Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 187 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Metrol.

  • αυγουστιάτικος, 
    επίθ., Metrol. 6616.
    Από το ουσ. Αύγουστος και την κατάλ. ‑ιάτικος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    (Προκ. για αμπέλι) που ωριμάζει το μήνα Αύγουστο (Βλ. Schilbach [Metrol. 243]· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2 και 3): Οίον [εί] (ενν. αποτιμάται) το αμπέλιον αυγουστιάτικον νομίσματα ζ΄ Metrol. 6616.
       
  • βαμβάκι(ν) και βαμβάκιον  
    το, Προδρ. I 97, II G 35, Ορνεοσ. 57916, Διήγ. παιδ. 536· βαβάκιον, Metrol. 13521. βαμπάκι, Συναδ., Χρον. 45δις, 66· βαμπάκιον, Ιερακοσ. 50128, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 393· εβαμπάκι, Σαχλ., Αφήγ. 187· παμβάκι(ν), Επιστ. του 1493 (Μανούσ., ΕΜΑ 6, 1956, 158), Παϊσ., Ιστ. Σινά 647· παμπάκιν ή παμπάκιον, Ασσίζ. 23713, 48724, Μαχ. 9026, 1028, Σαχλ., Αφήγ. 139, Θρ. Κύπρ. K 289, Θρ. Κύπρ. M 247.
    Από το ουσ. βάμβαξ. Ο τ. παμπάκιν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β́ 711).·Η λ., ήδη στο Ον. 21524 και στη Σούδα, λ. πάμβαξ, και σήμ. (Δημητράκ., λ. βαμβάκι).
    Βαμβάκι (το φυτό και ο καρπός που χρησιμεύει ως κλωστική ύλη και στη φαρμακευτική) (Η σημασ. και η χρ. και σήμ.): σησάμι και βαμβάκι δεν εγίνην Συναδ., Χρον. 66· οπού στοιβάζουν το μαλλίν μάλλον και το βαμβάκι Διήγ. παιδ. 536· Τα δικαιώματα του παμπακίου ορίζει το δίκαιον να δώσει εις τα πέρπυρα ρ΄, πέρπυρα η΄ ήμισον το δικαίωμαν Ασσίζ. 23713. μέρος λεπτύνας του κρέατος επικάλυψον εν τῳ μέρει βαμπάκιον καθαρόν Ιερακοσ. 50128· όσους εκουφερμίασεν ερίψαν το παμπάκιν και επτύσαν το Μαχ. 9026. — Βλ. και βάμβαξ.
       
  • βάμμα  
    το, Γλυκά, Αναγ. 180, Μανασσ., Χρον. 261, 4770, 6703, Metrol. 5128, Λίβ. Esc. 2138.
    Το αρχ. ουσ. βάμμα. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Χρωστική ουσία, βαφή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. Ι και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): βάμματι πορφυρέῳ Μανασσ., Χρον. 4770. 2) Χρωματισμός, χρώμα: η χήτη του βαμμένη ’τον με της χιονέας το βάμμα Λίβ. Esc. 2138· έλαμπε βάμμασι πολλοίς Μανασσ., Χρον. 261. Βλ. και βαφή 2. 3) Βαμμένη τούφα από μαλλί (Πβ. ΙΛ στη λ. 4): εκάστης δε ουργίας του σχοινίου κρεμασθήτω βάμμα χονδρόν εις δήλωσιν των ουργιών Metrol. 5128.
       
  • βεργί(ν)  
    το, Ιερακοσ. 48222, Βέλθ. 537, 539, 541, 542, 557, 569, 574, 578, 652, 656, 811, 854, Metrol. 4720, Ερωτοπ. 618, Λίβ. P 1261, 1270, 1276, 1337, Λίβ. Sc. 132, 139, 238, 269, 308, Λίβ. Esc. 1253, 1362, Λίβ. N 1110, 1211, 1243, Αχιλλ. (Haag) L 157, 560, Αχιλλ. N 106, 214, 802, Αχιλλ. O 69, 148, Ιμπ. 79, Μαχ. 12835, Ch. pop. 468, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [200]· βεργίον, Λεξ. I 63.
    Υποκορ. του ουσ. βέργα. Ο τ. βεργίον σε Σχολ. (Meursius, λ. βέργα) και στο Μαυρικ., Στρατηγ. 31421, 3289, 3663. Τ. βέργιον τον 7. αι. (Lampe, Lex.). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βεργί).
    1) α) Μικρή βέργα, λεπτή ράβδος (Η σημασ. ήδη το 10. αι., Sophocl., λ. βεργίον και σήμ., ΙΛ, λ. βεργί 1α· βλ. και Lampe, Lex., ό.π.): είχεν βραχιόνας θαυμαστούς ώσπερ βεργιά στριμμένα (έκδ. στημένα· διόρθ. Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 201. Βλ. και Κριαρ., Αθ. 50, 1940, 184) Αχιλλ. N 106· Γράφω σοι ώδε, φίλε μοι, πάλιν και την ιώτα (παράλ. 1 στ.). Όρθιον (έκδ. Όρθριον), άκλιτον, λιγνόν βεργίον ισασμένον Λεξ. I 63· β) είδος ραβδιού αντί σκήπτρου (Η σημασ. ήδη στον Πορφυρογ., Έκθ. Α΄ 6118, 7319, Β΄ 18, 37, 52): «Βεργίν βαστάζεις, λυγερή, και το καλόν ουκ είδες» Βέλθ. 854· Ο δ’ Έρως δίδει το βεργίν τρίκλωνον, πεπλεγμένον| από σιδήρου και χρυσού και από τοπάζου λίθου Βέλθ. 537. Βλ. και βέργα 2. 2) Κλαδί δέντρου (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βεργί 2): Τρέμει και η καρδούλα μου σαν το βεργί Ch. pop. 468. Βλ. και βλαστάρι 1α. 3) Ιξόβεργα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βεργί 8): Γλυκύ είναι το παιγνίδι σου, αμή σε δαύτο βάνεις| πικρά βεργιά κι όσα πουλιά καθίσουσι τα πιάνεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [200]. 4) Βέλος: το βεργίν εγνώρισε (ενν. η φουδούλα) ότι από εκείνον είναι Λίβ. Esc. 1362. Βλ. και βερετούνι(ν). 5) Πολεμικό όπλο (Η σημασ. ήδη στο Μαυρικ., Στρατηγ. 31421, 3289, 3663): μαύρον εκαβαλίκευσεν, ...| βεργίν επήρεν κόκκινον και πάντες ανατρέχει Αχιλλ. O 148. 6) Μέτρο μήκους (Βλ. Schilb., Byz. Metrol. 275): το δε βεργίν έχον σπιθαμάς ανδρώας ί Metrol. 4720.
       
  • βλάχικος,  
    επίθ., Προδρ. III 182, IV 52, Metrol. 14410·
    Από το εθν. Βλάχος και την κατάλ. ‑ικος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Που προέρχεται από τους Βλάχους της Βλαχίας ή που σχετίζεται με τους (νομάδες) Βλάχους (Βλ. Φουρ., ΛΑ 6, 1923, 461, Γεωργακ., ΑΘΛΓΘ 14, 1948/49, 221 και Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 31· η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. A1): αγόρασε και βλάχικον σταμεναρέαν τυρίτσιν Προδρ. IV 52.
       
  • βοϊδάτος,  
    επίθ., Metrol. 604, Act. Lavr. 5627, 49, 50.
    Από το ουσ. βόιδι και την κατάλ. ‑άτος.
    (Προκ. για πάροικο) που έχει ένα βόδι: των ... παροίκων ... είτε ζευγαράτοι εισίν, είτε βοϊδάτοι, είτε ακτήμονες Act. Lavr. 5627.
       
  • βόιδι(ν)  
    το, Ιατροσ. κώδ. ϡδ΄, Θυσ.2 40, Χριστ. διδασκ. 288, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1895, 2652· βόδι(ν), Διήγ. παιδ. 1027, Φυσιολ. (Legr.) 1022, Σαχλ., Αφήγ. 129, Δεφ., Λόγ. 98, Πεντ. Γέν. XXXII 6, XLIX 6, Έξ. XXI 28, Λευιτ. IV 10, IX 4, XXII 27, XXVII 26, Αρ. VII 3, XVIII 17, Δευτ. V 14, 18, VII 13, XV 19, XXVIII 3, 18, Αιτωλ., Μύθ. 153, 185, Τζάνε, Κρ. πόλ. 34812, 36021, 3709· βόδι(ν) ή βόδιον, Τρωικά 5286, Σταφ., Ιατροσ. 14389, Διήγ. πανωφ. 60, Βακτ. αρχιερ. 164· βόδιον, Συναξ. γαδ. 126, Γαδ. διήγ. 192, Αιτωλ., Μύθ. 224, 519, 917, 29, Ιστ. Βλαχ. 2241, Διγ. Άνδρ. 38128· βόιδιον, Μπερτολδίνος 107· βοΐδι(ν) ή βοΐδιον, Metrol. 193· βοΐδι(ν), Χρον. Μορ. H 1126, 3714, Πεντ. Λευιτ. XVII 3, Αρ. XV 11, Δευτ. XIV 4, XVII 1, XXII 4, Ροδολ. Β΄ [347]· βοΐδιον, Act. Xér. 9A20, Βακτ. αρχιερ. 143.
    Από το αρχ. ουσ. βοΐδιον. Η λ. στον Κατσαΐτ., Ιφ. Β΄ 246 και σήμ. (ΙΛ, λ. βόιδι)· Ο τ. βόδιον ήδη στον Ησύχ. (λ. βώδιον). Ο τ. βοΐδιον ήδη στα Αποφθ. πατέρ. 280A. Οι τ. βόδι(ν) και βοΐδι(ν) και σήμ. (ΙΛ, λ. βόιδι).
    Βόδι (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βόιδι 1): μοσχάρια, βόδια και χοιρίδια Γαδ. διήγ. 192. Η λ. και ως τοπων.: Μαχ. 34017. — Βλ. και βους 1.
       
  • βουβάλιον  
    το, Metrol. 6011, Καναν. 65C· βουβάλι(ν), Αιν. άσμ. 94, Ακ. Σπαν. 45517, Διήγ. παιδ. 50, 543, Ανακάλ. 81, Αλεξ. 2061, 2081, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 212, Δεφ., Λόγ. 100, Κώδ. Χρονογρ. 63, Κατζ. Β΄ 88, Ερωτόκρ. Β΄ 337, Στάθ. Α΄ 113, Λίμπον. 310, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 173, Β΄ 43, Γ΄ 152, Δ΄ 142.
    Από το ουσ. βούβαλος. Η λ. ήδη τον 5. ή 6. αι. (Sophocl.) και σήμ. (ΙΛ, λ. βουβάλι).
    1) Είδος βοδιού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουβάλι A1α): βούδια, πρόβατα, άλογα και βουβάλια Ανακάλ. 81· βλ. και βούβαλος· (μεταφ. προκ. για ανόητο, αγροίκο άνθρωπο· η χρ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουβάλι B2): πιστεύει να ’ναι φρόνιμος και αυτείνος έν’ βουβάλι Δεφ., Λόγ. 100· Βουβάλι κακορίζικο και άγροικο απ’ τα μουντάνια Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 43· βλ. και αφορμάρης, βούβαλος. 2) (Επιθετ.) που προέρχεται από βουβάλι (Πβ. ΙΛ, λ. βουβάλι A2): σακκίν βουβάλιν όλον κοπρίαν σαρακήνικην, βρακίν πεύκινον Ακ. Σπαν. 45517.
       
  • βουνί(ν)  
    το, Γλυκά, Στ. 119, Καλλίμ. 2514, Διγ. (Trapp) Esc. 1337, Χρον. Μορ. H 1460, 6913, Πουλολ. 117, Διήγ. παιδ. 1072, Συναξ. γαδ. 129, Περί ξεν. V 200, Λίβ. P 102, Λίβ. Sc. 519, 1011, Λίβ. Esc. 1622, Λίβ. N 1832, 2425, Φυσιολ. (Legr.) 950, Μαχ. 634, Αρμούρ. 66, Γαδ. διήγ. 199, Ερωτόκρ. Β΄ 1696, Θυσ.2 595, Ροδολ. Α΄ [261], κ.π.α.· βουνί, Χρον. Μορ. H 2801, 2986, 6675, Πουλολ. 627, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 287, Αλεξ. 2607, Ριμ. κόρ. 587, Αχέλ. 301, Αιτωλ., Μύθ. 8815, Ερωτόκρ. Β΄ 150, Γ΄ 1722, Θυσ.2 16, 400, 741, 982, Διήγ. ωραιότ. 220, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1158], Λεηλ. Παροικ. 187, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2289, Αλφ. (Mor.) ΙV 74, κ.π.α.· βουνίον, Metrol. 193· βουνίον και βουνί(ν), Λόγ. παρηγ. L 135, Διγ. (Trapp) Gr. 1789, Διγ. (Trapp) Esc. 35, Χρον. Μορ. H 4852, 5428, 6647, 6996, Φλώρ. 769, Λίβ. P 106, Λίβ. Sc. 1595, Λίβ. Esc. 1536, Λίβ. N 1383, Ριμ. Βελ. 453, Αλεξ. 774, Απόκοπ. 90, 264, Σαχλ. N 8, Σαχλ., Αφήγ. 134, Ιμπ. (Legr.) 633, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402, Πανώρ. Β΄ 471, Γ΄ 402, Δ΄ 30, 333, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 52, Γ΄ 257, Ερωτόκρ. Β΄ 1384, Γ΄ 359, Δ΄ 1097, 1276, Ε΄ 1027, Ροδολ. Α΄ [257], Ε΄ [29], Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 456, Λεηλ. Παροικ. 179, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18216, 1906, 30611 (έκδ. βούνια· διορθώσ. βουνιά), 3409, 34824, 3884, 44811, 4513, κ.π.α.
    Από το ουσ. βουνός ‑όν και την κατάλ. -ί(ν). (Πβ. L‑S, λ. βούνιον). Ο τ. βουνίν στον Κεδρηνό (Du Cange Addenda). Η λ. ήδη στον Ησύχ. (λ. βούνιον) και σήμ. (ΙΛ, λ. βουνί).
    Βουνό (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουνί): και πρόβατα σ’ εδώκασιν εις το βουνί να βόσκεις Πουλολ. 627· οπού ’κανεν (ενν. η θάλασσα) τα κύματα ωσάν βουνιά κι αφρίζαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 44811· τω σκοτωμένω τα κορμιά που κείτονταν αντάμι| τράφους εκάναν και βουνιά Ερωτόκρ. Δ΄ 1097· (μεταφ.): γέμει η καρδία μου συμφοράς γομάρια φορτωμένα,| βουνίν ακατατήρητον βαστάζει της οδύνης Λίβ. Sc. 519. — Βλ. και βουνό(ν).
       
  • βουτσίον  
    το, Κρασοπ. 17· βουτσί(ν), Κρασοπ. 22, 62, Rechenb. 821, Act. Xér. 3030, Βουστρ. 463 (κριτ. υπ.), Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 595, Σαχλ., Αφήγ. 146, 798, Τριβ., Ρε (Ζώρ.) 30, Τριβ., Ρε 352 (έκδ. βούτσια· διόρθ. Πολ. Λ., Ελλην. 14, 1955, 523, σε βουτσιά), Χρον. σουλτ. 10816, Κατζ. Α΄ 144, Ε΄ 336, Τσιρίγ., Επιστ. 168, Στάθ. Γ΄ 395, 526, Στάθ. (Θέατρο) Β΄ 126, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16910, 21112, 21514, 21828, 28810, 29311· βουτσίν και βουτσίον, Act. Lavr. 6782, Καναν. 76D, Μαχ. 46227, Καραβ. 49211, 49420, 49910, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 672 κριτ. υπ., Έκθ. χρον. 137, Χρον. σουλτ. 8120, Ιστ. πολιτ. 1716, Τσιρίγ., Επιστ. 168 δις (έκδ. βούτζια· διορθώσ. βουτσία), κ.α.· βουττίν, Βουστρ. 463· βουττίον, Metrol. 120.
    Από το ουσ. βουτίον <βυτίον. Ο τ. βουττίον ήδη τον 6. αι. (Sophocl.). Για τον τ. βουτσίον βλ. Du Cange (λ. βούτα). Η λ. και στον Κατσαΐτ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βουτσί).
    1) Βαρέλι για διατήρηση κυρίως κρασιού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βουτσί 1): Οι κατεργάροι με σακκιά χώματ’ αναβαστούσι,| για να στουμπώσουν τα τειχιά κι άλλοι βουτσά κυλιούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 28810· πάντα να ’ναι τα βουτσά να πίνομε γεμάτα Στάθ. Γ΄ 526· αν είν’ και θέλετε κρασά, βουτσιά ’χω να σας δείξω Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 595. Βλ. και βαγένιον. 2) Μέτρο χωρητικότητος πλοίων (Για τη σημασ. βλ. Schilb., Byz. Metrol. σ. 122, 130. Πβ. και το γαλλ. tonneau): θέλει είσταιν τούτον το καράβιν βουτσίων επτακοσίων, το πολύν ως επτακοσίων πενήντα Καραβ. 49420· εις αυτά τα καράβια ήτονε ένα πολλά μεγάλο, έως εννιακόσω βουτσώ Χρον. σουλτ. 10816.
       
  • γράμμα(ν)  
    το, Metrol. 14011, Γλυκά, Στ. 204, Λόγ. παρηγ. L 98, Μανασσ., Χρον. 5723, 6613, Καλλίμ. 1207, Ασσίζ. 10417, Ιερακοσ. 3839, Διγ. Z 653, 3017, Διγ. (Trapp) Esc. 394, Ερμον. Α 234, Βίος Αλ. 28, 4551, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 658, 810, Συναξ. γαδ. 248, Γράμματα Μετεώρ. 39, Φλώρ. 180, Απολλών. 296, Λίβ. P 1288, Λίβ. N 383, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 149, Αχιλλ. (Haag) L 644, Τζαμπλάκ. 18, Θρ. Κων/π. διάλ. 47, Χειλά, Χρον. 351, Μαχ. 32812, 37022, 4126, Δούκ. 39120, Σφρ., Χρον. μ. 10633, Ch. pop. 41, 331, Γαδ. διήγ. 112, 526, Σαχλ., Αφήγ. 29, Φαλιέρ., Λόγ. 362, Δεφ., Λόγ. 115, 202, Τριβ., Ρε 358, Πεντ. Δευτ. X 4, Ρίμ. θαν. 19, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 595, Αχέλ. 1351, Θρ. Κύπρ. M 220, 303, Χρον. 307, Ιστ. πατρ. 1086, Μηλ., Οδοιπ. 635, Παϊσ., Ιστ. Σινά 559, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 462, Κυπρ. ερωτ. 13718, Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 8· 735, 1115, Ιστ. Βλαχ. 1570, 2170, 2197, Ερωτόκρ. Α΄ 678, 1045, Β΄ 362, 599, 2391, Δ΄ 1628, Ε΄ 1497, Στάθ. Α΄ 208, Γ΄ 222, 518, Συναδ., Χρον. 29, 33, Βακτ. αρχιερ. 136, 146, 154, Λίμπον. Επίλ. 40, Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 4, Δ΄ 260, Λεηλ. Παροικ. 133, Διακρούσ. 9227, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1442, 43011, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. γράμμα. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) α) Γράμμα αλφαβήτου (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1α και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): Στην κεφαλή ’χε ολόμαυρο το Χάρο με δραπάνι| και με το αίμα γράμματα κι όχι με το μελάνι Ερωτόκρ. Β΄ 362· δίχως να ξεύρει μάθημα και γράμμα ν’ αναγνώσει Γαδ. διήγ. 526· ανέν και δεν κατέχεις| γράμματα, πώς το λοιπονίς τούτο γραμμένο έχεις; Στάθ. Α΄ 208· β) (πληθ.) γραφικός χαρακτήρας: εγνώρισε τα γράμματα και ενθυμήθη την κόρην Αχιλλ. (Haag) L 644· Οράτε Πώρου γράμματα παρόμοια Δαρείου; Βίος Αλ. 4551. 2) Υπογραφή: Ακόμη, εκλαμπρότατε, και τούτο να ποιήσεις:| το γράμμα σου, την βούλαν σου να μην την αθετήσεις Ιστ. Βλαχ. 1570. 3) Επιστολή (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. III1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 14): Άρξομαι γράφειν γράμματα προς την κόρην Λίβ. P 1288· γράμματα τότε έστειλε ευθύς Παλαμήδ., Βοηβ. 1115. 4) Κατάστιχο (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. III2): «Εσύ, αδελφέ, εις τα γράμματα κείτεσαι της οδύνης ...» Λόγ. παρηγ. L 98. 5) α) (Ενίοτε με το επίθ. ιερός) η Αγία Γραφή (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III3): αυτός τον ανάθρεψε και τον έμαθε και τα ιερά γράμματα Ιστ. πατρ. 1086· άμα κορμίν, άμα ψυχή εις ώραν τα δυο μίαν| εκτίσθημαν αμφότερα, ως φαίνεται εις το γράμμα Ντελλαπ., Ερωτήμ. 149· β) (πληθ.) ο Δεκάλογος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III3): τα θεία σκεύη του Μωσή και Ααρών τυγχάνουν| (ο μανναδόχος στάμνος τε και πλάκες των γραμμάτων ...) Παϊσ., Ιστ. Σινά 559. 6) Φρ. βάνω εις γράμμα(ν) κ., βλ. βάνω Α25γ. 7) Γράψιμο: μα ουδέ τα ξόμπλια τ’ ακριβά μηδέ ψιλότη ʼς γράμμα (έκδ. Ξανθ. και Αλεξ. Στ.: ψιλότης γράμμα· διόρθ. Κριαρ., Πεπρ. Β′ ΔΚρ.Σ 272-3)| αλάφρωσην εις το κακόν οπού ʼχε δεν τσ’ εκάμα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 637· εκφρ. με γράμμα, διά γραμμάτων = γραπτώς: Εγώ δειλιώ να σασε πω με γράμμα Ερωτόκρ. Ε΄ 1497· Οπόθεν ουν δε θέλω να εβλάστησεν ούτος ο τροπαιούχος| τοις πάσιν εμφανέστερον λέγω διά γραμμάτων Βίος Αλ. 28. 8) Λέξη, λόγος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): Χαρτί πολλά πονετικό και γράμματα θλιμμένα Ch. pop. 331· να γράφουσιν τες πράξες παραυθίκα| και τες ανδραγαθίες τως τα γράμματα ευρήκα Παλαμήδ., Βοηβ. Προς Αναγν. 8. 9) Ανάγνωση, διάβασμα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1α και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 5): το ράψιμό ’χω αντίδικο, το γράμμα έχω οχθρό μου Ερωτόκρ. Α΄ 1045· Σύρε να ’πάγεις να σταθείς εκεί οπού διαβαίνει| η Τάρσια, όντεν υπά το γράμμα να μαθαίνει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1222]. 10) (Στον πληθ.) μόρφωση, παιδεία (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IV και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 22): σχολείον διά γράμματα να ανοικοδομήσεις Ιστ. Βλαχ. 2170· καλά διδασκαλεμένη γραμμάτων Μαχ. 32812· με επήγεν ο πατέρας μου ... εις τον διδάσκαλον ... και έμαθα εις αυτόν τα κοινά γράμματα Συναδ., Χρον. 29· εις τα γράμματα ολίγος Συναδ., Χρον. 33· να φέξου εις τα γράμματα, να ξεδηγούσι νόμους Στάθ. Γ΄ 518. 11) α) Συμφωνητικό έγγραφο: τα προγενέστερα γράμματα και δικαιώματα διαλαμβάνουσι ότι κατά αλήθειαν ούτως έχει το αμπέλιον της τοιαύτης μονής Γράμματα Μετεώρ. 39· β) (προκ. για διαθήκη): Περί δωρεάς ανεπιφωνήτου και δωρεάς γινομένης χωρίς γράμμα και μαρτύρων Βακτ. αρχιερ. 146· έρχετ’ η θλίψις να περνά, τον λογισμόν αλλάσσουν,| μοίρα το γράμμα κρύβουσιν, τους λόγους τως αρνούνται Ρίμ. θαν. 19. 12) Μέτρο βάρους (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II5): Επειδή η ουγγία γράμματα έχει κδ΄ Metrol. 14011· κόστου γράμμ. πέντε, φύλλου ινδικού γράμμ. πέντε Ιερακοσ. 3839.
       
  • γρόθος  
    ο, Διγ. (Trapp) Esc. 410, Πεντ. Έξ. XXI 18· γρόθθος, Ασσίζ. 919, 11210, 18011, 20729, 21018, 2285, 23630, 3415, 36221, 43225, 45930, 4632· γρόνθος, Metrol. 745.
    Το μτγν. ουσ. γρόνθος (Βλ. L‑S). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γρό(ν)θος και γρόθος). Για τον τ. γρόθθος βλ. Hadjioannou, Beginning of Cypr. Dial. 305. Για τη λ. και τον τ. γρόνθος βλ. Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 361.
    1) α) Παλάμη του χεριού με σφιγμένα τα δάκτυλα, γροθιά (Βλ. L‑S, λ. γρόνθος I. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γρό(ν)θος 1 και γρόθος): τον γρόθον εις το μάγουλον είχεν ακουμπισμένον Διγ. (Trapp) Esc. 410· β) (συνεκδ. πιθ.) το άκρο του χεριού: εκείνον τον γραμματικόν εντέχεται να του κόψουν τον γρόθθον του τον δεξιόν Ασσίζ. 2285· το δίκαιον κρίνει ότι να χάσει τον δεξιόν του γρόθθον Ασσίζ. 43225· γ) γρονθοκόπημα (Βλ. L‑S, λ. γρόνθος I. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γρό(ν)θος 2): έδερεν ανήρ τον σύντροφό του με πέτρα γή με γρόθο Πεντ. Έξ. XXI 18· η αυλή εντέχεται να τον ζημιώσει τον σκλάβον απέ τον γρόθθον εκείνον οπού έδωκεν του χριστιανού Ασσίζ. 23630. 2) Μέτρο μήκους (Βλ. L‑S, λ. γρόνθος I, Schilbach [Metrol. σ. 177] και Schilb., Byz. Metrol. 18. Βλ. και Πετρόπ., ΕΛΑ 7, 1952 <1953>, 95-96): η σπιθαμή πυγμάς τρεις, ήτοι γρόνθους Metrol. 745.
       
  • γρόνθισμα  
    το, Metrol. 8317, 9316, 17, 10516.
    Από το γρονθίζω (Βλ. Lampe, Lex.) και την κατάλ. ‑μα.
    Μέτρο μήκους (Βλ. για τη σημασ. Schilb., Byz. Metrol. 18): ίνα έχει η οργιά σπιθαμάς θ́ δ́́, ήγουν γρονθίσματα κή Metrol. 8317.
       
  • γυρομέτριν  
    το, Metrol. 853· γυρομέτριον, Metrol. 12119.
    Από τα ουσ. γύρος και μέτρο.
    Περίμετρος: Γυρομέτριν σχοινία μ́ Metrol. 853· ταύτα τα μέτρα άπαντα· του δε γυρομετρίου| εκατοντάδες τέσσαρες συν πέντε τοις σχοινίοις Metrol. 12119.
       
  • γυρόμετρον  
    το, Metrol. 5728.
    Από τα ουσ. γύρος και μέτρον. Βλ. και Πάπ.-Λαρ., Γεν. Εγκυκλοπ.
    Όργανο μέτρησης?: Η τοποθεσία η έχουσα καθαρούς τέσσαρας αέρας και έχουσα εν αμφοτέροις τοις μέρεσιν ανά σχοινία λή και ν́ ... οφείλει μετράσθαι εις τάξιν γυρομέτρου Metrol. 5728.
       
  • δεκαλίτριον 
    το, Metrol. 5231.
    Από το ουσ. δεκάλιτρον και την κατάλ. ‑ιον.
    Σταθμικό μέτρο βάρους δέκα λίτρων (Πβ. Δημητράκ., λ. δεκάλιτρος): Το δεκαλίτριον έχει κοκκία χιλιάδας πς́ Metrol. 5231.
       
  • δημόσιος, 
    επίθ., Act. Lavr. 4816, 528, 15, 5524, 5614, 54, 5813, 20, 85, 6466, 6545, 60, 6622, 6828, Μανασσ., Χρον. 5805, Act. Xér. 1064, 1239, 16313, 2530, 44, 2662, 2826, Χρον. Μορ. P 7687, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 212, 36, 37, 44, 348, 465 σχόλ., 89, 1253, 161, 9, Γ́́ 384, Δ́́ 1111, Έ́ 884, Ϛ́́́ 104, Παράρτ. 422, Metrol. 5024, Γράμματα Μετεώρ. 5115, 8335, Λεξ. II 21, Απολλών. (Wagn.) 789, Μαχ. 50431, Βακτ. αρχιερ. 135, 150, 157· δεμόσιος, Ασσίζ. 24916, 28112, 28214, Χρον. Μορ. P 8663, Γράμματα Μετεώρ. 5416.
    Το αρχ. επίθ. δημόσιος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Α´ Ως επίθ. 1) α) Που ανήκει στο δημόσιο, κρατικός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1α και σήμ., Δημητράκ., στη λ. 1): τας δημοσίας απαντλείν κελεύει σιτοθήκας Μανασσ., Χρον. 5805· έμπροσθεν εμού τον δημοσίου νοταρίου Μαχ. 50431· Ουκ αποκαθίστανται οι αφήλικες, εάν επιμελείς οικοδεσπόται εγένοντο και μάλιστα εν δημοσίαις διοικήσεσιν Αρμεν., Εξάβ. Á́ 1253· β) (προκ. για φόρο) που καταβάλλεται στο δημόσιο από τους πολίτες (Η σημασ. μτγν., Preisigke-Kiessling): αποδοθήναι μεν αυτῄ (ενν. τῃ μονῄ) πρότερον την υπέρ των δημοσίων τελών εφαρμόζουσαν γην, έτι δε και την δεδωρημένην Act. Lavr. 5813· απαιτητήν δημοσίων συντελειών Αρμεν., Εξάβ. Παράρτ. 422. 2) (Με τα ουσ. βία, έγκλημα) που στρέφεται κατά του δημοσίου, που αφορά το δημόσιο: Δύναται η γυνή κινήσαι κατά του ιδίου παιδός δημόσιον έγκλημα Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 236· Ότι διά πέντε αιτίας μόνον δημεύεται η προίξ της γυναικός, διά καθοσίωσιν, διά βίαν δημοσίαν, διά πατροκτονίαν, διά φαρμακείαν και διά ανδροφονίαν Αρμεν., Εξάβ. Δ́́ 1111. 3) Έκφρ. δημόσιος λόγος = πολιτεία, κράτος «δημόσιο» (Η χρ. σε παπυρ. και σε επιγρ., L‑S στη λ. I1α): καν ιδιώτης, καν πόλις, καν ο δημόσιος λόγος ενάγει τινί περί τινος, μη αποδοθέντος ή παραδοθέντος, δύναται ο εναγόμενος …καλώς επιζητείν και του ιδιωτικού δανειστού τους λόγους προενεχθήναι …, ίνα εκ τούτων αποδειχθεί πόσον καταβέβληται Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 212. 4) Έκφρ. δεμοσία αυλή = δικαστήριο: Περί εκείνους οπού ημπορούν να αγκαλέσου εις την αυλή την δεμοσίαν διά λόγου τους, αμμέ όχι διά έτερον Ασσίζ. 24916. 5) Έκφρ. δημοσία όψις = διαπόμπευση (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 394]): Ο συνειδώς τινι γοητείαν κατασχών αυτόν τῃ δημοσίᾳ όψει παραδιδότω Αρμεν., Εξάβ. Ϛ́́ 104. 6) Εκφρ. δημοσία απόλυσις = αμνηστεία, παραγραφή (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 394 και σ. 391, λ. απόλυσις]): Εάν των εγκλημάτων δημοσία απόλυσις γένηται, … τριάκοντα συναπταί ημέραι δίδονται τῳ κατηγόρῳ εις το δύνασθαι ανανεώσαι την κατηγορίαν Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 244. Β´ Ως ουσ. 1) Το αρσ. = «δημόσιο» με την έννοια της πολιτείας, του κράτους και δημόσιου ταμείου (Η σημασ. μτγν., βλ. Αρμεν., Εξάβ. Β́́ 443. Βλ. και Du Cange, λ. δημόσιος): όσοι δε στρατιώτας ικανούς εις ιδίας υπηρεσίας κατετόλμησαν έχειν, των φοσάτων τούτους αποστερήσαντες, εις έκαστον εν εκάστῳ χρόνῳ έξ νομίσματα ο εξκουσσεύσας εισπραχθήσεται και ταύτα ο δημόσιος οικειώσεται Αρμεν., Εξάβ. Á́ 169· ου μικρώς ο δημόσιος επί τῳ τοιούτῳ εζημίωται μέτρῳ Act. Lavr. 5215· απαιτώμαι και λόγῳ προστίμου προς μεν την σεβασμίαν μονήν νομίσματα υπέρπυρα εκατόν, προς δε τον δημόσιον το κατά νόμους Act. Xér. 1239. 2) Το ουδ. στον εν. = «δημόσιο» με την έννοια της πολιτείας, του κράτους και δημόσιο ταμείο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. III1α και III1c και σήμ., Δημητράκ., λ. δημόσιο(ν) 1): Εύρεν δε και ο πρίγκιπας του τόπου το δεμόσιον| εξηλειμμένον παντελώς από τους ρογατόρους| και του ρηγός τες εξουσίες οπού τον ερημώσαν Χρον. Μορ. P 8663· αλλά να πληρώνει και εις το δεμόσιον υπέρπυρα ν΄ Γράμματα Μετεώρ. 5416· Περί αφηλίκου ότι, είτι ποιήσει εις το δημόσιον, το επαίρνει οπίσω Βακτ. αρχιερ. 135. 3) Το ουδ. στον εν. = φόρος (που επιβάλλει το δημόσιο σε κτήματα) (Βλ. Schilbach [Metrol. σ. 193]. Η σημασ. τον 10. αι., Act. Xér. 16): Ο υιός της υποταγής, ο εστώς εν τη εξουσίαν του πατρός αυτού, … αν ουκ έστιν του νόμου, ουκ ημπορεί εις το δεμόσιον τον πατέραν του ου έτερον εκλητεύσαι Ασσίζ. 28112. 4) Το ουδ. στον εν. = δικαστήριο: τον γαρ αυτόν αντίχειρα εχαρίσατο ο βασιλεύς τοις έχουσι δημόσιον Metrol. 5024. 5) Το ουδ. στον πληθ. = δημόσιοι φόροι (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III2b. Βλ. και Du Cange, λ. δημόσιος): Περί παρελθόντων δημοσίων, ήτοι οπισθοτελειών, ουκ ενάγεταί τις μετά τεσσαράκοντα έτη Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 348. 6) Το ουδ. στον πληθ. = δημόσιο έγκλημα (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 394]): Χωρίς των κεκωλυμένων οι άλλοι δύνανται κινείν τα δημόσια Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 237.
       
  • διάμετρος 
    η, Μανασσ., Χρον. 6033, Έκφρ. ξυλοκ. 1610, Ερμον. Χ 135, Metrol. 923, 6, 8, 14, 15, 20.
    Το αρχ. ουσ. διάμετρος (L‑S, λ. διάμετρος II). Η λ. και σήμ. ως λόγ. (Δημητράκ.).
    1) α) Διάμετρος κύκλου (Η σημασ. στον Αριστ., L‑S στη λ. II1 και σήμ.): παντός κύκλου η περίμετρος της διαμέτρου τριπλάσιος και εφέβδομος Metrol. 928· β) διάμετρος στερεού (κυρτού) σώματος (Πβ. L‑S, στη λ. II1): πλατύτερον ενδείχνει| την διάμετρον τεχνίτων (ενν. ο δούρειος ίππος) Ερμον. X 135. 2) Έκφρ. εκ διαμέτρου = εξ, ολοκλήρου, πέρα για πέρα, απόλυτα (Βλ. L‑S στη λ. II 1. Η σημασ. και σήμ. ως λόγ., Δημητράκ. στη λ. 10): οι βίοι γαρ τοιν αδελφοίν ήσαν εκ διαμέτρου| αλλήλων παραλλάττοντες απειρομέτροις μέτροις Μανασσ., Χρον. 6033.
       
  • δόλιχος 
    o, Metrol. 147.
    Το αρχ. ουσ. δόλιχος.
    Μέτρο μήκους (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. I2): ο δόλιχος, ός ην στάδια δώδεκα, έτερος δε φησίν εικοσιτέσσαρα Metrol. 147.
       
  • δόσις ‑ση 
    η, Act. Lavr. 5690, 98, 6240, 6610, 14, 15, 18, 6790, 6818, 30, Act. patr. 195, Ερμον. Π 172, Γράμματα Μετεώρ. 6127, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 97, Metrol. 12912, Έκθ. χρον. 5822, 6821, Ψευδο-Σφρ. 45635, 5404, Ιστ. πολιτ. 7119· έδοσις, Δεφ., Λόγ. 146.
    Το αρχ. ουσ. δόσις. Η λ. και σήμ. στον τ. δόση (Δημητράκ.).
    1) Καταβολή, δόση (Η σημασ. σε επιγρ., L‑S στη λ. II5 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 7): Ψιλόν δε σύμφωνον εστί, ηνίκα μη προηγήσηται δόσις, αλλά μόνον συστῄ επί δόσει Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 97. 2) Φόρος (Βλ. L‑S στη λ. II4 και Act. Lavr., Γλωσσάρ.): Μόνον δε το υπήκοον, τον κοινόν λαόν εβάρυνε διά δόσεως χρημάτων καθ’ έκαστον χρόνον Έκθ. χρον. 6821· ελεύθερα (ενν. τα κτήματα) καθαρώς πάσης της οιασούν απαιτήσεώς τε και δόσεως Act. Lavr. 5698· τέλους και δόσεως ελεύθερος έσηται αυτός Ψευδο-Σφρ. 45635· (προκ. για τη φορολογία πλοίου) (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Έ́ 363): είτα οφείλεις τεθήναι αυτά (ενν. τα πλοία) εις την εισαγωγήν συνωνήν βασιλικήν, άνευ δηλονότι δόσεως ναύλου Metrol. 12912. 3) (Προκ. για ακίνητο) μεταβίβαση (Βλ. και Act. Lavr. σ. 320): Το παρόν έγγραφον ισχύειν οφείλει και αντί πρακτικής τελείας δόσεως Act. Lavr. 6240. 4) Παραχώρηση: τα θεσπίσματα ταύτα προεβάλλοντο τινές τα τρία κεφάλαια και ευπροκριμάτιστον εισηγούντο την τούτων δόσιν καν όπως άρα και έχει ο πάπας το βασιλικόν αναλαμβάνοντες πρόσωπον Act. patr. 195. 5) Χτύπημα: Ο Μενέλαος ορμήσας| καταπάνω τον Πεισάνδρου, (παραλ. 2 στ.) αστοχήσασιν τας δόσεις Ερμον. Π 172.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης