέ μου να μην πιάσω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 324· (προκ. για το Θεό, τους προφήτες ή την εκκλησία): να είμεστεν αληθινοί, λέγει και μας ορίζει (ενν. ο Θεός) Ιστ. Βλαχ. 1458· έτσι ορίζει ο Δαβίδ ο προφήτης: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. 128r· Η αγία του Θεού εκκλησία ορίζει μετά επιτιμίων μεγάλων άπαντας τους ορθοδόξους, ίνα μη δέχονται εις τους καιρούς των θανατικών τούς βουλκολάκους Μάρκ., Βουλκ. 3394· γ) (νομ., προκ. για διαθέτη) βάζω όρο: Εάν άνθρωπος αφήσει μου εν διαθήκῃ κέρδος, ορίσει δε με ότι μετά θανάτου αυτού να ελευθερώσω την δούλην του και να την επάρω εις γαμετήν, ανάγκη μου ότι την ελευθερίαν να την ποιήσω, το δε να την επάρω γαμετήν ουκ αναγκάζομαι Ασσίζ. 53914. 2) α) Κυβερνώ, εξουσιάζω έναν τόπο, κυριαρχώ: τη χώρα την εξακουστή, την όμορφη Γορτύνη,| όριζε κι αποφέντευγεν αυτός, την ώρα κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 590· Αυθέντης ένι δυνατός ο Τούρκος, ξεύρετέ το,| Δύσιν τε και Ανατολήν ορίζει, πιστωθείτε Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 638· Τσ’ αφέντες οπού ορίζουσιν οι δούλοι προσκυνούσι| κι όχι με κτύπους και φωνές να πα να τους ξυπνούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 563· Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα| κι οπού δεν είχε η πίστη τους θεμέλιο μηδέ ρίζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 19· (προκ. για το Θεό): κατέχει το ουρανός κι εκείνος απ’ ορίζει| τον κόσμο, κι όλα τα κουρφά πάσα καρδιάς γνωρίζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 55· Ω βασιλεύ των ουρανών, οπού τα πάντα ορίζεις Θυσ.2 965· β) έχω κάπ. υπό τις διαταγές μου, διοικώ: να ορίζει το φουσσάτον του ωσάν και το δικό του Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1618· Φραντζέσκου του ηγαπητού, οπού ’τονε απάνω| και όριζεν ένα κάτεργον, εχθρός του Οτωμάνο Τζάνε, Κρ. πόλ. 39912· Γίνωσκε ο πλανήτης μου να στέκω σ’ αμελείαν| ουδόλως δεν μου έδωκε, μα να ’ρίζω στρατείαν Κορων., Μπούας 40· (με εμπρόθ. προσδιορ.): απάνω στα φουσσάτα του να ’ρίζω επόθεκέ με Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 46· γ) διαχειρίζομαι, διευθύνω, έχω στη δικαιοδοσία μου: Λόγιασε πως, σα σμίξετε, σε θέλει κανακίζει| κι όλα του τα ’ποστατικά μόνια πως θες ορίζει Πανώρ. Γ΄ 220· τώρα ’μαι θλιμμένη| που βλέπω την Αγιάν Σοφιάν …| οπού ’τον το πατριαρχείον κι είχε πολλήν αξία·| και τώρα την ορίζουσιν άλλοι και την κρατούσι,| τα τέκνα της ’μποδίζουσιν εκεί να μην εμπούσιν Θρ. πατρ. 43· όσα σταυροπήγια έγιναν ύστερα και είχαν κτισθεί εις τους καιρούς οπού τα όριζαν οι μητροπολίται και επίσκοποι, ποίον μνημονεύουν, ποίον υποτάσσονται Βακτ. αρχιερ. 179· δ) καταλαμβάνω, κυριεύω: Ως δε το τέλος είδασιν, ότι για να νικήσουν,| το κάστρο με αρτιλαριάν ουδέν πορούν να ’ρίσουν Κορων., Μπούας 95· ε) εξουσιάζω, κυβερνώ κάπ.: ανισώς κι ορίζουσιν άλλοι την εμαυτή μου,| τη βασιλειά σκλαβιά κρατώ, την αφεντιά φλακή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 59· Κρατούν την πρίκαν τως χωστή, κιανείς δεν τους γνωρίζει,| γιατί εφοβούντανε πολλά το ρήγα οπού τσ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1184·  εχάσαμε την δόξαν μας, σκήπτρα και βασιλείαν,| και μας ορίζουν οι εχθροί, το γένος των βαρβάρων Ιστ. Βλαχ. 2321· Περί δούλου αγορασμένου, ότι τον ορίζει ο αφέντης του Βακτ. αρχιερ. 147· επροσδέκτην τον Μπουτζεγκάτ πολλά καλά, και έπεψέν του τον φρονιμότερον άνθρωπον τόν είδεν ποτέ του και εχάρισέν τον βαρύτιμα κανισκία· και εποίκαν αγάπην με τους Γενουβίους, ότι ο Πουτζεκάτ έριζεν απάνω τους Μαχ. 6204· (μεταφ.) εξουσιάζω, έχω κάπ. υπό την επιρροή μου: το ριζικό δεν το ψηφώ· η Μοίρα δε μ’ ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1022· δε θε να δείξει (ενν. η Αρετή) κι εύκολα ο πόθος την ορίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2159· το νου και την ψυχή και την καρδιά μου ορίζεις Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 162· είντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π’ ορίζει·| σαν τη νικήσει, ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1037· (μεταφ. με την πρόθ. εις + αιτιατ.): Εις τα καρτσά πρέπει να ορίζουσιν αμμέ όχι να τους υποτάσσουνται Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 105· ϛ) (με αντικ. τις λ. εαυτός, εξά και τη γεν. του λόγου μου) εξουσιάζω, ορίζω, ελέγχω τον εαυτό μου: Ποιος είναι οπού τη γνώμη σου κι αυτό το λογισμό σου| τονε κρατεί και δεν μπορείς να ορίζεις τον εαυτό σου; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 54· Πάσκω, βοηθούμαι όσο μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,| μα την εξά μού επήρανε και πλιο δεν την ορίζω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 960· Είπεν (ενν. ο γάδαρος): «εγώ ας χαίρομαι και ας την μακαρίζω| την εδικήν μου την ζωήν, του λόγου μου π’ ορίζω» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 11010. 3) Έχω κ. υπό την κατοχή μου, είμαι κύριος, ιδιοκτήτης κάπ. πράγματος, ζώου ή τόπου: Δουκάτα είχεν πάμπολλα, οσά ’ριζεν ατός του,| άλλος ουδέν ευρίσκετον στο πλούτος όμοιός του Ιμπ. (Legr.) 19· αν έναι και έχει τινάς ένα πράγμα και το ορίζει εκατόν χρόνους, πλέον δεν ημπορεί τινάς να το επάρει από το χέρι του Ιστ. πατρ. 17014· Τότες εβάλασι φωτιά σ’ όλα τα σπίτια ’κείνα,| κι εκείνοι οπού τ’ όριζαν πύρινα δάκρυα ’χυνα Τζάνε, Κρ. πόλ. 18814· Η χήρα που την όριζεν (ενν. την όρνιθα) έβαλεν εις τον νουν της,| ωσάν το δώσει περισσόν κριθάρι του ορνιθιού της,| θέλει γεννήσει περισσά … Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 233· Βοσκός ωσάν το Γύπαρη στην Ίδα δε γυρίζει| πλειότερα πρόβατα κανείς και τόπους πλια να ορίζει.| Ετούτοι όλοι οπού θωρείς οι τόποι είναι εδικοί του Πανώρ. Γ΄ 30· Παράδεισον τον πάντερπνον και ωραίον του χαρίζει (ενν. ο Θεός του Αδάμ),| δένδρη, καρπούς με τους ανθούς, εκεί να τα ορίζει Χούμνου, Κοσμογ. 50· (ειρων.): Μέσα έμπα γλήγορα κι εσύ να στέκεις μετά τούτη,| και δίδω σας να ορίζετε τση φυλακής τα πλούτη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 566. 4) α) (Προκ. για νόμους) καθορίζω, θεσπίζω· επιβάλλω: ειδέ εποίησεν εκείνην την κακοπραξίαν ή εκείνην την ανομίαν, διά τό του ετάχθηκα να του δώσω, ορίζει το δίκαιον ότι ουδέν είμαι κρατημένος να του δώσω τίποτες Ασσίζ. 15620· Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος εχωρίστην την γυναίκαν του … και έχουν τέκνα, και το δίκαιον ορίζει ότι, εάν τα παιδία ένι παρακάτω των δ΄ χρονών, εντέχεται να τα θρέβει η μητέρα τους έως όπου να γενούν ζ΄ ετών Ασσίζ. 12411· εποίκεν εκείνον τό όριζεν η ασσίζα να ποίσει και το εγνώρισεν η αυλή να ποίσει Ασσίζ. 21720· ούτως ένι ορισμένον κατά τον νόμον Ασσίζ. 5814· β) (προκ. για το Χριστό, τους εκκλησιαστικούς κανόνες ή τα ιερά βιβλία) καθορίζω, θεσπίζω· διδάσκω: έτσι ορίζει το αψευδές στόμα του Χριστού, ότι: «Ο ελεήμων άνθρωπος εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν την αιώνιον κληρονομήσει» Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 103v· ποτέ του δεν ήθελε να ειπεί ή να παρέβει έξω από εκείνο οπού όριζαν οι θείοι νόμοι Ιστ. πατρ. 9821· Ο δε καλός Βασίλειος ευλογήθη την κόρην, καθώς ορίζει ο νόμος των ευσεβών χριστιανών Διγ. Άνδρ. 3622· Ιδέ τό ορίζουν οι γραφές και τα βιβλία όπου έχουν (ενν. οι Έλληνες) Χρον. Μορ. H 805· γ) (προκ. για το Θεό) καθορίζω κ. αμετάκλητα: τις μπορεί ν’ αντισταθεί εις ό,τι κι αν ορίσει (ενν. ο Κύριος)| και να ειπεί τα μέλλοντα και να το ερευνήσει; Διακρούσ. 10123· κόποι δε μπορούσι| μηδέ βουλές μηδ’ άρματα ποτέ ν’ αντισταθούσι| στό ’ρίσασιν οι ουρανοί Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 93· —Βάρος εις τούτο δεν έχεις, Χάροντα, ’μολογώ το,| εκείνος οπού σ’ έστειλε τιμώ και προσκυνώ το.| —Βάρος εσύ μηδέν πάρεις και να με καταγνώσεις,| γιατ’ έτσι ’ν’ οριζάμενο το χριος σου να πλερώσεις Αλφ. 108. 5) (Με αντικ. τις λ. ημέρα και ώρα) προσδιορίζω, καθορίζω (χρονική στιγμή): αμμέ ουδέν πρέπει να στερεώσου την ορμασίαν, τουτέστιν να ορμαστού παρά τας ημέρας τας ορισμένας Ασσίζ. 37829· ως το έκαμαν άρτζι εις τον σουλτάνον ότι δίδουν φλωρία πεντακόσια να εβγάλουν τον πατριάρχην, να έλθει πάλιν εις τον θρόνον ο πρώτος πατριάρχης, κύρις Ιωακείμ, όρισε της ώρας και έβγαλαν τον αυτόν κύριν Ιωακείμ Ιστ. πατρ. 1407. 6) Διορίζω, αναγορεύω: Την γαρ αυτοκρατόρισσαν, τήν όρισες κυράν μας (παραλ. 10 στ.) εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον Καλλίμ. 2258. 7) α) Επιθυμώ, θέλω: Εμέν αρέσει με καλά και συμβουλεύω σε το,| και ποίησέ το απόκοτα, με προθυμίαν μεγάλην (παραλ. 3 στ.). Εν τούτῳ λέγω, αδελφέ, ορίζω κι αγαπώ το·| άνοιξον το λογάρι μου κι έπαρον όσον θέλεις Χρον. Μορ. H 286· κατά την στίμα οπού κάνουνε, ας πάρουνε την στίμα και εις την Αυθεντία μας και ας κάμει ό,τι ορίσει Σεβήρ., Διαθ. 19182· Ετούτο είναι το σύγγραμμα του Αγκύλα … και, αν ορίζετε, ακούσετε τι έπαθεν εκείνος εις το ύστερον Διγ. Άνδρ. 38010· όντεν ορίζεις κι όπε θες, ας πάμε σ’ ένα τόπο| μακρά, γιατί βαριούμαι το το πλήθος των ανθρώπω Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 907· β) διαλέγω: βρει θέλει (ενν. ο Πανάρετος) τρόπον όμορφο να δει να τση (ενν. της Ερωφίλης) μιλήσει,| τον ένα απού τσι δυο τωνε να πάρει, όποιον ορίσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 20. 8) Αποδεικνύω, τεκμηριώνω κ. με παράδειγμα: Ο μύθος λέγ’: η παίδευσις η πρώτη ’ναι π’ αξίζει,| καθώς το είπ’ ο Αίσωπος κι εις το χαρτί τ’ ορίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4728. 9) Μπορώ: Αντάμ με πόθον δυο καρδιές ποθούνται (παραλ. 1 στ.) την ζήλαν ’δέ το φτόνος, δεν φοβούνται| ’δέ μισιτιά μεσόν τους να ’ρτει ορίζει Κυπρ. ερωτ. 434. 10) α) Λέω, μιλώ: όσα με είπες και λαλείς, όρισές τα με δίκαιον,| επεί ατός μου εγροικώ το φταίσιμον, τό έχω Χρον. Μορ. P 5833· «Σίμωσε και άκουσέ το·| τοσούτον θέλω ειπείν, Σιμών, και καλοδιάκρινέ το».| «Δάσκαλε», τ’ αποκρίθηκεν, «όρισε και αφουκρούμαι·| τό μ’ ερωτήσεις να σου πω …» Σκλέντζα, Ποιήμ. 143· (με είδος σύστ. αντικ.): «Ω φίλοι μου, υπαγαίνω έμπροσθεν διά να εύρω συγχαρίκια από την ποθητήν μου, διά να μην με προλάβει άλλος τινάς και πάρει το, και εγώ θέλω φανείς εις εκείνην ράθυμος πολλά». Απεκρίθησαν οι άνθρωποί του και είπαν: «Άξια ορίζεις και ποίησον ως θέλεις το γληγορότερον» Διγ. Άνδρ. 3398· β) (προκ. για γραπτό κείμ.): Ακούω από την Θείαν Γραφήν οπού ορίζει διά τον Ιώβ και διά τον άγιον Ευστάθιον το πως έπαθαν πολλά κακά Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 64v· γ) διαβεβαιώνω: ο βασιλεύς κυρ Ιωάννης όριζέ μας, αλλά και άλλοι οι ιδόντες και ομιλήσαντες αυτόν, ότι φρονιμότερον άνθρωπον εις την Ιταλίαν ουκ είδον Σφρ., Χρον. (Maisano) 13620. 11) Ζητώ να μάθω· ρωτώ: Τώρ’ αν ορίζεις ποια ’ν’ η αφορμή μου| λοιπόν κι έγραψα προς την αφεντιά σου,| έξευρε κι ένι πρώτα η ομορφιά σου Κυπρ. ερωτ. 9121. 12) Αποφασίζω: Αφού δε τότε η αυθεντία τούς λόγους του νοήσαν,| μεθ’ όλον το συμβούλιον μετά χαράς ορίσαν| αρχηγός να γένει σ’ άλογα εκ τον Μόριά ’ξακόσια Κορων., Μπούας 113. 13) α) Προσκαλώ: Όρνεα και πουλία μου, μικρά τε και μεγάλα,| ουδέν σας ήφερα εδώ διά να γενολογάστε·| διά τιμήν σάς όρισα, ήλθετε εις την χαράν μου,| να φάγετε, να πίετε και να χαρείτε άμα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 656· β) (Νομ.) καλώ κάπ. στο δικαστήριο, κλητεύω: όσοι εις το οφίτσιο τούτο γράφονται διά να δουλεύουσι είναι ωσάν να είναι οι ’φαντάδες, ήγουν οφιτσιάλοι αφεντικοί και αγκαλά και δεν πιάνουνε ανθρώπους, κάνουν έτερες υπηρεσίες του λαού της χώρας, ωσάν να ορίζουνε τους ανθρώπους να έρχουνται εις την κρίσην, ομοίως και να αμαχεύουν Σουμμ., Ρεμπελ. 171. 14) (Νομ.) καταγγέλλω, μηνύω: να τον έχει ορισμένο το λεγόμενο κυρ Νικολό οδιά ένα κτήμα Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 234· η κερά Ζαμπέτα … να όρισεν το μισέρ Τζουάνε, το κύρην της, πρετεντέροντας να τση δώσει αλιμέντα, εις το οποίον δεν ασεντίριζεν ο λεγόμενό τση κύρης Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 6372. 15) (Μεταφ.) αφήνω, εναποθέτω: εκείνος που μου τα ’κοψεν (ενν. τα χέρια), εγώ δεν τον γνωρίζω.| Μα εις την κρίσην του Θεού, ας ξέρει, τον ορίζω Ευγέν. 812. 16) (Με την πρόθ. διά + αιτιατ.) φροντίζω, ενδιαφέρομαι για κ.: να μη λυπάται ορφανόν, να μην πονεί την χήρα,| αμμή να ορίζει πάντοτε διά εδικήν του μοίρα Σαχλ., Αφήγ. 334. 17) Εξετάζω ως παράδειγμα, «κοιτάζω»: Ίδετε τον φαρισαίον, καταμάθετε και τον τελώνην τον άδικον … Όρισε, αν ορίσεις, και τον μοιχόν και τον κλέπτην και πάντα άνθρωπον κακόν Πηγά, Χρυσοπ. 283 (19). 18) Επιφυλάσσω κ. σε κάπ.: Χριστιανούς δε συντηρώ, γυναίκες και παιδάκια,| μόνο τσ’ εχθρούς που μου ’ριζαν μουράγια και χαντάκια Τζάνε, Κρ. πόλ. 56516. 19) Αφήνω, επιτρέπω: Ω Κύριε, μην τ’ ορίσεις,| τον λόγον σου μετάστρεψε, μηδέν μας θανατώσεις Ρίμ. θαν. 103· φρ. μη(δέν)/να μην τ’ ορίσει/ —ουν o/οι Θεός/—οί/η Τύχη (προκ. να δηλωθεί απευχή, κατηγορηματική άρνηση ή έντονη αποποίηση μιας κατηγορίας· πβ. τη φρ. Θεός φυλάξοι!): Μηδέν τ’ ορίσει γείς θεός ποτέ, χρουσοκερά μου,| τόσο κακό να δούσινε τ’ αμμάτια τα δικά μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 163· ανέν και τούτο γροικηθεί, που η Τύχη μην τ’ ορίσει,| λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θε να κάμει η κρίση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 241· Κύρη, δεν είναι μπορετό οπίσω να σ’ αφήσω| και μην τ’ ορίσουν οι Θεοί δίχως σου να κινήσω Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ 180· λέγει έμπροστεν της αυλής: «μη τ’ ορίσει ο Θεός ότι έδωκά του το αυτόν να το πουλήσει τούτον το πράγμαν!» Ασσίζ. 1972· εφειδήν ουδέν ομολόγησαν εκείνον το κακόν έργον, αμμέ λέγουν «μη το ορίσει ο Θεός!», εντέχεται όλοι να ένι εις την φυλακήν ένα χρόνον και μίαν ημέραν Ασσίζ. 45923· Να μην τ’ ορίσει ο Θεός ότ’ είν’ αυτός χαΐμης,| αμ’ είν’ πιστός και δουλευτής του βασιλέως όλος Στ. Βοεβ. 14. 20) Έρχομαι· η σημασ. πιθ. όπως στη φρ. «καλώς να ορίσουν»: εάν τα μελίσσια μου λείπουν έξω εις έναν δένδρον άγριον οπού ουδέν έχει αυθέντην … και τα μελίσσια ποιούν μέλιν απάνω του, το δίκαιον ορίζει και κρινίσκει ότι πάσα άνθρωπος ημπορεί να πάρει απ’ εκείνον το μέλιν με το κείμενον, χωρίς παράπτωμαν οπού πολεμά τινος, διότι ένι τόπος κοινός (έκδ. καινός· διορθώσ.) και λαλεί να ορίσουν Ασσίζ. 19911. 21) (Η προστ. αορ. όρσε ως δεικτ. μόρ. όταν δίνουμε κ. σε κάπ.) ορίστε, να: ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: ρεάλι ένα δανεικό μού δώσε, από ’χω χρεία (παραλ. 1 στ.). ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Si non expendo, durum est; modo obtinere intentum,| darem, si mihi peteres, non solum hoc, sed centum).| Όρσε Πετρούτσο. ΠEΤΡΟΥΤΣΟΣ: Αφέντη μου, καλώς την αφεντιά σου,| πε μου είντα θέλεις, ογιατί γροικώ τη την καρδιά σου Στάθ. (Martini) Β΄ 171. Φρ. Ορίζω συμπάθειον εις + αιτιατ. = έχω, δείχνω κατανόηση για κ.: δέομαι του κάλλους σου και του χρυσού σου τρόπου| ίνα ορίσεις συμπάθειον εις τους πολλούς μου πόνους Στίχ. ερωτ. 24. Το θηλ. και το ουδ. της μτχ. παθητ. παρκ. ως ουσ. = καθορισμένη ώρα: μη βραδύνω το σύνολον κατά την ορισμένην| κι ονειδισθώ εις υποστροφήν και ζην με ου συμφέρει Διγ. (Trapp) Gr. 633· να μην αργήσω σήμερον κατά το ορισμένον,| ονειδισθώ εις το γένος μου, δεν θέλω ζην εις κόσμον Διγ. Z 877.
       
  • όσον,  
    επίρρ., Σπαν. A 625, Γλυκά, Στ. 40, Λόγ. παρηγ. O 217, Προδρ. (Eideneier) III 183-5 χφ C κριτ. υπ., IV 150 χφ Η κριτ. υπ., Καλλίμ. 390, Ασσίζ. 2731, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 486, 1198, Σπανός (Eideneier) Α 491, Χρον. Μορ. P 221, 1055, 3710, Χρον. Μορ. H 3544, 8199, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 7, Συναξ. γαδ. (Pochert) 299, Αχιλλ. N 592, Φαλιέρ., Ιστ.2 325 κριτ. υπ., Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 38, 160, Μαχ. 14219, 35825, 6609, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 202r, Βουστρ. 413, 419, 462, 503, Διήγ. Αλ. V 14, Πένθ. θαν.2 531, Κυπρ. ερωτ. 7610, 10451, 10522, Πανώρ. Α΄ 201, Ε΄ 42, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 158, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 118, Σταυριν. 664, Διγ. Άνδρ. 39832, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 500, 635, 812, Β΄ 306, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [506], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 7, 36, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1352, Μπερτολδίνος 146, κ.α.· όσο, Προδρ. (Eideneier) III 183-5 χφ Α κριτ. υπ., Χρον. Μορ. P 2337, Χρον. Μορ. H 4217, Φαλιέρ., Ιστ.2 610 κριτ. υπ., Τριβ., Ταγιαπ. τίτλ., Χρον. σουλτ. 3619, Πανώρ. Β΄ 371, 399, Γ΄ 404, 444, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 118, Α΄ 90, 420, Β΄ 131, Δ΄ 398, Ε΄ 427, 665, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 149, Β΄ 139, Γ΄ 46, Δ΄ 82, Ιστ. Βλαχ. 783, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 105, 208, 487, 1955, Β΄ 257, 947, Γ΄ 157, κ.α.
    Το αρχ. επίρρ. όσον. Ο τ. και σήμ. Η λ. και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ.).
    Α´ Αναφορ. επίρρ. 1) (Εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. πρόταση) με ποσοτική σημασ. α) (με ή χωρίς επόμ. συγκριτ.) αναφέρεται στο δεικτ. επίρρ. τόσο(ν), τόσα, τοσούτον (με ή χωρίς συγκριτ.) που προηγείται ή έπεται (Πβ. L‑S, λ. όσος V 2): Το κυπαρίσσι όσο γερά τόσον αδυνατεύγει Πανώρ. Γ΄ 323· Όσο φοβάσαι εσύ πολλά εμέ πληθαίνει τόσο| η πεθυμιά του φόβου σου την αφορμή να γνώσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 133· αφέντης όσο πλια αγαπά το δούλο, ανέν και σφάλει,| ’ς τόσο περίσσαν όργητα γυρίζει και μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 229· όσο τση λέσι λύπηση να ’χει στην παιδωμή μου| τόσο γυρεύγει πλιότερα να βλάψει το κορμί μου Πανώρ. Δ΄ 233· όλες οι καλομοιριές του κόσμου και τα πλούτη| μια μόνο ασκιά ’ναι στη ζωή, …| … μια λάβρα που τελειώνει| τόσα γοργό όσο πλια ψηλά τσι λόχες τση σηκώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 674· Ου γαρ ισχύσει το λοιπόν αλήθεια τοσούτον| όσον το ψεύδος δύναται προς εκβολήν της πόρτας Προδρ. (Eideneier) IV 432 χφ V κριτ. υπ.· όσον απταίστως έπαθες, όσον αδίκως πάσχεις| τοσούτον πολλαπλάσιος απόκειται μισθός σοι Γλυκά, Στ. Β΄ 439· (το επίρρ. τόσο(ν) ενν.): άνθρωπος όσον πλια γερά, χάνεται η δύναμή του Πανώρ. Γ΄ 325· όσο πλια σκεπάζει τη (ενν. κανείς του πόθου τη φωτιά), πλια τηνε φανερώνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 224· όσο γυρεύει (ενν. τ’ αλάφι) ανάπαψη, πλιότερα τυραννάται Πανώρ. Β΄ 154· (με επόμ. το και αν επιτ.): ο γάδαρος … κρου τον (ενν. τον λύκον)| με όλην του την δύναμιν, όσον και αν εδυνήθην Συναξ. γαδ. (Pochert) 311· (εδώ αναφέρεται σε προηγ. αντων. τοσούτος): εις την αντρείαν τοσούτος,| όσο νομίζω ο καιρός να σε το αναδιδάξει Λίβ. Esc. 84· β) (παρενθετικά) όσο, στο βαθμό που (Βλ. L‑S, λ. όσος IV 1): Φαλιέρ., Ιστ.2 504. 2) (Αναφέρεται σε επίθ. ή επίρρ. και εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. συμπερασμ. πρόταση) ώστε: το τειχίον είναι παχύ, όσον έχει μέσα δρόμον πλατύν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 162· ολίγον εκοκκίνιζε (ενν. η κόρη), όσον να πορφυρίζει Διγ. Z 131. 3) (Εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. παραβολική πρόταση· πβ. Steph., Θησ., λ. όσος) μ’ όποιο τρόπο, όπως: Γοργόν ορίζω να μου ειπείς τίνες σ’ εσυμβουλέψαν| να ποίσεις όσον έποικες, την τόσην απιστίαν; Χρον. Μορ. P 669· να φύγουν (ενν. οι άρχοντες) όσον ημπορούν, όπως μη κιντυνέψουν Χρον. Μορ. P 3853. 4) (Με ή χωρίς προσδιοριζόμενο επίρρ., συν. με επόμ. το θε να, (κι αν) θέλει να εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. ενδοτική ή παραχωρητική πρόταση· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 217-8, ΠΣΤ΄ 2 σημ. β΄): όσο θε να χώνεσαι, κάτεχε κι εξανοίκτης Φαλιέρ., Ιστ.2 576· όσο θέλει φταίσιμο να ’ναι πολλά περίσσο,| το σπλάχνος κι η αγάπη σου μπορά το συμπαθήσου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 390· παρακαλώ σε ως φίλος σου κι ως δουλευτής πιστός σου,| όσο κι α θέλει να ’ν’ πολύ, πε μου το φταίσιμό σου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 112· ο μύθος λέγει: τους δειλούς όσον τους παραινούσι,| ποτέ τους δεν ανδρίζονται, αν ξαναγεννηθούσι Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 5513. 5) (Με επόμ. τις προθ. εις, προς) όσο αφορά, σε σχέση με, ως προς: είπα την: «όσον εις αυτό τίποτε μη λυπείσαι» Λίβ. P 2401· Όσον προς το βλεπόμενον εμοί ου μη με λάθει Βέλθ. 544· (η πρόθ. εις προηγείται): έκαμε (ενν. ο ράφτης) την αναφοράν εις τον βασιλέα εις όσον του εσυνέβη Μπερτολδίνος 111. 6) (Με ουσ. προκ. για μέγεθος, διαστάσεις· πβ. L‑S, λ. όσος IV 3) ίσαμε, περίπου όσο: εμαζώξανε τα κόκκαλά τους και τα εκάμανε όσο έναν πύργο Χρον. σουλτ. 6128· έναι γαρ (ενν. το πουλίτσι) όσον καρυδίου μικρόν Σταφ., Ιατροσ. 247· εκφρ. όσον τάχος = όσο το δυνατόν πιο γρήγορα: από του κινδύνου τούτου να με λύσεις όσον τάχος Βίος γέρ. V 157· όσον η δύναμις = όσο μπορεί κανείς: την παρθενίαν φύλαττε όσον η δύναμίς σου Ιστ. Βλαχ. 1947· Ο βασιλεύς … εδειλίασεν και οι μετ’ αυτόν· πλην, όσον η δύναμις, αντεμάχοντο Δούκ. 35724. 7) (Με επόμ. το επίρρ. μόνον για να δηλωθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός· για τη χρ. πβ. L‑S, λ. όσος IV 2): έδειξε (ενν. ο Χακέμ) μεγάλην ταπείνωσιν και άσκησιν, πλην όμως όλα πλαστά και ψεύτικα και όσον μόνον διά να πλανά τους πολλούς τα έκανε Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 189· (στο σχήμα όσο μόνε + ειδική πρόταση): βλ. μόνον Α΄ 1β. 8) (Με την άρν. ου· βλ. L‑S, λ. όσος, IV 5) μόνο που δεν, πλην όμως: Πόλ. Τρωάδ. 709. Β´ Ως σύνδ. (Βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 217-8, ΠΣΤ΄ 1, 2) 1) (Χρονικός) α) (δηλώνει διάρκεια) εφόσον, όσο χρόνο, όσο: όσον έζηεν, ηγάπησάν τον πάντες Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 5340 (Δωδώνη 8, 1979, 410)· όσον έχουν την πυρά κι αυτείν’ οι δυο του πόθου| ανοίξετε τα μάτια σας Πανώρ. Δ΄ 69· (εδώ με επόμ. το (ο)πού): να με έχει ευλογητικήν του γυναίκα όσον οπού να ζει και να είναι εις τον κόσμον Διγ. Άνδρ. 36915· εις την Αίγυπτον είναι υπό την γην κρυμμένος μέγας θησαυρός, όσον οπού κρατεί τριών ημερών δρόμον εις μάκρος Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 298· Ο σκύλλος αγαπά το κόκκαλον όσο που ευρίσκει να τρώγει και η μέλισσα αγαπά τον αθθόν όσο που να ’ναι όμορφος Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 108· β) όταν: όσον επήγεν εις την Ιερουσαλήμ, όρισεν τους άρχοντες … να κτίσουν πύργους Μαχ. 429· (εδώ με επόμ. το να): εκείνη εκατάστησεν, όσον να σηκώσουν το μαντήλιν, είχεν δηγημένον το ’μάτιν του ρηγός … μέσα εις την σανίαν Μαχ. 54835, γ) (δηλώνει χρονική στιγμή) (αμέσως) μόλις, ευθύς ως: όσον το ξίφος έκρουσεν (ενν. ο επιτραπέζης), έπεσεν παραυτίκα Φλώρ. 686· όσον ήρτεν (ενν. η αρμάδα) εις την Αμμόχουστον, μοναύτα η ρήγαινα έπεψεν ούλους τους καβαλλάρηδες Βουστρ. 481· (με επόμ. το να): Όσον να δείξω το ’μάτιν, εσείς ας είστε άτοιμοι να τον σκοτώσετε Μαχ. 5501· δ) (δηλώνει το προτερόχρονο) αφού: όσον επαράλαβεν της αφεντίας την δόξαν,| άρχισεν να περιπατεί ως φρόνιμος στρατιώτης Χρον. Μορ. P 2468· όσον εχάρησαν καλά (ενν. οι στρατιώται), εκίνησαν εκείθεν Χρον. Μορ. P 3370· ε) ώσπου, εωσότου: εστέκετον αρματωμένη η Μαξιμώ και επάντεχέ με όσον να περάσω Διγ. Άνδρ. 39033· πολύ κακόν τους έκαμαν όσον να ξημερώσει Σταυριν. 179· (με επόμ. το (ό)που): διά να μάθει (ενν. ο Σελίμης) το αίτιον της συναθροίσεώς τως, έστειλε κρυφά ανθρώπους με μεγάλες πληρωμές, όσον όπου έμαθε πως δεν συναθροίζονται διά λόγου του Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 372· αίμα πολύ εχύθηκεν εκείνην την ημέρα| εκ του Μιχάλη το σπαθί, όσον που ’γίν’ εσπέρα Σταυριν. 656· (με επόμ. το ώσπου πλεοναστικά): μόναυτα επήγεν και εστάθην δυνατός, όσ’ ώσπου να διαβεί το πράμαν Βουστρ. 416· άφης με ώδε, όσ’ ώσπου να ξημερώσει Βουστρ. 523. 2) (Αιτιολογικός) επειδή, καθώς: «Πίε νερόν, αυθέντη μου, ότι πολλά εκουράσθης».| Και εγώ πάλιν την λέγω:| «Καλή, όσον ηύρηκα τινάν ότι να με παραπονέσει (παραλ. 1 στ.), πώς ήθελα να κουρασθώ δίχως καμίας ανάγκης;» Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. Δ΄ 1191 κριτ. υπ. 3) (Συμπλεκτικός, στο σχήμα τόσο … όσο και επιδοτικός): θέλω σκοτώσει όλα τα πρωτογεννηθέντα τόσον από ανθρώπους όσον και από τα ζώα Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 166r· (εδώ σε αρνητ. πρόταση) ούτε … ούτε: να μην τον χειροτονούν τόσον ιερέα όσον και αρχιερέα Βακτ. αρχιερ. 184.
       
  • όσος,  
    αντων., Προδρ. (Eideneier) II 66 χφ Η κριτ. υπ., IV 150 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 7424, 4269, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 1713 (Δωδώνη 8, 1979, 364), Χρον. Μορ. P 3503, 4195, 5549, 6850, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 91, Σαχλ. N 3, Απολλών. (Wagn.) 151, Αχιλλ. (Smith) O 90, 133, Φυσιολ. (Legr.) 199, Φαλιέρ., Ιστ.2 346, 664, Μαχ. 5484, Δούκ. 2435, Σφρ., Χρον. (Maisano) 18017, Γεωργηλ., Θαν. 34, Βουστρ. 488, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 914, Κώδ. Χρονογρ. 54, Πτωχολ. α 576, 667, Κυπρ. ερωτ. 15415, Πανώρ. Πρόλ. 11, Α΄ 30, 223, 455, Γ΄ 117, Δ΄ 106, Ε΄ 178, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 37, Α΄ 212, 265, Β΄ 192, 262, Γ΄ 63, Δ΄ 53, Ε΄ 86, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 65. Β΄ 107, Γ΄ 109, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 34, 415, 853, Λεηλ. Παροικ. 479, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27030, Μπερτόλδος 66, κ.α.
    Η αρχ. αντων. όσος. Η λ. και σήμ.
    Αναφορ. αντων. 1) (Εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. πρόταση) με ποσοτική σημασ. α) (Με ή χωρίς προσδιοριζόμενο ουσ.) αναφέρεται α1) στην αντίστοιχή της δεικτ. αντων. τόσος που υπάρχει ή ενν. (πβ. L‑S 1 και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 167): Πανώρ. Αφ. 27, Δ΄ 395, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 197, Ε΄ 23, Ασσίζ. 1565, Μαχ. 58824· α2) στις δεικτ. αντων. εκείνος, τούτος, τοιούτος, επεσαύτος, ετεσαύτος: εκείνα γράφω και λαλώ όσα κινούν προς οίκτον,| όσα κινούν προς έλεον και προς φιλανθρωπίαν Προδρ. (Eideneier) II 11, 12· όσοι ουδέν σε κολακεύουν (παραλ. 3 στ.) τούτους έχε πάντως φίλους Πτωχολ. α 381· εγένετο τοιαύτη θνήσις όση ουκ έστι δυνατόν φράσαι Έκθ. χρον. 7414· εκείνους οπού έχει το πράγμαν χαμένον εντέχεται να έχει επεσαύτα δίκαιον, ότι ημπορεί να αναλάβει το πράγμαν του διά επεσαύτα όσα ημπορεί να δείξει … ότι εγόρασέν το απέ την Σαρακηνίαν Ασσίζ. 4265· είς άνθρωπος ένι λαβωμένος απού πολλές πληγές, καλά ορίζει το δίκαιον ότι ημπορεί να αγκαλέσει ετεσαύτους ανθρώπους κατά όσους (έκδ. όσως· διορθώσ.) κόρπους έχει Ασσίζ. 4598· (το ουδ. έναρθρ.): αποφασισμένος … να κάμω εκείνο το όσον μου είπες Μπερτόλδος 63· να ακολουθήσω εκείνο το όσον με προστάξεις Μπερτόλδος 81· α3) στα επίθ. πας, άπας (πβ. L‑S 1): Πουλολ. (Τσαβαρή)2 120, Έκθ. χρον. 7510, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 12· α4) στο επίθ. όλος (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 167) όσος, αυτός που: όσοι κατοικούσινε εις τα περίγυρα, ούλοι| σκλάβοι είναι του αφεντάκη σου κι εσέ, κερά μου, δούλοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 683· τσ’ αγάπης στρατηγοί και μπιστεμένοι δούλοι| του πόθου, όσοι έρθουσιν εδώ, πάραυτας γράφουντ’ ούλοι Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 38· τας γυναίκας όλας,| όσας είδας εν τῃ γῃ σου Πτωχολ. α 595· (το επίθ. όλος ενν.): να πλερώσουν όσα αφήκεν ο κύρης του … και όσους εχρώστεν ο αυτός ρε Χαρήν Μαχ. 544· η λάμψη του ηλιού όντ’ είναι στα ψηλά της| θαμπώνει όσοι τον ιδού Φαλιέρ., Ιστ.2 257· α5) σε ουσ. της προσδιοριζόμενης πρότασης: Λίβ. Esc. 4265, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4296 (Δωδώνη 8, 1979, 398)· β) (ως επιθ. προσδιορ. ουσ.· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 167) όσος, πολύς: Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 834, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 689, Κυπρ. ερωτ. 6918· έκφρ. όση δύναμις, βλ. δύναμις 3α, έκφρ. 2) Με αόρ. σημασ. α) (Με ή χωρίς προσδιοριζόμενο ουσ. με επόμ. τα αν, και (αν), καν, θέλω να φανερώνει επίδοση ή παραχώρηση· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Α΄ 168-9) οσοσδήποτε: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 431, Πτωχολ. α 651· ελάτε τρεις και τέσσερις, όσοι κι αν είστε, ελάτε·| πολλούς και λίγους το σπαθίν ετούτο δε φοβάται Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 963· Πόσο με παρακάλεσε (ενν. η Ερωφίλη) να μην την ξεχωρίσω| μιαν ώρα απού το πλάγι μου, όσο καιρό κι α ζήσω Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 12· έλαβε (ενν. ο σουλτάν Σελίμης) … και χρήματα … όσα και εύρεν ως ίδια Έκθ. χρον. 515· Διά την ψυχήν σου, Πρόδρομε, καθίζου σιγηρός σου,| όσα καν λέγει (ενν. η γυναίκα) βάσταζε και φέρε τα γενναίως Προδρ. (Eideneier) I 159· Γιατί όσες θέλου ταραχές κι ανέμοι να ’γερθούσι| … στο βράχος δε μπορούσι| ποτέ τως να με ρίξουσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 61· β) (το ουδ. αοριστολογικά) ό,τι, οτιδήποτε: του πρίγκιπα τον έδωκαν να ποιήσει όσον κελεύει Χρον. Μορ. H 8850· εσύ θεωρείς κι εβλέπεις το, το πως είμαι αφέντης| και πρίγκιπας εις τον Μορέαν, να ποιήσω όσον θέλω Χρον. Μορ. H 8735. 3) (Εισάγει δευτερεύουσα. αναφορ. συμπερασμ. πρόταση) ώστε (εδώ με έναρθρ. απαρέμφ.· πβ. και L‑S 8): λέγει ευθύς διά γοργόν «εβγάλετε τον σίτον»| και δίδει τον καθέκαστον όσον του χορτασθήναι Απολλών. 127. 4) (Εισάγει δευτερεύουσα πλάγια ερωτ. πρόταση· πβ. L‑S 1) πόσος: Διγ. (Trapp) Gr. 3476. 5) Επιφωνηματικά (πβ. Steph., Θησ.): Μιχ. ιερομ. II 29.
       
  • όταν,  
    σύνδ., Χρον. Μορ. P 3456, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 222, 378, 437, Περί ξεν. A 187, Περί ξεν. V 30, Αχιλλ. L 515, Διήγ. Αλ. G 26724, 26821, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 135, Λίμπον. 19, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 16, 316· άνδα, Εβρ. ελεγ. 172· άντα, Ασσίζ. 162, Χρον. Τόκκων 2688, Μαχ. 2433, 9438, 3526, 3547, 43228, 51227, Κανον. διατ. 394· αντά, Ασσίζ. 11028, Κυπρ. ερωτ. 431, 612, 7544, 814, 9537, κ.α.· άνταν, Μαχ. 1023, 1032, 2615, 4426, 10014, 1907, 2629, 40014, 6068, Βουστρ. 426, 449, 461, 471, 509, 537, 542, Κανον. διατ. 380, κ.α.· αντάν, Μαχ. 2144, 5506, Κυπρ. ερωτ. 2414, 495, 506, 528, 10515, κ.α.· ’νταν, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 2657 όνδες, Εβρ. ελεγ. 160· όντα, Ασσίζ. 4029, 5210, 3054, 33322, 45321, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 676, Σαχλ. N 308, Σαχλ., Αφήγ. 121, 844, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2271, Φαλιέρ., Λόγ. 294, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 321, Μαχ. 45815, 58632, 65436, Θησ. (Foll.) I 34, 68, Γαδ. διήγ. (Pochert) 30e, 294f, Διήγ. Αλ. V 56, Απόκοπ.2 386, Αγν., Ποιήμ. Γ΄ 15, Ριμ. Απολλων. 22, Σκλάβ. 251, Πένθ. θαν.2 535, Βεντράμ., Γυν. 56, 174, Δεφ., Λόγ. 452, Πεντ. Δευτ. VI 7, Κυπρ. ερωτ. 51, 795, 1074, Πανώρ. Α΄ 157, 362, Γ΄ 415, 594, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 447, Β΄ 300, Γ΄ 113, Δ΄ 751, Ε΄ 169, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 101, Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 56, Πιστ. βοσκ. V 6, 57, Βοσκοπ.2 326, Θυσ.2 134, 340, Στάθ. (Martini) Α΄ 2, 97, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 626, Διήγ. ωραιότ. 956, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 362, κ.α.· οντά, Αλεξ. 2682, Συναξ. γυν. 971, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 578, Τζάνε, Κρ. πόλ. 27516· όνταν, Κομν., Διδασκ. Δ 56, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ., Ασσίζ. 2207, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 484, Χρον. Μορ. P 348, Σαχλ., Αφήγ. 704, Φαλιέρ., Ιστ.2 15, Μαχ. 1433, 20418, 42016, 59225, Ch. pop. 229, Βουστρ. 534, Γαδ. διήγ. (Pochert) 90Β, Πεντ. Λευιτ. XXVI 44, Δευτ. IV 46, Κυπρ. ερωτ. 10524, Πανώρ. Β΄ 357, Γ΄ 99, Θυσ.2 388, κ.α.· οντάν, Προδρ. (Eideneier) III 60 χφ Ρ κριτ. υπ., 70 χφ Ρ κριτ. υπ.· όντας, Θρ. Κύπρ. M 625, Πανώρ. Β΄ 12, 32, Δ΄ 382, Φαλλίδ. 35, 52, Θυσ.2 346, 826, 829, Στάθ. (Martini) Α΄ 121, Β΄ 80, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 302, Ε΄ 53, 334, κ.α.· όντε, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1711, Σαχλ., Αφήγ. 448, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1601, Φαλιέρ., Ιστ.2 633, Καραβ. 4965, Απόκοπ.2 104, Πανώρ. Α΄ 376, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 240, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 118, 153, Β΄ 648, Γ΄ 1389, Δ΄ 962, Ε΄ 381, Θυσ.2 828, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 393, Β΄ 59, Ε΄ 605, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 535, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57215, κ.α.· οντέ, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ' 664· όντεν, Σαχλ. N 396, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 823, Φαλιέρ., Ιστ.2 245, Ch. pop. 118, Ριμ. κόρ. 584, Πεντ. Γέν. XXV 6, Δευτ. XXXI 27, Πανώρ. Α΄ 163, Δ΄ 1, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 340, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 857, Δ΄ 1013, Λεηλ. Παροικ. 621, κ.α.· οντέν, Τσιρίγ., Επιστ. 1694, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 6612, 769, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 707· όνυενε, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ μετά στ. 78· όντες, Πανώρ. Γ· 181, Δ΄ 311, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1810, Β΄ 332, Στάθ. (Martini) Α΄ 240, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 280· ότα, Σπαν. (Ζώρ.) V 90, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2620· ότεν, Βουστρ. 469.
    Ο αρχ. σύνδ. όταν. Ο τ. άντα σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 442) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Σακ., Κυπρ. Β΄ 454)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντά σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. άνταν και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. αντάν και σήμ. στην Κύπρο (Λουκά, Γλωσσάρ. 47). Ο τ. όντα στο Κατσαΐτ., Θυ. Δ΄ 98 και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.)· για τον τ. βλ. και Χριστοδούλου, Γλωσσ. πραγμ. Κύπρ. 104. Ο τ. όνταν στο Somav. (στη λ.), σε έγγρ. του 17. αι. (Βισβίζ., ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 7831) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 454, Λουκά, Γλωσσάρ. 47, Pern., Ét. littér. gr. II 383)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505, Psich., Qu. tr. ΙΑ΄, 115. Ο τ. οντάν στο Meursius και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντας στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 31, Β΄ 559, Γ΄ 470, Κλ. Α΄ 551 και σήμ. ιδιωμ. (Λουκά, Γλωσσάρ. 347, λ. όνταν, Παπαδ. Α., Λεξ., Pern., Ét. littér. gr. II 383, Πασπ., Γλωσσ. 265, Κουκ., Αθ. 49, 1939, 103)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. όντε και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ.). Ο τ. όντες και σήμ. ιδιωμ. (Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. Ϛ΄ 176, Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ., Παπαδ. Α., Λεξ., Λουκά, Γλωσσάρ. 47)· για τον τ. βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 505. Ο τ. ότα και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. και σήμ.
    Α´ (Με υποτ.) 1) (Με υποτ. αορ. προκ. για πράξη προσδοκώμενη) α) όταν: υμείς δε, όταν έλθει ο Ατάπακας …, μη ομολογήσετέ με Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 8· ν’ αργήσει να ’ρτει ο χάρος εις αυτόν σου| κι αντά γεράσεις να ’σαι δίχα βάρη Κυπρ. ερωτ. 10448· β) μόλις, τη στιγμή που: Μοναύτα ο ρήγας όρισεν όλους τους καβαλλάρηδες να είναι δηγημένοι, αντάν τους τάξου, να μπου εις τα κάτεργα να παν διά τους εχθρούς τους Μαχ. 10220· επήρεν (ενν. ο Αποστολές) και τους δύο Τζιτζιλιάνους και επαρήγγειλέν τους πως, άντα να τους ορίσειν, να τον σκοτώσου τον τζαμπερλάνο Βουστρ. 416. 2) α) (Με υποτ. ενεστ. ή αορ. προκ. για πράξη αορίστως επαναλαμβανόμενη) κάθε φορά που, όσο χρόνο: Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 341· Κακά γνωρίζει την καρδιάν κανένας,| αντάν το πρόσωπον τινός βιγλίζει Κυπρ. ερωτ. 492· Όνταν την ευγιένειά σου να βιγλίσω| χάννεται ο λογισμός μου Κυπρ. ερωτ. 9115· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Κάτεχε, Αλεξάντρα μου, και πάσα όντας λογιάσω| την ευτηνιά τω γυναικώ, μὄρχεται να κτικιάσω Στάθ. (Martini) Α΄ 69· κάθα όντας με δούσι (ενν. οι φίλοι), φεύγου Φαλλίδ. (Παναγ.) 114. 3) Για εισαγωγή παρομοίωσης με προηγ. τα γιον, σαν (Πβ. και L‑S, λ. όταν II 1): Πάθος δεν έν’ σ’ εκείνους που ποθούσιν,| γιον αντάν δουν και λείψει τους το θάρρος| κι αντάν την πεθυμιάν τους πιντωθούσιν Κυπρ. ερωτ. 532· ως άγνωστη εκομπώθηκα κι επιάστηκα στο βρόχι,| σαν όντε στένει ο κυνηγός και την ελπίδα τὄχει| να ’βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,| κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 952. 4) (Σε ιδιάζ. χρ.) τότε, στην περίπτωση που: οι ανθρώποι οπού παν της θαλάσσου, εάν γίνεται ότι έχουν καμιά δυσκεψίαν με τους ναύτες τους … το δίκαιον ορίζει ότι άντα να κριθούν με την αυλήν της θαλάσσου Ασσίζ. 29418. Β´ (Με οριστ.) 1) (Με οριστ., για να εκφραστεί ένα πραγματικό γεγονός προτερόχρονο, σύγχρονο ή υστερόχρονο με εκείνο της προσδιοριζόμενης πρότασης) όταν: να φερθούν οι λοστοί σου εις τα κρικέλλια, και να είναι οι λοστοί ιπί τα δύο πλάγια του θεσιαστηριού όνταν σηκώνουν αυτό Πεντ. Έξ. XXVII 7· Ω! καλορίζικοι καιροί αλλότες που ’σαν κείνοι,| όντα προυκιό τση κορασάς ήταν η προκοσύνη Πανώρ. Ε΄ 246· όντας απέθανε ο πατέρας του, ό,τι του ηύρε, το έπαιξε στα χαρτία Σουμμ., Ρεμπελ. 171· ταχυτέρου, όντε ξημερώνει, άμε ομπροστάς του βασιλέως Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 425· όλ’ η αρμάτα ν’ ακλουθά, όντα θα πολεμήσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 4178. 2) (Με το σχήμα ήθελα + απαρέμφ. ή υποτ. για να εκφραστεί κάτι το δυνατό ή ενδεχόμενο στο παρελθόν): Όντε γυρέψειν ήθελα να πάρω την τιμή σου| η γης ας ήθελε σκιστεί ζιμιό να με ρουφήξει Πανώρ. Β΄ 325· λιγοθυμνιές μού δίδουσι και πόνοι του θανάτου,| οντά ’θελα συλλογισθεί το τέλος του πραγμάτου.| Τι ’γίνης, το παιδάκι μου, η φρόνιμή μου κόρη Μαρκάδ. 380· εγνώριζε πάσα χριστιανός το πατριαρχείον, όταν ήθελεν ιδεί τον σταυρόν Ιστ. πατρ. 17815. 3) α) (Για να δηλωθεί επανάληψη) κάθε φορά που, όσες φορές: Ώχου, τ’ αδέρφια όνδες μαζώνονδαι, Θε μου, χαρά οπού ’ναι Εβρ. ελεγ. 162· πρίκα δεν είναι πάλι,| σαν όντε δυο χωρίζουνται πὄχου φιλιά μεγάλη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 258· (εδώ με οριστ. αορ. και το να πλεοναστικά): όντα νἄππεσεν ο ρήγας να κοιμηθεί, αγγάλιζεν το αυτόν αποκάμισον και εκοιμάτον Μαχ. 11419· άντα νάρταν τα ξύλα της Βενετίας, της Γενούβας, της Φλουρέντζας, της Πίζας, της Καταλωνίας, και ούλης της Δύσης, εύρισκαν τας σπετζίας Μαχ. 8026· άντα να χωρίστησαν ο υιός ή κόρη να αρμαστείν, επλέρωννεν πασαείς το μερτικόν του Μαχ. 836· β) (εδώ με προηγ. την αντων. πάσα ή το σύνδ. κάθα· βλ. και κάθε 3): Πάσα όντας είναι αρχιμενιά, τέσσερις λίτρες παίρνεις| και φαίνεταί μου αληθινά και το πετσί μου γδέρνεις Στάθ. (Martini) Α΄ 179· άλλα πολλά εκάνασι (ενν. οι Ρωμιοί) κάθα όταν είχαν έβγει Τζάνε, Κρ. πόλ. 5323· όποιος τιμά την αγία Κυριακή, τον Κύριον τιμά, ωσάν και τση Παναγίας Θεοτόκου να τιμά, κάθα όντεν είναι και σκολάξει την εορτήν της, τιμά την Θεοτόκον Αποκ. Θεοτ. II 146. 4) (Σε διηγήσεις για να δηλωθεί κ. το αιφνίδιο και απροσδόκητο) και τότε, τότε όμως (Βλ. και Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 282, ΙΙΖ΄): δεν ξεύρει πού να δώσει (ενν. η Αρετούσα)| και κλαίγοντας παρακαλεί, κοιμώντας, να γλυτώσει,| όντες θωρεί πως ήλαψε στου ποταμού την πλάτη| μια λαμπυρότατη φωτιά κι άθρωπος την εκράτει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 65· θέλου να μπούνε σ’ ορδινιά (ενν. οι αφεντόπουλοι), γιατί άλλοι δεν ελείπα,| όντε γροικούν από μακρά σα βούκινο κι εκτύπα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 582. ΄Εκφρ. Απάνω όταν, όνταν, όντε, όντεν, βλ. επάνω (I) Β΄.
       
  • ουδείς (I),  
    αντων., Γλυκά, Στ. 68, Διγ. (Trapp) Gr. 2274, 2831, Διγ. Z 876, 2837, 3381, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 67 (Δωδώνη 8, 1979, 356), Φλώρ. 1190, Δούκ. 18512, Κορων., Μπούας 60· ουδεγείς, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 199, Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ 94, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 398· ουδεείς, Άνθ. χαρ. 29711 ουδένας, Αργυρ., Βάρν. K 422, Ιμπ. (Legr.) 390, Μαλαξός, Νομοκ. 74, 87, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 148v, 151r, Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 20, Ιστ. πατρ. 1554, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 443, Κυπρ. ερωτ. 2012, 313, 493, 12525, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 357, Δ΄ 257, Ε΄ 129, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 66, Διγ. Άνδρ. 40825, 41122, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1660, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 207, 432, Γ΄ 114, 151, Δ΄ 54, Ε΄ 62, Διακρούσ. 8713, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17424, 58415· ουδείς ή ουδένας, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) (307), Χούμνου, Κοσμογ. 244, 950, 1410, 1812, 2514, Διήγ. Αλ. G 26825, Πανώρ. Πρόλ. 21, Β΄ 380 κριτ. υπ., Λεηλ. Παροικ. 492· γεν. ουδενενού, Διήγ. Αλ. G 2656‑7· ουδ. ’δένα, Χρον. Τόκκων 567· ουδεέν, Ασσίζ. 35411· ουδένα, Χούμνου, Κοσμογ. 60, 242, 2440, Πανώρ. Α΄ 10, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 478, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 338· ουδέναν, Προδρ. (Eideneier) VI 91 χφ Ρ κριτ. υπ., Κυπρ. ερωτ. 10452, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 221, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 179.
    Η αρχ. αντων. ουδείς. Ο τ. ουδένας στο Βλάχ.
    1) (Σε αρνητ. ή καταφ. πρόταση) κανένας, ούτε ένας: Κορων., Μπούας 67, Διγ. Z 3159, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 173, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1204· ουδένας αυτών ήλπιζε ζωής αξιωθήναι,| αλλ’ είχον τότε τας ψυχάς προ του θανάτου πύλας Διγ. Z 3151. 2) Καθένας, οποιοσδήποτε· (εδώ με την πρόθ. παρά για να δηλωθεί σύγκριση· για το χωρίο βλ. και Κεχαγιόγλου [Πτωχολ. σ. 430]): άρατέ με ως κακούργον| και κακόβουλον στρατιώτην,| οπού εχάσα την γενεάν σας| παρ’ ουδέν απέ τον κόσμον Πτωχολ. α 148. 3) (Σε καταφ. πρόταση· εδώ το ουδ.) α) κάτι: Παράλαβε, Φιλοπαππού, ραβδιά των απελάτων| και αν ουδέν αρέσει σου, κι εσέ να το ποιήσω Διγ. (Trapp) Esc. 784· β) χωρίς αξία, ανάξιος λόγου, τιποτένιος: Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 4229 (Δωδώνη 8, 1979, 396), Ιμπ. 22· φρ. (1) Αντ’ ουδενός ηγούμαι / νομίζω κ., βλ. ηγούμαι Α΄ φρ. (2) Εις ουδέν λογίζομαι κ., βλ. λογίζομαι 2α φρ. (3) Εις ουδέν τίθεμαι = θεωρώ κ. ασήμαντο, δεν υπολογίζω κ.: το φυσικό μας στέμμα| να καταλείψω και εις ουδέν παρέξω τούτο θήσω| και μετά σου να ξενωθώ Βέλθ. 60. 4) (Σε ιδιάζ. χρ.· για τη χρ. βλ. Χριστοδούλου [Κανον. διατ. σ. 487]): η αγάπη είναι ρίζα όλων των καλών, ότι ουδείς αγάπης ουδέν κατορθούται Κανον. διατ. (Χριστοδούλου) Α 588.
       
  • ουδεκιάς,  
    επίρρ.
    Από το σύνδ. ουδέ και το επίρρ. κιας.
    Καθόλου, ούτε καν, ούτε τουλάχιστο: τούτος απού ’το μοναχάς δοσμένος σ’ άξους κόπους| κι ο κόσμος τον ετρόμασσε, ’ς ποιαν εξοριά κοιμάται,| σκλάβος του πόθου, κι ουδεκιάς ποιος είναι αναστοράται! Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 102. — Πβ. μηδεκιάς.
       
  • ουρανός  
    ο, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 103, 116, 511, Φλώρ. 641, Λίβ. Esc. 1690, 3093, Δούκ. 22320, Απόκοπ.2 86, 92, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 43v, Κρασοπ. (Eideneier) V 3, 109, Πεντ. Γέν. II 1, Λευιτ. XXVI 19, Δευτ. I 10, Πανώρ. Πρόλ. 27, Β΄ 430, Γ΄ 573, Δ΄ 489, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 439, 498, Δ΄ 466, Ε΄ 146, Πιστ. βοσκ. I 4, 176, III 3, 184, 7, 4, 24, Βοσκοπ.2 145, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 45, 83, 333, Β΄ 357, 1164, Γ΄ 115, 1524, Δ΄ 1672, Στάθ. (Martini) Α΄ 263, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 730, Β΄ 98, Γ΄ 366, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 168, Ε΄ 247, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1908, 19210, 44817, 5525, κ.π.α.· ορανός, Πεντ. Γέν. II 19, VIII 2, XI 4, XIV 19, Έξ. IX 8, 22, XVI 4, 10, Δευτ. I 28, Πανώρ. Α΄ 143, 324, Β΄ 480, Γ΄ 80, Δ΄ 279, Πιστ. βοσκ. I 1, 231, 2, 379, II 2, 45, Θυσ.2 28, 638, Στάθ. (Martini) Πρόλ. 14, Γ΄ 508, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 60, Ιντ. β΄ 62, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 209, Γ΄ 127, Δ΄ 104, κ.α.
    Το αρχ. ουσ. ουρανός. Για τον τ., που απ. και σήμ. στην Κρήτη, βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 232, Αναγνωστόπουλος, Αθ. 38, 1926, 156, Παγκ., Ιδίωμ. Κρ. S΄ 183, λ. ορανίτα. Η λ. και σήμ.
    1) α) Ο ουράνιος θόλος, το στερέωμα, ο ουρανός: Περί ξεν. A 193, Ριμ. κόρ. 598, Πεντ. Γέν. I 1, Πανώρ. Δ΄ 123, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 354· να πληθύνω τη σπορά σου σαν τα άστρα ορανού Πεντ. Γέν. XXVI 4· Γης, σκίσου, ρούφηξέ με| γή, εσύ οσανέ, το σήμερο πέσε και πλάκωσέ με Πανώρ. Ε΄ 204· (σε πληθ.· πβ. 1α1) Ω κρουσταλλένιοι μου ουρανοί, πλανήτες, τώρα ελάτε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20813· ανέν κι απάνω ’ς τσ’ ορανούς εμπόρου να πετάξου,| με δίχως φόβο το ’κανα γι’ αγάπη σου, σου τάσσω Πανώρ. Γ΄ 485· εκφρ. (1) ακτίνα τ’ ουρανού = προκ. για τον ήλιο: Ακτίνα τ’ ουρανού χαριτωμένη| απού με τη φωτιά σου τη μεγάλη| σ’ όλη χαρίζεις φως την οικουμένη Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 711· (2) άπλωμα του ορανού, βλ. άπλωμα 1 φρ.·αποκατωθιό τον ορανό ή τους ορανούς = σε ολόκληρη τη γη, (από) παντού, εντελώς: να δώσει (ενν. ο Θεός) τους βασιλιούς τους εις το χέρι σου και να χάσεις το όνομά τους αποκατωθιό τον ορανό Πεντ. Δευτ. VII 24· λειωμό να λειώσω την αναφορά του Αμαλέκ αποκατωθιό τους ουρανούς Πεντ. Έξ. XVII 14· (3) στρατιά του ορανού = τα ουράνια σώματα: πρόσποτε να σηκώσεις τα μάτια σου εις τον ορανό και να δγεις τον ήλιο και το φεγγάρι και τα άστρη, παν στρατιά του ορανού, και να κουντηθείς και να προσκυνήσεις αυτά Πεντ. Δευτ. IV 19· α1) (ειδικότερα, κατά τη μεσν. αντίληψη) η διαφανής ουράνια σφαίρα που κάλυπτε τη Γη και γύριζε γύρω της, πάνω στην οποία ήταν στερεωμένα τα άστρα ή καθεμιά από περισσότερες (επτά, οκτώ ή δώδεκα) επάλληλες τέτοιες σφαίρες (Πβ. Αλεξ. Στ., ΕΕΦΣΠΚ 3, 1986, 269-70, καθώς και Somav., λ. ουρανός: «κατάστιχον των δώδεκα ουρανών»): ο ουρανός γυρίζει| κι η γης στο κέντρον στέκεται, τον κόσμον συστολίζει Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [341]· ο ουρανός, λέγουν, είναι στρογγυλός και η γης στέκει εις την μέσην ανάμεσα του ηλίου και του φεγγαρίου …, και όταν γυρίζει ο ήλιος και έλθει εις τούτον τον κόσμον οπού ηβλέπομεν ημείς, τότες κάνει την ημέραν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 49v· ο ουρανός τον κύκλο ντου σήμερο ας τονε στέσει Πανώρ. Δ΄ 124· Ω! του μεγάλου μας θεού, του Ζευ η θυγατέρα (ενν. η Άρτεμη ως θεότητα της σελήνης),| ω! του Ηλίου αδελφή …,| οπ’ οχ τον πρώτον ουρανόν τον κόσμον τριγυρίζεις| κι ως δεύτερος Απόλλωνος λάμπεις και μας φωτίζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [309]· Θεά μου (ενν. η Αφροδίτη), απού στον ουρανό τον τρίτο κατοικίζεις Πανώρ. Δ΄ 277· Εγώ ’μαι εκείνος ο θεός που Άρη μ’ ονομάζου (παραλ. 1 στ.) και στέκω απάνω ’ς τσ’ ορανούς, κι έχω αποκατωθιό μου| την Αφροδίτη, τον Ερμή κι Ήλιο τον αδερφό μου,| κι άστρο μ’ ονοματίζουσι της θλίψης, του πολέμου Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 7· β) (σε προσωποπ.): Φρίξε, ουρανέ, και στέναξε θλίψη γι’ αυτούς να δείξεις| και κλάψε Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1733· γ) (προκ. για ζωγραφική παράσταση του ουρανού): Είχεν εκείνο το κελίν —αλλά και πώς εκφράσω;— (παραλ. 3 στ.), αλλ’ είχεν στέγην ουρανόν και των αστέρων δρόμους Καλλίμ. 423· δ) (σε όρκο· για τη χρ. πβ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 386): Μά τον ουρανόν, και εγώ δεν είδα το πλέον ασχημότερον ζώον από τ’ εσένα Μπερτόλδος 60· Μά τ’ άστρη, μά τον ουρανό, μ’ Ανατολή και Δύση Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1621· Μά τ’ άστρη, μά τον ουρανόν,| μά τον αφέντη τον Χριστόν Ch. pop. 547. 2) (Προκ. για κ. με το σχήμα του ουράνιου θόλου) α) θολωτή οροφή: οι κλάδοι των δένδρων ανακατώνουνταν απ’ αλλήλων, των δε φύλλων αι συμπλοκαί έκαμνον επάνωθεν ουρανόν Διγ. Άνδρ. 39814· β) θολοειδές υφασμάτινο επιστέγασμα επίπλου (λ.χ. θρόνου ή κλίνης, εδώ προκ. για Αγία Τράπεζα· πβ. Du Cange, λ. ουρανός, καθώς και παραπάνω ά. ουράνισμα): άνωθεν δε της Αγίας Τραπέζης κρέμαται ο ουρανός εκ χρυσοϋφάντου πέπλου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 157. 3) α) Ο αέρας επάνω από τη γη, η ατμόσφαιρα: Γαδ. διήγ. (Pochert) 100, Απόκοπ.2 112, Διακρούσ. 8910, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 94· πετούμενο του ορανού Πεντ. Γέν. II 19· (σε πληθ.) σαν όντε θα χιονίσει| και θαμπωθούν οι ουρανοί σ’ Ανατολή και Δύση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 62· β) (σε μεταφ.) β1) (προκ. για υπερβολική ευτυχία· πβ. φρ. 1): τα πράγματα ένι του κόσμου πλάνη| και βάνουσιν τον άνθρωπον απέσω και πλανούν τον (παραλ. 1 στ.), πτερά τον δίδουν και πετά στους ουρανούς απάνω·| και όσον τον ψηλώσασιν, διπλά τον ατιμώνουν Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 208· β2) (προκ. για υπερβολική αλαζονεία· πβ. φρ. 2): Γυρεύεις τση περηφανειάς να ’χεις φτερά, να πηαίνεις| στον ουρανό, και παραμπρός κιόλας, α θες, να μπαίνεις; Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 82. 4) Ο ουρανός ή οι ουρανοί (βλ. παραπάνω σημασ. 1α1) ως παράγοντες που επηρεάζουν, με την κίνησή τους και τη θέση των άστρων επάνω τους, τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και του πεπρωμένου των ανθρώπων (Βλ. και Αλεξ. Στ., ΕΕΦΣΠΚ 3, 1986, 269-70): Σε λύπες κι εις οδύνες| … πως μασε ρίχνου| στον ουρανό οι πλανήτες μασε δείχνου Ροδολ. (Αποσκ.) Χορ. β΄ 5· των αστρώ τ’ απόκρυφα κατέχεις| και με το νου σου εις τσ’ ουρανούς επά κι εκεί ξετρέχεις,| και ξεύρει είντα ριζικό πασακανείς θέλει έχει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 98· γραμμένον είναι ’ς τσ’ ουρανούς χρόνους πολλούς να ζείτε Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 97· Ό,τι κι α σου ’πα, ήξερε, του ριζικού είν’ δοσμένο| κι εις τα βιβλία του ορανού είναι χρυσά γραμμένο Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 130. 5) Ο τόπος κατοικίας των θεών: Ερμον. Α 242, Γύπ. Πρόλ. Διός 58· ο Ζευς απού τον ορανό φωτιά ας μου ’χε ρίξει Πανώρ. Β΄ 328· (σε πληθ.) αν το μάθει ο βασιλιός, ξεύρε, πως δε μπορούσι| μηδ’ όσοι στέκου ’ς τσ’ ουρανούς βοηθοί σας να γενούσι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 36· βάνω| όρκο και μάρτυρα το Ζευ, που ’ς στ’ ορανούς απάνω| βρίσκεται η επαρχία του κι εκεί ’ναι η κατοικιά του Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 337. 6) α) (Συν. στον πληθ.) το άπειρο διάστημα ως νοητή κατοικία του Θεού, των αγγέλων και των δικαίων μετά το θάνατό τους, ο παράδεισος: Οπού θυμάται θάνατον εκείνος κυριεύει,| τα γήινα καταφρονεί και ουρανόν γυρεύει Ιστ. Βλαχ. 1350· ήρθε (ενν. ο Χριστός) κι εκρούσεψε ζιμιό τον Άδη … (παραλ. 1 στ.) και νικητής εγύρισε …| στους ουρανούς, και στέκεται πάσ’ ώρα δοξασμένος Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 18· όσοι των εκούσασιν την υμνωδίαν τήν είχεν| … και την γλυκύτητά του| έλεγαν να ’ναι άγγελος από τους ουρανούς απάνω Απολλών. 226· Μα ανισωστάς και βρεθεί πάλι η ψυχή να είναι καθαρά και αναμάρτητος, τότες έρχεται με χαρά μεγάλη εις τους ορανούς και συναπαντούσιν τη οι γιάγγελοι, … και παίρνουν τη ως εις τον δεσποτικόν θρόνον, ογιά να προσκυνήσει τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Αποκ. Θεοτ. II 57· (ως πηγή χάριτος, ευλογίας) Περί βαπτιζομένων ανθρώπων, ότι οι ουρανοί είναι ανοιγμένοι και των αβαπτίστων είναι κεκλεισμένοι Βακτ. αρχιερ. 138· Μέγα τι πράμα είναι και η προσευχή. Ανοίγει τους ουρανούς Πηγά, Χρυσοπ. 278 (7)· εκφρ. (1) η βασιλεία των ουρανών, το βασίλειον του ουρανού = η βασιλεία του Θεού· ο παράδεισος: χρεωστούμεν καθ’ ημέραν να μετανοούμεν, καθ’ εκάστην ημέραν να ετοιμαζόμεστεν, διά να τύχωμεν και της βασιλείας των ουρανών Διήγ. πανωφ. 61· Πόλη μου, το βασίλειον του ουρανού ομοιάζεις,| και πάλιν με την κλήραν σου ταιριάζεις των αγγέλων Θρ. Κων/π. B 54· (2) επίγειος ουρανός = προκ. για πάνσεπτο και περικαλλή ιερό ναό: η επ’ ονόματι του Θεού Λόγου κτισθείσα Σοφία, ο επίγειος ουρανός, η νέα Σιών Έκθ. χρον. 164· Εκ τούτων των παραθυρίδων πέμπεται μέσα εις την εκκλησίαν φως πολύ, το οποίον την κάνει λαμπροτέραν … και ως έναν άλλον επίγειον ουρανόν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 160· β1) (προκ. για τη Θεοτόκο): Υψηλοτέρα ουρανών, ασύγκριτε αγγέλων Θρ. αλ. 47· αγγέλων και των ουρανών δέσποινα και κυρία Σκλέντζα, Ποιήμ. 75· την πλατυτέρα ουρανών …| Ω Δέσποινα του ουρανού, της γης και της θαλάσσης Αλφ. 746, 47· β2) (αλληγορικά) σαρκοφόρος δι’ εμέ γεγονώς, πλαστουργέ μου,| την μητέραν την άχραντον ουρανόν απειργάσω Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1818· γ) (σε μεταφ. προκ. για υπερβολική ευτυχία· πβ. φρ. 8): χέρα που επιάσε το κλειδί και μ’ όλο το σκοτίδι| ήνοιξε τον Παράδεισο και τσ’ ουρανούς μού δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1498. 7) (Συνεκδ.) το θείο, ο θεός: Τον ουρανό παρακαλώ βοήθεια να σου δώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 83· αμνόγω σου στον ουρανό, σ’ εκείνον οπού ορίζει| την κτίση Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ 75· Ο ουρανός να σε φυλάξει και να σε πολυχρονά, ω γαληνότατε βασιλέα Μπερτολδίνος 105· (σε πληθ.) Φίλε, την πρίκα ξόρισε, τα ανακατώματά σου| τα στείλασιν οι ουρανοί, για να βγου εισέ χαρά σου Στάθ. (Martini) Γ΄ 282. Φρ. 1) Αγγίζω με την κορφή στον ουρανό, πετώ ’ς τσ’ ουρανούς = είμαι καλότυχος, χαρούμενος, ευτυχισμένος: όσο πλια τονε θωρρείς (ενν. τον άνθρωπο) στα ύψη πως καθίζει| τση τύχης και με την κορφή στον ουρανό πως ’γγίζει| τόσο θα γδέχεσαι να δεις πεσμένη την τιμή του Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 570· Ω βασιλιέ κακότυχε … (παραλ. 1 στ.), σήμερο επέτας ’ς τσ’ ουρανούς κι έβανες εις το νου σου| χαρές και καλοριζικιές εσέ και του παιδιού σου,| κι εσένα πρίκες σ’ ηύρασι Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 655. 2) Αγγίζω στον ουρανό = κατέχομαι από αλαζονεία: στολισμένος με χρυσό διάδημα τώρα αρχίζει| να ’ναι πολλά περήφανος, στον ουρανό ν’ αγγίζει Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 276. 3) Ανεβάζω κάπ. στον ουρανό = τιμώ κάπ. υπερβολικά, εξυψώνω: ο κόσμος τσι τιμά (ενν. τους πλούσους) και τσ’ ατυχιές τως κράζει| χάρες, κι εκείνο απού μισά στον ουρανό ανεβάζει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 328. 4) Ανεβάζω το νουν κάπ. εις τσ’ ουρανούς = «αναπτερώνω» τις ελπίδες, εξάπτω τις φιλοδοξίες κάπ.: αντίς τά θάρρειε (ενν. η τύχη) κι άλπιζε κι έδειχνε κι έτασσέ μου| κι εις τσ’ ουρανούς συχνότατα το νουν ανέβαζέ μου,| μου κτίζει πύργους στο γιαλό Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Αφ. 74. 5) Ανοίγουν ή ανοίγονται οι καταρράκτες του ουρανού = προκ. για νεροποντή (βλ. ά. καταρράκτης· πβ. και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 30): Πεντ. Γέν. VII 11, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 86, κριτ. υπ. 6) Κατεβάζω τον ουρανό με τ’ άστρα, βλ. κατεβάζω Φρ. 2. 7) Πετώ στου ουρανού τα ύψη = δείχνω επιπολαιότητα: Εσείς (ενν. κουζουλοκοπελιές) πετάτε σήμερο στου ορανού τα ύψη,| αμ’ έρθει θέλει και καιρός η ομορφιά να λείψει Πανώρ. Δ΄ 65. 8) Υψώνω κάπ. εις τον ουρανόν, ψηλώνω κάπ. εις τσ’ ορανούς = καθιστώ κάπ. υπερβολικά (συν. όμως απατηλά) ευτυχή: τα πράγματα του κόσμου πλάνος είνιαι| και βάνουσιν τον άνθρωπον, απέσω και πλανούν τον·| υψώνουν τον εις τον ουρανόν και θέτουν τον εις τα νέφη (παραλ. 1 στ.)· ωσάν τον εψηλώσασι, διπλούν τον εντροπιάζουν Σαχλ., Αφήγ. 422· Εμάκρυνε (ενν. η ποθητή μου) τσι μέρες μου, …| και απού τον Άδη εις τσ’ ορανούς σήμερο με ψηλώνει Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 516.
       
  • όφελος  
    το, Διγ. A 2640, Χρον. Μορ. H 5312 (έκδ. όφελες), Αχέλ. 1984, 2156, Πανώρ. Β΄ 566 κριτ. υπ., Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 96, Χορ. γ΄ 438, Δ΄ 652, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 74, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 478, Γ΄ 382, 506, Θυσ.2 392, Σοφιαν., Γραμμ. 214, κ.α.· αιτιατ. εν. όφελον, Σπαν. A 50, 678, Σπαν. B 118, Σαχλ., Αφήγ. 273, Χειλά, Χρον. 353, Θησ. (Foll.) I 90, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 661· έφελος, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2231, Πανώρ. Β΄ 566, 573, Γ΄ 232, Ε΄ 144, 174, 282, Πιστ. βοσκ. I 2, 223, 251, Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 383· οφέλος, Ευγέν. 154· ’φέλος, Φαλιέρ., Ιστ.2 430.
    Το αρχ. ουσ. όφελος. Για την αιτιατ. εν. όφελον βλ. Χατζιδ., Βυζαντίς 2, 1911-12, 513. Ο τ. έφελος σε επιστ. του 17. αι. (Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 175) και σήμ. στην Κρήτη (Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 228) και στην Κάρπαθο (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ.)· για το σχηματ. του βλ. Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 327 και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 228 και Β΄ 40, Ο τ. οφέλος από μετρ. αν. Τ. έφελο σε έγγρ. του 16. αι. (Έγγρ. Σύρου 187), όφελε σήμ. ιδιωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.), όφελο στο Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 493, 642 και πληθ. όφελα σε έγγρ. του 17. αι. (Τωμ., Κρητολ. 9, 1979, 13). Η λ. και σήμ.
    1) α) Ωφέλεια, κέρδος: Διγ. Z 1104· πάντα εγώ μαθαίνω σε και πάντα παραγγέλλω,| μη τα εξαφήκεις … και μη τα αλησμονήσεις,| να είναι πάντα εις όφελον και εις καλόν σου μέγα Σπαν. (Ζώρ.) V 422· αν ήξευρα κι ο θάνατος εις έφελός σου να ’το,| να σκοτωθείς, κακότυχε, κι εγώ αποφάσιζά το Πανώρ. Β΄ 571· (προκ. για πνευματική ωφέλεια): Μην βαρεθείτε το ζιμιό ώστε να ιδείτε τέλος,| και ύστερα με τον λόγον σας πέτε αν έχει οφέλος (ενν. η κωμεδιά) Ευγέν. 154· β) συμφέρον: Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 24· ως το έχουν οι διάταξες κι όλα τα δικαστήρια| και λέγουσιν ο καθεείς τό ξεύρει εις όφελόν του Χρον. Μορ. P 7565. 2) α) Βοήθεια· ασφάλεια: επροσέρχοντο γαρ λύκοι| εις τε τας σκηνάς Ελλήνων,| ήρπαζον εκ μέσου πάντων| τους ανθρώπους τε και κτήνη.| Θέλων δε Δυσσεύς ερίζειν| τον σοφόν τον Παλαμήδην| τα προς όφελον Ελλήνων,| περισσούς λαβών τοξότας| προς εκείνους γαρ εχώρει,| ίνα προς φθοράν τοξεύουν| την γενέαν γουν των λύκων Ερμον. Ζ 141· εδιόρθωναν είτι αν έκαμνεν χρεία| διά όφελον του κάστρου τους και του λαού της όλου Θησ. (Foll.) I 91· β) (προκ. για ασθένεια) ίαση: Ένας πτωχός ασθένησε ασθένειαν μεγάλη| και τον θεόν εδέετον …| να τον γλυτώσει, κι εκατόν βόδια ευθύς να σφάξει (παραλ. 1 στ.). Λέγει τον η γυναίκα του: «… (παραλ. 1 στ.) Εσύ αυτά που έταξες ποσώς και δεν τα έχεις,| και πλέον από τον θεόν τι όφελος παντέχεις;» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 158. 3) Ευεργεσία: ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ: Μεγάλη χάρη τη θεά είδα να σασε κάμει,| να ’ρθει στη γης για λόγου σας …· (παραλ. 43 στ.) ΓΥΠΑΡΗΣ: Αλέξη, ας πάμ’ ογλήγορα τσι λυγερές να βρούμε| και το έφελος απ’ έκαμε τούτ’ η θεά να δούμε Πανώρ. Δ΄ 442. 4) Χαρά, ευτυχία: Χίλια καλώς επιάσασι η χέρα μου την χέρα (παραλ. 4 στ.). Μα μ’ όλα αυτά χαιράμενος δεν ημπορώ να στέκω| έχοντα ν’ ακριβεύγεσαι πλια δοξασμένο μέλος| οπού σ’ εμείς κι εις εσέν ήθελε δώσει ’φέλος Φαλιέρ., Ιστ.2 430. Φρ. 1) Βρίσκω όφελος = ωφελούμαι: ν’ αφηκρασθείς τους λόγους μου, ν’ ακούσεις την βουλήν μου,| διά να εύρεις όφελος από την συμβουλήν μου Ιστ. Βλαχ. 1354. 2) Δίδεται όφελος, βλ. δίδω I Α΄ 15α φρ. 3) Κάνω όφελος, βλ. κάμνω Φρ. 4) Πιάνω όφελος = φέρνω αποτέλεσμα: εκάναν (ενν. πασάδες και ραΐσηδες) ό,τι δύνουνταν σαν σκύλοι λυσσασμένοι·| καλά και εις τον κόπον τους όφελος δεν επιάναν … Αχέλ. 1992. 5) Ποιώ όφελον … = ωφελώ, φέρνω θετικό αποτέλεσμα, βοηθώ: Αφέντη, μέγα πρίγκιπα, ολπίζω η δούλεψή μου| όφελον σε εποίησεν και διάφορον ομοίως Χρον. Μορ. P 5721.
       
  • όχι,  
    μόρ., Λίβ. P 1476, 2776, Μαχ. 44611, Πεντ. Γέν. III 4, Δευτ. XI 2, Κυπρ. ερωτ. 7548, Πανώρ. Α΄ 287, Γ΄ 195, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 110, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 271, Δ΄ 367, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 424, 444, Θυσ.2 436, Τζάνε, Κρ. πόλ. 47515, κ.α.· όσι, Αλφ. (Mor.) III 50.
    Από το αρχ. αρνητ. μόρ. ουχί (Για διαφορετική ετυμ. βλ. Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 492). Ο τ. και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 705). Τ. όι σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 700, λ. όι) και στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. λ. όιδα). Τ. οχί ήδη μτγν. Τ. οχία και οχιά σήμ. στο τσακων. ιδίωμ. (Κωστ., Λεξ. τσακων., στη λ.). Τ. όχιν σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39/40, 1972/73, 223). Η λ. στο Meursius, σε επιστ. του 18.-19. αι. (Σιγάλας, Ελλην. 2, 1929, 28, 75) και σήμ.
    1) Ως μονολεκτική αρνητ. απάντηση σε ερώτηση, προτροπή, παράκληση· συχνά επαναλαμβάνεται για να εκφράσει πιο ισχυρή άρν.: Λέγει ο Σαμουήλ: «Όλα σου τα παιδία είναι ετούτα;» Λέγει ο Ιεσσαί: «Όχι …» Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 189r· ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Άκουσε, περιβολάρη, μην στέκεσαι χωρίς άλλον να δώσεις το εγκάλεσμα, ότι εγώ σε ευχαριστώ. Σταμάτησε ειρηνικός, και άφησε να κάμω εγώ. ΠΕΡΙΒΟΛΑΡΗΣ: Όχι όχι, εγώ θέλω ότι ο βασιλεύς να μάθει το κάθε πράγμα Μπερτολδίνος 160· ΒΑΣΙΛΕΥΣ: … Όρσου, επάρτε τον ολίγον εις την Βασίλισσαν. ΜΠΕΡΤΟΛΔΙΝΟΣ: Φέρτε εκείνην σε εμένανε εδώ. ΒΑΣΙΛΕΥΣ: Όχι όχι, άμε μόνο με τουτουνούς Μπερτολδίνος 152· φρ. λέγω όχι σε κάπ., βλ. λέγω Φρ. 21. 2) Χρησιμοποιείται μαζί με αρνητ. πρόταση για ενίσχυση της αρνητ. έννοιάς της (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 223): ΜΠΕΡΤΟΛΔΙΝΟΣ: … εμείς σου δανείζομεν τον εδικόν μας (ενν. πετεινόν) αν θέλεις … ΒΑΣΙΛΕΥΣ: Δεν χρειάζομαι πετεινόν, όχι, εγώ σε ευχαριστώ Μπερτολδίνος 153. 3) Πριν από μέλος πρότασης ως άρν. της έννοιάς του και κυρίως σε αντιθέσεις (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 223-4): ήξερεν ο Ονάν ότι όχι αυτουνού να είναι η σπορά Πεντ. Γέν. XXXVIII 9· μια χαρά ήθελες έχει μόνο| κι εκείνη όχι πολλά σωστή για του παιδιού τον πόνο Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 298· ομπρός απ’ όλους ήρχουνταν πεζοί, όχι καβαλάροι,| οκτώ νέοι ξαρμάτωτοι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 375· Δύο τινές τσικούριον ένα στη στράτα βρήκαν| και μάλωμα στην μέσην τους ανάμεσα εποίκαν·| ο ένας, που το εύρηκεν, έλεγεν απατός του| το ηύρεν, όχ’ οι δύο τους, να έχει μοναχός του Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 834. 4) Μόνο του, ως σύντομη επανάληψη μιας προηγ. πρότασης στην αρνητ. μορφή της (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 224): είπαν: «… γνώρισε εδά αν το πικάμισο του υιού σου αυτό αν όχι» Πεντ. Γέν. XXXVII 32· Τι λέγεις εσύ, Μπερτολδίνε, θέλεις να υπάγεις ή όχι; Μπερτολδίνος 102· να ηθέλα θέλειν οι θεοί, πρίχου να σε γνωρίσω (ενν. υγιέ), πρίχου σε πιάσω, αγάπη μου, πρίχου σε κανακίσω,| να ’χ’ αποθάνει, …| τόσες μου λύπες κι άμετροι πόνοι να λείπου ομάδι.| Αμ’ όχι, κι έλειωσε το φως κι ο ήλιος είχε σβήσει| κι απόμεινα εις παντοτινή σκοτεινιασμένη δύση Ροδολ. (Αποσκ.) Ε΄ 407. 5) Σε αντιθετική σύνδεση α) εννοιών (το όχι ως άρν. πριν από μέλος πρότασης) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄, 37-8) α1) με προηγ. κατάφαση και με τους συνδ. αμή, μα: ο πόθος, ποθητέ, μπορεί καμπόσα,| αμμ’ όχι γιον μιαν άγγρη μηδέ τόσα Κυπρ. ερωτ. 678· Ετούτα μιαν αργατινήν ελέγανε όλη νύκτα·| τα σφάλματα του Ρώκριτου, μα όχι εκεινής τα ρίκτα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 42· α2) με επόμ. κατάφαση στο σχ. όχι … αμή, με, παρά: στείλε με το κτένι το γονικοπατρικόν μου, όχι το πυκνόν, αμή το αρύν Σπανός (Eideneier) Α 234· το πράμα κείνο| απού θελήσαν οι θεοί κι εκάμασι στανιό τση (ενν. της αφεντιάς σου)| κι όχι για πλια χειρότερο, μα για καλύτερό τση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 452· εις την θάλασσαν, μα όχι εις άλλην, παρά εις την Ερυθράν Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 429· β) προτάσεων (το όχι ως άρν. σε πρόταση κρίσεως ή επιθυμίας) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 225) β1) με προηγ. καταφ. πρόταση και με το σύνδ. αμή: Μαγάρι ας εύρομεν για ’δά τίποτις λίγο μίσο,| αμ’ όχι δίχως τίποτις να στρέψομεν οπίσω Φαλιέρ., Ιστ.2 390· β2) με επόμ. καταφ. πρόταση στο σχ. όχι (για) να … μα (για) να ή όχι γιατί … μα για + ουσ.: Όχι για να τη λυπηθώ, μα για να δω πώς κλαίγει,| να δροσιστώ, θε να σταθώ ν’ αφουκραστώ τά λέγει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 241· άλλα πολλά τά δε μπορώ, γλυκότατό μου ταίρι,| όχι να πει η γλώσσα μου, μα ο νους μου ν’ αναφέρει Φαλιέρ., Ιστ.2 524 κριτ. υπ.· Στα δάση το λιοντάρι| τ’ αγριότατο μουγκρίζει| και όχι γιατί μανίζει| μα γιαν τον πόθο έτσι αναστενάζει Πιστ. βοσκ. I 1, 267. 6) Σε αποφατική σύνδεση α) εννοιών (το όχι ως άρν. πριν από μέλος πρότασης και συχνά με προηγ. το και) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 29-31): κρατούσιν άλλοι,| βλέποντας τον Πανάρετο ’ς τόση τιμή μεγάλη,| πως μοίρα τονε ψήλωσε κι όχι οι καλές του διάξες Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 59· Μεγάλες έγνοιες και σκλαβιά τσ’ αγάπης, πρικαμένο| κι όχι άλλο πράμα έτσι πουρνό μ’ έχουν εδώ φερμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 66· άφης με τα πόδια σου να σκύψω να φιλήσω,| για ν’ αποθάνω σήμερα σα σκλάβα αγοραστή σου,| στη χάρη σου, άξε βασιλιέ, κι όχι καθώς παιδί σου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 408· (εδώ σε διαδοχικές αρν.): από ’δετίποτες σ’ έκαμεν ο Θεός σου| και όχι δεντρόν ουδέ κλαδί, κτήμαν, ουδέ λιθάρι,| αλλ’ άνθρωπον Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 243· β) προτάσεων (το όχι ως άρν. σε πρόταση κρίσεως ή επιθυμίας και συχνά με προηγ. το και) (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 223): αλύπητη δε σου τυχαίνει να ’σαι,| μα κείνον απού καίγεται για σένα να λυπάσαι| και μ ένα σκιας ανάβλεμμα γλυκύ να τ’ αντιμεύγεις| τον πόνον του τον άμετρο κι όχι να τον παιδεύγεις Πανώρ. Β΄ 306· Τούτο το πράμα οπού θωρείς σήμερο πως σ’ αρέσει| θε να σε βλάψει με καιρόν, όχι να σε φελέσει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 128· Δε δύνομαι να σε θωρώ, φτωχέ, καλά το λέγεις,| γιατί σ’ οργίζομαι πολλά κι όχι γιατί μου κλαίγεις Πανώρ. Β΄ 394. 7) Σε επιδοτική σύνδεση α) εννοιών (το όχι ως άρν. πριν από μέλος πρότασης) στο σχ. όχι (μόνον) … αμή και (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 43-5): Όχι το τέκνο μοναχά (ενν. να θυσιάσεις), αμή και το κορμί σου,| το σπίτι σου, το πράμα σου, τα πλούτη κι η γυνή σου Θυσ.2 227· β) προτάσεων (το όχι ως άρν. σε πρόταση κρίσεως ή επιθυμίας) στο σχ. όχι μόνον … αμή (και)/μα και (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 43-5 και 225): Με όλον ετούτο εσύ όχι μόνον κάνεις να θαυμάζομεν, αμή κάνεις να ’ξαλλοπροσωπίσομεν Μπερτολδίνος 116· όχι μόνον έφυγε (ενν. ο γάδαρος), μα κι εκοπάνισέ μας Γαδ. διήγ. 529. 8) Το όχι εισάγει πρόταση που εκφράζει διάψευση του ισχυρισμού κάπ. άλλου ή αποδοκιμασία μιας πράξης (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 225-6): δεν έχουν λύπην περισσήν αυτές (ενν. οι μοιρολογίστριες), …| αμή για τ’ άσπρα κλαίουσι, να πάρουν τον μισθόν τους,| όχι λυπούνται και θρηνούν ως πόνον εδικόν τους Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 12112· Κλάψε και μετανόησε να ’ναι διά την ψυχή σου,| και όχι κλαις υπάρχοντα, λυπάσαι την ζωήν σου Αλφ. (Mor.) IV 39· Μακάρι να ’χες πάει εσύ να καρτέριες, ρηγίνα,| όχι που με έστειλες εμέν και λες τούτα και κείνα Τριβ., Ρε 318. 9) (Προκ. για κ. δυσανάλογο) πόσο μάλλον, πολύ περισσότερο (πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 226): Ο πόθος όταν σκληρευτεί, του κόσμου όλην την κτίσιν| να την ταράξει δύνεται και να τηνε κουνήσει| κι όχι μια πέτρα μοναχή σαν το χαράκι τούτο Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [51]. 10) (Εδώ με προηγ. το και και με σημασ. περιορισμού) παρά μόνο: εγώ ήξερα ότι μη να δώσει εσάς ο βασιλεάς της Αίγυφτος να παγαίνετε και όχι με χέρι δυνατή Πεντ. Έξ. III 19. 11) Έναρθρ. ως ουσ. = άρνηση, αρνητική απάντηση: Το πράμα απού ’καμες λοιπό στανιώς μου, συχωρώ σου,| κι άντρας ας εί ο Πανάρετος, σαν τονε θες, δικός σου| κι ας είναι τ’ όχι θέλημα κι όρεξη το στανιό μου,| προξενητής ο πόθος σας, βουηθός το ριζικό μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 363· ώρες με «ναι» δροσίζει με (ενν. ο Έρως) κι ώρες με τ’ «όχι» πάλι| τση πικραμένης μου καρδιάς δίδει φωτιά μεγάλη Πανώρ. Γ΄ 435· έκφρ. (μέσα) στο ναι κι εις τ’ όχι (προκ. για έκφραση δισταγμού κι αμφιταλάντευσης ανάμεσα στην κατάφαση και την άρνηση): ευρίσκετο ο Ρωτόκριτος μέσα στο ναι κι εις τ’ όχι· ώρες σ’ αέρα δροσερό κι ώρες ’ς φωτιά μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2173· Το ανάβλεμμα της Αρετής είναι στο ναι κι εις τ’ όχι·| με φρόνεψη το κάρβουνον εις την αθάλη το ’χει·| δε θε να δείξει κι εύκολα ο πόθος την ορίζει·| μέσα είχε βράση και καημό, κι απόξω δεν καπνίζει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 2157· φρ. λέω το όχι = αρνούμαι (ερωτική συν.) πρόταση: ήκαμες κείνο που ’θελα κι ήγιανες την πληγή μου,| που αν είχες πει τ’ όχι κι εδά, άθρωπος πλιο δεν ήμου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1420· τ’ όχι τα χείλη δεν τορμούν να σου το πούσιν| και να σου πούσιν τώρα «νναι», στράτα δεν ένι Κυπρ. ερωτ. 743. Εκφρ. 1) Όχι άλλο = καλά, εντάξει (τυπική έκφρ. στο τέλος επιστολών· για τη σημασ. βλ. Τραχίλης, Αθ. 45, 1933, 226): να μας εβγάλεις ένα ματάτο να πορούμε να βγάζομε από πα σίτερο και τάβλες. Όχι άλλο και Κύριος ο Θεός να πολυχρονά (έκδ. πον‑· διορθώσ.) τη πανιερότη σου Μανολ., Επιστ. 17325. 2) Όχι διά (ο)τόσον = όμως (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 259]): δεν μου φαίνεται να του το δώσεις το κάστρον· όχι διά οτόσον, η αφεντιά σου είσαι φρόνιμος και ποίσε τό να βάλει ο Θεός εις την καρδιάν σου Μαχ. 56228. 3) Όχι ποτέ = όχι, σε καμιά περίπτωση, ποτέ· καθόλου: ΜΟΝΤΑΝΟΣ: Δεν είπες και από σένα εγεννήθη;| ΚΑΛΟΓΟΝΟΣ: Είπα πως είν’ παιδί μου| και όχι ποτέ από μένα γεννημένον Πιστ. βοσκ. V 5, 65· τούτο να σου δώσει| χαρά ’πρεπε κι όχι ποτέ καημό και πρίκα τόση Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 30· Θέλου μερκοί γεις βασιλιός πάντα με καλοσύνη| κι όχι ποτέ με μάνητα πάσα δουλειά να κρίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 239.
       
  • παβιόνι  
    το, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 288, Δ΄ 1941, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 4227, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 286, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. δ΄ πριν από στ. 1, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1543, 16918, 25415, 26912, 28016, 31026, 3822, 38714, 4233, 4655, 51914, 5322, Μετάφρ. Ακαθ. Ύμν. 14114, κ.α.· παβγούνιν, Κυπρ. χφ. 160· παβιούνιν, Κυπρ. χφ. 160· παβιούννιν, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 412.
    Το βενετ. pavion. Η λ. στο Βλάχ. (λ. παβιώνι).
    Στρατιωτική σκηνή: στα παβιόνια πα να δω τι κάνουν οι στρατιώτες Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 511· τα παβιόνια του έστεσε κι όλη τη γη στολίσα| άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, κι οι κάμποι ελουλουδίσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18916· (συνεκδ. προκ. για το στρατόπεδο): προς τα παβιόνια σύρνομαι κι αποδεκεί μπορούμε| πώς εις τη μάχη θέλετε διάξει να συντηρούμε Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 115.
       
  • παίδα  
    η, Πανώρ. Β΄ 295, 346, Ε΄ 105, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 140, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 47, Πιστ. βοσκ. III 3, 140, 445, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 105, 345, 1514, Ε΄ 832, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 40, Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 172, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [126], [336], Γ΄ [532], [928], Δ΄ [1282], Λίμπον. 456, κ.α.
    Από το παιδεύω υποχωρητικά (Βλ. Ανδρ., Λεξ., Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 76). Η λ. και σήμ. στην Κρήτη και τη Μάνη (Βλ. Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ. και Βαγιακ., ΛΔ 12, 1972, 24).
    1) α) Βάσανο, μαρτύριο, ταλαιπωρία: Την παίδα δίδουν τα παιδιά, γιαύτος παιδιά τα λέσι Πανώρ. Δ΄ 105· παίδα δεν είν’ κιαμιά χειρότερή τση| σα σ’ ενούς γέρου μέλη| τσ’ αγάπης η λακτάρα Πιστ. βοσκ. I 1, 152· Εγροίκησε κι η Αρετή την παίδα τη μεγάλη| που ευρίσκετον ο κύρης της με το μαντάτο πάλι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 1419· β) πόνος, οδύνη, στενοχώρια: Δείξου καν τώρα γνωστική, και φαίνου πως ’πομένεις| την παίδα και τον πόνον σου ετούτον που βασταίνεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [760]· Τούτη μας η πολλή χαρά στον Άδη ας απεράσει| και κάθε τόπος σήμερον την παίδα ας ασχολάσει Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1381]· γ) (προκ. για ερωτικό πόθο): Αν έχει αγάπη η Αρετή κι αν έχει πόθου οδύνη,| βρίσκεται κι ο Ρωτόκριτος ’ς πλια παίδα παρά κείνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 366· μια παίδα τούς επαίδευγεν (ενν. την Αρετούσα και το Ρωτόκριτο), ένας καημός, μια ζάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 1554. 2) (Μεταφ.) αγωνία, ανησυχία: ήτο θανάτου μαχαιρά η παίδα που τον κρίνει,| δεν ξεύροντας ο φίλος του πού να ’ναι κι είντα εγίνη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 1177· Η Αρετούσα τ’ άκουγε τούτα όλα που μιλούσα (παραλ. 2 στ.) κι εις έγνοια μεγαλύτερη και παίδα την εβάνα·| να μάθει τον τραγουδιστή, ποιος είναι να κατέχει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 626. 3) Τιμωρία, ποινή: Έπαρ’ την παίδα σήμερον, ξύλον καταραμένον (παραλ. 2 στ.), να που σε κόφτω κι ανταμώς τώρα σε ξενευρίζω| και τσακισμένο κι άνευρον στον λόγγον σε σκορπίζω Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1450]· την παίδα δίδουσι, όθεν το κρίμα εγίνη Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [292]. 4) Βασανιστήριο: Ξεσκίσματα και παίδες,| κριτήρια, ’ξορισμούς, βαρούς θανάτους Πιστ. βοσκ. III 6, 110. 5) (Πιθ. μεταφ.) εκπαίδευση, παιδεία: Ταύτα εισί τα παρ’ εμού, ω φίλε, γεγραμμένα (παραλ. 3 στ.) εν μικροτάτῳ λόγῳ τε και πεζικῄ τῃ λέξει,| ίνα μη συνθολώσω σου τον νουν ταις υψηλέσι| λέξεσιν αμειβόμενος σης νεοφύτου παίδας Λεξ. II 323.
       
  • παίδευσις ‑ση  
    η, Σπαν. A 5, Σπαν. O 239, Διγ. Z 137, 154, Ερμον. Προλεγ. 29, Βίος Αλ. 1898, Συναξ. γαδ. (Pochert) 28, Λίβ. Sc. 510, Λίβ. N 1451, Αχιλλ. L 21, Ιμπ. 449, Χρον. Τόκκων 1127, Μαχ. 18427, 6422, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 751, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 106 δις, Ιστ. Βλαχ. 36, Σουμμ., Ρεμπελ. 167, 176, Βακτ. αρχιερ. 178 τρις, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [494], Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 102, Ροδινός (Βαλ.) 108, κ.α.· πληθ. παίδευσες, Χούμνου, Κοσμογ. 2169, Χριστ. διδασκ. 185, 457, 480· παίδεψις ‑ψη, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1422], Πεντ. Δευτ. XI, 2, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β΄ 162, Πιστ. βοσκ. IV 7, 107, Σουμμ., Ρεμπελ. 161.
    Το αρχ. ουσ. παίδευσις. Ο τ. παίδεψη και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Ο τ. παίδεψις στο Βλάχ. Η λ. και σήμ. στον τ. παίδευση.
    1) Η μόρφωση ως διαδικασία μετάδοσης και απόκτησης γνώσεων α) εκπαίδευση, σπουδές: Σαχλ., Αφήγ. 36, Βίος Αλ. 708, Σοφιαν., Παιδαγ. 263· (εδώ προκ. για τη στρατιωτική κατάρτιση): εκείνος γαρ τα εδιόρθωνε (ενν. τα φουσσάτα) όπου ήτον παιδεμένος| εκ των Φραγκών την παίδεψιν, της Δύσεως την στρατείαν Χρον. Μορ. H 9224· β) διδασκαλία, διδαχή: Ερμον. Ω 298, Λίμπον. 114. 2) Η μόρφωση κυρίως ως τμήμα της ανατροφής α) διαπαιδαγώγηση, διάπλαση: να έναι ο βίος των πατέρων εις τους νέους παράδειγμα και τύπος της παιδεύσεως Σοφιαν., Παιδαγ. 291· πηγή και ρίζα έναι της καλοκαγαθίας η καλή παίδευσις των παιδίων Σοφιαν., Παιδαγ. 269· β) καλλιέργεια πνεύματος και ψυχής: Την αρετήν και παίδευσιν αγάπα και την γνώσιν·| πλούτου πολλού επέκεινα και θησαυρών μεγάλων Σπαν. (Λάμπρ.) Va 306· Στίχοι, γραφή και διδαχή και παραινέσεως λόγοι| εξ Αλεξίου Κομνηνού του μακαριοτάτου| προς τον του πρίγκιπος υιόν Καίσαρος Βρυεννίου (παραλ. 1 στ.) εις φρόνησιν και παίδευσιν, εις λόγων ευκοσμίαν Σπαν. A 5· οι φιλανθρωπότατοι άγιοι Πατέρες ηύραν άλλην παιδείαν, να δίδουν των ανθρώπων φιλανθρωποτάτην παίδευσιν Βακτ. αρχιερ. 214· 3) Το αποτέλεσμα της εκπαίδευσης α) μόρφωση, γνώσεις: Ροδινός (Βαλ.) 161· (ως είδος σύστ. αντικ.): υιού του την (ενν. την επιστολή) απέστειλε (ενν. ο Αλέξιος Κομνηνός) στα ξένα που βρισκέτο (παραλ. 1 στ.), πώς να μαθαίνει παίδευσιν να βρει τιμήν εις τέλος Κομν., Διδασκ. Δ 6· αν το ’χει και η φύσις σου και παίδευσιν να μάθεις Συναξ. γαδ. 72 (πβ. μανθάνω 1α)· (εδώ προκ. για τα στρατιωτικά): στρατείαν επεζήτησεν (ενν. ο Αχιλλέας), ην ήθελεν και ηγάπαν| και παίδευσιν στρατιωτικήν υπερεπόθει πλέον Αχιλλ. N 89 (πβ. και 1α)· β) πνευματική και ηθική συγκρότηση: τοις δραξαμένοις παίδευσιν υπό της θείας Γραφής και υπό της αρίστης έξω φιλοσοφίας Μάρκ., Βουλκ. 34027 άνθρωπον αγνώριστον τόν ουκ εσυνέκατσες| υπεδουλώθης εις αυτόν και τόσα επόθησές τον·| και εκ τούτου της παιδεύσεως το ακέραιον εγνωρίζω| και το εις εμέ … ευυπόληπτόν σου Λίβ. Sc. 488· γ) λεπτότητα, αβρότητα, ευγένεια: Διά τούτο πάντα επαινώ τον δούκαν τον αφέντη,| εκ την πολλήν γλυκύτητα, την παίδευσιν της γλώσσης Χρον. Τόκκων 1274· επήγεν (ενν. η Μαργαρώνα), επροσκύνησεν τον ρήγαν, τον αυθέντην,| με παίδευσιν ευγενικήν λέγει και αναφέρνει Ιμπ. 589 κριτ. υπ.· με παίδευσιν, με φρόνησιν, με την ταπεινοσύνην,| δηγάται του πατέρα της (ενν. η Μαργαρώνα) Ιμπ. (Legr.) 483. 4) Γέννημα, θρέμμα: αν είσαι αγάπης γέννημα και παίδευσις Χαρίτων (παραλ. 1 στ.), τα χέρια σου ας κρατήσωσιν πιττάκιον εδικόν μου Λίβ. P 1498· Πας άνθρωπος ευαίσθητος ερωτοπαιδευμένος,| ανατροφή και παίδευσις των ευγενών Χαρίτων (παραλ. 3 στ.), τώρα ας έλθει μετ’ εμέν να ακούσει αγάπης πόθον Λίβ. (Lamb.) N 4. 5) Δοκιμασία, βάσανο, ταλαιπωρία: Οϊμένα πάλιν, μοίρα μου, ήλθες να ξαρχινίσεις·| τα βάσανα τα πρωτινά θέλεις να μου θυμίσεις (παραλ. 2 στ.) και να μου δώσεις παίδευσιν, πλέον τουραγνοσύνη Ευγέν. 1113· έκφρ. μαρτύριον παιδεύσεως = βασανιστήριο: όποιος κληρικός διά φόβον ή διά βάσανα, τουτέστι από μαρτύρια παιδεύσεως, αρνηθεί το όνομα του Χριστού … Μαλαξός, Νομοκ. 191· (προκ. για δοκιμασία από το Θεό): αν ένι λυπηρόν τίποτε τό σε έλθει,| δέχου ως παίδευσιν Θεού και μάλλον ευχαρίστει Σπαν. P 285· (προκ. για τα βάσανα του Έρωτα): Τα δε ομμάτια της … έδειχναν της ερωτοληψίας την παίδευσιν Διγ. Άνδρ. 31512· Δεν έφτανε η παίδευσις, οπού μου δίδει αγάπη Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [659]. 6) Τιμωρία: Ο μύθος λέγ’ η παίδευσις η πρώτη ’ναι π’ αξίζει,| καθώς το είπ’ ο Αίσωπος κι εις το χαρτί τ’ ορίζει Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4727· Περί παιδεύσεων και ποινών Βακτ. αρχιερ. 178· (ως μέσο διαπαιδαγώγησης): εκείνος οπού δεν έχει μέτρος ή συγκέρασμα εις το παίδεμάν του εύκολα χωρίζεται από τη βερτούν της παίδευσης και πέφτει εις το βίτσιον της κρουδελιτάς Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 106· (προκ. για τιμωρία του Θεού): Ακούσας δε ο σουλτάνος και ο πασιάς τον εξαίφνης και φοβερόν θάνατον του αυτού πρωτοβεστιαρίου εθαύμασαν εις τούτο και εγνώρισαν ότι ήτον παίδευσις του Θεού και ελυπήθησαν Ιστ. πατρ. 1013.
       
  • παιδί(ο)ν  
    το, Προδρ. (Eideneier) I 91, 125, 150, Ασσίζ. 1520, 46416, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 746, Χρον. Μορ. H 4246, 5966, Λίβ. Sc. 1616, 1624, 1715, Λίβ. Esc. 767, 2765, 2773, Λίβ. (Lamb.) N 646, Αχιλλ. L 1128, Μαχ. 9422, 23, 41035, 58028, Διγ. O 1901, κ.π.α.· μπαιδί, Χρον. σημ. του 1514 16677· παιδί, Διγ. Z 3206, Βέλθ. 171, Χρον. Μορ. P 3054, Λίβ. P 1043, Λίβ. Sc. 1343, Λίβ. N 2537, Αχιλλ. (Smith) O 221, Μαχ. 7234, 19618, Γεωργηλ., Θαν. 166, Απόκοπ.2 95, Πεντ. Γέν. XXXII 12, XLII 11, Έξ. I 7, 9, Πανώρ. Β΄ 44, Δ΄ 413, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 443, Β΄ 411, Δ΄ 408, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 46, Β΄ 2444, Γ΄ 171, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 356, 665, Στάθ. (Martini) Γ΄ 357, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 335, Δ΄ 549, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 170, Διγ. O 2642, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16126, 38919, 43120, κ.π.α.· παίδι(ν), Εβρ. ελεγ. 162, Πεντ. Δευτ. XVIII 5· παιδίν, Τρωικά 5208, 5216, Προδρ. (Eideneier) II 26-8 χφ Η κριτ. υπ., 58, III 109, 112, 116, 117, IV 103, 104, Ασσίζ. 2926, 2121, 7, 27831, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 610, 618, Χρον. Μορ. P 2517, Λίβ. P 578, Αχιλλ. L 12, 23, 114, Αχιλλ. N 36, Αχιλλ. (Smith) O 11, 43, Μαχ. 24416, 35, 36, 37, 38, 6445, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 138, Βουστρ. 487, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 99, 114, 123, 150, Κυπρ. ερωτ. 1815, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 14, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16016· παιδίο, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 232r, Βυζ. Ιλιάδ. 85, Παϊσ., Ιστ. Σινά 275· παιδίον, Σταφ., Ιατροσ. 16463, Σπαν. A 40, Βέλθ. 1146, Αχιλλ. (Smith) O 44, 77, 127, Διγ. (Trapp) Gr. 999, 1362, Διγ. Z 1825, 4055, Λίβ. N 2881, Σφρ., Χρον. (Maisano) 44, Διήγ. Αλ. V 26, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 390v, Βυζ. Ιλιάδ. 160, 164, 213, Πτωχολ. α 174, Διγ. Άνδρ. 3135, 13, 34527, 32, 37525· παιδιόν, Αχιλλ. N 192· ονομ. πληθ. παιδιάν, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 45.
    Το αρχ. ουσ. παιδίον. Ο τ. παιδί στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. παίδι(ν) σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972-73, 213). Ο τ. παιδίν και σήμ. σε ιδιώμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παιδί(ν), Λουκά, Γλωσσάρ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 708, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παιδί(ν), Θαβώρης, Ελλην. 19, 1966, 265, Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 82). Ο τ. παιδίο σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 418).
    1) (Προκ. για οικογένεια ή γενιά) α) παιδί, γιος ή κόρη: Καθώς όλοι το ξέρετε όσοι έχετε παιδία,| λογιάζω πως για λόγου τους πονεί σας η καρδία Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 167· Να ’ρίξει ο κύρης το παιδί σ’ όλους μας είν’ δοσμένο| κι όποιο παιδί το θέλει αλλιώς είν’ καταδικασμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 61, 62· Κάτεχε για γυναίκα σου πως παίρνεις το παιδί μου| σήμερο, την Πανώρια μου, κι ας εί με την ευκή μου Πανώρ. Ε΄ 333· εάν κάμει η γυναίκα μου αγόρι παιδί, να έχει το παιδί από τον βίον μου μερτικόν ένα Rechenb. 45· το θηλυκόν μου παιδίν ή το αρσενικόν Διαθ. Ακοτ. 14720· (σε παροιμ. φρ.): εχάθησαν οι χριστιανοί Ρωμαίοι και Λατίνοι (παραλ. 3 στ.)· έχασε μάννα το παιδί και το παιδίν την μάνναν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 197· να κλαίει η μάννα το παιδί και το παιδί την μάνναν,| τα κλάματα να λούνουνται ο φίλος με τον φίλον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 220· Κάμε παιδιά να ’λπίζεις| χαρά να πάρεις απ’ αυτά! Πανώρ. Δ΄ 101· Την παίδα δίδουν τα παιδιά, γιαύτος παιδιά τα λέσι Πανώρ. Δ΄ 105· εκφρ. (1) παιδί γεροντικό = παιδί που γεννήθηκε από γέρους γονείς: είπαμε προς τον αφέντη μου· είναι εμάς πατέρας γέρος και παιδί γεροντικό μικρό Πεντ. Γέν. XLIV 20· (2) παιδί σπλαγχνικό/φυσικό = γνήσιο παιδί: το ηύρα το παιδί εις τον γιαλόν, στον άμμον (παραλ. 1 στ.), και ώσπερ παιδί μου σπλαγχνικόν εκ το εμόν συκώτιν,| ούτως εθάρρουν, ήλπιζα εις το εμά ν’ αφήσω Βυζ. Ιλιάδ. 268· Είντα δεν είναι κύρης σου τούτος; Αμ’ είντα σου ’ναι;| Και πούρι όλοι για φυσικό παιδίν του σε κρατούνε Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 200· φρ. (1) βαστάζω παιδί = (για γυναίκα) κυοφορώ, είμαι έγκυος: Τώρα είσαι ευχαριστημένη εις όλες τες γυναίκες, Ολυμπιάδα· σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζεις, παιδί άρρεν Διήγ. Αλ. V 26· (2) κάμνω παιδί = (α) αποκτώ παιδί: παιδιά να κάμεις όμορφα, να δεις κλερονομιά σου,| «μάννα» ν’ ακούγεις τ’ όνομα, ν’ αναγαλλιά η καρδιά σου Πανώρ. Γ΄ 159· ο θαυμαστός Ακρίτης, ο οποίος είχεν όλα του Θεού τα χαρίσματα …, είχε δε λύπην εις όλην του την ζωήν, πώς δεν έκαμνε παιδίον Διγ. Άνδρ. 3661‑5· (β) (ειδικά για γυναίκα) γεννώ: σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζειν παιδί άρρεν· και όταν θέλεις κάμει το παιδί, να στείλεις διά τ’ εμένα να έλθω, και είτι σου ειπώ, ούτως να κάμεις και εις ποίαν ώραν να γεννήσεις το παιδί Διήγ. Αλ. V 26· (3) ποιώ παιδί = τεκνοποιώ, γεννώ: Περί γυναικός εάν ου ποιεί παιδίν, περί στείρας Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1021· (4) ρίχνω το παιδί = αποβάλλω: Ο μς΄ (ενν. ψαλμός) έχει ωφέλειαν εις γυναίκαν οπού ρίκτει τα παιδία Ιατροσ. 21101· (5) συλλαμβάνω παιδί = (για γυναίκα) μένω έγκυος: Ω βασιλεύ πανθαύμαστε, ευγενικέ, ωραίε,| η δέσποινα συνέλαβεν, η ση γυνή, παιδίον,| ούτινος επί γέννησιν χαράν έξεις μεγάλην Διγ. Z 47· β) (ειδικά) γιος (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 14): ήρταν εις την Αίγυφτο ο Ιαακώβ και όλη η σπορά του μετ’ αυτόν. Τα παιδιά του και παιδιά των παιδιών του μετ’ αυτόν· θεγατέρες του και θεγατέρες των παιδιών του Πεντ. Γέν. XLVI 7· να έρτεις προς το κιβωτό εσύ και τα παιδιά σου και γεναίκα σου και γεναίκες των παιδιών σου μετά σεν Πεντ. Γέν. VII 18· γ) (προκ. για θετό παιδί): Είπα πως είν’ παιδί μου| και όχι ποτέ από μένα γεννημένον Πιστ. βοσκ. V 5, 64· έκφρ. αναθρεφτό παιδί / παιδί τσ’ αγάπης = υιοθετημένο παιδί: Εγώ παιδί δεν έκαμα ποτέ μου στον καιρό μου,| μα συντηρώντας σήμερο τούτο τ’ αναθρεφτό μου| παιδί, το Φορτουνάτο μου, το οποίο έχω αναθρεμμένο (παραλ. 1 στ.) βγάνω από τούτο και θωρώ καλά και λογαριάζω| και την αγάπη των παιδιώ τω φυσικώ λογιάζω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585· ΜΟΝΤΑΝΟΣ: πώς μπορεί να στέκει| «παιδί» και «όχι παιδί σου»;| ΚΑΛΟΓΟΝΟΣ: Καλά μπορεί να στέκει·| παιδί τσ’ αγάπης, ναι, και όχι της φύσης Πιστ. βοσκ. V 5, 77· φρ. κανω κάπ. παιδί μου = υιοθετώ κάπ.: μία γυναίκα … είδεν εις το όνειρό της ότι ένας νέος την όριζε … να πάρει … το παιδάκιν … και να το κάμει παιδίον της Ροδινός (Βαλ.) 209· δ) (στον πληθ.) οι απόγονοι, οι μέλλουσες γενιές: ημείς, το γένος των Ρωμαίων, δούλοι σου ν’ απεθάνουν,| τούτο ζητούμε, λέγομε, μεθ’ όρκου να μας ποίσεις| εγράφως, να το έχομε εμείς και τα παιδία μας|· από του νυν και έμπροστεν Φράγκος μη μας βιάσει| να αλλάξομεν την πίστιν μας Χρον. Μορ. P 2092· σύρτε αγοράσετε χώρες εις την Φραγκίαν| να έχετε παντοτινά εσείς και τα παιδία σας Χρον. Μορ. P 4246· εκφρ. από παιδί ως παιδί, παιδία παιδιών, παιδίων παιδίων (προκ. για κληρονομική μεταβίβαση περιουσίας ή υποχρέωσης από γενιά σε γενιά· συχνά για να δηλωθεί πλήρης και διά παντός κατοχή και κυριότητα ενός πράγματος· βλ. και Βουρδουμπάκις, Χρ. Κρ. 1, 1912, 478): αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ και να μηδέν εμπορεί να το πωλήσει ή να το αφήσει τινός αμέ να παγαίνει από παιδίν ως παιδίν Διαθ. Ακοτ. 1469· εχάρισεν του αυτού σιρ Νικόλου τα Πιλιομάσαρα παιδία παιδιών του Μαχ. 55015, 16· ο αδελφός μου ο Ιωάννης, οπού θέλει κληρονομήσει το σπίτι μου, να έναι κρατημένος τες τρεις λειτουργίες να κάμνει κάθα χρόνον, της Λαμπράς τες τρεις και την μίαν τα Χριστόγεννα παιδίων παιδίων του Διαθ. Ακοτ. 14841· όρισεν ο μισέρ Τζεντεφρές να ιδούν ποία κάστρη δεν επροσκύνησαν και ηύραν …, τα οποία κάστρη … να πολεμηθούν …, αμή του είπαν … να τον προσκυνήσουν, αμή να είναι παντελεύθεροι από πάσαν εγγαρείαν παιδίων παιδίων τους Δωρ. Μον. XXIII· ε) (προκ. για δήλωση κοινής καταγωγής): οι άρχοντες και όλ’ οι στρατιώτες (παραλ. 1 στ.), όλοι εσυμφώνησαν … (παραλ. 1 στ.), πήραν τον κυρ Γαβριήλ …,| αφέντη τον εσήκωσαν …·| «ημείς εσένα θέλομεν …| να σ’ έχομεν αφέντην μας …,| εσένα εγνωρίσαμεν με όλην μας καρδία| και μετ’ εσένα είμεστεν ενός πατρός παιδία» Ιστ. Βλαχ. 794· στ) (συνεκδ.) το μικρό ζώου: να πάρει αυτηνής δυο τρυγόνια ή δυο παιδιά περιστεράς και να πάρει αυτά προς τον ιεριά Πεντ. Λευιτ. XV 29· Αν κυνηγήσει τίποτες (ενν. η άρκος), εκείνη τρώγει πρώτα| και τότε τα παιδία της δίδει τους διά να φάσιν Φυσιολ. 37120· το πουλάκι …| όνταν ιδεί τον άνθρωπο να πάγει στη φωλιά ντου,| πώς λακταρίζει, πώς πονεί, μη χάσει τα παιδιά του Π. Ν. Διαθ. φ. 335 α 23· κριάρια πέντε, βαρβάτα πέντε πρόβατα παιδιά χρονιάρικα πέντε Πεντ. Αρ. VII 17· ζ) (με τις κτητ. αντων. μου ή μας σε προσφών. που εκφράζει συμπάθεια, οικειότητα, τρυφερότητα): Τέκνον μου ποθεινότατον, παιδίν μου ηγαπημένον,| οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου Σπαν. A 6. Δώστε κι οι δυο τα χέρια σας φιλήσετε, παιδιά μου Πανώρ. Ε΄ 345· Τι έχεις, παιδί μου, με λαλεί (ενν. η Μοίρα) κι εχάθης και φοβάσαι; Φαλιέρ., Ιστ.2 267· Μην λυπάσαι, Διγενή μου,| μην ταράττεσαι, παιδί μου·| η καρδιά σου μην λυπάται Διγ. O 2516· (εδώ σε επίπληξη): αυτά εθάρρουν εις εσέν, παιδίν μου, να κερδίσω;| ήλπιζα εύρειν θησαυρόν κι ηύρα καρβούνιν μέγα Σπαν. A 28· (εδώ σε αφήγηση): (Πάλιν η γραία η ταλαίπωρος τούτα τους συντυχαίνει)| και μετά την συμπλήρωσιν των δυο χρόνων, παιδιά μου,| ο Λίβιστρος εξέβηκεν και η κόρη εκ το κυνήγιν Λίβ. N 2556· (συχνά σε έναρθρ. κλητ.): Τότε τους ερμηνεύει (ενν. ο γέρων):| «Ακούετε, τα παιδιά μου …» Πτωχολ. P 57· ω Ισαάκ, ξύπνησε, το παιδί μου,| ξύπνησε, γείρου να ντυθείς, που να ’χεις την ευκή μου Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 479. 2) (Προκ. για συγγένεια εξ αγχιστείας) α) γαμπρός: δείξει (ενν. ο βασιλεύς) τό ήθελεν καλά του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου,| το πως το έποικε άσκημον …| την θυγατέρα του να ευλογηθεί άνευ θελήματός του (παραλ. 5 στ.)· … ο μισίρ Ντζεφρές …| ως φρόνιμος … οπού ήτον (παραλ. 1 στ.) … μαντατοφόρους στέλνει| εκείσε εις τον βασιλέαν …,| παρακαλεί … να του έχει συμπαθήσει| σ’ εκείνο οπού έποικεν κι εγίνετον παιδί του Χρον. Μορ. H 2547· β) νύφη: για παιδί μου το λοιπό και νύφη ποθητή μου| εγώ την Πετρονέλα μου παίρνω με την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 287· Πλιότερα θα την αγαπώ τώρα, γιατί παιδί μου| θε να την κάμω, σα θωρείς, και νύφην ακριβή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 201. 3) (Μεταφ.) α) (σε περίφραση, για πρόσωπο που κατάγεται από κάπ. τόπο): Πολλά μεγάλη δύναμην έχει ο Καραμανίτης,| πλιας τέχνης και πλιας μαστοριάς είν’ το παιδί της Κρήτης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1068· (στον πληθ., για λαό που κατοικεί σε κάπ. τόπο ή σε σχέση με το γενάρχη του): εσήκωσεν ο Ιαακώβ τα παιδάρια του και εδιάβην εις ηγή παιδιά της Ανατολής Πεντ. Γέν. XXIX 59· εκαταδούλωσαν η Αίγυφτο τα παιδιά του Ισραέλ με σκληρότητα Πεντ. Έξ. I 12· σύρε και να σε απεστείλω προς τον Φαρώ και έβγαλε τον λαό μου παιδιά του Ισραέλ από την Αίγυφτο Πεντ. Έξ. III 10· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μοσέ και προς τον Ααρών τον ειπεί: «Σήκωσε το κεφάλι παιδιά του Κεάθ από μεσοθιό παιδιά του Λεβί εις τις γενεές τους, εις το σπίτι των γονεών τους» Πεντ. Αρ. IV 2· β) (ως χαρακτηρισμός προσώπου· με γεν. ονόμ. φανταστικού ή μυθικού προσώπου ή αφηρημένου ουσ., που δίνει μια ξεχωριστή ιδιότητα στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται): Καίσαρε, μη ονειρεύγεσαι, τέρατα μη λογιάζεις| πως είναι ετούτα τα παιδιά του Άδη, καθώς τα κράζεις| ετούτα είναι ορφανά από μάννα και πατέρα| και την περίσσα πίκραν τους στα πόδια σου εφέρα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 176· Ο ξένος πάλιν λέγειν την: «Μάννα, παρακαλώ σε,| τις έναι, πώς την λέγουσιν και τι έναι η κόρη;» «Της δυστυχίας έναι παιδί, αναθροφή και πράγμαν| και εις κόσμον την απέστειλε να ίδει τους δυστυχούντας» Λόγ. παρηγ. L 298· Ο Διγενής του Κίνναμου λέγει: «δε σε σκοτώνω,| κοιτούμενο εις την ηγή …| Αλλά σηκώσου αφ’ την γη αν είσαι παλληκάρι| να ξαναπολεμήσομεν ωσάν παιδιά του Άρη» Διγ. O 2635· Θόδωρε, ξόμπλι τσ’ ευγενειάς και τση τιμής καρφίχτης,| απού ολωνώ των αρετώ παιδί πως είσαι δείχτεις,| χίλια καλώς επρόβαλες Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 620· Ώφου, παιδί τσ’ απακοής, πού μέλλεις να στρατέψεις; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 347· γ) (για άτομα που ανήκουν σε μια ομάδα· εδώ μαθητές): τα ’γραψα εις την φυλακήν διά τες αρχιές μαυλίστριες …| και τα παιδία του σκολειού πολλά τα τραγουδούσαν Σαχλ., Αφήγ. 112· Ω στύλε μέγιστε της Εκκλησίας, πώς έπεσες; Τάχα να ακούεις τες φωνές μας; Τάχα να αισθάνεσαι τα δάκρυά μας; Τάχα να γροικάς τους στεναγμούς μας, το ώχου και την θλίψιν των παιδίων σου; Χίκα, Μονωδ. 39186· δ) (προκ. για τους πιστούς που ανήκουν στο ποίμνιο ενός ιερέα): Ο πάπας … μήνυσέν του (ενν. του ρήγα): «Παιδίν μου γλυκύν, εκείνοι όπου μηνιάζουνται εις το θέλημα είναι εκείνονε όπου τους μηνιάζουσιν» Μαχ. 2613· ε) (προκ. για τους πιστούς ως τέκνα του Θεού ή της Παναγίας): φυλακές και βάσανα διά το όνομά σου (ενν. Κύριε),| όλα τα υπομένομεν, ότ’ είμεστε παιδιά σου Ιστ. Βλαχ. 2614· παιδιά εσείς του Κύριου του Θεού σας Πεντ. Δευτ. XIV 1· στείλε τη χάρη σου σ’ εμάς, αγιότατη Μαρία,| να ’χομε μοίρα εις εσέ, ως μάννα στα παιδία (παραλ. 6 στ.). Λοιπό, μητέρα μας γλυκιά, στρέψε προς τα παιδιά σου,| φίλησε και συργούλισε, βάλε τα στην ποδιά σου| και την ελεημοσύνη σου δώσ’ τωνε να βυζάσου Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 10. 4) Νέος ακόλουθος· φίλος: αναπετώ την τέντα μου, σταίνω το φλάμουλόν μου,| συνάγω τα παιδία μου τα συνομήλικά μου,| δίδω βουλήν να μείνομεν πάλιν εις αυτόν τον τόπον Λίβ. P 509· βάνουν και δώδεκα παιδιά με τούτον (ενν. τον Πάριν) εις τον πύργον,| πρώτων αρχόντων ευγενών, όμοιοι σαν εκείνον,| λιθαρωτά, πανεύμορφα το εικοστόν το έτος Βυζ. Ιλιάδ. 355. 5) (Προκ. για άνθρωπο απερίσκεπτο, επιπόλαιο): Την όρεξή της (ενν. της γυνής σου) τσάκιζε, μηδέν βαλθεί και θέλει| τραγούδια, γάμους και χορούς και γλυκαθεί το μέλι.| Ωσάν το κάμνει η μέλισσα, θέλει πνιγεί απέσω,| δεν ξεύρω πλιο τιμητικά τέτοιον αιτιάν να χύσω.| Διατί αυτείνη η σαϊτιά εις την καρδιάν σου φτάνει| και δεν ευρίσκεται ιατρός τέτοιαν πληγήν να γιάνει (παραλ. 2 στ.). Δι’ αυτό ο Μαρκέζης έλεγεν, όποιος και αν γλυτώσει| να τονε κράζουνε παιδί, διότι απ’ ανθρώπου γνώση| δεν είναι μπορεζάμενον τινάς να κολυμπήσει| εις τέτοιον πέλαγος βαθύ και να μηδέν βουλίσει.| Χαρά σ’ αυτείνον που θωρεί τον κίνδυνον εκείνον| και στέκει απόξω και θωρεί καλύτερον τον κρίνον Δεφ., Λόγ. 502. 6) Δούλος· νεαρός υπηρέτης: Διγ. Z 4144, Σφρ., Χρον. (Maisano) 10814· Εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον| και πόρνη τις εγένετο …| ου προς τινάν των ευγενών ουδ’ από των μεγάλων,| αλλά προς ένα μισθαργόν, παιδίν του κηπουρού μας Καλλίμ. 2272. 7) (Σε σχέση με την ηλικία του ανθρώπου) α) μωρό, νήπιο: αυτός επαίρνει το παιδί και φέρνει το στο σπίτιν,| φέρνει το την γυναίκα του, πολλά το καμαρώνει (παραλ. 2 στ.), βυζάνου, θεραπεύουν το, κηδεύουσιν το βρέφος Βυζ. Ιλιάδ. 154· μέσα στη φούστα ευρέθηκε και το παιδίν αυτείνο| και ακόμη δυόμισι χρονώ να μην επέρνα κρίνω Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 561· Καμία εκκλησία ου ψάλλετον, αλλ’ ούδε ελειτουργάτον,| παιδία ουδέν εβάφτιζαν, νεκρούς ουδέν εψάλλαν Χρον. Μορ. P 5966· (προκ. για το Χριστό ως βρέφος): Με το άστρον λοιπόν ήλθον (ενν. οι μάγοι) … και εύρασι το παιδί με την Μαρίαν, την μητέρα του, και προσέπεσαν και επροσκύνησαν Πηγά, Χρυσοπ. 256 (16)· β) παιδί, αγόρι ή κορίτσι: Διήγ. Αλ. V 41, Μαλαξός, Νομοκ. 537· Θρήνος πολύς εγίνηκεν από μικρούς μεγάλους,| γέροντες, βρέφη και παιδιά, παπάδες, διδασκάλους Λίμπον. 462· έκφρ. από παιδίον = από την παιδική ηλικία: Φίλιππον τον ελέγασι … (παραλ. 1 στ.), οποίον τον εθέλασι έχει από παιδίον| κλεμμένον ’κ των γονέων του τα πλήθη των αθλίων Αχέλ. 1195· γ) (ειδικά) αγόρι (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β΄2 165): τοσούτον δε ηγάπησεν ο λαός πας| ατόν τον υιόν αυτού ως και παιδία ελάλουν το όνομα αυτού και παιδίσκαι Ιστ. πολιτ. 6514· Αφέντης τώρα όρισεν: «Οι γέροντες κι οι γράδες| ας πάσι να μισέψουσι (μόνον μη μπου στσ’ αρμάδες)| παιδιά μικρά και κορασές, γυναίκες παντρεμένες| και τσ’ άντρες τως ν’ αφήσουσιν οι παραπονεμένες» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19416· δ) (προκ. για τον Έρωτα): Πολλά μεγάλην αφεντιά, πολλά μεγάλη χάρη| έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·| βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει| και το κακό που μελετά δε μας το φανερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 274· ε) (συνεκδ.) άγαλμα, ομοίωμα μικρού παιδιού: Εις της Φιοκίνας γύροθεν ιστέκουνται τα ζώδια| και έμορφα και τορνευτά, γυαλόκοπα παιδία Λίβ. Esc. 2484· ϛ) νέος άντρας, παλληκάρι: παιδίν ξανθόν, αρτιγενές, μακρόν τῃ ηλικίᾳ Διγ. (Trapp) Gr. 2210· είχεν η φράσις ούτως δε των τριών παιδιών εκείνων:| «αυθέντη μέγα, βασιλεύς … (παραλ. 1 στ.), ημείς, γινώσκεις βασιλεύ, διά σέναν καρτερούμεν,| ποίον θελήσεις εκ τους τρεις γαβρόν διά να πάρεις» Απολλών. (Wagn.) 285· Δίχως να ηξεύρει η κόρη ή το παιδίν οπού μέλλουν να λάβουν τα μνήστρα, ήγουν την ευχήν και τον ασπασμόν, ουδέν εξιάζουν όσο γενούν εις αυτούς Ασσίζ. 52423· (σε προσφών.): Ευγενικότατον παιδί, που την ζωήν σου δίδεις| για την ζωήν των αλλωνών κι ουδεποσώς την χρήζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [903].
       
  • παιδωμή  
    η, Πανώρ. Β΄ 42, Δ΄ 108, Ε΄ 92, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 204, Β΄ 434, Γ΄ 423, Δ΄ 623, Ε΄ 140, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Γ΄ 46, Κατζ. Α΄ 265, 298, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 4, Πιστ. βοσκ. II 5, 286, III 6, 68, IV 5, 199, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 910, 1120, Γ΄ 730, 1211, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 95, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 424, 464, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 2936, 3042, 40621, κ.π.α.· παιδεμή, Βοσκοπ. 82, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1034].
    Από το παιδεύω, αναλογ. με τα ουσ. σε ‑ωμή που προέρχονται από ρ. σε ‑ώνω, όπως πληρωμή <πληρώνω (Βλ. Ξανθουδίδης [Ερωτόκρ. σ. 648]). Ο τ. στο Κατσαΐτ., Ιφ. Πρόλ. 66, Β΄ 319, Θυ. Α΄ 140, 146, Γ' 343, Δ΄ 263, Ε΄ 212 και στην Ιστορ. Αθέσθη 173, 1034. Η λ. σε έγγρ. του 17. και 18. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 14424, 14727, 15330 και Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972-3, 228), σε κυπριακά ποιήματα (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 34, 1970, 10244) και σήμ. στην Κρήτη (Πιτυκ., Ιδίωμ. Αν. Κρ.).
    1) α) Βάσανο, στενοχώρια: Ω κόσμε, ανέναι και χαρά δε μου ’δωκες ποτέ σου,| μάλλιος σ’ εμέναν έριξες όλες τσι παιδωμές σου Πανώρ. Β΄ 468· εδά γροικώ άλλη παιδωμή, εδώ γροικώ άλλη ζάλη,| επάψασι όλες οι μικρές και μ’ εύρηκε η μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1003· (προκ. για ερωτικό καημό): Ας πέσουν οι πλεξίδες σου, το στήθος σου ας μαυρίσει·| τότες κι εμέν η παιδωμή αν τύχει να μ’ αφήσει Πανώρ. Β΄ 410· Στη δούλεψη κι εις τσι καημούς μικρή περισσά εμπήκα| τσ’ αγάπης κι όλα τα κακά κι οι παιδωμές μ’ ευρήκα Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 16· φρ. δίδω παιδωμές = παιδεύω, στενοχωρώ: τώρα γιάντα εβάλθηκες νέα να μου χαρίσεις| και να μου δώσεις παιδωμές και να με βασανίσεις; Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 35523· β) συμφορά, δυστυχία: Ώφου, πρικύ μου ριζικό κι αντίδική μου μοίρα,| πόσα γοργό μ’ εκάματε νύφη γιαμιά και χήρα (παραλ. 2 στ.)! Ποιο πράμα μ’ άξωσες να δω, ποια πρίκα να γνωρίσω,| ποια παιδωμή, ποιο βάσανο, ποιον πόνο να γροικήσω! Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 490· τα κακά ακόμη και τες πρίκες,| τους χαλασμούς και παιδωμές και πλήσες καταδίκες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 29624· Ω παιδωμή τω Χριστιανώ ζωή, τυραννισμένη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 23124. 2) α) Τιμωρία, ποινή: Δίκαιο λοιπό αποφάσισες να χάσουν τη ζωή τους| και μην αργείς στό φταίξασι να ’χουν την παιδωμή τους Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 26· ανέν κι αργεί καμιά φορά την παιδωμή να δώσει (ενν. ο Ζεύς),| για να ’χει ο φταίστης τίβοτας καιρό να μεταγνώσει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 307· Γλήγορα, σα θωρώ, θα σ’ αντιμέψου| τά ’χεις στον κόσμο τούτο καμωμένα,| γλήγορα παιδωμή θε να σου πέψου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Χορ. γ΄ 435· β) κακοποίηση, κακομεταχείριση: Τσ’ Αγαρηνούς εκόψανε (ενν. οι Φράγκοι) και τους Ρωμιούς επιάσα| και με μεγάλες παιδωμές κάτω τους κατεβάσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 3576· γ) βασανιστήριο: Τριγύρου του έχει (ενν. ο διάβολος) δαίμονες με πύρινα καμάκια| και του κτυπούν και στσι πληγές του βάνουσι φαρμάκια (παραλ. 1 στ.) και άλλες περίσσιες παιδωμές να βρούσινε γυρεύουν Τζάνε, Κατάν. 326· στην κόλαση θα κρίνεσαι για την κακή σου γνώμη| και παιδωμές εις την ψυχή θέλεις να δεις ακόμη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 4053. 3) Ανησυχία, αγωνία: Ταχιά ταχιά εσηκώνουντο (ενν. η Αρετούσα), πριν να ξυπνήσου οι άλλοι,| κι ο λογισμός τση ευρίσκετο σε παιδωμή μεγάλη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 450. 4) Κοπιαστική προσπάθεια: ΄Ωφου! με πόση παιδωμή ως εδεπά ήφερά το! (ενν. το ’λάφι) Πανώρ. Β΄ 67· εγώ άρχισα τσι παιδωμές να γράψω και ν’ αφήσω,| και το Χριστό με την καρδιά όλη να προσκυνήσω,| πως μ’ άξωσε κι ετέλειωσα με παιδωμή και κόπο,| να τον αφήσω πίσω μου στα χέρια των ανθρώπω Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5807.
       
  • παλαιός (I),  
    επίθ., Προδρ. (Eideneier) IV 29, 180 χφ Ρ κριτ. υπ., Ορνεοσ. 54728, Σπανός (Eideneier) Α 449, Χρον. Μορ. H 3132, Χρον. Μορ. P 1354, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 302 κριτ. υπ., Μαχ. 15210, 19214, 28831, Θησ. Πρόλ. [106], Έκθ. χρον. 182, Πανώρ. Πρόλ. 58, Διγ. Άνδρ. 36013, Λίμπον. 512, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 237, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 90, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 24815, κ.α.· παλαίος, Διγ. (Trapp) Gr. 1655, Ερμον. Υ 79, Χρον. Μορ. H 1354, Χρον. Μορ. P 3132, Λίβ. N 967, Θησ. (Foll.) I 2, Καραβ. 5005, 5037, Χούμνου, Κοσμογ. 1762, Πορτολ. A 20532, Αχέλ. 255, 537, 2407· παλιός, Φαλιέρ., Ιστ.2 179, Κυπρ. ερωτ. 7532, 10726, Πανώρ. Γ΄ 313, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 59, Β΄ 113, Ε΄ 3, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1252, 1270, Στάθ. (Martini) Α΄ 67, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 733, Ε΄ 96, 136, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 316, Δ΄ 464, Ιντ. δ΄ 68.
    Το αρχ. επίθ. παλαιός. Ο τ. παλαίος και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Ο τ. παλιός και σήμ. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ., Γεωργίου Χρ., Γλωσσ. ιδ. Καστορ. 168, λ. παλ’ός, Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. παλαιό).
    1) Μεγάλος στην ηλικία, ηλικιωμένος α) (προκ. για πρόσωπα): Ιστ. πατρ. 17323· σ’ ετούτα τα λαγκά, σιμά στην άσπρη βρύση,| βρίσκεται γεις παλιός βοσκός τσι χρόνους φορτωμένος Πανώρ. Α΄ 265· β) (προκ. για ζώα): Φυσιολ. (Legr.) 715· δείπνο μεγαλότατο μου ’πε να τον ορδινιάσω·| έξι τσικίνια μου ’δωκε να πα να τα ξοδιάσω,| κι ηύρα καπόνους τρεις παλιούς, βυζασταρές και γάλλους| τέσσερις ομορφότατους, καλούς, παλιούς, μεγάλους Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 537, 538· γ) (προκ. για φυτά): πολλά παλαία δένδρα,| ο ήσχιος τους εσκέπαζε την όψιν την αιώνιαν| της γης, όπου ποτέ εκεί ήλιος ουκ εισεβαίνει Θησ. Ζ΄ [373]. 2) (Για πρόσωπα) α) που υπάρχει από το παρελθόν, από παλιά, «παλιός»· (προκ. για φίλο, εχθρό, κλπ.): Λίμπον. 475, Συνθήκ. Καλλ. 302· (εδώ προκ. για στρατιώτη· πβ. νέος 1ε): εσηκώθην μεγάλη τάραξη και ταραχή μεσόν τους λας των αρμάτων τούς νέους με τους παλιούς Μαχ. 9631· β) που έζησε στο μακρινό παρελθόν, αρχαίος: Βακτ. αρχιερ. 154, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5885, Διγ. Άνδρ. 39329, Λίμπον. 484· Φίλιππον τον ελέγασι Λάσκαρη, ’κ τους Ρωμαίους,| τους πρώτους άρχοντες αυτών, εκείνους τους παλαίους Αχέλ. 1193· η κοινή γλώσσα η εδική μας, μη γυρεύοντας εις τούτο το μέρος άλλους καλλωπισμούς, φυσικά όλες τις μετοχές των παλαίων Ελλήνων τες διαλύουν με το ’ριστικόν ρήμα Σοφιαν., Γραμμ. 244· (εδώ προκ. για τους Πατέρες της Εκκλησίας): ακόμη και άλλην μαρτυρίαν του Παύλου θέλω να φέρω,| οπού έπεψεν επιστολήν των παλαιών Πατέρων Συναξ. γυν. 130· γ) (κατ’ επέκταση) σεβαστός, αγαπημένος: Ω μάννα μου παλιά, γλυκύν μου χώμαν,| μέλλει ποτέ το σώμαν — εις τα δάση| ο ύπνος να το φτάσει Κυπρ. ερωτ. 11113· δ) έμπειρος: Μα ’γώ … (παραλ. 1 στ.) δεν θέλω κομπωθεί ποτέ μηδεποσώς γελούμαι,| ότι παλιά δασκάλισσα στην τέχνη αυτή λογούμαι Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [752]· οι Τσερκέζοι την σήμερον δεν είναι διά να τους φοβούμασθεν, διότι ένα καιρόν ήτον ανδρείοι πολεμισταί, όταν είχον βασιλέα τον Καθούγιον εκείνον, ο οποίος είχε στρατιώτας παλαιούς και καλούς και διδαγμένους Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 380· ε) (υβριστ.) άξιος περιφρόνησης, αχρείος, τιποτένιος· Δυο μούδες ογιαμιά γιαμιά, σκύλε, να πα μου κλέψεις,| της Πουλισένας, της παλιάς πουτάνας, να τσι πέψεις! Κατζ. Ε΄ 40. 3) (Για πράγματα) α) που ανήκει ή αναφέρεται στο παρελθόν, που υπάρχει από παλιά· (προκ. για νόμο, συνήθεια, κ.τ.ό.): Πουλολ. (Τσαβαρή)2 583, Σεβήρ., Ενθύμ. 28· (προκ. για την τέχνη· πβ. νέος 3β): ένα μαντί αστροχιόνιστο, βασιλικόν ας βάλει (ενν. η Αρετούσα)| κι ό,τι άλλο η τέχνη εμπόρεσε, παλιά και νια, να δείξει Ροδολ. (Αποσκ.) Γ΄ 45· (προκ. για αγάπη, πόνο, κ.τ.ό.): ως δου (ενν. τα μάτια) άλλα κάλλη και ’ρεχτού, του Έρωτα μηνούσι| και νιαν αγάπη κτίζουνε και την παλιά χαλούσι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1270· γιάντα τσι παλιούς καημούς και τον παλιό μας πόνο| τώρα ξαναθυμίζοντας σ’ όλους μας καινουργιώνω; Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 19· β) (προκ. για κτίσμα, πόλη, λιμάνι, κ.τ.ό.) που κατασκευάστηκε παλιά: Έκθ. χρον. 1726· την Θήβαν την λαμπράν, την πόλιν την παλαίαν Θησ. Πρόλ. [114]· ήλθαν και τα κάτεργα και ενέβησαν εις τον παλιόν λιμιώναν Μαχ. 1526· γ) (προκ. για προϊόν που παρασκευάστηκε παλιά, που είναι παλιάς εσοδείας: Ασσίζ. 24515, Ορνεοσ. αγρ. 5475· (ειδικά για φυτικό προϊόν) ξηρός: Ιερακοσ. 4875· Λαβών … παλιάς σταπίδας άκουκκας εξάγια μ΄ Ιατροσόφ. (Oikonomu) 9418· δ) (προκ. για νόμισμα) παλιάς κοπής· (συνεκδ.) μεγάλης αξίας: ίνα …| λάβεις δε και την προίκα σου εκ ταύτης της ημέρας,| κιντηνάρια είκοσι, νομίσματα παλαία Διγ. Z 2078. Εκφρ. 1) Παλαιά Γραφή/Διαθήκη = το σύνολο των ιερών βιβλίων των Εβραίων πριν από το Χριστό, Παλαιά Διαθήκη: μάλλον και εις την Παλαιάν Γραφήν φαίνεται η ατυχία τους,| ότι ο Θεός ποσώς δεν τας ψηφά, να έχει την ομιλίαν τους (ενν. των γυναικών) Συναξ. γυν. 115· την Παλαιάν του Μωυσή αγίαν Διαθήκην| και την Νέαν της εκκλησίας την παρακαταθήκην Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. 57. 2) Παλαιοί χρόνοι = το παρελθόν: Εδιάβησαν οι παλαιοί χρόνοι των περασμένω,| απού προικιό κιανείς βοσκός δεν είχε γνωρισμένο Πανώρ. Ε΄ 239. 3) Παλαιόν ένδυμα = (θεολ.) παλιός άνθρωπος (βλ. έκφρ. 4): απόδυσαι το παλαιόν ένδυμα του διαβόλου και ένδυσαι τον νέον, τον κατά Θεόν κτισθέντα Φυσιολ. 34430· συ, εάν τι του παλαιού ενδύματος κτήσει και αμβλυωπήσωσί σου οι οφθαλμοί, ζήτησον την νοεράν πηγήν, τον του Θεού νόμον Φυσιολ. 34421. 4) Παλαιός άνθρωπος = (θεολ.) ο παλιός, ο μη αναγεννημένος από το Χριστό άνθρωπος (Για τη σημασ. βλ. και Bauer, Wört., στη λ. 2): ούτω και συ, ω άνθρωπε, ει τον παλαιόν άνθρωπον έχεις ένδυμα, βλέπε μήποτε οι οφθαλμοί της καρδίας σου εμποδισθώσιν· ζήτησον τον νοερόν ανατέλλοντά σοι ήλιον, τον Σωτήρα Χριστόν Φυσιολ. M 326· ανίπτασο εις το ύψος του ηλίου της δικαιοσύνης και απόδυσαι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού Φυσιολ. 34427. 5) Παλαιός λόγος, βλ. λόγος Εκφρ. 7. 6) Τον παλαιόν καιρόν = στο παρελθόν: Εν μέσῳ γαρ των δύο ποταμών εστίν ο τόπος … έχων κάστρη και χώρας αναριθμήτους. Τον γαρ παλαιόν καιρόν ην των Σερβών Έκθ. χρον. 7313· Περί χειροτονίας αυτοκεφάλων αρχιερέων και πώς αυτοκέφαλοι ήσαν οι μητροπολίται τον παλαιόν καιρόν Βακτ. αρχιερ. 185. Το αρσ. ως ουσ. = α) (Παλιός) φίλος: Λαλεί του ο σουλτάνος: «Αρωτούμεν σε ως παλαιόν και εμπιστόν του σπιτιού μας …» Μαχ. 18411· β) οι παλαιότερες γενιές ανθρώπων, οι πρόγονοι: Λίμπον. 279, Επίλ. 85, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1993, Τριβ., Ταγιαπ. 115. Έκφρ. Παλαιός των Ημερών = ο Θεός Πατέρας (Για τη σημασ. βλ. Lampe, Lex., στη λ. 4): τότε ανοιχθήσονται οι ουρανοί και καταβήσεται ο Παλαιός των Ημερών Λέοντ., Αποκ. 102632. Το ουδ. ως ουσ. = α) (στον πληθ.) γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν: σαν σε πω τα παλαιά, να γράγω άλλο νόβο Κορων., Μπούας 11· β) (στον εν.) καρπός της σοδειάς των προηγούμενων χρόνων: να σπείρετε τον χρόνο τον όχτατο και να φάτε από την εσοδειά παλαιό ως τον χρόνο τον έννεατo, ως να έρτει η εσοδειά της, να φάτε παλαιό Πεντ. Λευιτ. XXV 22· να φάτε παλαιό προπάλαιο και παλαιό από ομπροστά καινούργιο να βγάλετε Πεντ. Λευιτ. ΧΧVI 10. Έκφρ. Κατά το παλαιόν = σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο (η έκφρ. στο Somav.): η ταπεινότης ημών την ένδοξον επιστολήν της πανεντιμότητος υμών ανά χείρας λαμβάνοντας εις τας πέντε του παρόντος κατά το παλαιόν … Βελλερ., Επιστ. 54.
       
  • πάλιν,  
    επίρρ., Προδρ. (Eideneier) I 9, 141, 204, III 233, IV 171, 516, Καλλίμ. 2109, 2113, Διγ. Z 1099, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 605, 1322, 1735, Χρον. Μορ. P 421, 3256, 4116, Λίβ. P 601, 1086, Λίβ. Sc. 495, 1184, Λίβ. Esc. 754, 892, Λίβ. N 3048, Αχιλλ. (Smith) O 164, 240, 333, Απόκοπ.2 80, 131, 224, 398, Κυπρ. ερωτ. 9440, 9442, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19819, κ.π.α.· επάλι, Διήγ. ωραιότ. 602· πάλε, Προδρ. (Eideneier) IV 248-14 χφ Ρ κριτ. υπ., Χρον. Μορ. H 868, 5900, 6482, 6621, 7097, 7561, Φλώρ. 1370, Λίβ. P 1002, Λίβ. Sc. 477, Λίβ. Esc. 888, 2053, Λίβ. (Lamb.) N 628, 882, Λίβ. N 1709, 2259, Αχιλλ. (Smith) O 333, 410, Χρον. Τόκκων 507, 616, 759, 1931, 2752, 3176, Μαχ. 21016, 25219, 3122, 51425, 58822, Βουστρ. 525, 543, Κυπρ. ερωτ. 118, 334, 484, 668, 10612, Πανώρ. Α΄ 276 κριτ. υπ., Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 130, Δ΄ 328, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 49510, 51626, 52121, κ.α.· πάλεν, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 808 κριτ. υπ.· πάλες, Βουστρ. 516· πάλι, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 369, Χρον. Μορ. P 3772, Φλώρ. 99, Λίβ. Esc. 876, Μαχ. 2643, Πανώρ. Α΄ 290, 330, Β΄ 245, 256, Γ΄ 585, Δ΄ 19, 54, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 202, 257, Β΄ 173, Γ΄ 59, 122, Δ΄ 90, Ε΄ 313, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 235, 827, 1039, 1292, Β΄ 185, 254, 311, Γ΄ 185, κ.π.α.
    Το αρχ. επίρρ. πάλιν. Ο τ. πάλε, για τον οποίο βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 343, στο Somav. (λ. πάλαι), σε έγγρ. του 17. αι. (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 9, 1971, 164), στον Κατσαΐτ., Θυ. Α΄ 55, Δ΄ 236 κ.α., και σήμ. ιδιωμ. (Σακ., Κυπρ. Β΄ 710, Λουκά, Γλωσσάρ., και Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ.). Ο τ. πάλι ήδη μτγν. (L‑S, λ. πάλι) και σήμ. Διάφ. τ. της λ. σημ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.). Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., στη λ.).
    1) (Τοπ., συνηθέστ. με ρ. κίνησης) πίσω, προς τα πίσω α) Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 310· Ετότες από το φορτί έξω λαός εβγαίνει| εισέ βοήθεια τω Ρωμιώ, κι ήτονε μπορεμένοι,| κι εδώκασιν απάνω τους, πάλι να τους γυρίσου Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 45613· το λοιπόν αυθέντης του τοπού στέλλει τους άρχοντάς του,| να τον παρακαλέσουν να εβγεί …| να φαν αντάμα οι δύο αφέντες και πάλι ας μισέψει Απολλών. 634· β) (πλεοναστικά, με ρ. που ήδη περικλείουν την έννοια «πίσω»· πβ. Bauer, Wört., στη λ. 1α): Προδρ. (Eideneier) I 232, Σφρ., Χρον. (Maisano) 2017. 2) (Χρον.) ξανά, πάλι, εκ νέου, ακόμη μία φορά α) (για να δηλωθεί επανάληψη μιας πράξης ή επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση): Διγ. Z 3144, Λόγ. παρηγ. L 301, 302· τώρα δείχνουνται εδώ των γυναικών οι φύσεις,| οπού τον Θεόν παρακαλώ όλας να τας ποντίσει| και εις του διαβόλου τον δεσμόν καμία να μη τον γλύσει·| και των ανθρώπων την φυλήν πάλε να την συστήσει Συναξ. γυν. 44· α δε σου φτιάσει την πληγήν αυτείνο το βοτάνι,| ομπρός οπίσω φίλησε και πάλι θέλεις γιάνει Φαλιέρ., Ιστ.2 656· Ανέναι και τη θάλασσα βλέπομε τη μεγάλη| πως, α φουσκώσει μια βολά, καλοσυνεύγει πάλι Πανώρ. Β΄ 258· Αλλά περάσοντας μίαν ώραν εχάθην η μυρωδιά, και ήρθεν πάλε βρόμος ωσάν πρώτα Διήγ. πανωφ. 57· β) (πλεοναστικά, με ρ. που ήδη περικλείουν την έννοια «ξανά»): μ’ αναστεναμούς πολλούς να ξαναλέγεις πάλι Πανώρ. Γ΄ 175· ’ς τούτη τη μάχη σήμερο πα ξαναμπούμε πάλι Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Δ΄ 76· γ) (στην αρχή αφήγησης για να εισαγάγει τη συνέχεια ενός κεφαλαίου, η εξιστόρηση του οποίου είχε διακοπεί· βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 260]): Πάλε να έλθομεν εις τό ετραβενίασεν διά το πταίσμαν της ρήγαινας Μαχ. 21825· Πάλε ας έρτομεν εις τον ρήγα Μαχ. 23014· Ενταύτα παύομαι απ’ εδώ να γράφω και να λέγω| περί του Αλαμάνου εκεινού … (παραλ. 2 στ.) και θέλω πάλε να στραφώ και να σας αφηγήσω| την πράξιν όπου έποικεν ο μέγας ρόι Κάρλος Χρον. Μορ. H 6817· φρ. αλλάζω πάλιν τον λόγον σε κ., βλ. αλλάσσω Α΄ 1α· δ) (σε ιδιάζ. χρ., για να δώσει έμφαση): Πείνα μου, πάλιν πείνα μου, και δεύτερον σε γράφω Προδρ. (Eideneier) III 273-7 χφ Ρ κριτ. υπ.· Κάπα μου, πάλιν κάπα μου, παλαιοχαρβαλωμένη Προδρ. (Eideneier) III 273-64 χφφ ΡΚ κριτ. υπ.· Τσαφαροσκέλη πελαργέ, καμηλοπερπατάρη,| γριζόχροε, γριζόφορε, πάλιν δρεπανομύτα Πουλολ. (Τσαβαρή)2 24· Παώνιν τσεπροπόδαρον, Φράγκε με το καπούτσιν| και πάλιν χήρα θλιβερή μετά μοιρολογίων| εγείρου, φύγε Πουλολ. (Τσαβαρή)2 134· (εδώ στο τέλος μιας μεγάλης αφήγησης): Μανόλης Σκλάβος με σπουδή …,| τούτα τα δίστιχα έβγαλα …| Ως εδεπά τελειώνουνται…| τα βέρσα τούτα πο ’καμα …| Τέλος της Κρήτης ο χαλασμός και πάλι τέλος Σκλάβ. 284· πατρί και υιῴ και πνεύματι δόξα και πάλιν δόξα Προδρ. (Eideneier) IV 665-6 χφ Ρ κριτ. υπ. 3) (Με αντιθετική σημασ.) α) (μόνο του ή έπειτα από ονόματα προσώπων και προσωπικές αντων.· βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 226-7) εξάλλου, από το άλλο μέρος, όμως: Αππέξω ορδινιάζασιν τούρκοι μεν συγχυσμένοι,| αππέσω πάλιν το λοιπόν πάσχουν οι ανδρειωμένοι Θρ. Κύπρ. M 686· τα κεφάλια έκοψαν (ενν. οι άρχοντες του Σπάτα ) εκείνων των πιασμένων,| εις τον δούκαν τα απέστειλαν εις την Κεφαλλονίαν.| Πολλά των ευκαρίστησεν ο δούκας ο αυθέντης (παραλ. 1 στ.). Ο Σπάτας πάλε εθλίβηκεν πολλά και ελυπάτον Χρον. Τόκκων 111· Έλα εσύ εκ την μίαν μερέαν κι εγώ πάλε απ’ την άλλην Χρον. Μορ. H 7001· εκείνοι τα λαβράκια και τους τρανούς κεφάλους (παραλ. 2 στ.), ημείς δε πάλιν τρώγομεν αυτό το πώς το λέγουν Προδρ. (Eideneier) IV 412· β) (συνοδευόμενο από τους συνδ. και ή μα σε υποθ. πρόταση που αποτελεί αντίθεση προς μια προηγ. υποθ. πρόταση· βλ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 226-7) αν όμως: ανίσως και η αυτή Ντιάνα,η θυγατέρα μου και λεγαταριά μου, ήθελεν αφήσει παιδί γή παιδιά στο θάνατόν τση … να μπορούσιν οι άνωθεν τόποι και χωριά απού τση αφήνω να ’πομένουσι στα παιδιά τση … Πάλι και ήθελε αποθάνει διχώς κληρονομιά να μπορεί ο άρχος τση, αν ήθελε ζει, να ουζουφρουτουάρει τσι αυτούς τόπους Διαθ. 17. αι. 3101· αν ήθελεν ευρεθεί τινάς … αφορμή να μισέψει ο λεγόμενος καλόγερος, να μπορεί να πλερώνεται ό,τι αγομέντα θέλει έχει καμωμένα στο άνωθεν μοναστήρι· πάλι και ήθελεν μισέψει δίχως αφορμή, να χάνει ό,τι κόπους και αγομέντα έκαμεν στο λεγόμενον μοναστήριν Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 15513· γ) (μόνο του ή συνηθέστερα με το και ή το μα σε πρόταση, το περιεχόμενο της οποίας εκφράζει ισχυρή αντίθεση προς μια κατάσταση ή όρους που εκφράζει μια άλλη προηγ. πρόταση· πβ. Τζάρτζ., Νεοελλ. σύντ. Β΄ 226-7) μολαταύτα, εντούτοις, παρ’ όλ’ αυτά: αρνούμαι την αγάπη μου να δείξω τση κεράς μου| και πάλι δε μπορώ να πω «πάψε» τση πεθυμιάς μου,| μα συχναλλάσσω λογισμό Πανώρ. Α΄ 212· Εκείνος τότε είπε την: «Γιατί με ονειδίζεις;| Εγώ ’μαι που σε έκρυψα και πάλ’ εμένα βρίζεις;» Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 12624· βιβλίον τού εταίριαζεν μεγάλον να του ποίσω,| μα πάλε παρατρέχω τα, γιατί θεν ν’ αρχινίσω Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 374· Μ’ ανίσως κι έμπει κάτεχε ο πόθος στην καρδιάν σου,| τώρα που νιος ευρίσκεσαι και μες στην ευμορφιάν σου,| και πόνους κι αναστεναγμούς σε κάμει να γνωρίσεις,| πάλε με χίλιες γαλιφιές, κάνει να ξαναζήσεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [136]· ελόγιασα να σκοτωθώ, ήρθε μου να γλακήσω (παραλ. 1 στ.). Μα πάλι δεν ηθέλησα να χάσω τη ζωή μου Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Δ΄ 217. 4) (Για να δηλωθεί αμοιβαιότητα, διαδοχή, χρονική ακολουθία) με τη σειρά, στη συνέχεια, έπειτα: Βλέπεις τον Κροίσον τον λαμπρόν και μέγαν βασιλέαν| το πώς εκατεδούλωσεν τον Σόλωνα τον μέγαν| και ο Κύρος πάλε ο βασιλεύς υπόταξεν τον Κροίσον; Ντελλαπ., Ερωτήμ. 609· ο Πώρος τον απεκρίθη και είπε πάλε του Φιλόνη Διήγ. Αλ. E (Konst.) 9314· Μη την κατ’ όψιν κρίνατε κρίσιν, αλλά δικαίαν·| εν ῳ γαρ κρίμα κρίνατε εσείς πάλε κριθείτε| κι εν ῳ μέτρῳ μετρείτε εσείς πάλε να μετρηθείτε Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1121. 5) (Με προσθετική σημασ.) ακόμη, επίσης, επιπλέον α) … εθλίβη το μεγάλως (ενν. ο πρίγκηπας)·| το πρώτον διά την ακοήν όπου είχεν εις τον κόσμον,| ότι ήτον καλλιότερος εις όλους τους στρατιώτες (παραλ. 1 στ.) και πάλε, διατό εμέτεχεν και ήτον ανεψίος του| κι απίστησεν τον αφέντη του κι εδιάβη στον εχτρόν του Χρον. Μορ. H 3256· διατό είμεθεν και γείτονες κι αρμόζει να βοηθούμεν| ο είς τον άλλον γείτονα ό,τι του κάμνει χρεία·| και πάλε διά το σύνηθες όπου έχουσιν οι Φράγκοι| και τρέχουν πάντα εις τα άρματα Χρον. Μορ. H 8952· (εδώ σε προεξαγγελτική παράθεση): πάλε άλλο χειρότερον, χείρον των χειροτέρων,| με τριακόσιους εκέρδισε χιλιάδες δεκαπέντε Χρον. Μορ. H 5010· β) (για να εισαγάγει νέο κεφάλαιο στην αφήγηση): Πάλιν πώς εσκοτώθηκεν ο Κύρος άκουσέ το Ντελλαπ., Ερωτήμ. 611· Άλλος πάλιν παμφρόνιμος ήκουσε από κάπου (παραλ. 1 στ.) πως ζει ο κόραξ περισσούς χρόνους διακοσίους Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. δ΄ 1.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης