Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 113 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Rechenb. (Vog.)

  • απαρτίζω,  
    Ορνεοσ. αγρ. (Hercher) 54119, (έκδ. απηρτισμένον· διορθώσ. απηφρισμένον· βλ. απαφρίζω), Rechenb. (Vog.) 389, Δούκ. (Grecu) 1411, 1479, 21118, 23113, 3075, Έκθ. χρον. (Lambr.) 1126, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 163.
    Το αρχ. απαρτίζω.
    1) Τακτοποιώ, κανονίζω (Πβ. L‑S στη λ. Ι): Ο δε Μαχουμέτ με τα της δύσεως μέρη καλώς απαρτίσας ... Δούκ. 1411. 2) Ετοιμάζω, συγκροτώ: Εν Καλλιουπόλει ελθών στόλον απαρτίζει κατά του δουκός Δούκ. 1479. 3) (Προκ. για κτίσμα) αποπερατώνω την οικοδόμηση: Ο δε ηγεμών απαρτίσας καλώς το φρούριον ... Δούκ. 3075· μετά δε το τελειώσαι και απαρτίσαι το κάστρον ... Ιστ. πολιτ. 163. 4) Τακτοποιώ διαιρώντας: τα μζ΄ απάρτιζε εις εβδομάδας (= επτάδες) Rechenb. 389.
       
  • αποδεικνύω,  
    Rechenb. (Vog.) 3619, Δούκ. (Grecu) 374, 24725, Σφρ., Χρον. μ. (Grecu) 10021, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 835, 18018.
    Το αρχ. αποδεικνύω. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση.
    α) Κάνω κ. φανερό: Σέρβος νέος, ανδρείος και τολμηρός ως ουδείς άλλος των τότε καθώς απεδείχθη Δούκ. 374· β) (ως όρος μαθηματ.): και ήδη απεδείχθη η λίτρα και εν τοσούτοις λεπτοίς διαιρεθείσα Rechenb. 3619.
       
  • απόδειξις -ξη  
    η, Ελλην. νόμ. (Σάθ.) 5214, 56010, Διγ. (Mavr.) Gr. 650, Notizb. (Kug.) 58, Rechenb. (Vog.) 3614, 509·, 5833, Παλαμήδ., Βοηβ. (Legr.) 1089, Φορτουν. (Ξανθ.) Ιντ. β΄ 80.
    Το αρχ. ουσ. απόδειξις. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. απόδειξι).
    1) α) Η ενέργεια να αποδειχτεί κάτι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. απόδειξις 3): εκείνο απού ’ναι φανερό και καθαείς το βλέπει,| απόδειξες να κάνωμε περσότερες δεν πρέπει Φορτουν. Ιντ. β΄ 80. Βλ. και αναθεώρηση 3· β) (ως όρος μαθηματ.): ωσαύτως μένουσι κακεί μονάδες ιβ΄ και αληθής συν τῃ μεθόδῳ η απόδειξις Rechenb. 5833. 2) Χρεωστική απόδειξη (Ή σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. απόδειξι 2): εζήτησα δε πολλάκις παρ’ αυτόν την απόδειξιν και υπέσχετο λαβείν και δούναι μοι αυτήν Notizb. 58.
       
  • αποσώζω,  
    Rechenb. (Vog.) 574.
    Το αρχ. αποσώζω.
    1) (Ενεργ.) προσκομίζω κ.: ούτοι γαρ ευκόλως εισέρχονται εις τον παράδεισον και αποσώζουσι τα χρήματα προς τους βασιλείς Νικήτα, Βίος Φιλαρ. 1552. 2) (Μέσ.) συμπληρώνομαι (Πβ. ΙΛ, λ. αποσώνω Α 2α): αποσώζονται και τα ημέτερα νομίσματα ν΄ Rechenb. (Vog.) 574. — Βλ. και αποδίδω 6β, αποκάμνω Α1.
       
  • αργύριον  
    το, Έκφρ. ξυλοκ. 1626, 1812, Ασσίζ. 359, 15624, 2843, Ελλην. νόμ. 5798, Διγ. A 1190, Απολλών. (Wagn.) 128, 468, Rechenb. (Vog.) 511,2, Μαχ. 58027, Δούκ. 20724, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 639, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14911, Ιστ. πολιτ. 7018, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 415, 417, Ιστ. Βλαχ. 1105, 1859, 1866, 1872, 1876, Διγ. Άνδρ. 338.
    Το αρχ. ουσ. αργύριον. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αργύρι).
    1) (Στον πληθ.) α) χρήματα, νομίσματα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I2 και σήμ., ΙΛ, λ. αργύρι 2β): επήρεν τους αργύρια, πολλά χρυσά φλωρία Ιστ. Βλαχ. 1105· μη κάμεις λαιμαργίαν και δώσεις με αργύρια τινός την επαρχίαν Ιστ. Βλαχ. 1876· β) τα νομίσματα που πήρε ο Ιούδας για την προδοσία του Χριστού (Η σημασ. μτγν., Bauer, Wört., στη λ. 2C και σήμ., ΙΛ, λ. αργύρι 2α): Χριστέ μου, που πουλήθηκες δι’ αργύρια τριάντα Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 639. 2) Άργυρος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ, λ. αργύρι 1): Δίδοι σοι χρήματα πολλά … εξ αργυρίου καθαρού Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 417. Βλ. και ασήμι.
       
  • αριθμώ,  
    Σπαν. A 636, Καλλίμ. 417,1048, Ελλην. νόμ. 5845,11, Διγ. A 157, Βίος Αλ. 2321, Αχιλλ. N 34, Rechenb. (Vog.) 5516, Απαρν. 13, Δούκ. 17927, Σφρ., Χρον. μ. 9624, Ριμ. Βελ. 195, Διήγ. Αλ. V 22, Αχέλ. 1749, Πιστ. βοσκ. ΙΙ 1, 231, Διγ. O 1398· αριφνώ, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 431.
    Το αρχ. αριθμώ. Για τον τ. αριφνώ βλ. Χατζιδ., Αθ. 24,1912, 4. Ο τ. και σήμ. σε ιδιώμ. (ΙΛ, λ. αριθμώ).
    1) Μετρώ, υπολογίζω, λογαριάζω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αριθμέω 1 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): τίς δύνεται ν’ αριφνήσει το βάθος του μυστηρίου της (δηλ. της Παρθένου); Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 431. 2) (Προκ. για χρήματα) «μετρώ» σε κάπ., πληρώνω: ηριθμήσαμεν τα διακόσια υπέρπυρα Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 156. 3) Συγκαταλέγω, συγκαταριθμώ: τεσσάρων λιτρών ύπαρξιν, οίς αριθμείσθαι κελεύομεν Αρμεν., Εξάβ. A΄ 167. — Βλ. και λογαριάζω.
       
  • αρρώστια  
    η, Ασσίζ. 25112, 29030, Φλώρ. 257, Πανώρ. Α΄ 87, Εγκ. αγ. Δημ. 111224· αρρωστία, Σπαν. B 277, Προδρ. ΙΙΙ123, Ασσίζ. 4131, 37710, Ελλην. νόμ. 52515, Ορνεοσ. αγρ. 57113, Rechenb. (Vog.) 222, Κορων., Μπούας 63, Μυστ. παθ. 100, Σοφιαν., Παιδαγ. 105, Χρον. σουλτ. 12116, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1649, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 435, Άλ. Κύπρ. 1565, Βίος Δημ. Μοσχ. 197, Ιστ. Βλαχ. 2131, κ.π.α.· αρρωστιά, Διδ. Σολ. Ρ 72, Φλώρ. 1687, Ερωτοπ. 230, Γεωργηλ., Θαν. 324, Σαχλ. N 71, Κυπρ. ερωτ. 9354, Πεντ. Δευτ. VH 15, XXVΙΙΙ 61, Αιτωλ., Μύθ. 13616, Άλ. Κύπρ. 1515, Βοσκοπ. 424, Ερωτόκρ. Α΄ 1008, 1413, Ροδολ. Β΄ [431 ], Φορτουν. Γ΄ 325, Τζάνε, Κρ. πόλ. 42812, κ.π.α.
    Το αρχ. ουσ. αρρωστία. Για τη μεταφορά του τόνου βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 102. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ).
    α) Ασθένεια (σωματική και ψυχική) (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. αρρωστία 1 και σήμ. ΙΛ στη λ. 1α): Μέσα σε τούτον τον καιρό εις αρρωστιά μεγάλη| ήπεσεν ο Πεζόστρατος με κάηλα και με ζάλη Ερωτόκρ. A΄ 1413· Ελόγιασά το αληθινά πως λυγερής αγάπη| θε να ’ν’ αιτιά του πόνου σου …| μια αρρώστια έχομε κι οι δυο Πανώρ. Α΄ 87· βλ. και αρρώστημα α, βάρος, πληγή· β) αρρώστια από απογοήτευση: Μα ο γενεράλης φτάνει κει να τόνε συμπονέσει,| να του ειπεί (έκδ. ’πήν· διορθώσ.) παρηγοριές εις αρρωστιά μην πέσει Τζάνε, Κρ. πόλ. 42812. Βλ. και ασθένεια.
       
  • ασσάριον  
    το, Rechenb. (Vog.) 513.
    Το μτγν. ουσ. ασσάριον.
    Νόμισμα (ασημένιο) (Βλ. L‑S και Bauer, Wört., καθώς και Vogel [Rechenb. σ. 162], Schilb., Byz. Metrol. 175).
       
  • βηλάρι  
    το, Έγγρ. του 13. αι. (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 40), Rechenb. (Vog.) 106, Πεντ. Έξ. XXVI 1, 7, 8, XXXVI 10, 12, Αρ. IV 25.
    Από το λατ. velarium. Τ. βηλάριον στον Αχμέτ, Ον. 21425. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    1) Ύφασμα του αργαλειού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): τοσαύτα μέρη πήχεος από θἀτέρου βηλαρίου ανήκει μοι Rechenb. (Vog.) 106. 2) Κάλυμμα Αγίας Τραπέζης: τα του αγίου θυσιαστηρίου άμφια, ήγουν βηλάρια θ΄ Έγγρ. του 13. αι. (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 40). 3) Παραπέτασμα: να σηκώσουν τα βηλάρια του μίσκαν και την τέντα του τάρωμα Πεντ. Αρ. IV 25. — Βλ. και βήλον α.
       
  • βόλι(ν)  
    το, Γλυκά, Στ. 368, Λεξ. IV 558, Γαδ. διήγ. 484, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 350 (γεν. πληθ. βολέων), Αχέλ. 902, 2262, Χρον. σουλτ. 7931, 13218, Ιστ. Βλαχ. 905, Διακρούσ. 6822, 7823, 8222, 10727, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14522, 1504, 15623, 16220, 16612, 17223, 2726, 28014, 30215, 3278, 34617, 36321, 38420, 4021, 40822, 41424, 4296, 4672, 4689, 4868, 48720, 49625, 5118, 51619, 5201 κ.α.· βόλιον, Rechenb. (Vog.) 383.
    Υποκορ. του ουσ. βόλος. Για τη λ. βλ. Du Cange (λ. βολή) και Du Cange, Addenda (λ. βολί). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βόλι).
    1) Βλήμα, σφαίρα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ λ. βόλι 2β): ήρθε ένα βόλι απάνω του και παίρνει τον κι εχάθη Τζάνε, Κρ. πόλ. 3278· βοή εγένετο πολλή ’π’ τα βόλια που κτυπούσαν Διακρούσ. 7823. Βλ. και βολή 1, βολίς 2, βώλος 2. 2) Ζάρι, κύβος (Βλ. Du Cange, λ. βολή και Du Cange Addenda λ. βολί και Κουκ., Ευστ. Λαογρ. Β΄ 366): Πεττοί μέντοι τα βόλια λέγονται του ταβλίου Λεξ. IV 558. 3) Φρ. γυρίζουν τα βόλια = μεταστρέφεται η τύχη (Βλ. Κουκ., ΒΒΠ Ε΄ 110): Τα βόλια γυρισθήν έχουν Γλυκά, Στ. 368.
       
  • δανειακώς,  
    επίρρ., Act. Xén. 26276, Rechenb. (Vog.) 1031.
    Από το επίθ. δανειακός. Η λ. και σε κείμενα της Τουρκοκρατίας (Βλ. Παπαδόπουλο Σ., Χαριστ. Ορλάνδ. Δ΄ 22819).
    Δανεικά: (νομίσματα) δέδωκα δανειακώς Rechenb. (Vog.) 1031.
       
  • δάνος (I) 
    το, Σπαν. O 116, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 1335 σχόλ., Rechenb. (Vog.) 531.
    Το μτγν. ουσ. δάνος. Η λ. και σήμ. σε ιδιώμ. (Andr., Lex.). Σήμ. και ως αρσ. σε ιδιώμ. (Βλ. Βαγιακ., Αθ. 55, 1951, 49).
    Δάνειο (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II και σήμ. σε ιδιώμ., Andr., Lex.): Έβλεπε και το δάνος σου προς τίναν το δανείζεις Σπαν. O 116.
       
  • δεκαπλάζω, 
    Λίβ. P 762, Λίβ. Esc. 1059, Rechenb. (Vog.) 1004.
    Από το δεκαπλούς και την κατάλ. ‑άζω.
    Δεκαπλασιάζω: Θερίζω γης γεννήματα, έσπειρα μετά κόπου,| να δεκαπλάσω τον καρπόν εις το αποθέρισμά μου Λίβ. Esc. 1059.
       
  • δεκαπλώνω, 
    Rechenb. (Vog.) 395.
    Από το επίθ. δεκαπλούς και την κατάλ. ‑ώνω.
    Δεκαπλασιάζω: το πρώτον τρίπλωσον, το δεύτερον εννεάπλωσον, το τρίτον δεκάπλωσον Rechenb. (Vog.) 395.
       
  • διπλάσιος, 
    επίθ., Σπαν. A 259, Ελλην. νόμ. 52714, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 814, Rechenb. (Vog.) 1194.
    Το αρχ. επίθ. διπλάσιος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    Διπλάσιος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): η αυτή μέθοδος επί πάντων αληθεύει και διπλασίων και τριπλασίων Rechenb. (Vog.) 1194. Το ουδ. ως ουσ.: το διπλάσιο ποσό, άλλο τόσο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): ο … την επ’ αυτῴ γενομένην καταβολήν αρνούμενος το διπλάσιον μετ’ ελέγχου καταθήσει Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 814. Εκφρ. εις το διπλάσιο = δύο φορές μεγαλύτερο ποσό (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): εις το διπλάσιον ούς έλαβεν αρραβώνας αποδίδωσιν Ελλην. νόμ. 52714.
       
  • διπλώ, 
    Rechenb. (Vog.) 1191.
    Το αρχ. διπλόω.
    Διπλασιάζω (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. διπλόω I): Τρεις άνθρωποι ήσαν και έκαστος μετά το διπλώσαι ελάμβανε (νομίσματα) μ́ Rechenb. (Vog.) 1191.
       
  • δροσάτος, 
    επίθ., Προδρ. III 404i (χφ g) (κριτ. υπ.), Ασσίζ. 1922, 1822, 18523, 43716, Ιερακοσ. 42727, 4289, 4359, 19, Ορνεοσ. αγρ. 5282, Rechenb. (Vog.) 851 (δροσατόν), Θησ. (Foll.) I 131, 133, Θησ. Δ́ [147], IB́ [608], Αγν., Ποιήμ. Ά́ 75, 79, Β́ 37, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 518, Κυπρ. ερωτ. 858, Πανώρ. Πρόλ. 87, Β́ 220, Γ́ 201, Ερωφ. Ά́ 628, Πιστ. βοσκ. III 6 134, Βοσκοπ. 146, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [158, 195], χορ. β́ [36], Γ́ [662], Μαρκάδ. 50.
    Από το ουσ. δρόσος και την κατάλ. ‑άτος. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.) και στην Κύπρο το ουδ. (Σακ., Κυπρ. Β́ 532).
    1) Δροσερός (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 1): ο άνεμος εφύσαν ο δροσάτος Βοσκοπ. 146. 2) Που προκαλεί χαρά, ευχαρίστηση: δε ξεύρου τη ζωή του πόθου τη δροσάτη Πανώρ. Γ́ 201· ένα φιλί δροσάτο να σου δώσω Πανώρ. Β́ 220. 3) (Προκ. για μέλος του ανθρώπινου σώματος ή γυναίκα) ωραίος (Βλ. και Κριαρά [Πανώρ., Γλωσσάρ.]): «Αυτή περνά Ελένη την δροσάτη …» Θησ. (Foll.) I 131· ο τράχηλός της ήτονε υπέρλευκος, γεμάτος,| ουχί περίσσια τίποτες καθάριος και δροσάτος Μαρκάδ. 50. Το ουδ. ως ουσ. 1) Φάρμακο που δίνει δροσιά, ανακούφιση (Βλ. και Δημητράκ., λ. δροσάτον. Η σημασ. και σήμ. στην Κύπρο, Σακ., Κυπρ. Β́ 532): να ιατρέψει από τοιούτα βοτάνια και από τοιούτα δροσάτα Ασσίζ. 18523. 2) Είδος ποτού: έπιον δροσατόν λίτραν μίαν Rechenb. (Vog.) 851.
       
  • εκατοστοτεσσαρακοστοτέταρτος, 
    επίθ., Rechenb. (Vog.) 6515.
    Από τα επίθ. εκατοστός, τεσσαρακοστός και τέταρτος.
    Ένα από τα εκατόν σαράντα τέσσερα ίσα μέρη στα οποία χωρίζεται μιά μονάδα: Rechenb. (Vog.) 6515.
       
  • εκβάλλω, 
    Σταφ., Ιατροσ. 6151, Σπαν. A 41, Krumb., Sprichw. 83, Προδρ. I 39, IV 140, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34532, Hist. imp. 48, 72, Ασσίζ. 1873, Διάτ. Κυπρ. 5042, Διγ. (Trapp) Gr. 124, Διγ. Z 418, 2504, 3614, Πόλ. Τρωάδ. 326, Ωροσκ. 4025, Χρον. Μορ. H 558, 676, Αρμεν., Εξάβ. Γ́́ 557 σχόλ., Διήγ. Βελ. (Neap.) 332, Φλώρ. 1828, Ιστ. Ηπείρ. XL4, Απολλών. (Wagn.) 210, Λίβ. P 2397, Λίβ. Sc. 926, 3076, Λίβ. Esc. 1139, Αχιλλ. O 107, Rechenb. (Vog.) 5618, 593, 5, 603, 1073, Σφρ., Χρον. μ. 1224, 421, Ριμ. Βελ. 271, Έκθ. χρον. 279, 15, 6830, Κορων., Μπούας 9, 32, 78, 80, 106, 145, Δεφ., Σωσ. 276, Ιστ. πολιτ. 3819, Βίος Δημ. Μοσχ. 583, Διγ. Άνδρ. 38318, Βακτ. αρχιερ. 212· ξεβάλλω, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 296· αόρ. εξήβαλα, Πόλ. Τρωάδ. 697, Χρον. Μορ. H 4248, 4510, 4772, 5539, 5540, 6217, 7444, Χρον. Μορ. P 1649, Αχιλλ. O 284, 296, Συναξ. γυν. 410· ’ξέβαλα, Απολλών. 498, Γεωργηλ., Βελ. 252, Ριμ. Βελ. 777· υποτ. εξεβάλω, Πόλ. Τρωάδ. 566· υποτ. εξηβάλω, Ακ. Σπαν. (Eideneier) B 156, Χρον. Τόκκων 941· προστ. εξέβαλε, Πόλ. Τρωάδ. 294.
    Το αρχ. εκβάλλω.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Βγάζω κ. (από κάπου), αφαιρώ: ευθύς εκβαλών τας του κάστρου κλεις δέδωκε ταύτας Σφρ., Χρον. μ. 421· (μεταφ.) καλήν βουλήν σε έδωκα και κράτει την, αν θέλεις·| και αν εσύ, παιδίον μου, τα βάλεις εις τον νουν σου,| ου μη εκβάλει από σεν ου θλίψις, ουδέ χρόνος Σπαν. A 41· β) (προκ. για ρούχα, οπλισμό, κλπ.) βγάζω αποπάνω μου: εις την τέντα μου ελθών εξέβαλον τα όπλα Διγ. Z 3614· το στέφανον εξέβαλεν από της κεφαλής του Αχιλλ. O 107· έκβαλε τα παπαδικά και γένου προσχεράρης Προδρ. IV 140. 2) α) (Με αντικ. τη λ. ψυχή) παίρνω τη ζωή κάπ., θανατώνω κάπ.: ουδέν ηθέλησαν εκβαλείν την ψυχήν της,| αλλ’ έκοψαν τα κάλλη της Διγ. Z 418· β) φρ. εκβάλλω κάπ. εκ του μέσου, ξεβάλλω κάπ. εκ μέσου = βγάζω κάπ. απ’ τη μέση, σκοτώνω: Ιδού λοιπόν εχάθημεν, πλέον ουκ ωφελούμε,| αν ουκ εκβάλομεν αυτόν σύντομα εκ του μέσου Διήγ. Βελ. (Neap.) 332. πάντες φωνούσι και λαλούν (ενν. οι άρχοντες), όλοι δι’ αυτόν λαλούσιν| τον μέγαν Βελισάριον εκ μέσου να ξεβάλουν Διήγ. Βελ. N2 341. 3) (Προκ. για σπαθί) ανασύρω, τραβώ: τα σπαθία εξήβαλαν και τους Ρωμαίους εσφάζαν Χρον. Μορ. H 4772. 4) (Με αντικ. τη λ. πέταλα) ξεπεταλώνω: να ξεβάλουσιν ευθύς πάντα τα πέταλά τους| και να τα καλικώσουσιν τα πέταλα αντιστρόφως Ριμ. Βελ. 777. 5) (Προκ. για νεκρούς) ξεθάβω: επίασαν και εξηβάλαν τον οι δύο τους τον θαμμένον Συναξ. γυν. 410. 6) Εξορύσσω: τους οφθαλμούς τους εξέβαλεν, στην φυλακήν τους βάνει Χρον. Μορ. H 676. 7) α) (Με αντικ. τη λ. πτερά) μαδώ: Τα πτερά του δε έκβαλε και κατεμάδισέ το Κορων., Μπούας 32· β) (με αντικ. τη λ. δόντια) ξεριζώνω: τα δόντια του όλα εξέβαλε και εις την γην τα σπείρε Πόλ. Τρωάδ. 294. 8) Ξεπροβοδώ: τον Φλώριον εξέβαλεν (ενν. ο αμιράς) εις συνοδείαν της στράτας Φλώρ. 1828. 9) Ελευθερώνω (Η σημασ. μτγν., Bauer, Wört., στη λ. 2): όταν την εξήβαλες (ενν. από την φυλακήν) κι ήλθεν εδώ εις τον τόπον Χρον. Μορ. H 7444. 10) (Προκ. για συναίσθημα) διώχνω: Ταύτα εγώ ακηκοώς και εκβαλών τον φόβον| και χαράς όλως εμπλησθείς επέζευσα ευθέως Διγ. Z 2504. 11) Αφαιρώ: τα έμασεν εις ένα και έγραψέ τα και έκαμε τα έξι βιβλία λόγους εξήντα και εξέβαλε και αφήκε τα εναντία και άχρηστα εις τας κρίσεις Βακτ. αρχιερ. 212· (μαθημ.) εκβληθέντων ουν των νζ́́ εκ των ξ́́ μένουσι και μονάδες γ́́ Rechenb. (Vog.) 595. 12) Ξεχωρίζω, διαλέγω μέσα από ένα σύνολο: Άρχοντες έξι εξήβαλαν και άλλους έξι Φράγκους| όπως να ιμοιράσουσιν τον τόπον και προνοίες Χρον. Μορ. P 1649. 13) (Μεταφ.) απομακρύνω κάπ. από κ.: πολλά μοχθήσας εκβαλείν αυτήν εκ της πίστεως του Χριστού, ουκ ηδυνήθη ελκύσαι αυτήν Έκθ. χρον. 279. 14) Φρ. εκβάλλω όνομα, φήμη, ακουή = αποκτώ καλή ή κακή φήμη: πετάς με εις Άδην σύμψυχον και συ όνομα εκβάλλεις Λίβ. Sc. 926· Οπού ποθεί ευυπόληπτα φημήν πολλήν εκβάλλειν Λίβ. Esc. 1139· κανείς ουδέν ευρέθη να σταθεί ομπρός του, αμμή εξέβαλεν ακουήν και όλοι εβλέπασί του και ετρόμασαν Hist. imp. C72. 15) Φρ. εκβάλλω ορισμόν = διακηρύσσω, βγάζω διαταγή (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S στη λ. Ι9): εξέβαλεν ορισμόν έγγραφον και διελάλησε δημοσίᾳ Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34532. 16) α) Φρ. εκβάλλω στιχοπλοκίας = συνθέτω στίχους: εκβάλωσιν νέας στιχοπλοκίας, ίνα φέρωσιν και οι άνθρωποι την ακοήν αυτών προς αυτούς Ωροσκ. 4025· β) εκδίδω: τα γράμματα τα αποστολικά εις άτινα εδόθη αυτοίς λύσις εκλογής υπό αφωρισμένων υπήρχον εκβεβλημένα διά τινας υποθέσεις εκ του μέρους του αυτού αρχιεπισκόπου Λευκουσίας Διάτ. Κυπρ. 5042. 17) Φρ. εκβάλλω πάθος = εμφανίζω σύμπτωμα κάπ. αρρώστιας, λ.χ. σπυρί: εν μέσῳ γαρ των δύο ώμων εκβαλών τι πάθος θανάσιμον, ό κοινώς λέγεται μαυροτήγανον Έκθ. χρον. 6830. 18) Φρ. εκβάλλω έξω = φέρω εις πέρας· καταφέρνω: ο διάβολος … λέγει προς τον εναρέτως βιούντα: «Καλά, πορεύου ως πορεύεσαι, εάν το εκβάλεις έξω· εάν δε εύρω καιρόν, … ουκ εκλυτώνεις τας βουλάς των πολυτρόπων μου ενθυμήσεων …» Krumb., Sprichw. 83. 19) Ελευθερώνω: εξέβαλον αυτόν εις δέκα χιλιάδας φλωρίων Ιστ. Ηπείρ. XL4. 20) Εγκαθιστώ κάπ. άρχοντα: Αμιράν τον Μουσταφάν φέρων από του Μορέως αυθέντην εξέβαλεν εις τη Δύσιν Σφρ., Χρον. μ. 1224. Β´ (Αμτβ.) βγαίνω: τον Θεόν εδόξαζε το πώς ελευθερώθη,| εκ του θανάτου την πικριάν έκβαλε και λυτρώθη Δεφ., Σωσ. 276. II. (Μέσ.) (νομ.) αποκλείω τον ενάγοντα, καταργώ τη δίκη (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 397]): παραγραφῄ εκβάλλομαι προσκαίρῳ, αλλ’ ουχί διηνεκεί, ήτοι προς καιρόν εκβάλλομαι μη κινείν Αρμεν., Εξάβ. Γ́́ 557 σχόλ.
       
  • εμβατή 
    η.
    Η λ. σε σχόλ. (Steph., Θησ.). Βλ. και Psalt., Gramm. σ. 309.
    Λεκάνη λουτρού, μπανιέρα (Η σημασ. σε σχόλ., Steph., Θησ.): Εμβατή έχει κρουνούς β΄ Rechenb. (Vog.) 661· Εμβαταί γ΄ άνισοι εκάστη κρουνόν ίδιον έχουσα Rechenb. (Vog.) 961.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης