Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 294 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Zygomalas, Synopsis

  • παλατιανός  
    επίθ.
    Από το ουσ. παλάτι και την κατάλ. ‑ιανός. Ουδ. Παλατιανόν σήμ. ως τοπων. (Μακεδ. 7, 1966-67, 309 και 9, 1969, 179-181). H λ. στο Du Cange και σήμ.
    Που σχετίζεται με το παλάτι: Πάσαι δε αι κρίσεις ή πολιτικαί είναι ή πραιτώριαι ή ποινάλιαι, … πραιτώριαι είναι αι παλατιαναί και βασιλικαί Zygomalas, Synopsis 136. Το αρσ. ως ουσ. = ανώτατο μοναστικό αξίωμα (Για το πράγμα βλ. Du Cange, στη λ.): εκείνος ένι παλατιανός και συ ’σαι λεβετάρης Προδρ. (Eideneier) IV 67.
       
  • πανδοχείον  
    το, Zygomalas, Synopsis 212, 213.
    Η λ. στο Θεόφραστο και σήμ. (στον τ. πανδοχείο).
    Μικρό ξενοδοχείο, πανδοχείο: εάν, εισερχόμενος τινάς εις πανδοχείον ή καπηλείον, δώσει τον προϊστάμενον εκεί να του φυλάσσει τίποτε … Zygomalas, Synopsis 213.
       
  • πανηγύρι(ο)ν  
    το, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 5923, Zygomalas, Synopsis 149, 198, 294· παναγύρι(ν), Zygomalas, Synopsis 155· παναγύριν, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 754· πανεγύριν, Gesprächb. 44815· πανηγύρι· πανηγύρι(ν), Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 765, Ιστ. Βλαχ. 2407 [= Γέν. Ρωμ. 47], Διακρούσ. 9829· πανηγύριν, Σπανός (Eideneier) D 267, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 51815.
    Από το ουσ. πανήγυρις. Ο τ. παναγύρι στο Somav.· ο τ. παναγύριν και σήμ. στον Πόντο και την Κύπρο (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 711 και Λουκά, Γλωσσάρ., λ. πανα(γ)ύριν)· για την προέλ. τους πβ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β΄ 401 και Maidhof, Glotta 10, 1920, 16. Ο τ. πανηγύρι στο Βλάχ. και σήμ. Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παναγύριν, Φαρμακ., Γλωσσάρ. 193, λ. παναΰριν, Κουκ., Αθ. 49, 1939, 98, λ. παγγύρι). Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.).
    1) Εορταστική συγκέντρωση πλήθους α) προς τιμήν κάπ. θεού: Τα πανηγύρια …| που γίνονται διά την τιμήν με πλήσιαν παρρησίαν| και δόξαν του πανάγαθου και μπορεμένου Δία.| Με τόσες περίσσιες χαρές, μ’ όργανα, με παιγνίδια,| θυσίες μεγάλες κάνοντας όμορφα και ’πιτήδεια Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [76]· β) με την ευκαιρία μιας θρησκευτικής γιορτής: Αφήνω και εις την Θεοτόκο μου στη Βάθεια εννιά μουζούρια στάρι … και ο άνωθέ μου ανιψός να ’ναι κρατημένος να κάνει το πανεγύριν τση κάθα χρόνο, καθώς το ’κανα εγώ ογιά τη ψυχή μου Διαθ. 17. αι. 9169‑170· γ) (συνεκδ.) οι άνθρωποι που μετέχουν σε μια τέτοια συγκέντρωση: έβγησαν κι εκάψασιν εκεί το μοναστήριν,| τον άγιον Νικόλαον, οπού ’ναι φροντιστήριν,| που τάγιζεν ξένους και πτωχούς κι όλον το παναγύριν Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 68. 2) α) Εμποροπανήγυρη, παζάρι: έπεψέ τον (ενν. ο ηγούμενος έναν καβαλλάρην) εις ένα παναγύριν κάτι γαδάρους να πουλήσει του μοναστηριού Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 124· β) (σε μεταφ.): ούτος ο κόσμος πέφυκε λοιπόν ως πανηγύριν.| Ως πραγματεύετ’ έκαστος, ούτως απολαμβάνει Διήγ. πόλ. Θεοδ. 141. 3) Ομαδικός εορτασμός, διασκέδαση, με αφορμή ένα σημαντικό γεγονός: απείτις τους νικούσανε, έκαναν πανηγύρι,| χαρές, τραγούδια, λουμπαρδιές στο πείσμα του βιζίρη Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 51815· εγίνην μεγάλη φέστα και αρχοντικόν παναγύριν οκτώ ημέρες εις το κουρουνίασμάν του εις την Αμμόχουστον Μαχ. 9234.
       
  • οπλοποιός 
    ο.
    Το μτγν. ουσ. οπλοποιός. Η λ. και σήμ.
    Αυτός που κατασκευάζει όπλα: Οπλοποιοί (έκδ. Οπλοιποιοί· διορθώσ.) όσοι κάμνουσιν άρματα Zygomalas, Synopsis 240.
       
  • οροφή 
    η.
    Το αρχ. ουσ. οροφή. Η λ. και σήμ.
    Στέγη· (εδώ ως νομ.) προστασία: Όσα χαριστούσι και δοθώσιν από βασιλέαν ή από βασίλισσαν εις παιδία, δεν τα παίρνει ο πατήρ, ουδέ καν την χρήσιν αυτών δύνεται να έχει, αλλά τελείως οι παίδες έχουσιν αυτά και κυριεύωσιν, ειμή μόνον αν τα παιδία είναι πολλά μικρά και ανήλικα τόσον, ότι διά φύλαξιν τινά τα παίρνουν οι γονείς. Και γίνεται τούτο διά την υπεροχήν της μεγαλειότητος του βασιλέως. Και το τοιούτον ο νόμος το κράζει οροφήν υψηλήν, ήγουν στέγην και σκέπην μεγάλην Zygomalas, Synopsis 152.
       
  • ουσιακός, 
    επίθ.
    Το μτγν. επίθ. ουσιακός.
    Που ανήκει ή αναφέρεται στην περιουσία κάπ., περιουσιακός: Όσαι δε (ενν. υπηρεσίαι, δουλείαι και εγγαρείαι αυθεντικαί) είναι εις κτήσεις τινάς και περιουσίας και υποστατικά λέγονται ουσιακαί Zygomalas, Synopsis 228.
       
  • παραθύριον 
    το, Προσκυν. Λαύρ. 874 9825, Προσκυν. α′ 11528, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1337, Μπερτόλδος 61, Μπερτολδίνος 164 δις· παραθύρι, Βέλθ. 831, Gesprächb. 498, Σαχλ. N 72, Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 82, Σαχλ., Αφήγ. 450, Θησ. Β́ [202], Συναξ. γυν. 634, Ριμ. κόρ. 578, 618, 700, Πεντ. Γέν. VIII 6, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 771, Παϊσ., Ιστ. Σινά 330, 512, 1144, 1308, Πορτολ. A 1517, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 44, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ά́ 1128, Β́ 110, Γ́ 553, 663, 1567, Στάθ. (Martini) Ά́ μετά στ. 160, Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 707, Βακτ. αρχιερ. (κώδ. 1373, ΕΒΕ) 26, Φορτουν. (Vinc.) Ά́ 252, Χριστ. διδασκ. 124, Ροδινός (Βαλ.) 70, 96, 135, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 20915, 4911· παραθύριν, Ασσίζ. 11023, 3611, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 854 κριτ. υπ., Φλώρ. 1617, Ερωτοπ. 612, 702, Ιμπ. 343, Μαχ. 47625, 60029, Ch. pop. 33, Απόκοπ.2 200· παρεθύρι, Φαλιέρ., Ιστ.2 367 κριτ. υπ., 377 κριτ. υπ., 393 κριτ. υπ., Θησ. Γ́ [143], [313], ΙΒ́ [661], Ch. pop. 249, 286, 327, 413, 461, Διήγ. Αλ. V 31, Συναξ. γυν. 612, 811, 931, Χρον. βασιλέων 1245, Zygomalas, Synopsis 211 K 34· παρεθύριν, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1447, 1613, Θησ. Γ́ [834], Ριμ. κόρ. 618 κριτ. υπ.
    Το μτγν. ουσ. παραθύριον (TLG). Ο τ. παραθύρι στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. παραθύριν και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ. Β́ 712). Ο τ. παρεθύρι στο Du Cange· για το σχηματ. του βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Β́ 189. Ο τ. παρεθύριν και σήμ. στο ποντ. ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Σακ., Κυπρ., Κωστ., Λεξ. τσακων., λ. παραθύρι).
    1) Παραπόρτι, πλαϊνή είσοδος: ηύρεν (ενν. ο σιρ Τζουάν Κουράπ) το παραθύριν, την πόρταν του κούντη, ανοικτόν και απέζευσεν και ανέβην και ερωμανίστην Μαχ. 38611. 2) Παράθυρο: Σαν πέρδικαν εις το κλουβί στέκεις στο παρεθύρι,| λάμπουσιν και τα μάτια σου σαν άδολον ζαφείρι Ch. pop. 293· Στο παραθύρι η Αρετή ήστεκε κι ανιμένει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ́ 567· ο Αχιλλεύς καθήμενος εκ των παραθυρίων| ευφραίνεντον και ηγάλλεντον βλέποντας τους αγούρους Αχιλλ. N 1463.
       
  • παρακαταθήκη 
    η, Ασσίζ. 112, 7927, 11910, 1428‑9, 16, 32912, 42812, Έκθ. χρον. 7026, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1274, Zygomalas, Synopsis 124 A 17, 19, 135 Α 82, 177 Ε 23, 260 Π 6, 7, 261 Π 17, 272 Π 80, Βακτ. αρχιερ. 175, Ροδινός (Βαλ.) 195.
    Το αρχ. ουσ. παρακαταθήκη. Η λ. και σήμ.
    1) (Νομ.) α) κατάθεση πραγμάτων σε κάπ. για να τα φυλάξει: Νομοκριτ. 75, Ασσίζ. 1376· β) (συνεκδ.) τα πράγματα που κατατίθενται σε κάπ. για φύλαξη: Μαλαξός, Νομοκ. 387. 2) (Μεταφ.) ηθικοί νόμοι ή κανόνες που έχει επιβληθεί η τήρησή τους: ταύτην την βίβλον, αδελφέ, οπὂχει δυο γραφίδας·| την Παλαιάν του Μωυσή αγίαν Διαθήκην| και την Νέαν της εκκλησίας την παρακαταθήκην Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. ά 58. 3) (Μεταφ.) α) (προκ. για πρόσωπα ή πράγματα που η προστασία τους έχει ανατεθεί σε κάπ.): ούτε να πειράζονται (ενν. οι Κριταί, οι Ηγούμενοι, οι Μοναχοί και άλλοι), ότι εγώ (ενν. ο Μωάμεθ) είμαι προστάτης αυτών, όπου και αν βρίσκονται ...· επειδή αυτοί και πάντα τα περί αυτούς είναι χρέος μου και όρκος και παρακαταθήκη μου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 272· β) (προκ. για την Πόλη) προστάτισσα: διατ’ ήσουν ξενοδόχισσα, κυρά, των αιχμαλώτων,| χριστιανών το καύχημα και των αγίων η δόξα,| των ξένων και των ορφανών η παρακαταθήκη Θρ. Κων/π. διάλ. 38.
       
  • παρακελεύω, 
    Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1409, Zygomalas, Synopsis 153 Γ 8, 244 Ν 11.
    Η λ. στον Ιπποκράτη (L‑S, λ. παρακελεύομαι).
    (Ενεργ. και μέσ.) διατάζω: να ποίσετε,| οπού σας παρακελεύει (ενν. ο Ζευς) Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. ΙΖ́ [111]· ο νόμος ταύτα παρακελεύεται και ορίζει Zygomalas, Synopsis 164 Δ 2.
       
  • παρακίνησις ‑ση 
    η, Ορισμ. Μαμελ. 958, Χειλά, Χρον. 355, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1828, Zygomalas, Synopsis 194 E 115, 295 Y 13, Βελλερ., Επιστ. 77, Χριστ. διδασκ. 401, 416, 422.
    Το μτγν. ουσ. παρακίνησις. Η λ. παρακίνηση και σήμ.
    α) Υποκίνηση: τόσα εφάνη μεγάλη η τέτοια των δαιμόνων παρακίνησις Εγκ. αγ. Δημ. 10525· β) προτροπή, παρότρυνση: την μονήν του Παντοκράτορος έλαβε παρακινήσει και συνεργείᾳ ιδική μου Σφρ., Χρον. (Maisano) 7025· όρμησα και εγώ, με γνώμην και παρακίνησιν των ειρημένων ελλογίμων και ευγενών ανδρών Σοφιαν., Παιδαγ. 92.
       
  • παρακόπτω. 
    [Το αρχ. παρακόπτω. Τ. παρακόβγω στο Somav., όπου και τ. παρακόφτω, και σήμ. στο τσακων. ιδίωμα, όπου και άλλοι τ. (Κωστ., Λεξ. τσακων.) με διαφορ. σημασ. Τ. παρακόβω σήμ. με διαφορ. σημασ. (Κριαρ., Λεξ.). Τ. παρακόθτω σήμ. ιδιωμ. με διαφορ. σημασ. (Καραν., Ιστ. Λεξ. Κάτω Ιταλ.).]
    (Προκ. για νομίσματα) παραχαράζω: Όσοι τα νομίσματα, φλωρία ή άσπρα ξύουσιν ή κόπτουσιν ή χαράσσουσι κάλπικα και παρακόπτουσι, χειροκοπούνται Zygomalas, Synopsis 247 Ν 18. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = (προκ. για λόγο) ασυνεχής, διακεκομμένος: επί κακῴ καθίσαντος (ενν. του κόρακος) και κράζειν αρξαμένου| και λέγειν όλως άναρθρα και παρακεκομμένα Γλυκά, Στ. 48. Το ουδ. της μτχ. παρκ. ως επίρρ. = (προκ. για λόγο) χωρίς συνεχή ροή, με διακοπές: ο Οδυσσεύς και ο Αίας ... ηύρασίν τον (ενν. τον Αχιλλέα) ότι εκείτετο κυλισμένος εις τα αίματα και μόνον ότι ενέπνεε και εκίναν την γλώσσαν του και ήτον ειστούτο ότι να παραδώσει ... Και είπε ο Αίας ... Ο δε Αχιλλεύς απελογήθη ούτως παρακεκομμένον και μετά πικρίας Τρωικά 53218 κριτ. υπ.
       
  • παρασαλεύω, 
    Σπαν. A 388, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 415, Κυνοσ. 5924, Διγ. Z 1860, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 867, Βέλθ. 69, Ιμπ. (Lambr.) 303, Παρασπ., Βάρν. C 354, Ιστ. πατρ. 996, Ψευδο-Σφρ. 45833· παρασαλεύγω.
    Το μτγν. παρασαλεύω.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Κινώ κ.: πέμπει ενός ιερέως να λειτουργήσει την Θεοτόκον και τότε αρχίζει και επαρασάλευγεν τα χέρια του Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 460· β) αποσπώ· (μεταφ.) μετακινώ, κλονίζω: ματαίως οι μάταιοι και ψευδώς εμελέτησαν, ότι ποσώς δεν εδυνήθησαν να τον παρασαλεύσουν από την ευσέβειαν Μαρτύρ. αγ. Νικολ. 164130· γ) ταράζω, αναστατώνω, συγχύζω κ./κάπ.: το πυρ τα ξύλα δαπανεί, θυμός δε την καρδίαν,| παρασαλεύει λογισμούς, καταθολώνει φρένας Σπαν. A 388· φρ. παρασαλεύω τον νουν κάπ., βλ. νους Φρ. 55. 2) Αλλάζω, μεταβάλλω: Ως είδαν αμετάθετον τον νουν και την καρδιάν της,| τον λογισμόν και την βουλήν ουδέν παρασαλεύει,| δίδουν βουλήν να ποίσουσιν το θέλημα της κόρης Ιμπ. 323· οπού παρασαλεύει την ημέραν που θέλει να γένει το συμβόλαιον την τεταγμένην ... ως πλαστογράφος κρίνεται Zygomalas, Synopsis 269 Π 64. 3) α) Υποσκάπτω, υπονομεύω: τον νόμιμον γάμον η Εκκλησία δεν τον αποστρέφει, ουδέ τον παρασαλεύει, μόνον ευλογεί αυτόν Μαλαξός, Νομοκ. 186· β) παραβιάζω: ου θέλω παρασαλεύσαι τι των μουσουλμανικών εθών Δούκ. 1992. Β́ Αμτβ. 1) Μετακινούμαι, κλονίζομαι: Εκείνη ου παρασάλευσεν εκ την βουλήν τήν είπεν Ιμπ. 320· στέκου ως κάστρον αφυρότατον, μηδέν παρασαλεύεις Αργυρ., Βάρν. K 354. 2) Ταράζομαι, αναστατώνομαι: Και μετ’ αυτείνο ’πό ’κλαιγεν και πόνιεν η ψυχή του,| βλέπει και παρασάλευγε και κτύπα το λαγκί του Ριμ. Απολλων. (Βεν.) 336. II. Μέσ. 1) Κλονίζομαι: επαινώ σας εις την ευσέβειαν, οπού κρατείτε και δεν παρασαλεύεσθε εις την ευλάβειαν Πηγά, Χρυσοπ. 232 (3). 2) Παρασύρομαι, επηρεάζομαι: Ημάς μόνον δεν παρασαλεύγουνται οι καρδιές μας, να συρθούμεν από κείνα τα πάθη της αμαρτίας Πηγά, Χρυσοπ. 211 (63).
       
  • παρασημείωσις 
    η.
    Το μτγν. ουσ. παρασημείωσις. Η λ. και σε έγγρ. του 11. (Act. Ivir. II 4017), 13. (Act. Xén. 1138) και 14. αι. (Act. Lavr. III 13972), καθώς και στον Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 3, 11.
    (Νομ.) υπόμνημα, δικαστική πράξη: Τούτο δε γίνεται παρασημείωσις και αρχινά πάλιν από του χρόνου εκείνου Zygomalas, Synopsis 323 P 3.
       
  • παρατιμή 
    η.
    Από την πρόθ. παρά και το ουσ. τιμή. Πβ. μτγν. ουσ. παράτιμον.
    Χαμηλή τιμή (Για τη σημασ. πβ. Μπαμπιν., Υποκορ. 74 κε.): Πλην χρεωστεί ο δανειστής εις τιμήν δικαίαν και εύλογον να δέχεται και να λογαριάζει το ενέχυρον, ήγουν όσον αν είναι άξιον, εις τιμήν καλήν και όχι παρατιμήν Zygomalas, Synopsis 178 Ε 27.
       
  • παραφροσύνη 
    η.
    Το αρχ. ουσ. παραφροσύνη. Η λ. και σήμ.
    Τρέλα, απώλεια του λογικού: Zygomalas, Synopsis 143 Β 16.
       
  • παράφρων, 
    επίθ., Διγ. Z 2931, 3581, Zygomalas, Synopsis 193 Ε 106.
    Το αρχ. επίθ. παράφρων. Η λ. και σήμ. λόγ.
    Τρελός, φρενοβλαβής: Διγ. Z 806.
       
  • παρθενία 
    η, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 166, 175, Ασσίζ. 971, Διγ. (Trapp) Gr. 1455, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 122, Βέλθ. 1042, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 181, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 147, Έκθ. χρον. 314, Ιστ. Βλαχ. 1947, Διγ. Άνδρ. 39524, 39624· παρθενιά, Απολλών. 582, 606, 729, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. II 175, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 1202, Ροδολ. (Αποσκ.) Β́ 425, 466, Δ́ 280, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [358], Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β́ 82.
    [Το αρχ. ουσ. παρθενία. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. και σήμ.]
    1) α) Το να είναι κάπ. παρθένος/‑α: Ροδολ. (Αποσκ.) Ά́ 408, Απολλών. 571, 736· έκφρ. κανίσκιν της παρθενίας = δώρο, προγαμιαία δωρεά του γαμπρού προς τη μέλλουσα σύζυγό του (βλ. και κανίσκιν 3) όπου δώσει (ενν. η γυναίκα) προικαίον έναι δίκαιον να λάβει και κανίσκιν της παρθενίας Ελλην. νόμ. 58316· β) η ιδιότητα της αγνότητας, καθαρότητας που προέρχεται από την αποχή κάπ. από σεξουαλικές επαφές: Εγώ τινά δεν ήθελα, αλλά με παρθενία| να ζήσω ελογάριαζα και όχι με λαγνεία Διγ. O 1819· (προκ. για την Παναγία): Αρχή η Άννα εγέννησε μήτηρ Χριστού Μαρία,| και ως για την παρθενία της εμνήσθη Παναγία Βεντράμ., Γυν. 215· (προκ. για ιερωμένους και μοναχούς): ως είδαν (ενν. οι κληρικοί και οι λαϊκοί) την καθαρότητα και παρθενίαν αυτού (ενν. του πατριάρχη), όλοι εξεπλάγησαν και εθαύμασαν Ιστ. πατρ. 1104· Περί μικροσχήμων και ότι οι μικρόσχημοι δεν είναι τέλειοι μοναχοί, ήγουν καλόγεροι, μόνον εισίν ομολογηταί της παρθενίας Βακτ. αρχιερ. 165· φρ. ασκώ παρθενία = διάγω ζωή αγαμίας, τηρώ αγαμία: έστι και μοναστήριον ... (παραλ. 1 στ.) ένθα οσιομάρτυρες, ανήρ τε και γυναίκα, (παραλ. 1 στ.) ο Γαλακτίων ο κλεινός παρθενίαν ασκήσας,| οποίος και την μνηστευτήν εις εαυτόν ελκύσας,| την Επιστήμην την σεμνήν, μοναζουσών το κλέος ... Παϊσ., Ιστ. Σινά 305. 2) (Συνεκδ.) α) προκ. για τον παρθενικό υμένα· φρ. (1) χάνω την παρθενίαν, ‑ιά = υφίσταμαι διακόρευση, παύω να είμαι παρθένος: Εξύπνησεν η λυγερή στα κανακέματα της| και γνώρισεν ότι έχασε εισμιό την παρθενιά της Ριμ. κόρ. 727· εννοιάζοντα εκείνη (ενν. η Αρτζεντίνα), πως έχασεν την παρθενίαν της την ποιαν δεν ημπόρεν να την λικουβριάσει διά καμιάν λογήν του κόσμου … επιάσεν και εφουρκίστην Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 138· (2) φθείρω/παίρνω την παρθενίαν, ‑ιά κάπ. = διακορεύω: ο βασιλεύς ο Ζήνων λέγουν ότι υπήρε μία γυναίκα παρθένον από τας χείρας της μητρός της και έφθειρε την παρθενίαν της Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 316r· μίαν των ημερών εξαίφνης και αθρόως| άκων και βούλεται κακώς φθείρει (ενν. ο κύρης της) την παρθενιάν της (ενν. της Αναστασίας) Απολλών. 18· τότε επιδεξιεύτηκα και ηύρηκα σκουτέρι,| και επήρε μου (ενν. ο καύχος) την παρθενιά εις το παράτοιχόν μου Σαχλ., Αφήγ. 858· ο βιασάμενος κόρην και οπού την φθείρει και πάρει την παρθενίαν της, ρινοκοπείσθω Zygomalas, Synopsis 144 Β 18· β) προκ. για το αίμα από τη ρήξη του παρθενικού υμένα: η δε (ενν. η Μαξιμώ) προς ύδωρ λούσασα αυτής την παρθενίαν| εμήν την υποχώρησιν ηνάγκαζε βαρέως Διγ. Z 3719· ύστερα σαν της το κάμει (ενν. ο άντρας)| και το αίμα της να δράμει,| τότε με τα ψέμματά της| δείχνει τον την παρθενίαν της Συναξ. γυν. 678. 3) (Συνεκδ.) προκ. για τη νεανική ηλικία της γυναίκας: βούλομαι να έχω| υποκλίνην ημετέραν| την ωραίαν Χρυσηίδα,| και προκρίνω Κλυταιμνήστρης| γυναικός μου της ιδίας,| της εκ παρθενίας ούσης Ερμον. Η 358.
       
  • παρθένος, 
    επίθ., Καλλίμ. 464, Ασσίζ. 25812, Διγ. Z 438, Ερμον. Ζ 36, Φλώρ. 3, Απολλών. 580, 766, Υγρομαντ. φ. 165r 4, 166v 2, Μαχ. 61826, 6265, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 325r, Zygomalas, Synopsis 170 Δ 46, 187 Ε 65, 267 Π 53, Πτωχολ. (Κεχ.) P 232, Προσκυν. Ιβ. 845 613, Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 994, Εις Θεοτ. 1· πάρθενος, Παϊσ., Ιστ. Σινά 427.
    [Το αρχ. επίθ. παρθένος. Ο τ. από μετρ. αν. Η λ. και σήμ.]
    1) Αγνός, αμόλυντος: Υγρομαντ. φ. 165r 1. 2) Που δεν είχε σεξουαλική σχέση: Καλλίμ. 693, Zygomalas, Synopsis 214 K 48, 158 Γ 24, Πτωχολ. α 564, Σταφ., Ιατροσ. 16468· (προκ. για τη θεά Άρτεμη): Θησ. Ζ́ [852]· (προκ. για την Παναγία): Άνωθεν τήρησον ευθύς και τήρησον κανδήλιν,| όπερ άπτει κατέμπροσθεν της παρθένου Μαρίας Παϊσ., Ιστ. Σινά 427· (προκ. για το μνήστορα Ιωσήφ): επαντρέψαν την (ενν. την Μαρία) με τον Ιωσήφ τον παρθένον διά να επιτηρήσουν ομού την παρθενίαν τους Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 254v· (προκ. για τον ευαγγελιστή Ιωάννη): ο ευαγγελιστής παρθένος Θεολόγος έλαβεν εις τα ίδια δους δε αυτήν (ενν. την Παναγία) ο Λόγος Προσκυν. Ιβ. 845 616· ο κλεινός βροντής υιός, φίλος τε και παρθένος Προσκυν. Ιβ. 535 1064. 3) Ανύπαντρος: Μαλαξός, Νομοκ. 300. 4) Που δεν έχει χρησιμοποιηθεί: Μαλαξός, Νομοκ. 115. Η λ. ως ουσ. = γυναίκα που δεν είχε σεξουαλική σχέση: Ασσίζ. 1222, 2589, Zygomalas, Synopsis 276 P 19· (προκ. για την Παναγία): δούλην με απέργασαι του σου υιού, παρθένε Εις Θεοτ. 93· δος μοι ...| δάκρυα κατανύξεως καθαρτικά, παρθένε,| ενθύμησιν των φοβερών κολάσεων εκείνων Εις Θεοτ. 57.
       
  • παροργίζω, 
    Σπαν. B 501, Κομν., Διδασκ. Δ 317, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 554, Γλυκά, Στ. Β́́ 69, Απολλών. 649, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. Ι 531, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 187v, 363r, Κανον. διατ. Α 418, Ιστ. Βλαχ. 2598, Διγ. Άνδρ. 4022, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 12615‑6, Zygomalas, Synopsis 294 Y 9.
    [Η λ. στον Αριστοτέλη. Το μέσ. παροργίζομαι στον Κατσαΐτ., Κλ. Β́ 763. Η λ. σε έγγρ. του 12. αι. (Μηνάς, Γλωσσάρ. Ιτ. 320) και σήμ. ιδιωμ. στη Χίο (Andr., Lex.).]
    1) α) Προκαλώ το θυμό κάπ., εξοργίζω κάπ. (συν. το Θεό): πάντως γαρ δίκαιον εστί γονείς μη παροργίζειν Διγ. (Trapp) Gr. 626· Αλέξανδρε βασιλέα, διατί τον Θεόν παροργίζεις; Διήγ. Αλ. E (Konst.) 7118· ζημίαν του κάμνει και κακόν οπού θεούς παροργίζει Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 2398· β) ερεθίζω, προκαλώ: Πολλάκις με επαρόργισεν ο λογισμός να εγέρθω,| να εμβώ εις την μέσην ως θρασύς, να δώσω και να επάρω Προδρ. (Eideneier) IV 193. 2) Εκδηλώνω την οργή μου εναντίον κάπ., τιμωρώ κάπ. (πβ. οργίζω Ι2): μας επαρόργισεν ο Θεός του ουρανού και της γης και έβαλέν μας εις τα χέρια του Ναβουχόδωρ ... και ήμασθον εις πολλούς χρόνους αιχμάλωτοι Διήγ. Αλ. G 2658.
       
  • παρρησία 
    η, Σπαν. A 135, Κομν., Διδασκ. Δ 164, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 139, Γλυκά, Στ. 411, Χρον. Μορ. H 7662, 8596, 8608, Χρον. Μορ. P 1619, Αχιλλ. (Smith) O 199, Ιμπ. 32, 457, 635, Χρον. Τόκκων 1379, 1438, Διήγ. Βελ. χ 137, 275, 278, 446, Θρ. πατρ. M 61, Διήγ. Βελ. N2 24, 96, 322, Θησ. Β́ [205], [363], [698], Δ́ [152], Θ́ [757], Ί́ [937], Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 453, 803, Κορων., Μπούας 91, 144, Πένθ. θαν.2 614, Σοφιαν., Παιδαγ. 95, Κώδ. Χρονογρ. 5018, 5720, Χρον. σουλτ. 13316, Ιστ. πατρ. 1938, Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 52r, Παϊσ., Ιστ. Σινά 209, Βίος Δημ. Μοσχ. 346, Παλαμήδ., Βοηβ. 1377, Ιστ. Βλαχ. 852, Σουμμ., Ρεμπελ. 181, Διγ. Άνδρ. 40135, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 3927, Πτωχολ. A 282, Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ́ [1677], Διγ. O 2382, κ.π.α.· παρρησιά, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 65, Ιμπ. 636, 791, 820, 879, Θρ. Κων/π. διάλ. 139, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 313, Παρασπ., Βάρν. C 297, Διήγ. Βελ. N2 159, 282, Κορων., Μπούας 78, 90, 101, 117, 135, Βυζ. Ιλιάδ. 50, 488, 559, 1009, 1094.
    [Το αρχ. ουσ. παρρησία. Τ. παρρησίγια σήμ. ιδιωμ. στη Λήμνο (Κρεκούκιας, ΛΔ 14, 1982, 14) και παρ#03ά στη Λέσβο (Γιαννουλέλλης, Πλωμάρι 172-3). Η λ. και σήμ.]
    1) α) Θαρραλέα και ειλικρινής έκφραση γνώμης, παρρησία: Καλλίμ. 2399· Μετά μεγάλης παρρησιάς τότε και ευγλωττίας,| προς άπαντας (ενν. τους μπαρόνους) εσύντυχε (ενν. ο ρε Αλοΰζος), ως πρέπει της ’ξουσίας Κορων., Μπούας 29· β) θάρρος, τόλμη: Ευθύς λοιπόν ο μηνυτής εις το παλάτι σέβη,| κι εμπρός στον δούκα, ως έπρεπε, με παρρησιάν εδιέβη,| και προς αυτόν μετ’ ευγλωττίας τοιούτους λόγους είπεν Κορων., Μπούας 22· Απεχαιρέτησεν ο Αχιλλεύς και όλον το φουσσάτον| με παρρησίαν και ευτολμίαν και θράσος το τοσούτον Αχιλλ. (Smith) N 384. 2) Θάρρος, οικειότητα· εμπιστοσύνη (σε πρόσωπο που ασκεί εξουσία ή στο Θεό): επειδή είχε τόση πολλή παρρησίαν εις τον σουλτάνο, ότι έκαμε και εγίνη πρίντζιπος ο αδελφός του Χρον. σουλτ. 1101· αρχιερείς και ιερείς πρεπόντως τους τιμάεις,| και εις την αφεντίαν σου έχομεν παρρησίαν,| και ερχομέστε θαρρετά χωρίς την υποψίαν Ιστ. Βλαχ. 29· Ιδών δε ο αυτής ανήρ αυτής την ατεκνίαν| εκ βάθους της αυτού ψυχής Θεόν εξιλεούτο| και πρέσβυν παρεστήσατο μύστην του τηλικούτου| Ιάκωβον, τον ένδοξον απόστολον Κυρίου,| ωσάν νομίζων παρρησιάν έχειν προς τον Δεσπότην Φλώρ. 14· προς Θεόν ετούτος| είχεν μεγάλην παρρησίαν, ως ίδιον του πατέραν Ντελλαπ., Ερωτήμ. 964· ώσπερ οπού συνομιλεί πατέραν του πολλάκις,| θαρρεί και λέγει προς αυτόν όσα και οία θέλει| ούτως ο προσευχόμενος και ψάλλων καταμόνας| λαμβάνει χάριν εκ Θεού κι ευρίσκει παρρησίαν Σπαν. P 65. 3) Άδεια· δικαίωμα: Περί του μη έχειν μοναχόν παρρησίαν προς μονάστριαν ιδίᾳ προσομιλείν Μαλαξός, Νομοκ. 231· παρρησίαν πλέον δεν έχει να λέγει δεν έχω, αλλά καταδικάζεται να πληρώσει το χρέος όλον ευθύς Zygomalas, Synopsis 188 E 74. 4) α) Μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα· πολυτέλεια: Ορίζει νά ’ρθουν οι άρχοντες όλοι εις το παλάτιν| τιμητικά, με παρρησιάν, έμορφα, λαμπρυσμένα| και στέφουν τον Ιμπέριον, παίρνει την Μαργαρώνα Ιμπ. 469· Με παρρησίαν ήλθασιν εις Κωνσταντίνου πόλιν,| σκήπτρα σηκώνουν θαυμαστά, χρυσά μετά μαργάρων,| και τέντες ολοτσάπωτες μετά χρυσά κουδούνια Διήγ. Βελ. N2 298· τι να γράψω και να ειπώ και πώς να το αφηγηθώ, |την παρρησίαν την θαυμαστήν εις το παλάτιν μέσα; Διήγ. Βελ. χ 496· β) γενναιοδωρία: εποίησεν τον γάμον| μέσα εις τα Γιάννινα, εις τα παλάτια απάνου,| με δόξαν και με παρρησιάν ατός του ο δεσπότης,| ώσπερ να ήτον αδελφοί γνήσιοι του δεσπότου Χρον. Τόκκων 2644· γ) τιμή: τον δέχονται Αργείοι (ενν. τον υιόν του Αχιλλέως)| μετά πλείστης παρρησίας,| ωσάν να ήτον ο πατήρ του,| αυτός Αχιλλεύς ο μέγας Λουκάνη, Άλ. Τροίας [446]· απέθανεν ο μισέρ Τζεντεφρές από ασθένειαν και έθαψαν αυτόν εντίμως μετά παρρησίας Δωρ. Μον. XXV· την παρρησίαν βλέπετε ήν έχει και το κλέος,| παρ’ όλους προκαθέζεται εγγύς του βασιλέως Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 65· ο Ιωσήφ ... εύρε παρρησίαν εις τον βασιλέα Φαραώ της Αιγύπτου διά την εξήγησιν των ονειράτων οπού του έκαμε, και τέλος κατεστήθη αυθέντης εις όλην την Αίγυπτον Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 8· δ) τιμή, αναγνώριση· νομιμότητα: Εκ μιας δεκαεννέα (ενν. τέκνα)| εκ γαστρός υπήρχεν ταύτα| έννομα με παρρησίαν·| τους δε άλλους εν τοις οίκοις| γυναικών αποτεκόμην Ερμον. Υ 302· ε) μεγαλείο, δόξα: Πού ’ναι ο πλούτος Αχιλλέως; και πού έναι η ανδρεία; (παραλ. 1 στ.) Πού έναι η δόξα, η τιμή; και πού έναι η παρρησία;| Πού είναι τα ανδραγαθήματα, τά εφαίνουντα στον κόσμον; Βυζ. Ιλιάδ. 1144· Πόλη μου, το βασίλειον του ουρανού ομοιάζεις (παραλ. 1 στ.)· πλην η τρυφή εδιάβηκεν, αυτή η παρρησία| παρήλθεν και απέρασεν, ωσάν καπνός και πάχνη,| τα πράγματά σου έμειναν εις των Τουρκών τα χέρια Θρ. Κων/π. B 57· Ω Ρωμαίοι ευγενικοί, πού είν’ η παρρησιά σας;| Πού είν’ το κράτος πάλιν δε; Πού είν’ η αυθεντιά σας,| η κοσμοκρατορία σας και η μεγάλη δόξα; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 73· στ) περιουσία· πλούτος, αφθονία (αγαθών): Πού εφθάρησαν οι θησαυροί, τα πλούτη τα μεγάλα,| οι παρρησιές κι οι δόξες τους και τα λαμπρά τους τ’ άλλα; Πένθ. θαν.2 134· πού είναι τα στολίδια σας και πού είναι οι φορεσιές σας,| πού είναι τα κρεβάτια σας και πού είναι οι παρρησιές σας; Πένθ. θαν.2 76. 5) α) Αξίωμα, εξουσία: την παρρησίαν τετραπλούν ήν είχες τότε πρώην| και δόξαν τε και αυθεντίαν πάλιν σε καταστήσω| και καπετάνον ποίσω σε εφ’ όλην την αρμάδαν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 194· το στέμμα, το διάδημαν παίρνει το ο Βελισάρης,| την δόξαν και την δύναμιν, την παρρησίαν, τα πλούτη Διήγ. Βελ. χ 43· β) ισχύς, δύναμη· κύρος: Δυνάστης έναι, βασιλεύ, με άπειρον φουσσάτον,| πολλήν έχει την δύναμιν, πολλήν την παρρησίαν Αχιλλ. (Smith) O 125· εις τον τόπον ετούτον εδείχνανε μεγάλην παρρησίαν ο κάθε καπετάνιος, διότι έσερνε περισσούς ανθρώπους ο καθένας εις την συντροφίαν Σουμμ., Ρεμπελ. 160· οι άρχοντες Ρωμαίοι, πρώτοι της Ρωμανίας,| εκεί εις την Ανατολήν, που είχαν την παρρησίαν,| εκλέξαν διά αφέντη τους και βασιλέαν εποίκαν| εκείνον τον κυρ Θεόδωρον Χρον. Μορ. P 1208· Κουρούνα εθυσίαζε την Αθηνά θυσία,| να έχει εις τα όρνεα και κείνη παρρησία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 982· γ) (προκ. για ήχο) δύναμη, ένταση: Εδώκασιν τα βούκινα με παρρησία μεγάλην Αχιλλ. (Smith) N 666. 6) α) Έπαρση, αλαζονεία· επίδειξη: Ο δε βασιλεύς Μαξέντιος ήλθε μετά παρρησίας μεγάλης να πολεμήσει τον μέγαν Κωνσταντίνον, λέγοντα ότι θέλει νικήσει αυτόν ως και πρώτα Χρον. 308· Σιγά περπάτιε, ταπεινά, την δόξαν παραιτήσου, (παραλ. 1 στ.) μη θέλεις του να φαίνεσαι τίνος και πόθεν είσαι,| να θέλεις έπαρσες πολλές και παρρησίες μεγάλες Φλώρ. 1142· Υιέ, αν έχεις χρήματα, υιέ, αν είσαι πλούσιος,| μη διασπάσεις τας οφρύς, μηδέ κενοδοξήσεις, (παραλ. 2 στ.) και πέσεις εις την παρρησιάν του πλούτου και της δόξης Σπαν. (Μαυρ.) P 419· β) (γυναικεία) ματαιοδοξία: Αρχοντικά εβάδιζε κι όλη ετεχνευέτον| να τους αρέσει πλιότερο εκείθεν που την βλέπουν.| Ουκ ήφερέν την προς αυτό τίποτες η αγάπη| που να ’χει κόρη τίποτες, μόνον η παρρησία οπὄν’ απέσω στην καρδίαν σ’ όλες τες κορασίδες,| που ’ρέγονται να δείχνουσι την εμορφία τους όλες Θησ. Γ́ [302]. 7) α) Μεγαλοπρεπής τελετή· εορτασμός· πανηγυρισμός: συναγμένου παντός του λαού, ιερωμένων και κοσμικών, εχειροτόνησεν αυτόν ο Ηρακλείας πατριάρχην εις την Παμμακάριστον, γενομένης παρρησίας μεγάλης και ευταξίας Ιστ. πατρ. 1165· Κάμνουν χαρές και σκιρτισμούς και παρρησίες μεγάλες.| Ετέρους γάμους πολεμούν μετά τιμής και δόξης Ιμπ. 888· ο Τούρκος επερίλαβε Χανία εις την Κρήτη. (παραλ. 2 στ.). Τότε αρχίσαν την χαρά κι ερίχνασι λουμπάρδες,| να κρούουν και τα τύμπανα, βούκιν’ ανακαράδες. (παραλ. 2 στ.). Πώς να το γράψω και να πω κι εκείνο πώς και πότε,| την παρρησία την πολλή, που κάμασιν ετότε; Διακρούσ. 9623· β) διασκέδαση: όστις εκείνος αγαπά τον πλούτον και την δόξαν,| την παρρησίαν την πολλήν, γέλια και παιγνίδια,| άχρηστα μετεωρίσματα, δεινές αισχρολογίες, (παραλ. 3 στ.) εκείνοι θέλουν, αδελφοί, κλαύσειν τε και θρηνήσειν Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 97. 8) (Ψυχική) διάθεση: κρατεί (ενν. η γυναίκα) να είναι οι παρρησιές της| τόσες όσες τις κάνει| τσ’ αγάπης η λωλάγρα Πιστ. βοσκ. I 5, 172. 9) (Εκκλ.) βιβλίο λειτουργικής χρήσης στο οποίο καταγράφονταν ονόματα προς μνημόνευση στην Εκκλησία (Για το πράγμα βλ. Τωμ., ΕΕΒΣ 33, 1964, 226): έκαμα αργός ημέρες μθ́, έως ου με επήραν ͵ζχ́ και έγραψαν το όνομά μου κατά παρρησίαν εις την Μητρόπολιν να μνημονεύεται Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 54v. 10) (Η δοτ. επιρρ.) α) με θάρρος, ελεύθερα α1) (προκ. για θαρραλέα και ειλικρινή έκφραση γνώμης): Χρον. Τόκκων 1352, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 523· α2) (προκ. για πράξη): εις το μέσον έμπηκεν (ενν. η έλαφος),| εστάθη παρρησίᾳ,| άφοβος, ανεντήρητος, μη έχουσα δειλίαν Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 318· και όρισέν την (ενν. ο θεός την εντροπή) να φανεί, να πάγει παρρησίᾳ|, στον άνθρωπον να βρίσκεται, να έχει την αξία Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1035· β) δημόσια, φανερά: ΄Εκαναν οι χριστιaνοί δύο μεγάλας εορτάς παρρησίᾳ, με ιερείς φορεμένους με σταυρούς και φωταγωγίας ... τον οποίον Μέγαν Αγιασμόν εκατέβαιναν μετά παρρησίας και τον έκαναν εις τον Νείλον τον ποταμόν· όμως, αυτός φθονήσας, όρισε πλέον να μην γίνουνται αι τοιαύται εορταί παρρησίᾳ Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 191 δις· Εγώ παρρησίᾳ ελάλησα εις τον κόσμον και η βασιλεία μου δεν έναι από τούτον τον κόσμον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 271r· γ) (εκκλ., προκ. για μνημόνευση ονόματος σε ορισμένο σημείο της θείας λειτουργίας· για το πράγμα βλ. Τωμ., ΕΕΒΣ 33, 1964, 226) δημόσια: το μνημόσυνον, ήγουν να είναι γραμμένον το όνομα του Πάπα και να μνημονεύεται παρρησίᾳ, όταν λειτουργούν οι Πατριάρχες εορταστικώς Ροδινός (Βαλ.) 155· δ) ενώπιον κάπ., παρουσίᾳ κάπ.: αναγινώσκονται αι μαρτυρίαι όλαι παρρησίᾳ των δύο μερών Ελλην. νόμ. 57531. 11) (Η αιτιατ. επιρρ.) με θάρρος, ελεύθερα: Οι Γιαννινιώται άπαντες, μικροί τε και μεγάλοι,| άρχισαν να ευφημίζουσιν το όνομα του δούκα,| και παρρησίαν ελάλησαν αφέντην να τον φέρουν Χρον. Τόκκων 1431. Εκφρ. 1) Εν παρρησίᾳ = χωρίς δισταγμό, ανεπιφύλακτα: Ως ήκουσεν τα ρήματα ταύτα του βασιλέως,| ο Βελισάριος ευθύς σκύπτεται ταχυλέως,| εβγάζει το καπάσιν του, πίπτει εν παρρησίᾳ| και προσκυνεί, συντάσσεται συν πάσῃ προθυμίᾳ| τον ορισμόν του άνακτος πληρώσαι μετά έργου Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 41. 2) Κατά παρρησίαν = ενώπιον κάπ.: να είχαν υπάγει διά τον νοδάρον, οπού το είχεν κάμει (ενν. τη διαθήκη του Μπερτόλδου), διά να του το διαβάσει κατά παρρησίαν του (ενν. του βασιλέως) Μπερτόλδος 80. — Πβ. και παρουσία.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης